- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

«Ο Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο», του Αχιλλέα και «Ψυχρός Εκτελεστής», του Σταμάτη           


                                                                               Ο Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο

                                                                                                     του Αχιλλέα

Υπάρχει ένα «είδος» οργής που ανήκει στον άνθρωπο ο οποίος έκανε τα πάντα «σωστά» βάσει των δεδομένων μιας αστικής, φιλελεύθερης και δυτικού τύπου κοινωνίας. Πλήρωσε τους φόρους του. Μεγάλωσε τα παιδιά του. Τήρησε τον νόμο, πίστεψε ό,τι του είπαν να πιστεύει για την πρόοδο, την ανοχή και τη «στοργική» αγκαλιά του «ευνομούμενου» και «ουμανιστικού» αστικοφιλελεύθερου κράτους. Και κάποια στιγμή, όταν ο ίδιος χρειαζόταν βοήθεια, αυτό το κράτος της «προόδου», της «αλληλεγγύης» και των υποσχέσεων του west way of life δεν βρισκόταν πουθενά.


Αυτή είναι η οργή που βρίσκεται στον πυρήνα του Death Wish, της ταινίας του 1974, με πρωταγωνιστή τον Τσαρλς Μπρόνσον. Είναι η ίδια οργή που έμελλε να εκραγεί δέκα χρόνια αργότερα, δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1984, σε έναν συρμό του μετρό του Μανχάταν, όταν ένας λεπτοκαμωμένος ξανθός ηλεκτρολόγος-μηχανικός, ονόματι Μπέρναρντ Γκετς, τράβηξε ένα Smith & Wesson και το άδειασε πάνω σε τέσσερις αφροαμερικανούς νεαρούς που τον απειλούσαν αν δεν τους έδινε πέντε δολάρια. Είναι η οργή που ξαναρχίζει σήμερα να κοχλάζει κάτω από την επιφάνεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σε πόλεις όπου το υποτιθέμενο «κοινωνικό συμβόλαιο» έχει διαρραγεί.

Για να κατανοήσουμε τι βιώνουμε τώρα, στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, πρέπει να στραφούμε στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’70. Όχι γιατί η Αμερική είναι, ή πρέπει ποτέ να γίνει, πρότυπό μας αλλά γιατί το πρότυπο είναι διδακτικό. Ό,τι συνέβη εκεί ήταν μια πρόβα για όσα συμβαίνουν μερικά χρόνια αργότερα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και κυρίως στην ολοκληρωτικά αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα.

Το 1974 η Νέα Υόρκη - γνωστή τότε και ως “Fear City” -  ήταν στην πραγματικότητα ένα “failed state” με ουρανοξύστες και εμπορικά κέντρα. Το μετρό, κάποτε ορόσημο υπερηφάνειας του μέσου Νεοϋορκέζου για το ότι αποτελούσε το διαμάντι της πόλης που «δεν κοιμάται ποτέ», είχε γίνει το πιο επικίνδυνο σύστημα μαζικής μεταφοράς στον κόσμο, καθώς τελούνταν σε αυτό πάνω από 250 κακουργηματικές πράξεις την εβδομάδα (!!) μέχρι το 1979.[i] Την άνοιξη του 1975 η πόλη ήταν σχεδόν χρεοκοπημένη, η αστυνομική δύναμη συρρικνωνόταν και στους δρόμους κυβερνούσαν οι συμμορίες τσογλανιών που ελέγχονταν αφανώς από πέντε οικογένειες της οργανωμένης ιταλικής μαφίας. Τη νύχτα της 13ης Ιουλίου 1977, καθώς είχε πέσει το ρεύμα, μέσα σε λίγα λεπτά λεηλατήθηκαν ολόκληρες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων στο Μπρονξ.[ii] Και βάσει των δεδομένων της εποχής, κανείς δεν το θεώρησε παράξενο.

Το πρωτότυπο υλικό για την ταινία Death Wish ήταν ένα μυθιστόρημα του 1972 γραμμένο από τον Μπράιαν Γκάρφιλντ. Η έμπνευσή του ήταν καθημερινά περιστατικά της Νέας Υόρκης: είχαν κλέψει την τσάντα της γυναίκας του και σε μία άλλη περίπτωση του είχαν σχίσει την οροφή του αυτοκινήτου του. Είχε εξοργιστεί λόγω των παραπάνω περιστατικών. Τελικά δεν σκότωσε κανέναν, εμπνεύστηκε όμως την συγγραφή ενός βιβλίου.


Στο μυθιστόρημα πρωταγωνιστής είναι ένας πασιφιστικά σκεπτόμενος, πολιτικά φιλελεύθερος, λογιστής, ονόματι Πολ Μπέντζαμιν. Τρεις τοξικομανείς μπαίνουν στο διαμέρισμά του, σκοτώνουν τη γυναίκα του και αφήνουν την κόρη του σε κώμα. Οι υπόλοιπες τριακόσιες σελίδες απαρτίζονται από την σταδιακή διάλυση της ψυχοσύνθεσης ενός πάλαι ποτέ ισορροπημένου και ευτυχισμένου ανθρώπου. Όλο το νόημα του βιβλίου ήταν ότι ο Πολ Μπέντζαμιν δεν είναι ήρωας, αλλά ένας άνθρωπος που καταστρέφει, αργά αλλά σταθερά, τον εαυτό του. Η «επιθυμία θανάτου»(death wish) του τίτλου, αφορά τον ίδιο.

Μετά την εμπορική επιτυχία του βιβλίου ακολούθησε η μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη. Η ταινία ήταν μία πλήρης αντιστροφή του μυθιστορήματος. Η πρώτη ταινία αποτέλεσε εμπορικό θρίαμβο καθώς ένας πολίτης (Τσαρλς Μπρόνσον) παίρνει τον νόμο στα χέρια του ενάντια στους εγκληματίες της Νέας Υόρκης. Το κοινό του 1974 χειροκροτούσε. Ο συγγραφέας του βιβλίου, όμως, έφριξε· χαρακτήρισε την ταινία «εμπρηστική» και τα σίκουελ «άσκοπα και σάπια μέχρι το μεδούλι».[iii] Ο σκηνοθέτης Μάικλ Γουίνερ του απάντησε αποκαλώντας τον «ηλίθιο». Και οι δύο είχαν εν μέρει δίκιο. Ο Γκάρφιλντ είχε δίκιο στο ότι η ταινία άλλαξε το βαθύτερο ηθικό νόημα του βιβλίου του και μετέτρεψε σε απόλαυση τον βίαιο θάνατο. Ο Γουίνερ είχε δίκιο στο ότι ο Γκάρφιλντ είχε «σκοντάψει» πάνω σε κάτι που η ελευθεριακή κοσμοθεασή του αρνιόταν: όταν το αστικό κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να προστατεύσει τους αθώους, οι αθώοι ή πρέπει να περιμένουν τον πόνο, τον εξευτελισμό και τον θάνατο τους ως πρόβατα επί σφαγή ή να ακούσουν την φωνή της βαθύτερης ανθρώπινης φύσης, της αληθινής ανθρωπιάς, και να δώσουν στους κακοποιούς το μάθημα που τους αξίζει καταφεύγοντας στους άγραφους νόμους της παράδοσης.  

