- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

            Ανταπόκριση από το 4ο Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (μέρος α)

                                                                                         του Παναγιώτη Μπουρδάκου

Καθώς το μεσοκαλόκαιρο πλησίαζε και οι ζεστές αθηναϊκές μέρες και νύχτες διαφαίνονταν όλο και πιο κοντά στον ορίζοντα, μια σύντομη απόδραση από την πόλη αποτελούσε μονόδρομο. Η πρόσκληση ενός φίλου για μια επίσκεψη στο εξοχικό του ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να έρθει. Πολύ περισσότερο εφόσον το εξοχικό βρισκόταν σε παρακείμενη πόλη του αρχικού προορισμού που είχα κατά νου. Ο προορισμός μου βρισκόταν στη δυτική Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα στην Ανδραβίδα, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη αφορμή για την πρώτη μου επίσκεψη στην πόλη από τη διεξαγωγή του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, το οποίο έλαβε χώρα για τέταρτη συνεχόμενη φορά στην κεντρική πλατείας της πόλης με φόντο τον εξαιρετικά φωτισμένο γοτθικό ναο της Αγίας Σοφίας




Συναυλιακές υποχρεώσεις με απέτρεψαν από το να παρακολουθήσω τις προηγούμενες χρονιές του Φεστιβάλ, αλλά φέτος αυτό ήταν το πρώτο στη λίστα μου. Η συνεχής ενημέρωση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram) για τα δρώμενα και τους συμμετέχοντες ενέτεινε την προσμονή μου και αποφάσισα να κάνω έκπληξη στο φίλο μου Σταμάτη Μαμούτο και να παραβρεθώ σε αυτό για να παρακολουθήσω πώς είχε γράψει τα σενάρια και είχε σκηνοθετήσει ένα φεστιβαλικό ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο. Γιατί, όντως, ήμουν βεβαιος ότι αυτό που θα σκηνοθετούσε και θα έγραφε ο Σταμάτης θα αποτελούσε ένα ταξίδι στο χρόνο γεμάτο αναβιωμένους μύθους και θρύλους.



Το Φεστιβάλ παρείχε μια πλήρη πολυθεματική εμπειρία για περίπου τέσσερις ώρες όπου μουσικοί, ηθοποιοί, ακροβάτες, αθλητές μεσαιωνικής οπλομαχίας και ομιλητές ανέβηκαν στη σκηνή, ο καθένας στον προκαθορισμένο ρόλο του, να αναδείξουν μεσαιωνική ιστορική φυσιογνωμία της πόλης μέσα από πολλές και διαοφρετικές θεματικές.




Συμπληρωματικά απέναντι από την σκηνή και την αλέα που πραγματοποιούνταν τα δρώμενα και οι συναυλίες του Φεστιβάλ υπήρχε και υπαίθρια αγορά εκθετών comics, επιτραπέζιων παιχνιδιών, δώρων, μεσαιωνικών ρούχων και κοσμημάτων, ημικυκλικά στημένη απέναντι από τη σκηνή, ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να παρακαλοθούν τα δρώμενα ταυτόχρονα με τη βόλτα τους στους πάγκους των μικροπωλητών.



Το σκηνικό θύμιζε αγορά μεσαιωνικής πόλης. Το μόνο που έλειπε ήταν οι ήχοι από τις οπλές των αλόγων και τη σφυρηλάτηση των μετάλλων. Σημαντική ήταν και η σκηνογραφική συνεισφορά στη συνολική εμπειρία καθώς η σκηνή, η ηχητική εγκατάσταση και οι πάγκοι των μικροπωλητών ήταν διακοσμημένοι με υφάσματα, θυρεούς και λουλούδια προσομοιάζοντας, όσο δυνατόν καλύτερα, το περιβάλλον και την αίσθηση της εποχής.





Στην υπαίθρια αγορά η αίσθηση του χειροποίητου και του ανεκτίμητου προσωπικού χρόνου για την παρασκευή του πιο μικρου διακοσμητικού ή της πιο βαριάς κεραμικής ήταν διάχυτη σε όλους τους πάγκους. Οι μικροπωλητές με τις δημιουργίες τους σε έβαζαν στο δικό τους μικρόκοσμο, παρουσιάζοντας έργα και προΐόντα εμπνευσμένα από τα προσωπικά τους ερεθίσματα που παρέπεμπαν σε αισθητικές μιας εποχής αλλοτινής. Η ποικιλία εκτεινόταν από κεραμικά είδη (π.χ. κούπες, ποτήρια, διακοσμητικά), δερμάτινα είδη, χειροποίητα επιτραπέζια των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων (με ιστορική τεκμηρίωση και επεξέγηση του παιχνιδιού), βιβλία, αρωματικά και σαπούνια καθως και με σχετίκα μπλουζάκια.





