Χριστούγεννα και πρωτοχρονιά στην Αθήνα
του Σταμάτη Μαμούτου
Η Αθήνα είναι παλιά μου φιλενάδα. Το κέντρο
της μου μιλάει εδώ και χρόνια σε μια μυστική διάλεκτο, την οποία καταλαβαίνουν μόνο
οι αλαφροΐσκιωτοι. Πολύ περισσότερο, την περίοδο των Χριστουγέννων, το κέντρο
των Αθηνών μεταμορφώνεται σε ένα μυστικό βασίλειο για όσους ζωντανούς μπορούν
να το διακρίνουν πίσω από την γκρίζα όψη της (μεταμοντέρνας) νεωτερικής
καθημερινότητας.
Όμως, δυστυχώς, οι θεσμικοί διαχειριστές του
δημόσιου βίου κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μουτζουρώσουν τον
αστικό βίο με το φούμο της περιρρέουσας κοινωνικο-πολιτικής, οικονομικής και
ηθικής παρακμής και να θολώσουν την οπτική προς τον εσώτερο μαγικό πυρήνα της
πόλης.
Όσο περνούν τα χρόνια το μουτζούρωμα γίνεται
πιο έντονο. Οι λόγοι είναι πολλοί και έχουν να κάνουν με τις επικρατούσες
ιδέες, με την πολιτική ελίτ, με το ευρύτερο κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι
της εποχής μας, κεντρικό γνώρισμα του οποίου είναι η ανεπάρκεια πολιτικής έμπνευσης
και οράματος. Πρόκειται για ένα γνώρισμα που διαπερνά όλο το φάσμα των
πολιτικών που υιοθετούν της ορθολογιστικά φιλελεύθερες επικρατούσες πολιτικές
συνταγές των καιρών μας.
Η Αθήνα είναι μια πόλη που, λόγω του
ιστορικού της φορτιού, γνωρίζουν το όνομά της ακόμη και άνθρωποι που ζουν στις
πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη. Εύλογο να αποτελεί προορισμό πολλών
ανά τον κόσμο ταξιδιωτών. Μολονότι αυτό ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής της σε
μια πανσιόν για κάθε άσχετο με την ταυτότητά της και ασεβή για την κουλτούρα
της νεοβάρβαρο τουρίστα, το ελλαδικό κράτος -ελέω κατευθύνσεων Ευρωπαϊκής
Ένωσης- υιοθέτησε εδώ και χρόνια την στρατηγική της αναγωγής του τουρισμού στην
θέση της βαριάς κρατικής βιομηχανίας. Σε ένα κράτος που συντηρείται από τον
τουρισμό η εύλογη συνέπεια θα ήταν να είχε δοθεί έμφαση στην δημόσια αισθητική
και τον πολιτισμό -έστω και ως ελκυστικά επιδερμικά φολκλόρ- προκειμένου να
υποστηριχθεί η υποδομή της «βαριάς μας» βιομηχανίας. Αλλά σε αυτή την απερίγραπτη ελλαδική πολιτική πραγματικότητα φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει ούτε αυτό μπορετό.
Μια διεθνιστική και κοσμοπολιτική πολιτική
ελίτ, όπως αυτή που διαφεντεύει την χώρα μας και ιδίως την πρωτεύουσά της, η
οποία αδυνατεί να πράξει τα αυτονόητα προκειμένου να διαμορφώσει τις κατάλληλες
αισθητικές συνθήκες για το εμπορευματοποιημένα παγκόσμιο περιβάλλον του
σύγχρονου καπιταλιστικού τουρισμού στον οποίο στηρίζεται οικονομικά και
ιδεολογικά, είναι προφανές ότι αγνοεί την βαθύτερα
ουσιαστική αντίληψη περί του πώς πρέπει να διαμορφώνονται οι δημόσιοι χώροι και
πώς πρέπει να διοργανώνονται τα δημοτικά/δημόσια τελετουργικά προκειμένου να
βιωθούν οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων με έναν αληθινά όμορφο και
ουσιαστικό τρόπο. Φέτος η δημοτική αρχή των Αθηνών αποφάσισε να διασπείρει τα
αντικείμενα του δημόσιου στολισμού σε διάφορα σημεία του κέντρου. Θα ήταν μια
σωστή επιλογή αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα και, κυρίως, η αισθητική
κατάρτιση εκ μέρους των υπευθύνων ώστε να επιτρέψουν στην αύρα του μύθου των Χριστουγέννων να απλωθεί
εκεί όπου τοποθετήθηκαν. Επειδή, ωστόσο, απουσιάζουν και τα δύο, το αποτέλεσμα
δεν ήταν ικανοποιητικό.