Πώς συνδέονται, όμως, η ταινία και το βιβλίο με την περίπτωση του Γκετς; Μία από τις διαδεδομένες απόψεις είναι ότι το Death Wish «ενέπνευσε» τον Μπέρναρντ Γκετς όταν εκείνος πυροβόλησε τους έγχρωμους κάγκουρες που πήγαν να τον ληστέψουν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ή μάλλον, τον ενέπνευσε με τον ίδιο τρόπο που ένα σπίρτο προκαλεί μια δασική πυρκαγιά κατά την διάρκεια του θέρους. Το σπίρτο είναι το τυχαίο γεγονός. Αν πέσει αναμμένο σε ένα δάσος μια βροχερή χειμωνιάτικη μέρα το πιθανότερο είναι να μην προκαλέσει ιδιαίτερο πρόβλημα. Οι συνθήκες που δημιουργεί το θέρος είναι το κύριο πρόβλημα.

Ο Γκετς, ηλεκτρολόγος-μηχανικός στο Μανχάταν, είχε δεχθεί αναίτια επίθεση σε σταθμό του μετρό, τον Ιανουάριο του 1981, από τρεις εφήβους. Η επίθεση του είχε προκαλέσει μόνιμη βλάβη στο γόνατο. Από τους τρεις συνελήφθη μόνο ένας, ο οποίος και αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα –μόνο συμπωματική δεν είναι η επανάληψη του συγκεκριμένου φαινομένου με τα «καλόπαιδα» των πολυφυλετικών μπουλουκιών των Αθηνών, έχουμε το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα βλέπετε. Ο Γκετς, τρομοκρατημένος πλέον, έκανε αίτηση για άδεια οπλοφορίας η οποία και απορρίφθηκε. Το παραπάνω γεγονός δεν τον σταμάτησε. Αγόρασε τελικά ένα τριανταοχτάρι περίστροφο στη Φλόριντα και το μετέφερε παράνομα στη Νέα Υόρκη.[iv]

Το απόγευμα της 22ης Δεκεμβρίου του 1984, τέσσερις νεαροί τον περικύκλωσαν σε συρμό της γραμμής 2, με έναν από αυτούς να του λέει, «…δώσε μου πέντε δολάρια». Ο Γκετς αντί αν βγάλει το πορτοφόλι τράβηξε το περίστροφο  έχοντας προαποφασίσει να πυροβολήσει «…από αριστερά προς τα δεξιά». Και οι τέσσερις αφροαμερικανοί επέζησαν. Ο Ντάρελ Κέιμπι δέχτηκε σφαίρα στη σπονδυλική στήλη και έμεινε παράλυτος· στον Κέιμπι ο Γκετς φέρεται να είπε, «δεν φαίνεσαι και τόσο άσχημα, πάρε άλλη μία» πριν τον πυροβολήσει ξανά εξ επαφής.[v]

Ήταν μια πράξη βιτζιλαντισμού. Ήταν επίσης - και εδώ βρίσκεται η πληροφορία που τα media (αριστερών και δεξιών αποχρώσεων) προσπαθούν να αποκρύψουν επί τέσσερις δεκαετίες - τρομερά δημοφιλής. Η δημοσκόπησή της Daily News-WABC, τον Ιανουάριο του 1985, έδειξε ότι το 49% των Νεοϋορκέζων ενέκρινε την πράξη. Μόνο το 31% διαφωνούσε. Και, κυρίως, «…μεγάλες πλειοψηφίες τόσο λευκών όσο και έγχρωμων ερωτηθέντων έτρεφαν συμπάθεια για τον εκδικητή του μετρό».[vi] Όλοι έμπαιναν σε αυτά τα βαγόνια. Όταν το επίπλαστο και νομιναλιστικό «κοινωνικό συμβόλαιο» καταρρέει, ένας άνδρας που κραδαίνει to όπλο εντός του μετρό γίνεται, στα μάτια εκατομμυρίων όχι δολοφόνος αλλά τιμωρός. Ο Γκετς τελικά αθωώθηκε για την κατηγορία της απόπειρας ανθρωποκτονίας και εξέτισε οκτώ μήνες μόνο για την παράνομη οπλοκατοχή.

Δεν μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη. Μεγάλωσα στην Ελλάδα. Και όλα όσα μόλις περιέγραψα - η αργή διάβρωση των πόλεων μας, η αδιαφορία των αρχών, η στιγμή που οι καθημερινοί άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι αυτοί που ορκίστηκαν να τους προστατεύσουν δεν θα το κάνουν - αποτελούν, πλέον, αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς μας. Το 2023 η ΕΛ.ΑΣ. συνέλαβε 6.150 ανήλικους δράστες. Το 2024, 8.978 - αύξηση περίπου 50% σε έναν χρόνο. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη ομολόγησε επισήμως ότι «οργανώνονται σε συμμορίες και επιτίθενται σε άλλα παιδιά».[vii] Οι εμπλοκές ανηλίκων σε οργανωμένες ομάδες τριπλασιάστηκαν μέσα σε μια τριετία. Από 47 το 2023, σε 142 το 2024.[viii]

Ποια είναι αυτά τα «παιδιά»; Εν μέρει είναι οι απόγονοι των αλβανικών, πακιστανικών, αφγανικών και άλλων ροών μαζικής μετανάστευσης των τελευταίων τριάντα ετών -αστυνομική πραγματικότητα όπως αποτυπώνεται στις δικογραφίες των δικαστηρίων της Αθήνας. Αλλά αυτά τα παιδιά είναι επίσης Ελληνόπουλα. Το πρόβλημα, πλέον, δεν έχει να κάνει μόνο με τις γενιές μεταναστών είναι και βαθιά πολιτισμικό. Και στις μέρες μας το κύριο μέσο έκφρασης, διάδοσης και ωραιοποίησης αυτής της «ασθένειας» είναι η ελεεινή, ηχορυπαντική, εξευτελιστική προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, «μουσική» που ακούγεται από τα ηχεία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Η γνωστή σε όλους μας «τραπ».

Η τραπ είναι υποείδος της αμερικανικής χιπ-χοπ που γεννήθηκε στα γκέτο της Ατλάντα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η λέξη “trap”, στην αργκό εκείνων των περιοχών, σημαίνει κυριολεκτικά σπίτι που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την πώληση ναρκωτικών. Ολόκληρη η αισθητική - στίχοι, βιντεοκλίπ, πόζες – κινείται γύρω από την ηρωοποίηση του εμπορίου ναρκωτικών και του ίδιου του εγκληματία που τα διακινεί. Εάν θέλουμε να είμαστε ακριβολόγοι πρόκειται για την απόλυτη στιχουργική και αισθητική παρακμή - το καλλιτεχνικό προϊόν ενός πολιτισμού που αποσυντίθεται.