Κάπου στο κέντρο αυτού του άτυπου εμπορικού ημικυκλίου υπήρχε και μια γωνία για τους μικρούς φίλους όπου αγόρια και κορίτσια χωρισμένα σε υπερασπιστές και πολιορκητές, άφησαν κατα μέρους της οθόνες και πήραν θέσεις στις επάλξεις και στους καταπέλτες για να μυηθούν στον κόσμο του παιχνιδιού «Κάστρα και Πολιορκητές». Αρκέτες μπάλες από βαλίστρες, καταπέλτες και κανόνια θα κυλούσαν αδέσποτα στην πλατεία μέχρι οι μικροί ήρωες να εξοικειωθούν με το παιχνίδι.


Όπως λέει ο σοφός μας λαός, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, και η εναρκτήρια παρέλαση των αναβιωτών ιπποτών άνοιξε με έναν πομπώδη και μυσταγωγικό τρόπο την εκδήλωση. Προπορεύονταν δυο άλογα με αναβάτες ντυμένους με τις εσθήτες των Βιλλεαρδουίνων. Ακολουθούσαν οι γκαϊντιέρης και ο ξυλοπόδαρος, που φορούσαν επληκτικά μεσαιωνικά ρούχα. Πίσω τους ακολουθούσε ο δικός μας Γιάννης Wannax, ντυμένος με βυζαντινή εσθήτα και κρατώντας ένα κανονικό ξύλινο ακόντιο με μεταλλική αιχμή, στο οποίο είχε προσαρμοστεί ο πολεμικός θυρεός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από το βάθος της εισόδου του γοτθικού ναού έρχονταν σε δυάδες ηθοποιοί, αναβιωτές των συλλόγων Sountouched Order Of The Sun και Draconis Societatis, η συμπαρουσιάστρια της εκδήλωσης και βραβευμένη cosplayer Εύα Κώτσου και οι αναβιωτές/αθλητές μεσαιωνικής οπλομαχίας των συλλόγων Apocalyptic Knights και Λέοντες (Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών).


Όταν οι παρελαύνοντες έκαναν τον κύκλο της πλατείας απέναντι από τον μεσαιωνικό ναό της Αγίας Σοφίας ο γκαϊντιέρης Δημήτρης Αρβανίτης άφησε την γκάιντα και πήρε στα χέρια του μια θρακική λύρα. Άρχισε να παίζει το παραδοσιακό τραγύδι «Μαργελεμένε Γεμιτζή» και να συνοδεύει την Εύα κώτσου στην σκηνή του Φεστιβάλ. Πίσω τους ακολουθούσαν, περπατώντας σαν μεσαιωνική φρουρά, οι Γιάννης Wannax και Μανούσος Μανουσάκης. Η Εύα καλησπέρησε τους θεατές και κάλεσε στην σκηνή τον Σταμάτη.


Η χημεία μεταξύ της Εύας και του Σταμάτη σε ρόλους παρουσιαστών / ομιλητών και το μπρα-ντε-φερ των διαλόγων δημιούργησε μια ευχάριστη ροή αποτρέποντας τυχόν ακαδημαΐκό ύφος στην παρουσίαση. Οι βάσεις είχαν ήδη τεθεί για μια πολυ καλά οργανωμένη και στοχευμένη βραδιά.



Στο πρώτο τέταρτο του Φεστιβάλ ο Σταμάτης και η Εύα πραγματοποίησαν μια άτυπη press conference στην οποία ο Σταμάτης εξήγησε ακροθιγώς κάποιες οργανωτικές πρακτικές, ανακοίνωσε τους χορηγούς και ανέτρεξε στην μεσαιωνική ιστορία της περιοχής. Οι ιστορικές αναφορές είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Φεστιβάλ από την πρώτη χρονιά, για να θυμηθούν ή και να μάθουν όλες οι γενιές την ιστορία του τόπου τους.  Μετά το πρελούδιο, ήρθε και το κυρίως πολιτιστικό σκέλος με τους μουσικούς και τα θεατρικά δρώμενα να εναλλάσονται. Ο Σταμάτης κάλεσε στην σκηνή τους Cantistoria. Ένα folk-rock-έντεχνο συγκρότημα με μια καταπληκτική τραγουδίστρια που ονομάζεται Σοφία Ραφτούλη.