Συγκεκριμένα, η πλατεία Συντάγματος, το
επίκεντρο των στολισμών και του ενδιαφέροντος, έμεινε σχεδόν άδεια από
στολίδια, πέρα από το δέντρο, την αψίδα στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Ερμού
και τα λαμπιόνια στα δέντρα (α, υπάρχει και ένας ‘Άγιος-Βασίλης..!!). Τα φωτεινά
διακοσμητικά ζαχαρωτά, που είχαν τοποθετηθεί επί της πλατείας Συντάγματος πέρυσι, μεταφέρθηκαν φέτος στην
πλατεία Κοραή.
Επαναλαμβάνω, αν υπήρχε η δυνατότητα να αναζωογονηθεί με μια εορταστική αύρα κι αυτός ο χώρος, η ιδέα δεν θα ήταν κακή. Όμως, πρόκειται για ένα σημείο του κέντρου που μετά το μεσημέρι νεκρώνει. Τα περισσότερα από τα γύρω καταστήματα που λειτουργούσαν κάποτε έχουν κλείσει, τα άχαρα τραπεζικά κτίρια αδειάζουν από κόσμο μετά το πέρας του εργασιακού ωραρίου, η στοά με τα εστιατόρια και τις καφετέριες βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μόνιμη κάμψη, κοντολογίς η πλατεία Κοραή όταν πέφτει το φως του ήλιου γίνεται ένας άδειος χώρος στον οποίο δυο μεγάλα χριστουγεννιάτικα δημοτικά στολίδια στέκουν μοναχικά με μόνη συντροφιά τον μελαγχολικό τους φωτισμό. Για να αποκτούσε χριστουγεννιάτικη ζωντάνια το συγκεκριμένο σημείο χρειάζονταν περισσότερες παρεμβάσεις και, κατά συνέπεια, πιο μεγάλη οικονομική δαπάνη. Εφόσον αυτή δεν ήταν εφικτή το αποτέλεσμα της παρέμβασης ήταν να αποδυναμωθεί ο στολισμός της καρδίας των Αθηνών (δηλαδή της πλατείας Συντάγματος) και να αχρηστευτούν δυο στολίδια τοποθετημένα σε ένα ερημωμένο σημείο.
Μια διαφορετική επιλογή σε σχέση με το
παρελθόν ήταν εκείνη της μεταφοράς μεγάλου μέρους του στολισμού στην πλατεία
Κοτζιά. Εκεί, πράγματι, η δημοτική αρχή επικέντρωσε την προσπάθειά της,
διαμορφώνοντας ένα μικρό χριστουγεννιάτικο χωριό. Ασφαλώς, το καρουζέλ που
διασκεδάζει τα παιδιά στο κέντρο της πλατείας είναι υπέροχο. Όμως, όλα τα
υπόλοιπα στερούνται κάθε έμπνευσης. Γύρω από το καρουζέλ τοποθετήθηκαν (ευτυχώς) ορισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα και λίγες και ξύλινες κατασκευές στις οποίες πωλούνται μικρογεύματα, γλυκίσματα, βιβλία και δώρα. Στην πραγματικότητα
τα τραπέζια των ταχυφαγείων έχουν απλωθεί σε όλη, σχεδόν, την πλατεία και σε
συνδυασμό με τα μαύρα βαρέλια του ντεκόρ (!!!), μετατρέπουν τον χώρο σε φτωχό
ξάδερφο κάποιου Mall ή σε κάτι που θυμίζει καντίνα μεγάλου βενζινάδικου. Ο ματεριαλισμός και η εμμονή
με το πλαστικό φαγητό κουκουλώνουν το χριστουγεννιάτικο περιεχόμενο.
Δήμος Αθηναίων είστε παιδιά. Σκεφτείτε κάτι
πιο όμορφο. Σκεφτείτε κάτι που να δίνει, όντως, παραμυθένια αισθητική διάσταση
στο χριστουγεννιάτικο χωριό που στήσατε. Ένα τρενάκι, μια κάλυψη υπό μορφή
αψίδας, μια αισθητική σύνδεση των ξύλινων σπιτιών που δεν θα τα άφηνε να
φαίνονται ασύνδετα τοποθετημένα στην πλατεία. Ασφαλώς, κάτι καλύτερο
από τα βαμμένα μαύρα βαρέλια ορυκτών (!!) Πολλά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς
και τα οποία δεν θα είχαν μεγάλο οικονομικό κόστος.