Δεν θέλω να δω τον Τσαρλς Μπρόνσον να περπατάει στους δρόμους της Κυψέλης με περίστροφο. Δεν θέλω τον Μπέρναρντ Γκετς στο μετρό της Θεσσαλονίκης. Ο Γκάρφιλντ είχε δίκιο τελικά: η βιαιοπραγία «καταπίνει» τον βίαιοπραγούντα. Κάθε σοβαρή ανάγνωση της Ιλιάδας, του Αισχύλου ή των Ευαγγελίων κάνει το παραπάνω αυταπόδεικτο. Ο Αχιλλέας – αν και το απόλυτο σύμβολο γενναιότητας και ηρωισμού – βρίσκει ατιμωτικό θάνατο, σε μεταγενέστερους μύθους, λόγω του αλόγιστου θυμού του. Ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες. «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω, λέγει Κύριος» αναφέρει η Προς Ρωμαίους και η Προς Εβραίους επιστολή.


Αλλά στην ίδια την Ιλιάδα καθίσταται και ως γεγονός ότι μια «πόλις» που δεν μπορεί να προστατεύσει τους πολίτες της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νόμιμη» - ο Αριστοτέλης δεν είναι διφορούμενος σε αυτό, ούτε ο Πλάτωνας, ούτε κανένας στοχαστής καθ’ όλη την διάρκεια ύπαρξης του ελληνικού έθνους μέχρι και τον Παπαδιαμάντη. Ένα κράτος που βλέπει τις συλλήψεις ανηλίκων να εκτοξεύονται κατά 50% σε έναν χρόνο· ένα κράτος που αφήνει συμμορίες αλλοδαπών να φτιάχνουν άβατα ελεύθερα στην πρωτεύουσα - έχει ήδη χάσει κάθε έννοια «νομιμότητας». Είναι θέμα χρόνου μέχρι αρκετοί καθημερινοί άνθρωποι να αρχίσουν να συμπεριφέρονται «παράνομα».

Το χειρότερο δυνατό επακόλουθο όλων των παραπάνω, δεν είναι ένα ελληνικό Death Wish. Το χειρότερο δυνατό επακόλουθο είναι ένα ελληνικό Death Wish, όπου ταυτόχρονα οι συνθήκες που το γέννησαν παραμένουν ως έχουν - το κράτος να συνεχίζει να υπολειτουργεί, τα δικαστήρια να αποπέμπουν δολοφόνους βάζοντάς τους σε εμπορικές πτήσεις και οι τράπερ να συνεχίζουν να γράφουν το soundtrack που θα συνοδεύει ξυλοδαρμούς μαθητών.

Η απάντηση δεν είναι ένας Τσαρλς Μπρόνσον. Η απάντηση βρίσκεται στην «αποκατάσταση» της πόλεως. Σε μία κυβέρνηση που υπερασπίζεται τον λαό που την εμπιστεύθηκε. Σε δικαστήρια που κρατούν τους δολοφόνους σε κελιά. Σε σύνορα που είναι ουσιαστικά οριοθετημένα. Σε γονείς που όσο κουρασμένοι και εάν είναι, προτιμούν να περάσουν δέκα λεπτά με τα παιδιά τους για να μην νιώθουν μόνα, και δεν τους πετάνε ένα κινητό ή ένα τάμπλετ μπροστά τους έτσι ώστε να τα μεγαλώσει το YouTube και το TikTok. Η απάντηση βρίσκεται σε μια κουλτούρα υψηλής αισθητικής που θα κάνει τα νεαρά άτομα να θέλουν να γίνουν αξιότερα των παππούδων τους. Σε μια Εκκλησία που δεν διοικείται από την Ουάσιγκτον ή το Τελ Αβίβ, αλλά από την «Ουράνια Ιερουσαλήμ» που ο Θεός μας έχει υποσχεθεί. Χωρίς αυτά, είναι θέμα χρόνου να υπάρξει ο Έλληνας Γκετς. Και η αλήθεια είναι ότι, όπως το 1984, ο άντρας με το περίστροφο δεν ήταν ούτε ήρωας, ούτε εγκληματίας. Ήταν σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι η καθημερινότητα και οι νόρμες της φιλελεύθερης κοινωνίας.

 

                                                                                              Ψυχρός Εκτελεστής

                                                                                                     του Σταμάτη 

Πιάνω το νήμα από το σημείο που το αφήνει ο Αχιλλέας. Είχαμε καταλήξει στην επιλογή αυτού του άρθρου έπειτα από πρόσφατη συζήτηση. Η πολιτική και φιλοσοφική ανάλυση συνοδευόμενη από την αισθητική και την λογοτεχνική κριτική συνθέτει το γνωστό νεορομαντικό μοτίβο των προβληματισμών της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. από το οποίο προκύπτουν τα άρθρα των εντύπων μας. Όπως είναι αναμενόμενο, συμφωνώ με τα κύρια συμπεράσματα της ανάλυσης του Αχιλλέα. Θέλω, ωστόσο, να διαφοροποιηθώ στην ερμηνεία του μοναχικού άντρα που σηκώνει στους ώμους το βάρος του χρέους της τιμωρίας.


Δεν αμφιβάλω ότι σε μια παρηκμασμένη κοινωνία, όπως είναι αυτή του φιλελεύθερου, μεταμοντέρνου, αστικού κράτους, είναι πολύ πιθανό αν κάποιος αποφασίσει να παίξει τον ρόλο του κοινωνικού τιμωρού να το κάνει επειδή ενδέχεται να είναι διαταραγμένος ψυχικά ή και διεστραμμένος ηθικά. Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στις ΗΠΑ και την δυτική Ευρώπη τέτοια φαινόμενα αφορούν συνήθως νεαρά άτομα που πυροβολούν αδιακρίτως συμμαθητές, απελπισμένους ανθρώπους που υιοθετούν ιδέες των τζιχαντιστών και λοιπούς προβληματικούς τύπους. Στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα -όπως συμβαίνει με τις περισσότερες έννοιες- η ιδέα του κοινωνικού τιμωρού χάνει το παλιό περιεχόμενο της ουσίας της και εκφυλίζεται σε απλή παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία (παθογένεια) κάνει μετάσταση στα ευρωπαϊκά κοινωνικά δρώμενα λόγω της παγκοσμιοποίησης.

Ωστόσο, η αρχική ιδέα του κοινωνικού τιμωρού που αναλαμβάνει δράση όταν η εξουσία είναι διεφθαρμένη και αδύνατη να επιβάλει συνθήκες στοιχειώδους δικαιοσύνης δεν ήταν πάντοτε κάτι επικίνδυνα γελοίο, όπως συμβαίνει σήμερα. Κάποτε αναδυόταν στον δημόσιο διάλογο ως κάτι γοητευτικό, μυστηριώδες, ως μια ευγενής ιδέα εκπεφρασμένη από χαρακτήρες με γνωρίσματα «ρομαντικού ήρωα». Η ρομαντική φανταστική λογοτεχνία και ο κινηματογράφος βρίθουν τέτοιων ηρώων στους οποίους οφείλουμε αρθρογραφικές αναλύσεις σε μελλοντικά άρθρα. Ο Ζορρό, το Κοράκι, ο Μπάτμαν, ακόμη και ο Ταρζάν με τον Κόναν, αποτέλεσαν πτυχές αυτού του αρχετύπου. Το ίδιο, βέβαια, και οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν ο Τσαρλς Μπρόνσον, ο Κλιντ Ίστγουντ και άλλοι ηθοποιοί στην μεγάλη οθόνη.


Ο Αχιλλέας έκανε παραπάνω μνεία στην θερμή υποδοχή που επιφύλαξε η κοινή γνώμη στον χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Τσαρλς Μπρόνσον, καθώς και στον άντρα που επηρεάστηκε από την ταινία για να προστατεύσει τον εαυτό του από τσογλάνια που επιχείρησαν να τον ληστέψουν και να τον χτυπήσουν στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αν μη τι άλλο αυτό είναι κάτι παρήγορο. Δείχνει ότι εκείνη την περίοδο επιζούσε κάτι από την παραδοσιακή ανθρώπινη φυσικότητα κάτω από την επιφάνεια της αντιανθρώπινα «προοδευτικής» επικρατούσας ιδεολογίας, που διαμορφώνει τις κυρίαρχες τάσεις των αστικών κοινωνιών. Ενδεχομένως να επιζεί και σήμερα, όπως μαρτυρούν σχόλια θεατών σε αποσπάσματα των συγκεκριμένων ταινιών που έχουν αναρτηθεί στο Youtube.

Η υπεράσπιση της σωματικής ακεραιότητας και, κυρίως, η διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας είναι κάτι που η φιλελεύθερη πολιτεία της Δεξιάς και οι πολιτικές δυνάμεις της Αριστεράς θέτουν σε δεύτερη μοίρα. Για τον φιλελεύθερο, τον δεξιό, τον αριστερό, τον αναρχικό, για οποιονδήποτε θέτει ως βάση της πολιτικής του σκέψης τις θεμελιώδεις αρχές του Διαφωτισμού, ο ανθρωπισμός ταυτίζεται με την προτεραιότητα της ατομικότητας (η οποία υποτίθεται ότι δύναται να πετύχει την αυτοπραγμάτωση αν η συνείδησή της διαμορφωθεί στηριζόμενη στις αφηρημένες έννοιες που η πολιτική θεωρία του Διαφωτισμού αξιολογεί ως φυσικά δικαιώματα). Κάποιος μπορεί να δολοφονεί και να ασκεί σωματική βία για να αποκομίσει υλικά οφέλη ή απλώς για να διασκεδάσει με τον πόνο και την ταπείνωση του θύματος (όπως συμβαίνει πολλάκις σήμερα, με την βία των ανηλίκων). Όμως ξέρει ότι, ακόμη και αν βιαιοπραγήσει θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα και καταπατώντας την αξιοπρέπεια άλλων ανθρώπων, θα έχει ως ασπίδα τις μοντέρνες και μεταμοντέρνες ιδέες που διαμορφώνουν το νεωτερικό νομικό και θεσμικό πλαίσιο.

Αριστεροί, δεξιοί, αναρχικοί και κομμουνιστές διαμορφώνουν μια κοινωνική συνθήκη και ένα νομικό πλαίσιο που θεωρητικά δίνουν την δυνατότητα στον κακοποιό να αναστοχαστεί τις πράξεις του και να βρει τον δρόμο προς το «καλό» ή το κοινωνικά αποδεκτό. Ακόμη και αν ο κόσμος της φυλακής είναι, πράγματι, ένα πεδίο στο οποίο η αστική υποκρισία διοχετεύει όλη την καμουφλαρισμένη ανάλγητη σκληρότητα που την διέπει, η αρχική ιδέα βάσει της οποίας κινείται ο νομοθέτης είναι σαφής. Το άτομο έχει προτεραιότητα σε σχέση με την κοινότητα και με το ήθος. Ακόμη και αν διαπράττει αίσχη ή προκαλεί τον ανείπωτο πόνο και τον εξευτελισμό άλλων ανθρώπων, η τιμωρία του (αν και όταν αυτή επιβληθεί) διαμορφώνεται βάσει της προτεραιότητας να βρει έναν καλύτερο δρόμο στην ζωή του.

Εμείς, όμως, δεν είμαστε ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί, ούτε προοδευτικοί, ούτε φιλελεύθεροι. Και κατανοούμε ότι, πράγματι, μπορεί ορισμένοι από τους κακοποιούς να βρουν, όντως, τον δρόμο προς την καλοσύνη αν γεράσουν, αν ωριμάσουν, αν σωφρονιστούν. Όμως, δεν είναι αυτή η προτεραιότητά μας. Δεν μας ενδιαφέρει και τόσο η πιθανότητα σωφρονισμού οποιουδήποτε ανθρώπου που για λόγους οικογενειακούς ή προσωπικούς έχει χάσει τον προορισμό της ζωής και καταλήγει να κακοποιεί συστηματικά ή ηδονοθηρικά συνανθρώπους του, αν μέχρι να επιτευχθεί ο σωφρονισμός ο θύτης έχει διασαλεύσει την κοινωνική συνοχή κι έχει καταστρέψει τις ζωές αθώων ανθρώπων. Θεωρούμε ότι οι φορείς των προοδευτικών ιδεών πάσχουν από κάποια ιδεολογική διαστροφή που συγγενεύει με την ηθική έκλυση των κακοποιών, εφόσον δίνουν προτεραιότητα στην ατομικότητα του καθάρματος και όχι στην ατομικότητα του θύματος ή, ακόμη περισσότερο, στην κοινωνική συνοχή και στην αέναη αναπαραγωγή των μεγάλων ηθικών αξιών που διαφυλάσσει με ευλάβεια το σώμα της εθνικής παράδοσης.   


Εμείς είμαστε ρομαντικοί, αντιδιαφωτιστές και παραδοσιοκράτες. Είμαστε, ασφαλώς, και νεοφασίστες, σύμφωνα με την ορολογία του δημοσιογραφικού λόγου. Για αυτό αντιλαμβανόμαστε την έμφυτη ανθρωπιά που περιέχει ως πράξη η τιμωρία του καθάρματος. Για αυτό κατανοούμε την δυναμική αποκατάστασης της κοινωνικής ισορροπίας, που φέρει η πράξη εκδίκησης ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Για αυτό αναγνωρίζουμε το ένθεο περιεχόμενο μιας πράξης που υπερασπίζεται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτά ακριβώς τα συμπεράσματα αναδύονται στις συνειδήσεις των ανθρώπων της κοινής γνώμης όταν απολαμβάνουν τον Κλιντ Ίστγουντ ή τον Τσαρλς Μπρόνσον στον κινηματογράφο. Όταν χειροκροτούν τον άντρα που πυροβόλησε τα κλεφτρόνια στον σταθμό του μετρό. Όταν διαβάζουν τις περιπέτειες του Ζορρό, του Μπάτμαν και το Κοράκι.

Ασφαλώς, η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι το κοινωνικό σύνολο που διαμορφώνει την κοινή γνώμη, ακόμη και όταν συλλαμβάνει ενστικτωδώς αλήθειες, δεν μπορεί τις αναλύσει περαιτέρω ή δεν έχει το σθένος να καταστεί ανατροπέας των συνθηκών που καθιστούν τις αλήθειες ανεκπλήρωτες. Αυτό μπορούν να το κάνουν οι ήρωες, σύμφωνα με τον ρομαντικό Καρλάιλ, ή και οι πρωτοπορίες, σύμφωνα με τα επαναστατικά ρεύματα των σοσιαλιστών. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε εμείς. Να δώσουμε, δηλαδή, θεωρητικό σχήμα και ξεκάθαρη πολιτική υπόσταση στην παραδοσιακή αλήθεια που έχει αλυσοδέσει ο φιλελεύθερος ορθολογισμός και η προοδευτική ατομικιστική (ψευδο) ηθική. Να κάνουμε πολιτική την παραδοσιοκρατία. Να πούμε ευθαρσώς γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι ο κοινωνικός τιμωρός μπορεί να είναι ένα ευγενές πρόσωπο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και όχι πάντοτε ένας διαταραγμένος εγκληματίας που απλώς αναπαράγει το χάος μασκαρεμένος σε φορέα αυτοδικίας.

Η ελληνική παράδοση είναι γεμάτη ιστορικά παραδείγματα αυτοδικίας. Ιδίως σε περιοχές όπως η Κρήτη και η Μάνη, Δεν είναι αυτό που θεωρώ ως πρότυπο ιδέας και συμπεριφοράς. Η «βεντέτα» μπορεί να εξαπολύσει ένα ασταμάτητο κοινωνικό χάος και να αποτελέσει συμπεριφορά διασάλευσης της δημόσιας τάξης. Το ελληνικό παράδειγμα δεν είναι πρότυπο και ο κύριος λόγος για αυτό είναι η επιβίωση μιας ιδιότυπης μακράς αναρχίας στην ζωή του ελληνικού έθνους. Αυτή η ελευθερία της πολυκεντρικότητας ήταν, ίσως, μια από τις κατάρες του ελληνισμού. Από την αρχαιότητα η έλλειψη ενιαίας κρατικής αρχής οδήγησε τους προγόνους μας στην ρωμαϊκή σκλαβιά. Όταν, κατά τον μεσαίωνα, αποκτήσαμε ενιαίο κέντρο πολιτικής τάξης, στην πραγματικότητα, το κλέψαμε από τους Ρωμαίους. Η έλευση της τουρκοκρατίας μας επανάφερε σε μια κατάσταση ελλιπούς δημόσιας τάξης. Δεν είναι αυτό ένα από τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης που επιλέγουμε για τον σχηματισμό της παραδοσιοκρατικής ιδεολογίας μας.

Η βεντέτα είχε να κάνει πρώτον με την έλλειψη ισχυρού κεντρικού πόλου δημόσιας τάξης επί μακρόν στην Ελλάδα και δεύτερον με την έλλειψη της μεταφυσικής ιδεολογικής συνοχής του -κατά τον Παναγιώτη Κονδύλη- μεσαιωνικού ιδεολογικού συντηρητισμού τον οποίο ενστερνίστηκε η ευρωπαϊκή αριστοκρατία. Ο συντηρητισμός της societas civilis ήταν ένας νεοπλατωνικός χριστιανισμός που διαμόρφωσε συνθήκες δημόσιας τάξης και συλλογικής οργανικότητας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μέρος του οποίου κληρονομήθηκε στις νεότερες εποχές. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Η πτώση της Πόλης και η κατάληψη των ελληνικών εδαφών σήμανε την γενίκευση του οθωμανικού χάους στον ελληνικό δημόσιο βίο. Η βεντέτα ήταν απόρροια αυτού του χάους. Δεν ήταν αποκατάσταση τάξης ή δικαιοσύνη, μα ατελεύτητη ροή εγκλήματος.

Παρομοίως και στην παρούσα συνθήκη δεν υιοθετώ μια μονολιθική ηθικολογική καταδίκη της εκάστοτε ποινικής πράξης. Ο έμπορος ναρκωτικών μπορεί να είναι ένα κάθαρμα που εμπλέκεται σε δολοφονίες και άλλες αισχρές πράξεις. Μπορεί, όμως, και να είναι ένας άνθρωπος που κατέληξε ποινικός έπειτα από την αδυναμία του να ξεπεράσει ανυπέρβλητα αδιέξοδα της αστικής κοινωνίας. Δεν έρχεται ποτέ να δώσει ναρκωτικά σε κάποιους άλλους ανθρώπους με το ζόρι. Αυτοί στους οποίους πουλά τον θάνατο έχουν αποφασίσει να τον προσεγγίσουν. Δεν πρέπει να παραλείπουμε αυτή την λεπτομέρεια. Το σύστημα του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού, με τα δίκτυα πολιτιστικής διαμόρφωσης της νεολαίας που διαθέτει (μουσικά, καλλιτεχνικά ή άλλα), ίσως είναι περισσότερο ένοχο για την ραφιναρισμένα ύπουλη επιβολή των ναρκωτικών, ως μέρος του σύγχρονου life style, από έναν έμπορο ναρκωτικών που, πέρα από αυτή την ποινικά κολάσιμη πράξη, δεν εμπλέκεται σε άλλες ανήθικες δραστηριότητες.      


Δεν ισχύει το ίδιο, όμως, για έναν κλέφτη που προκειμένου να αποκομίσει συναισθηματικό ή υλικό όφελος κακοποιεί και εξευτελίζει συνανθρώπους του. Μερικά νεαρά τσογλάνια που θα σπάσουν στο ξύλο τυχαίους περαστικούς για να τους ληστέψουν ή θα μπουκάρουν σε σπίτια και πριν πάρουν την μπάζα τους θα κακοποιήσουν τους ενοίκους είναι σαφώς χειρότεροι εγκληματίες από τον έμπορο ναρκωτικών, για όσους κρίνουμε τα πράγματα βάσει του ήθους των παραδοσιακά ανθρώπινων αξιών. Γιατί προκαλούν μεγαλύτερο πόνο, πολλαπλή διασάλευση της δημόσιας τάξης και τεράστια φθορά στην αξιοπρέπεια ή την ψυχική υγεία των συνανθρώπων τους. Το γεγονός ότι παραμένουν ακόμη αρτιμελείς και ακμαίοι οι τύποι της συμμορίας του Αλβανού Λεκοτσάι αποτελεί ένα ακόμη όνειδος για το εθνοντροπιαστικό σύστημα εξουσίας της ύστερης μεταπολίτευσης και νοηματοδοτεί την πολιτική υπόσχεση εκ μέρους μας προς τα θύματα για την σωστή επανεξέταση της υπόθεσης, αν ποτέ ευλογήσει ο Θεός την πατρίδα μας και το αληθινό, ρομαντικό, εθνικιστικό κίνημα καταστεί η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας.

Ένα από τα θέματα στο οποίο οφείλω να είμαι ξεκάθαρος είναι κι εκείνο της οπλοκατοχής. Στις ΗΠΑ η επιδερμικότητα του κατεστημένου φιλελευθερισμού αξιολογεί, σε αρκετές περιπτώσεις, ως δυνατότητα νόμιμης άμυνας τον ατομικό οπλισμό. Υποκρισία και συνηθισμένη προοδευτικάρια ψευτιά. Οι Αμερικανοί ενδιαφέρονται για τα κέρδη των επιχειρήσεων πώλησης οπλισμού και τίποτε άλλο. Ακόμη και αν νομιμοποιηθεί η οπλοκατοχή, οι συμμορίες των κακοποιών θα είναι καλύτερα εξοπλισμένες από τον απλό πολίτη. Και, μάλιστα, με την βούλα της νομιμότητας. Η δύναμή τους έγκειται στην μαζικότητα και την συλλογική οργάνωση που ο μέσος πολίτης ενός φιλελεύθερου κράτους δεν μπορεί να αντισταθμίσει ακόμη και αν κουβαλά επάνω του πέντε πιστόλια. Μπορεί να τους αιφνιδιάσει, όπως έκανε ο Γκετς στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αλλά, εφόσον συμβεί αυτό, η εμπειρία θα διδάξει τους υπόλοιπους κακοποιούς. Και στην επόμενη «φέρμα» τους, θα είναι κι αυτοί οπλισμένοι ή κατάλληλα προετοιμασμένοι.

Ο μοναχικός, απλός, νομοταγής πολίτης δεν μπορεί να νικήσει τους κακούς. Εκτός και αν έχει τις ικανότητες του Μπάτμαν και του Ζορρό. Εκτός και αν αποφασίσει να κάνει στόχο της ζωής του τις καταδρομικές εφορμήσεις εναντίον των κακοποιών, όπως έκανε ο κινηματογραφικός Τσαρλς Μπρόνσον. Ναι, ομολογώ ότι μου αρέσει να διαβάζω και να βλέπω τέτοιους άντρες στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο. Ασφαλώς, θα τους αξιολογούσα αναλόγως αν ζούσαν ανάμεσά μας (εδώ διαφωνώ με τον Αχιλλέα). Όμως, φοβάμαι ότι η εποχή μας τους έχει ξεχάσει κι αυτούς. Ο φιλελεύθερος υλισμός κάνει τις φασματικές μορφές των χάρτινων ηρώων αδύναμες, αχνές, μη ικανές να αφήσουν ίχνος στον κόσμο της υλικής εμπειρίας, όσο και αν φωτοβολούν στον κόσμο των ιδεών. Πλέον, ο «κοινωνικός τιμωρός» είναι μια ιδέα που οφείλει να ενσωματωθεί ως αίτημα και πολιτική πρακτική στην συλλογικότητα ενός λαϊκού κινήματος.  Η τιμωρία των καθαρμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της υπεράσπισης των κοινωνιών από εθνικιστικά κινήματα (εδώ συμφωνώ με τον Αχιλλέα). Από κινήματα που θα δίνουν προτεραιότητα στην δημόσια τάξη του συνόλου έναντι της υποτιθέμενης προστασίας του (ατόμου ως) πολίτη.     


Όπως συμβαίνει σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου, έτσι και στην ερμηνεία της εγκληματικότητας, ο φιλελευθερισμός και οι προοδευτικές ιδέες φανερώνονται ως εκφυλισμένοι αντίποδες της πρωταρχικά ανθρώπινης αντίληψης επί των πραγμάτων. Σε αυτό τον εκφυλισμό η φανταστική λογοτεχνία, ως ρεύμα που στην νεωτερική εποχή ξεπήδησε από την ευρύτερη κοσμοθεώρηση του Ρομαντισμού, έδωσε την απάντησή του. Κράτησε ζωντανό μέσα από απολαυστικά έργα το πρότυπο του μοναχικού τιμωρού.  Και μαζί του, την αίσθηση ότι υπάρχουν αξίες βαθιά ανθρώπινες που η καπιταλιστική νεωτερικότητα θέλει να ξεριζώσει από την ουσία των υπάρξεών μας και να δαιμονοποιήσει επικοινωνιακά. Θα της το επιτρέψουμε;


[i] https://thehill.com/opinion/criminal-justice/510168-ghosts-of-the-70s-fear-city-assumptions-about-crime-and-defunding[ii] https://www.mercatus.org/marginal-revolution-podcast/1970s-crime-wave  [iii] https://deathwish.fandom.com/wiki/Brian_Garfield  [iv] https://www.britannica.com/biography/Bernhard-Goetz  [v] https://famous-trials.com/goetz/133-home. Βλ. επίσης People v. Goetz, Court of Appeals of New York, 1986: https://www.nycourts.gov/reporter/archives/p_goetz.htm  [vi] https://www.abajournal.com/magazine/article/dec-22-1984-subway-vigilante-bernhard-goetz-wounds-4-in-nyc  [vii] https://www.thetoc.gr/politiki/article/xrusoxoidis-gia-parabatikotita-anilikon-50-auxisi-stis-sullipseis-alla-meiosi-sta-peristatika---euthunes-kai-stous-goneis/ [viii] https://iraklionews.gr/367982-neaniki-egklimatikotita-pio-neoi-pio-viaioi-kai-pio-organomenoi-oi-anilikoi-drastes/

               Fantasy Guild 2 – Το Φεστιβάλ Φαντασίας, όπως πρέπει να είναι

                                                                                                     του Southman

Το Σαββατοκύριακο 7 & 8 Μαρτίου, διεξήχθη στην Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο Queen Olga, το 2ο Φεστιβάλ Φανταστικού Fantasy Guild. Οι αναγνώστες του ιστολογίου μας θα θυμούνται ότι το περσινό Φεστιβάλ Fantasy Guild, που είχε διεξαχθεί τον Απρίλιο του 2025, ήταν μια από τις αγαπημένες μου εκδηλώσεις του Φανταστικού λόγω του όμορφου κλίματος και της μικρής σχετικά κλίμακας, η οποία επέτρεπε την ουσιαστική επαφή μεταξύ συμμετεχόντων και κοινού, την ανάδειξη της πολιτιστικής πρότασης της διοργάνωσης και την δημιουργία μιας πραγματικής κοινότητας του Φανταστικού, μακριά από την fast food εμπορευματοποίηση της Φαντασίας και τις λογικές της μαζικής κατανάλωσης. Με την ταυτότητα αυτή, το Fantasy Guild είχε δώσει μια «υπόσχεση» στο κοινό του: Να υπηρετήσει την Φαντασία στην πιο καθαρή της μορφή, να δώσει βήμα στους αληθινούς εκπροσώπους της και να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που το ίδιο δημιούργησε στο κοινό του, για την μορφή και το περιεχόμενό του.


Φέτος λοιπόν, στην δεύτερη διοργάνωσή του που πραγματοποιήθηκε στον ίδιο φιλόξενο χώρο, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, το Fantasy Guild τήρησε στο ακέραιο την υπόσχεση αυτή. Από άποψη περιεχομένου, είχε όλα εκείνα για τα οποία έγινε γνωστό και αγαπητό. Ομιλίες, παρουσιάσεις, έκθεση δημιουργών και εκδοτικών οίκων μεγαλύτερη από πέρυσι, επίδειξη card games, επίδειξη επαγγελματικού μακιγιάζ φαντασίας βασισμένο σε ιστορικά πολεμικά χρώματα και μοτίβα, φωτογραφίσεις cosplayers, εργαστήριο κατανόησης της εραλδικής τέχνης και παραγωγής φανταστικών οικοσήμων, παρουσίαση νέων ελληνικών προσπαθειών στον χώρο των παιχνιδιών ρόλων και των επιτραπέζιων παιχνιδιών, δραστηριότητες για παιδιά και γενικά δραστηριότητες για όλη την οικογένεια που θα επέλεγε να το επισκεφτεί.


Η διοργάνωση ήταν και πάλι άψογη, με τήρηση των χρόνων των ομιλιών, με καλή χωροθέτηση των εκθετών και με γρήγορη επίλυση όποιων μικρών προβλημάτων παρουσιάστηκαν, όπως γίνεται αναπόφευκτα σε κάθε τέτοια διοργάνωση. Από άποψη εκθετών και ομιλητών, η λέξη που χαρακτήρισε όλους τους συμμετέχοντες ήταν «ποιότητα», σε ό,τι παρουσίασαν και διέθεσαν προς το κοινό, σε όλες τις ομιλίες τους, σε όλες τις δραστηριότητες, σε όλα τα προϊόντα που τέθηκαν προς επίδειξη και πώληση. Επίσης, οι συμμετέχοντες έδειξαν σεβασμό στον χώρο, στην διοργάνωση, στους άλλους συμμετέχοντες και στους επισκέπτες.  Όπως και πέρυσι, το Φεστιβάλ απευθύνθηκε πρωτίστως στο κοινό της Βόρειας Ελλάδας που το τίμησε, αλλά είχε συμμετοχές και επισκέπτες κι από άλλες περιοχές, από την Αθήνα αλλά ακόμα και από την Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, ενδεικτικό της απήχησης που αρχίζει να αποκτά.


Το σημαντικό είναι ότι το Fantasy Guild 2 διατήρησε την δομή του ως χώρος ισότιμης ανταλλαγής γνώσεων, ικανοτήτων και διαλόγου μιας κοινότητας και όχι ως ex cathedra «διδασκαλίας» πραγμάτων που «όφειλες να ξέρεις» (το έχω ζήσει αυτό το συναίσθημα σε συγκεκριμένες ομιλίες παλαιοτέρων άλλων φεστιβάλ, που έχουν αναστείλει την λειτουργία τους) και πουθενά δεν ήταν πιο εμφανές αυτό από τις ομιλίες. Κύριο γνώρισμα των ομιλιών σεμιναρίων στο Fantasy Guild 2 ήταν ότι, αποτέλεσαν όχι διαλέξεις αλλά συζητήσεις μιας παρέας ανθρώπων γύρω από ένα θέμα που το ξέρουν και το αγαπούν, με το κοινό να γίνεται μέρος αυτής της παρέας και οι ομιλητές μέρος του κοινού, με ανταλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων, παρεμβάσεων, σχολίων και αστεϊσμών, που όμως δεν εκτροχίασαν την συζήτηση. Βοηθούσε σε αυτό ότι οι ομιλίες και τα σεμινάρια διεξάγονταν, όπως και πέρυσι, σε κλειστές αίθουσες, μακριά από το χώρο των εκθετών, κάτι που εξαφάνιζε πλήρως τον θόρυβο και πιθανούς περισπασμούς.

Οι ομιλίες και οι παρουσιάσεις ήταν και φέτος ενδιαφέρουσες. Η ομιλία της επιμελήτριας Κατερίνας Καλογήρου, πολύ μεστή και στοχευμένη γύρω από την επιμέλεια, λογοτεχνική και φιλολογική, γεμάτη πληροφορία και χιούμορ. Η ομιλία του συγγραφέα Αλέξανδρου Λειβαδιώτη, που ανέλυσε τη διαδικασία της κοσμοπλασίας από το μηδέν, με παράδειγμα τον φανταστικό κόσμο του Μόντεγιορτ που έχει δημιουργήσει ο ίδιος, καθώς κι εκείνη του συγγραφέα Χρήστου Κεσκίνη για όλο το ταξίδι ενός βιβλίου, από την συγγραφή, την επιμέλεια, την επικοινωνία με εκδοτικούς οίκους μέχρι και την διανομή ήταν κιβωτοί πληροφοριών.

Θαυμάσια η παρουσίαση του Στέφανου Καράμπαλη, για το λογοτεχνικό είδος των LitRPG και της δικής του δουλειάς στο πεδίο. Εξαιρετική και η ομιλία του συγγραφέα Μιχαήλ Σιδηρόπουλου με θέμα το πώς η Ελληνική Μυθολογία έχει επηρεάσει την παγκόσμια λογοτεχνία, την παγκόσμια ποπ κουλτούρα και τα έργα της. Ο Σιδηρόπουλος παρέθεσε έναν εκτενέστατο κατάλογο έργων που περιλαμβάνει και το δικό του λογοτεχνικό πόνημα, το οποίο αναφέρεται στον ελάχιστα εξερευνημένο μυθικό χαρακτήρα του Αυτόλυκου, παππού του Οδυσσέα. Σημαντική ήταν η ομιλία του συγγραφέα και ερευνητή Πολυδεύκη Ανδριαννού που μίλησε για την βορειοευρωπαϊκή παράδοση, την εξέλιξή της και την πρόσληψή της, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής Έδδας σε πεζό λόγο, στα ελληνικά, που μετέφρασε, συνέθεσε και επιμελήθηκε ο ίδιος. Εξίσου σημαντική ήταν η ομιλία του υποψ. διδάκτορα Μανώλη Φραγκίδη για την Εραλδική Τέχνη και παράδοση, η οποία εστίασε και στην χρήση των εραλδικών σχημάτων και τεχνικών σε σημερινά λογότυπα, σε design, διαφήμιση και marketing.


Αξίζει να αναφερθούμε στην συζήτηση με τους Νίκο Θεοχάρη και Ελπίδα Πέτροβα, οικοδεσπότες γνωστού λογοτεχνικού podcast, για τα ζόμπι και τους βρικόλακες στην παλαιότερη παράδοση και στην σύγχρονη ποπ Κουλτούρα και τα εξελισσόμενα χαρακτηριστικά τους ως κοινωνικά σύμβολα, που αποτέλεσε μαζί με την ομιλία του Μανώλη Φραγκίδη το καλύτερο δείγμα αυτής της προσέγγισης των παρουσιάσεων ως «παρεΐστικες συζητήσεις» που χαρακτήρισε το Fantasy Guild αλλά και στην παρουσίαση της συγγραφικής πλατφόρμας του Urnovl από τον Τάσο Τσιπίδη και τους συνεργάτες του, που ανανεώθηκε πλήρως και έχει σκοπό να φιλοξενήσει τα κείμενα ερασιτεχνών και επαγγελματιών συγγραφέων και συγγραφικών ομάδων, με διεθνή πια προσανατολισμό. Ειδική μνεία θα θέλαμε να κάνουμε και στον εξαιρετικό καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και δημιουργό παιχνιδιών δημιουργικής αφήγησης κ. Αλέξανδρο Μυροφορίδη, που συμμετείχε σε τρεις παρουσιάσεις αναλύοντας θεωρητικά θέματα με άπειρα και γλαφυρά παραδείγματα, ενώ η δική του παρουσίαση επικεντρώθηκε στην μεταποκαλυπτική δυστοπία και τον κόσμο της σειράς παιχνιδιών Fallout.

Τέλος, ξεχωριστή ήταν η παρουσίαση του νέου λογοτεχνικού περιοδικού Πανδαιμόνιο αλλά και της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής ομάδας πίσω από αυτό που έχει έδρα στην Δυτική Ελλάδα, από μερίδα των συντελεστών του, όπως οι συγγραφείς Zephy Ross και Κωνσταντίνος Πάτρας αλλά και η παρουσίαση για το Οικοσύστημα της Ποπ Κουλτούρας στην Ελλάδα από τον Γιάννη Παπαδημητρόπουλο, παλιό μέλος της Λέσχης μας και τον συγγραφέα και επιμελητή Βαγγέλη Ιωσηφίδη.


Όπως είχα γράψει και πέρυσι, η διαφορά του συγκεκριμένου, μικρού αλλά πολλά υποσχόμενου, Φεστιβάλ από άλλα αντίστοιχα είναι ότι η ομάδα των συντελεστών, που κάθε χρόνο όλο και αυξάνεται, έχει ένα σαφές όραμα για αυτό που θέλει να υπηρετήσει, ένα όραμα που θέτει όρια σε πράγματα που απέχουν πολύ από την έκφραση της καθαρής Φαντασίας και δεν δέχεται να μετατρέψει το χώρο και το χρόνο του Φεστιβάλ σε μια εμποροπανήγυρη προϊόντων κάθε είδους που μερικά λίγη σχέση έχουν με την λογοτεχνία του φανταστικού. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα από τα συνηθισμένα μαζικά φεστιβάλ όπου οι ομιλίες και η ανταλλαγή γνώσεων δεν είναι εγγενές μέρος του προγράμματος αλλά κάτι που γίνεται «παρεμπιπτόντως» με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική επαφή κοινού και καλλιτεχνών, ούτε αλληλεπίδραση των θεατών, ούτε ασφαλώς συζήτηση και ανακάλυψη κοινών κωδίκων επικοινωνίας. Θα επαναλάβω σχεδόν αυτούσιο αυτό που έχουμε πει πολλάκις στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ., ότι κάποια από τα μεγάλα Φεστιβάλ που γίνονται στον ελλαδικό χώρο έχουν απολέσει την δυνατότητα καλλιέργειας της «κοινότητας» που διατείνονται ότι υπηρετούν. Έχουν μετατραπεί, στην καλύτερη περίπτωση, σε προσωπικά οχήματα δημοσίων σχέσεων κάποιων εκ των διοργανωτών τους, στην χειρότερη σε μηχανές παραγωγής οικονομικού αποτελέσματος αλλά και προαγωγής των προοδευτικών ιδεολογιών των μελών των οργανωτικών τους επιτροπών, κάτι που τα βοηθάει να προσελκύουν τις ευμεγέθεις χορηγίες των γνωστών και μη εξαιρετέων «πολιτιστικών ιδρυμάτων», πρεσβειών και Μέσων Ενημέρωσης. Μέσα από εντελώς άσχετες εκδηλώσεις, παρουσίες και συμμετοχές, προσπαθούν στον βωμό της «πολυσυλλεκτικότητας» να χωρέσουν κάτω από την ίδια στέγη πράγματα ασύνδετα μεταξύ τους ή και εμφανώς αντιθετικά, με μόνο μέλημα την μεγιστοποίηση της προσέλευσης.


Στην αντίπερα όχθη στάθηκε και φέτος το Fantasy Guild. Τα εύσημα για την προσπάθεια και το αποτέλεσμα ανήκουν σε όλη την ομάδα των διοργανωτών και εθελοντών, αλλά κυρίως στους συν-διοργανωτές Φώτη Δούκα, ιδιοκτήτη του site Greek Fantasy Atlas και Αλέξανδρο Τριανταφύλλου, εκδότη των εκδόσεων Black Griffin Books. Ο Αλέξανδρος είναι ο «πατέρας» του Fantasy Guild, ο άνθρωπος που είχε εξ αρχής το όραμα για το τι θα ήταν και τι δεν θα ήταν το Φεστιβάλ και το διοργάνωσε πέρυσι δίνοντάς του το ξεχωριστό του χρώμα. Ο Φώτης  φέτος εισήλθε στον πυρήνα της οργανωτικής ομάδας, φέρνοντας δυναμικές ιδέες και εμπειρία στην διοργάνωση μεγάλων εκδηλώσεων που όμως ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα με την ουσία του Fantasy Guild. To αποτέλεσμα ήταν αυτή η όμορφη "μάζωξη", όπως ο Φώτης λέει και έχει δίκιο, γιατί μάζωξη ήταν (στα μεσαιωνικά αγγλικά θα ήταν ένα “moot”), μια μάζωξη φίλων και μελλοντικών φίλων, που μαζεύτηκαν για να συζητήσουν τα κοινά τους ενδιαφέροντα και να διασκεδάσουν.


Το Fantasy Guild ως ιδέα είναι ένα «σχεδιάγραμμα» του πώς δημιουργείται ή πρέπει να δημιουργείται, μια πραγματική κοινότητα του Φανταστικού που δεν την νοιάζει η ποσότητα των επισκεπτών αλλά η ποιότητα της εμπειρίας τους, ούτε εστιάζει στην ποσότητα των εκθετών/ομιλητών αλλά στην αρτιότητα και την θεματική συνάφεια της πολιτιστικής τους πρότασης. Άλλα μέρη της Ελλάδας με ισχυρές κοινότητες του Φανταστικού, και βέβαια οι γειτονιές της Αθήνας, θα ήταν καλό να κοιτάξουν προς το φεστιβάλ αυτό και να το μιμηθούν, δημιουργώντας μικρές, ανόθευτες κυψέλες Φαντασίας, που θα φέρουν κοντά ομονοούντες ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουν και θα συσφίξουν σχέσεις και θα δώσουν την ευκαιρία σε νέους αναγνώστες και ιχνηλάτες του «αληθινού» Φανταστικού (δεν είναι όσο οξύμωρο ακούγεται) να γνωρίσουν τους κόσμους του σε μια προσωπική και «ζεστή» εμπειρία, μακριά από τη φασαρία και τα χιλιάδες άσχετα ερεθίσματα. Τηρουμένων των θεματικών αναλογιών, αυτό είναι κάτι που ξεκίνησε από το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (θεματικά διαφέρουν, αλλά η φιλοσοφία είναι η ίδια) και με χαρά βλέπω να επεκτείνεται σαν πρακτική.

Την πρώτη φορά πέρυσι, το Φεστιβάλ Fantasy Guild πέτυχε γιατί προσέφερε ακριβώς κάτι καινούργιο και ουσιαστικό, την σύμπηξη των δεσμών μιας κοινότητας, πέρα από την άκρατη εμπορευματοποίηση, με την ποιότητα των συμμετεχόντων και τον σεβασμό στο κοινό. Την δεύτερη, φέτος, το Φεστιβάλ ακολούθησε την ήδη επιτυχημένη συνταγή του, την διάνθισε με νέες καινοτομίες και ανέδειξε νέες πτυχές, κρατώντας τον πυρήνα αυτού που το έκανε ξεχωριστό. Την τρίτη φορά του χρόνου, και ελπίζουμε εις το διηνεκές, το Fantasy Guild θα είναι πια ένας καθιερωμένος θεσμός, από ανθρώπους που αγαπούν και υπηρετούν την Φαντασία για ανθρώπους που την αγαπούν εξίσου. Καλά να είμαστε και ευχόμαστε να έχουμε ανταποκρίσεις από το ιδιαίτερο αυτό Φεστιβάλ Φανταστικού για πολλά χρόνια ακόμα!

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.