Οι Cantistoria στα μεσοδιαστήματα των τραγουδιών τους αφηγήθηκαν έναν τοπικό μεσαιωνικό θρύλο που είχε γράψει υπό μορφή αφήγησης ο Σταμάτης. Όσο οι Cantistoria έπαιζαν τα τραγούδια του set τους στην σκηνή, μπροστά τους, στην αλέα, οι ηθοποιοί και οι αναβιωτές αναπαριστούσαν τα κομμάτια της ιστορίας που μόλις πριν είχαν αφηγηθεί οι Cantistoria. Η αναπαράσταση είχε σκηνοθετηθεί από τον Σταμάτη, Επιτυγχανόταν έτσι μια εντυπωσιακή διάδραση ανάμεσα σε μουσικούς, ακροβάτες, ηθοποιούς και αναβιωτές. Σαν να παιζόταν ένα ζωντανό βίντεο κλιπ που βομβάρδιζε μέσω ενός μαγευτικού καλλιτεχνικού συνδυασμού τις αισθήσεις μας.  




Οι τοπικοί μύθοι των Ανήλιαγων και των Δυο Μητέρων, τοποθετημένοι στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ του Κάστρου Χλεμουτσίου και του Σαντομερίου, πήραν σάρκα και όστα μπροστά στα μάτια μέσω των αναπαραστάσεων. Ηθοποιοί και συμμετέχοντες ενδεδυμένοι με τις αντίστοιχες στολές που απαιτούσε ο ρόλος τους, μας δημιούργησαν εικόνες βγαλμένες από τα παραμύθια και τις επικές σελίδες της φανταστικής και ευρωπαΐκής λογοτεχνίας. Οι μουσικοί, ντύνοντας με τις μελωδίες τους τις διάφορες σκηνές, δημιούργησαν ένα άτυπο soundtrack του Φεστιβάλ.



Οι Cantistoria αφηγήθηκαν τον μύθο των δυο νεράιδων για τον οποίο ο Ανδρέας Καρκαβίτσας είχε γράψει ένα μικρό διήγημα που μπορεί να αναζητήσει όποιος θέλει σε ελεύθερο αρχείο στο διαδίκτυο. Ο Σταμάτης χρησιμοποίησε το κείμενο του Καρκαβίτσα κάνοντας τις δικές του παρεμβάσεις και σκηνοθέτησε ένα δρώμενο που έφερνε τον κινηματογράφο φαντασίας εμπρός στα μάτια μας σε κάτι που μοιάζει με θεατρική εκδοχή αλλά δεν είναι, μοιάζει με όπερα αλλά δεν είναι, μοιάζει με πολλά αλλά είναι κάτι νέο. Μια δική του ιδέα διαδραστικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Το set list των Cantistoria περιλάμβανε τα τραγούδια «Tourdion», «Mrs Mc Grath», «Rokatanc», «Lu Rusciu Te Lu Mare», «Mond Tanz/Child In Time» (στην εκδοχή των Blackmores Night), «Φεγγαροντυμένη» (διασκευή «The Moon is shining (somewhere over the sea)»), «Αφούσης» (παραδοσιακό της Κάσου), «Η Ξενιτιά του Έρωτα»  (Γιώργος Καλογήρου) και το «500 Miles» στην εκτέλεση των The Hooters.


Οι διασκεδαστές όπως ο ξυλοπόδαρος και ο ακροβάτης με τις φωτιές κράταγαν ζεστό το ενδιαφέρον του κοινού μεταξύ των απαραίτητων αλλαγών στη σκηνή ενώ το ίδιο αποτέλεσμά είχαν και οι επιδείξεις μεσαιωνικής σπαθασκίας και κονταρομαχίας. Ιδιώς, όταν μετά το τέλος της εμφάνισης των Cantistoria ο Σταμάτης και η Εύα κάλεσαν στην αλέα την σχολή μεσαιωνικών πολεμικών τεχνών Apocalyptic Knights για μια δεκάλεπτη επίδειξη. Ο Γιάννης Κομπατσιάρης και η Ζωή Κομπατσιάρη με τον αθλητή του Νίκο Πλαστήρα έδειξαν τι σημαίνει πραγματική μεσαιωνική σπαθασκία και καταχειροκροτήθηκαν από τους 1000 και πλέον θεατές που είχαν κατακλύσει την κεντρική πλατεία της Ανδραβίδας.