Είμαι σίγουρος ότι η έκκλησή μου αποτελεί φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Σε μια πολιτική ελίτ και σε ένα κοινωνικό σύνολο που έχουν μουλιάσει στην αντιαισθητική κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης, την ίδια στιγμή που στο πεδίο των ιδεών αποδέχονται τον τεχνοκρατικό ορθολογισμό της νεοφιλελεύθερης λιτότητας ως μονόδρομο, δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για αισθητική υποστήριξη ενός εορταστικού και θρησκευτικού βιώματος. Ευτυχώς, την κατάσταση έσωσε σε έναν βαθμό φέτος η βραδιά των ευχών με τα εκατοντάδες ιπτάμενα φανάρια που απογειώθηκαν από την πλατεία Κοτζιά στον αττικό ουρανό.
Χιλιάδες Αθηναίοι απόλαυσαν το νυχτερινό θέαμα και συμμετείχαν στο νέο αυτό
έθιμο που σκόρπισε κέφι και χαρά. Επίσης, το ότι διοργανώθηκαν πρωτοχρονιάτικοι εορτασμοί στην πλατεία
Συντάγματος με πολλούς θεατές (απ’ ό,τι είδαμε στα τηλεοπτικά δίκτυα) χωρίς
σοβαρά επεισόδια και αρνητικά φαινόμενα παλαιότερων εποχών, ήταν κάτι
θετικό.
Όμως, η ατμόσφαιρα εξακολούθησε να διαπνέεται
από ένα αόρατο αρνητικό πρόσημο που πλανήθηκε ακολουθώντας το αεράκι στον βελουδένιο
αττικό ουρανό. Μολονότι ο καιρός φέτος ήταν σχεδόν ανοιξιάτικος μέχρι δύο μέρες
πριν την πρωτοχρονιά και ευνόησε τις εξόδους, η έλλειψη ενός συλλογικού
συντονισμού των Αθηνών προς τα βάθη της ουσίας του Μύθου των Χριστουγέννων ήταν
αισθητή στο βλέμμα των ρομαντικών. Υπέροχες
παραστάσεις κλασικής και θρησκευτικής μουσικής, έργα ρομαντικών μουσικών και
λογοτεχνών συγκέντρωσαν πολλούς θεατές.
Ωστόσο, μέχρι να φτάσω στους χώρους που
παρουσιάζονταν έβλεπα στις δημόσιες συγκοινωνίες πρόσωπα που δεν είχε γλυκάνει
το πνεύμα των ημερών, νεοέλληνες γονείς με παιδιά κακομαθημένα στον βουλιμικό
ατομικισμό τα οποία κυλιούνταν χάμω ουρλιάζοντας επειδή κάποιος ανύποπτος
συνεπιβάτης έκανε το λάθος να πατήσει πριν από εκείνα το κουμπί για το άνοιγμα
των θυρών, φάτσες μουντές, κυνικές, χαμένες στην μεταμοντέρνα παθογένεια,
νεανικά πρόσωπα με ματιές σμιλεμένες στην ιδέα της συμμορίτικης και άνανδρης
ισχύος του όχλου. Η τελευταία αναλαμπή κοινωνικής συνοχής, εθνικής σύμπνοιας και αλληλεγγύης που είχε γεννήσει για λίγα χρόνια ο συλλογικός ενθουσιασμός του αντιμνημονιακού ξεσηκωμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο μέσος νεοέλληνας των καιρών μας έχει επιστρέψει στον ματεριαλιστικό και μαζικοποιημένο ατομικισμό της εποχής του εκσυγχρονισμού (ο οποίος επιβλήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '90 και επανεγκαθιδρύθηκε, ως επικρατούσα κοινωνική συνθήκη, από τις μνημονιακές κυβερνήσεις -και κυρίως την τελευταία). Διασκεδάζει με το όλο κλίμα των εορταστικών ημερών κουβαλώντας μια φαινομενικά διαφοροποιημένη ατομικότητα που δείχνει λες κι έχει κατασκευαστεί σε μυριάδες πανομοιότυπες εκδοχές από κάποια κοινωνική βιομηχανία. Αλλά δεν φρονώ ότι δεν αισθάνεται την βαθύτερη αλήθεια των ημερών. Δεν βιώνει τον Μύθο. Δεν υπερβαίνει την στενή του ατομικότητα για να συνδεθεί με το Όλον. Δεν αποκαλύπτονται σε αυτόν οι μυστικές πύλες του βασιλείου των Χριστουγέννων.