Έπειτα ανέβηκαν στην σκηνή οι Γιαννιώτες Bards Guild. Ένα κουαρτέτο βιολιού, πλήκτρων, ακουστικής κιθάρας και παραδοσιακών κρουστών. Οι Bards Guild παίζουν folk, neofolk, κομμάτια από κινηματογραφικά soundtracks και heavy metal τραγούδια σε ακουστικές και art folk εκτελέσεις. Ανάμεσα στα τραγούδια των βάρδων ο Σταμάτης έβγαινε στην αλέα και μας αφηγούνταν τον δεύτερο μεσαιωνικό θρύλο που παρουσιάστηκε σε δρώμενο. Πρόκειται για τον μύθο του «βασιλιά Ανήλιαγου». 



Όταν ο Σταμάτης διέκποτε την αφήγηση οι bards Guild άρχιζαν να παίζουν τα τραγούδια τους και οι αναβιωτές να αναπαριστούν όσα είχε αφηγηθεί μέχρι εκείνη την στιγμή ο Σταμάτης. Το set list των Bards Guild περιλάμβανε τα τραγούδια «Welcome To The Guild» και «Seven Burning Birds» των ίδιων των Bards Guild, «Gently As She Goes (Robin Wright Beowulf) The Temple Of The King (Rainbow), Flaming Red Hair (Howard Shore), The Bards Song (Blind Guardian) και Les Egaux De Landrais (Luc Arbogast).



Μετά την εμφάνιση των Bards Guild ο Σταμάτης κάλεσε στην σκήνη τον Αντώνη, αθλητή του συλλόγου μεσαιωνικής Οπλομαχίας «Λέοντες». Ο Αντώνης φορούσε μια ιστορικά ακριβή πανοπλία των Βαράγγων φρουρών του 11ου αιώνα. Περιέγραψε στους θεατές τα μέρη στολής και την ιστορία των σώματος των Βαράγγων. Μίλησε για το ΗΕΜΑ και την σχολή στην οποία προπονείται και έπειτα αποχώρησε για λίγο από την αλέα. 


Ήταν η ώρα να ανέβουν στην σκηνή οι Μελωμυθία με εξαιρετική τραγουδίστρια την Εύα Παναγιωτοπούλου. Πρόκειται για ένα τριμελές σχήμα με μια ακουστική κιθάρα και πλήκτρα. Οι Μελωμυθία ξεκίνησαν με το «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» (Απόστολος Καλδάρας, Πυθαγόρας, πρώτη εκτέλεση Χαρούλα Αλεξίου) και το «Ακριτικό (Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου). Κατά την διάρκεια του τραγουδιού ο Αντώνης βγήκε ξανά στην αλέα και παρουσίασε μια χορογραφημένη σκιαμαχία του τρόπου με τον οποίο πολεμούσαν κρατώντας κοντάρι και ασπίδα οι Βαράγγοι.



Οι Μελωμυθία συνέχισαν με το «Ταραντέλα» της Τάνιας Τσανακλίδου, «To France» (Maggie Reilly), «Dust in the Wind» (Κansas), Boat On The River των Styxx, ένα γαλλικό τραγούδι του συγγραφέα Νίκου Βλαντή, «Ήτανε Μια Φορά» (Σταύρος Ξαρχάκος, Κώστας Φέρρης, πρώτη εκτέλεση Νίκος Ξυλούρης) και το «Θαλλασσινό Τριφύλλι» (Οδυσσεάς Ελύτης, Λίνος Κόκκοτος, πρώτη εκτέλεση Ρένα Κουμιώτη). Αξίζουν συγχαρητήρια στην Εύα Παναγιωτοπούλου για το μεγάλο εύρος των τραγουδιστών από πολλά διαφορετικά στυλ που τολμά να ερμηνεύσει για να παρουσιάσει μια πλήρη μουσική πρόταση συμβατή με το ύφος του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας.





Δώδεκα η ώρα ανέβηκαν στην σκηνή οι Angelo PerlepesMystery. Η μπάντα του guitar hero Άγγελου είναι ένα από τα λίγα ελληνικά heavy metal σχήματα που μπορεί να ανταποκριθεί άνετα στις ανάγκες ενός μεσαιωνικού φεστιβάλ. Έχοντας εξαιρετική μουσική παιδεία και τεχνική παίζουν τα κομμάτια τους σε ακουστικές εκδοχές διατηρώντας έναν κρυσταλλινα καθαρό και επικά ατμοσφαιρικό ήχο. Όταν οι Mystery έπαιξαν τα πρώτα δύο τραγούδια στην σκηνή μέλη του συλλόγου Suntouched έκαναν σε στυλ σπάρινγκ μονομαχίες με σπαθιά στην αλέα μπροστά από την σκηνή. 



Έπειτα, οι αναβιωτές αποχώρησαν, τα φώτα χαμήλωσαν και άναψαν δεκάδες μικρά κεριά, που ο Σταμάτης και ο Γιάννης είχαν τοποθετήσει σε σχήμα σπαθιού στο πλακόστρωτο της αλέας. Το συγκρότημα του Άγγελου Περλεπέ έμεινε στην σκηνή γύρω στην μια ώρα, παίζοντας τα «Visions Will Find The Way», «(Feels like) Ive Done It Before», «Unicorn», «Tales..Of The Unexpected», «Destiny», «My Dark Lord» και «Broken Sword».



Το μουσικό σκέλος του Φεστιβάλ ήταν αυτό που μίλησε πιο πολύ στην καρδιά μου και ομολογουμένως ευχαριστήθηκα περισσότερο. Τα τέσσερα συγκροτήματα που ανέβηκαν στη σκηνή επέλεξαν εκτελέσεις άκρως ταιριαστές με το ύφος του Φεστιβάλ και συμπτωματικά με τα αγαπημένα μου μουσικά ακούσματα. Ειδικά οι επιλογές των μουσικών κομματιών όπως «The Temple of the King», «The Bard’s Song (Into the Forrest)» από τους Bard’s Guild, «Child in Time/Mondtanz», «Φεγγαροντυμένη» από τους Cantistoria και «To France», «Dust In The Wind» από Μελωμυθία ήταν σαν δώρο και δεν έμεινε στίχος που να μην τραγουδήσω. Θαρρώ πως βρισκόμουν είτε στα Σκωτσέζικα Highlands, είτε στην Υόρκη της Αγγλίας είτε σε κάποιο από τα γερμανικά κάστρα του ρομαντικού δρόμου της Βαυαρίας.



Τα τραγούδια σε αγγλικό, ιταλικό ή γαλλικό στίχο, στα πλαίσια ενός ελληνικού Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, δεν ξενίζει αλλά εμπλουτίζει το μουσικό πρόγραμμα και αντανακλά την ενσωμάτωση των folk στοιχείων στη διαμόρφωση των rock/metal μουσικών ειδών που είναι απαραίτητα για την διαμόρφωση του μουσικού σκέλους μιας τέτοιας εκδήλωσης. Εξαλλου, η ισορροπία με ελληνόφωνα τραγούδια επετεύχθη, μεταξύ άλλων, με τα «Αφούσης», «Η ξενιτειά του Έρωτα» από τους Cantistoria και «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», «Ακριτικό», «Ταραντέλα» και «Ήταν μια φορά» από τους Μελωμυθία.




Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αναγέννηση ιδιωμάτων όπως το folk rock, το medieval rock ή το renaissance rock σε χώρες που δεν είχαν δείξει τέτοια δείγματα στο παρελθόν και ελπίζω ότι η Ελλάδα θα γίνει μια από αυτές. Αν κρίνω από τις μπάντες που είδα και άκουσα στην Ανδραβίδα το μέλλον είναι ελπιδοφόρο και ταλέντο υπάρχει. Δεν ξέρω, βέβαια, αν υπάρχει υποστήριξη και δίκτυο ικανό να στηρίξει σχήματα με τόσο ιδιαίτερο ήχο σε μια εποχή που η φράση «ελληνική μουσική» έχει ταυτιστεί με την εκφυλισμένη ηχορύπανση που προβάλλουν νυχθημερόν τα τηλεοπτικά και τα ισχυρότερα ραδιοφωνικά μουσικά ΜΜΕ.






Το μόνο σίγουρο είναι πως και τα τρία folk συγκροτήματα, οι Έλληνες αυτοί τροβαδούροι, αξίζουν την προσοχή μας και την στήριξή μας για να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο το αποτύπωμά τους στην εγχώρια σκηνή υπηρετώντας ένα ιδιαίτερο μουσικό ύφος με καλά κρυμμένους αλλά ένθερμους υποστηρικτές.




Ως η πρώτη φορά μου στο Φεστιβάλ φρονώ ότι οι αναμνήσεις που απέκτησα και η χαρά να βλέπω αυτή την εποχή να ξετυλίγεται μπροστά μου, και κατά μια έννοια να γινόμαστε όλοι κοινωνοί αυτής της προσπάθειας, ήταν το κορυφαίο σημείο του βιώματος μιας ιδιαίτερης και όμορφης από κάθε άποψη εκδήλωσης. Συγχαρητήρια στην Ομάδα Οργάνωσης του Φεστιβάλ και στον Σταμάτη που με το δικό τους χρόνο και κόπο εγκαθιδρύουν έναν πολιτιστικό θεσμό.

                         Ανταπόκριση από την συναυλία των Foreigner (Σάββατο 27/6)   

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα αν οι σημερινοί Foreigner αποτελούν «κανονικό» συγκρότημα ή tribute μπάντα. Αν θέλουμε να είμαστε ουσιαστικοί ίσως προσανατολιστούμε προς το δεύτερο ενδεχόμενο. Από την άλλη, o Mick Jones χρησιμοποιεί την εξής πατέντα για να κρατά το όνομα του συγκροτήματος ενεργό και να καμουφλάρει το tribute υπόβαθρό της: Επιλέγει μουσικούς με τους οποίους έχει συνεργαστεί επί σειρά ετών και, όταν η υγεία του το επιτρέπει, δίνει μια συναυλία μαζί τους. Προσφέρει, έτσι, σε αυτούς τους μουσικούς το βάπτισμα του κανονικού μέλους (εφόσον παίζουν μουσική μαζί του υπό τον τίτλο του συγκροτήματος Foreigner) και μετά αποσύρεται για την ανάπαυση που απαιτεί η κλονισμένη υγεία του. Οι υπόλοιποι μουσικοί, όμως, συνεχίζουν να δίνουν ζωντανές παραστάσεις, χρησιμοποιώντας το όνομα Foreigner. Με αποτέλεσμα, μολονότι στην σύνθεση δεν υπάρχει κανένα από τα ιστορικά μέλη του συγκροτήματος, οι νεότεροι μουσικοί να περιοδεύουν με το λογότυπο και το επικοινωνιακό δυναμικό των Foreigner και όχι ως tribute σχήμα.


Επικοινωνιακή στρατηγική ή πραγματικότητα του παρόντος (τα μέλη της τωρινής σύνθεσης μπορεί να μην ήταν στις θρυλικές συνθέσεις των δεκαετιών του ΄80 ή του ’90 αλλά έχουν αρκετά χρόνια στις μεταγενέστερες συνθέσεις των Foreigner από την δεκαετία του 2000 κι έπειτα); Ο καθένας όπως το κρίνει. Είναι αναμενόμενο να διίστανται οι απόψεις. Συμβαίνει και στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.


Όταν πρότεινα στα παιδιά της Λέσχης να πάμε στην συναυλία τα περισσότερα αρνήθηκαν, υποστηρίζοντας ότι αυτοί που θα βλέπαμε δεν θα ήταν πραγματικά οι Foreigner. Δεν κάνουν λάθος. Έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, η δική μου εκτίμηση ήταν ότι αν περιμέναμε να δούμε τους αυθεντικούς Foreigner δεν θα γινόταν ποτέ εφικτή αυτή η ευχή. Γιατί οι αυθεντικοί Foreigner είτε εμφανίζονται σε μια συναυλία ανάμεσα στα υπόλοιπα νέα μέλη κάθε πέντε χρόνια λόγω θεμάτων υγείας, είτε έχουν αποσυρθεί εδώ και δεκαετίες (πάλι λόγω θεμάτων υγείας). Υπό αυτό το σκεπτικό αποφάσισα να παρακολουθήσω την πρώτη συναυλία των (τωρινών) Foreigner  στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε το περασμένο Σάββατο στο γήπεδο τένις του ΟΑΚΑ. Ούτως ή άλλως, υπήρχε η δυνατότητα του φθηνού εισιτηρίου (30 ευρώ). Τριάντα ευρώ για να δούμε (έστω αυτούς) τους Foreigner και τον Κώστα Τουρνά να ανοίγει την συναυλία τους δεν ήταν κακή προσφορά.     

Έφτασα στον συναυλιακό χώρο αφότου είχε ανέβει στην σκηνή ο Τουρνάς με το συγκρότημά του. Ο χώρος του γηπέδου τένις είναι εξαιρετικός για συναυλίες. Οι εξέδρες του βρίσκονται κοντά στην σκηνή και προσφέρουν καλή θέα. Ο ήχος διαχέεται στον χώρο ιδανικά.


Οι εξέδρες και η αρένα γέμισαν σταδιακά με πέντε χιλιάδες θεατές. Αναμφίβολα, οι Foreigner θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως η μπάντα με τους Έλληνες ακροατές ροκάδες των βορείων προαστίων. Τουλάχιστον σε ό,τι είχε να κάνει με την προχθεσινή συναυλία, ο μέσος όρος της ηλικίας πρέπει να ήταν λίγο άνω των πενήντα ετών. Ενώ και η ταξική προέλευση των περισσότερων έδειχνε μεσοαστική.

Ίσως αυτό το δεδομένο, ίσως η απαράδεκτη νοοτροπία των διοργανωτών, ίσως και τα δύο αυτά συνδυαστικά, συνέβαλαν σε μια ακόμη αποψίλωση της μαγκιάς και της δυναμικής του παλιού rock κινήματος. Μπορεί να γνωρίζουμε άπαντες ότι το rock και το heavy metal γίνονται καθημερινά μουσικές επιλογές των μεσήλικων και σε κάποιες περιπτώσεις των ηλικιωμένων. Οι νέες γενιές είναι χαμένες οριστικά στο πεδίο της αισθητικής και της μαζικής κουλτούρας. Φαίνεται ότι τίποτα δεν μπορεί να αναστρέψει τον εκφυλισμό τους στα κανάλια της παγκοσμιοποιημένης υπανθρωπιάς (επιτρέψτε μου τον όρο). Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε την γελοιοποίηση ενός θρυλικού κινήματος, όπως είναι το rock. Τουλάχιστον, οι Foreigner δεν το έκαναν και οφείλω να τους βγάλω το καπέλο.

Τι εννοώ; Ομολογώ ότι αισθάνθηκα άσχημα όταν εισερχόμενος στο γήπεδο είδα ότι η αρένα ήταν γεμάτη με αριθμημένα καθίσματα. Μάλιστα! Εκεί φτάσαμε. Κάποτε τα εισιτήρια στην αρένα ήταν τα φθηνότερα εφόσον προϋπέθεταν ότι οι θεατές θα ήταν όρθιοι. Για αυτό τα αγόραζαν οι νεαροί και οι ένθερμοι. Οι οικονομικά ασθενέστεροι αλλά και φανατικότεροι. Αργότερα ξεκίνησαν να γίνονται ακριβότερα και να τέμνουν τις αρένες σε σημεία πρόσβασης. Στην αρχή με πρόσχημα το ότι οι φανατικότεροι έβρισκαν τον τρόπο να αγοράσουν τα εισιτήρια των πρώτων σειρών, ακόμη και αν προέρχονταν από οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Σταδιακά έγιναν ακόμη πιο ακριβά, αλλοιώνοντας την κοινωνική σύνθεση της αρένας εφόσον μπορούσαν να τα αγοράσουν μόνο εύποροι ή μεσήλικες. Φτάσαμε, τελικά, στο σημείο να δοθούν οι αρένες στους μεγαλοαστούς και να γεμίσουν με καρέκλες; Η μπουζουκοποίηση (εννοώ την κακουγουστιά των νυχτερινών κέντρων διασκέδασης του trend και όχι την λαϊκή μουσική που σέβομαι απεριόριστα) ισοπέδωσε τα πάντα, καβαλώντας στην ράχη του τριτοκοσμικού ευρωπαϊσμού; Έτσι φαίνεται.

Όπως και να έχει, βρήκα την θέση μου στην κερκίδα και άρχισα να παρακολουθώ την συναυλία. Ο Τουρνάς είναι αγέραστος. Σαν να μην έχει περάσει μια μέρα από την τελευταία φορά που τον είδα στο Κύτταρο πριν οκτώ ή εννιά χρόνια. Δεν ξέρω γιατί επιλέγει να παίζει τα τραγούδια του σε υποτονικές pop εκτελέσεις ή γιατί αφήνει εκτός του set list ύμνους των πρώτων δίσκων. Όταν αποφασίζει να γεμίσει με την ηλεκτρική κιθάρα τις εκτελέσεις και να παρουσιάσει τις παλιές progressive συνθέσεις του είναι εξαιρετικός. Ο συγκεκριμένος συναυλιακός χώρος του πήγαινε. Ταίριαζε με το μουσικό του ύφος. Τον απολαύσαμε, λοιπόν, σε τραγούδια όπως τα  «Όμορφη», «Τι να μας κάνει η νύχτα», «Ο πιο καλός τραγουδιστής», «Στιγμές», «Όπου φυσάει ο άνεμος», «Άναψε φωτιά», «Άνθρωπε αγάπα», «Κυρίες και κύριοι», «Ήλιε μου, ήλιε μου», «Μην της το πεις».


Η εμφάνιση του Κώστα Τουρνά ολοκληρώθηκε κάπου δέκα λεπτά πριν την ώρα που είχε ανακοινωθεί ότι θα εμφανίζονταν οι Foreigner. Το στάδιο γέμισε και η μεγάλη στιγμή έφτασε. Οι Foreigner ανέβηκαν στην σκηνή και μελωδίες όπως εκείνες των «Double vision» και «Head games» άρχισαν να γεμίζουν τα αυτιά μας. Οι μουσικοί του συγκροτήματος έδειξαν αμέσως ότι ήταν σε εξαιρετική φόρμα και σε άριστη φυσική κατάσταση. Ο τραγουδιστής Luis Maldonado είναι ένας rock star παλιάς στόφας. Γεμάτος ενέργεια, διονυσιακή πόζα και σε συνεχή επαφή με το κοινό, μας γύρισε στις μέρες του παλιού καλού rock. Αξίζει ένα εύγε και για έναν ακόμη λόγο. Δεν μασάει τα λόγια του. Δεν δρα υπολογιστικά. Είχε το θάρρος να πει από την σκηνή ότι ζούμε σε έναν κόσμο που όλα πάνε κατά διαόλου, που φοβάται να βλέπει την κόρη του να μεγαλώνει σε αυτόν και ότι αν δεν σφυρηλατήσουμε μια κινηματική αλληλεγγύη ως λαϊκή βάση η κατάσταση θα γίνει ακόμη χειρότερη για εμάς.


Είχε την παρρησία να σχολιάσει τους θεατές των πρώτων σειρών και των ακριβών εισιτηρίων, βλέποντάς τους να σκρολάρουν με τα κινητά τους (συγκεκριμένα είπε στους θεατές, «παιδιά, αν θέλετε να μάθετε τα νέα της ημέρας ρωτήστε τον κύριο στην δεύτερη σειρά με την μαύρη μπλούζα, διαβάζει το κινητό του από την στιγμή που βγήκαμε στην σκηνή»).


Πάνω απ’ όλα, σταμάτησε ένα τραγούδι στην μέση λέγοντας ότι οι Foreigner είναι μια rock μπάντα που θέλει να παίξει σε ένα κοινό με την φήμη του ελληνικού και όχι σε μια αρένα γεμάτη καθίσματα. Κάλεσε τους θεατές να πετάξουν στην άκρη τις καρέκλες, να σηκωθούν και να πλησιάσουν την σκηνή. Κι έτσι έγινε. Σε λίγα λεπτά η αρένα πήρε την μορφή που έπρεπε (με μόνη παραφωνία τα υπερβολικά αυστηρά μέτρα της ομάδας security με τους «φουσκωτούς», που μάλλον είχαν όνειρο της ζωής τους να γίνουν τροχονόμοι και έβγαλαν τα απωθημένα τους στους θεατές. με διαρκείς παρεμβάσεις). Μετά απ’ όλα αυτά ακόμη κι αν ο Maldonado ήταν άφωνος θα είχε κερδίσει την αναγνώριση του κάθε αυθεντικού rocker. Πόσο μάλλον που είναι και καλός μουσικός.  


Η συναυλία συνεχίστηκε σε πολύ δυνατούς ρυθμούς με τραγούδια όπως τα «Cold as ice», «Waiting for a girl like you», «Blue morning, blue day», «Urgent», «Juke box hero», «Long Long way from home», «I want to know what love is» και «Hot Blooded».  Δεν κατάλαβα γιατί επέλεξαν να διασκευάσουν το «Bridge over troubled water» των Simon and Garfunkel αντί να προσθέσουν δικούς τους ύμνους όπως το «Say you will» στο set list.


Αν δεν είχαν κάνει αυτή την παράδοξη επιλογή και αν δεν αρκούνταν σε ένα κλασικά αναμενόμενο χρονικό πλαίσιο μιάμισης ώρας στο set τους, ίσως και να μιλούσαμε για μια από τις τρεις κορυφαίες συναυλίες της χρονιάς. Όπως εξήγησαν, θα παίζουν σε κάθε συναυλία της περιοδείας τους ένα ελαφρώς διαφοροποιημένο set list, προκειμένου να ανανενώνουν το ενδιαφέρον. Ωστόσο, καλύτερα θα ήταν να αυξήσουν κατά δέκα με δεκαπέντε λεπτά τον χρόνο των συναυλιών τους για να χορέσουν σε κάθε τους εμφάνιση τα τραγούδια που όλοι οι ακορατές τους θέλουν να ακούνε. Δυστυχώς, αυτό ήταν το μοναδικό αρνητικό σημείο μιας εξαιρετικής κατά τα άλλα ζωντανής εμφάνισης.