Ωστόσο, ακόμη και με αυτά τα δεδομένα να
βαραίνουν ελαφρώς τα φτερά της ψυχής, συνέχισα να τιμώ την παράδοση του
φλανέρ αναζητώντας ό,τι μπορεί να αχνοφέγγει από το πνεύμα των
Χριστουγέννων στο κέντρο της πόλης. Εκεί, όπου κάτω απ' την πρόσοψη του
βασιλείου των καλικάντζαρων της πολιτικοκοινωνικής μας πραγματικότητας, το μάτι
του ρομαντικού μπορεί να
συλλάβει, στιγμιαία έστω, αντανακλάσεις σταφταλιστού φωτός από την αύρα των
Χριστουγέννων. Ο δρόμος προς την ουσία των Χριστουγέννων περνά από το κέντρο
των Αθηνών και καταλήγει σε ένα σαλόνι στολισμένο με σεβασμό προς Αυτό, το
βαθύτερο Κάτι, που ξυπνά τον Κόσμο στα τέλη του Δεκέμβρη.
Εξάρχεια, Κολωνάκι, Σύνταγμα, Μοναστηράκι, Ψυρρή, Θησείο και Γκάζι. Τα όρια της μυστικής μου επικράτειας. Ένα αφανές στα μάτια των αμύητων στον Ρομαντισμό βασίλειο, που φιλοξενεί όλα όσα αξίζουν ακόμη. Παλιούς κινηματογράφους, μεγάλα βιβλιοπωλεία, θέατρα, ιστορικά κτίρια και ξενοδοχεία, τα τελευταία rock και ενημερωμένα δισκοπωλεία, τα κάστρα του Θεού (όμορφες εκκλησίες όπως ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης, η Ζωοδόχος Πηγή και η Αγία Ειρήνη) τα κάστρα του πνεύματος (Νομική, Παλιό Χημείο, Πολυτεχνείο) και τα κάστρα της ψυχής (μπαρ και καφέ, με αισθητικό αποτύπωμα).
Κι όλα αυτά στολισμένα με σύμβολα και εορταστικά φώτα των
Χριστουγέννων που προκαλούν ρωγμές στην αντιαισθητική μονολιθικότητα της
ορθολογιστικής κανονικότητας του καπιταλιστικά συγκροτημένου αστικού ιστού,
ανοίγοντας θύρες προς την επέλαση του ατμοσφαιρικού, του μαγικού, του ιερού,
όπως δίδαξε ο μεγάλος ρομαντικός Κάρολος Ντίκενς.
Απολαμβάνω μέσα στην χειμερινή νυχτιά να επισκέπτομαι το μυστικό μου βασίλειο από άκρη σε άκρη, εισπνέοντας όση περισσότερη μπορώ από την αύρα των Χριστουγέννων. Απολαμβάνω την επανάληψη του ίδιου ψυχαγωγικού περπατήματος και τα πρωινά που δεν εργάζομαι.
Για να εισβάλω
στα κατάμεστα βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία που θυμίζουν κάτι απ’ τα παλιά, να
ανάψω ένα κερί στις ατμοσφαιρικές εκκλησίες, να παίξω ένα τυχερό παιχνίδι, να
αγοράσω από την οδό Αιόλου τον παραδοσιακό Καζαμία, να περάσω από τα αγαπημένα
μπαρ των Εξαρχείων και του Κολωνακίου, να σταθώ στην οδό Βουκουρεστίου και να
απολαύσω τον στολισμό της στοάς Σπυρομήλιου, να μελετήσω τον εορταστικό
διάκοσμο της χειμερινής σάλας του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και να βγω στα
ατμοσφαιρικά χριστουγεννιάτικα φώτα της οδού Πανεπιστημίου και της πλατείας
Συντάγματος.
Αν δεν με φόβιζαν κάποια καταραμένα θέματα ιατρικού περιεχομένου, θα έκανα όνειρα ότι κάποια στιγμή, σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, όταν η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. θα επικρατούσε στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πατρίδας, πρώτος μας στόχος θα ήταν το άνοιγμα περισσότερων θυρών προς τον κόσμο του Μύθου των Χριστουγέννων για όλους τους διαβάτες και τους θαμώνες του κέντρου της πόλης.
Τώρα, που έτσι ή αλλιώς αυτά τα θέματα
αποτελούν εδώ και χρόνια συνοδοιπόρους του βίου μου, σκέφτομαι ότι αν με
ρωτούσε ο Θεός πώς θα ήθελα να άφηνα κάποια στιγμή ετούτο τον κόσμο, θα
απαντούσα ως εξής. Να γινόμουν ένα με τα φώτα των χριστουγεννιάτικων στολισμών,
καθώς θα τα κοιτούσα. Να απορροφούσαν στοργικά την ύπαρξή μου στο γλυκό τους
μεγαλείο, καθώς θα ταξίδευαν η ψυχή και το πνεύμα στον απότερό τους προορισμό.
Μέχρι εκείνη την ώρα και προς το παρόν, να
έχουμε όλοι μια καλή νέα χρονιά. Με υγεία και δύναμη.






















Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου