Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.
«Ο
Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο», του
Αχιλλέα και «Ψυχρός Εκτελεστής», του Σταμάτη
Ο
Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο
του
Αχιλλέα
Υπάρχει
ένα «είδος» οργής που ανήκει στον άνθρωπο ο οποίος έκανε τα πάντα «σωστά» βάσει
των δεδομένων μιας αστικής, φιλελεύθερης και δυτικού τύπου κοινωνίας. Πλήρωσε
τους φόρους του. Μεγάλωσε τα παιδιά του. Τήρησε τον νόμο, πίστεψε ό,τι του
είπαν να πιστεύει για την πρόοδο, την ανοχή και τη «στοργική» αγκαλιά του
«ευνομούμενου» και «ουμανιστικού» αστικοφιλελεύθερου κράτους. Και κάποια
στιγμή, όταν ο ίδιος χρειαζόταν βοήθεια, αυτό το κράτος της «προόδου», της
«αλληλεγγύης» και των υποσχέσεων του west
way of life δεν βρισκόταν πουθενά.
Αυτή
είναι η οργή που βρίσκεται στον πυρήνα του Death Wish, της ταινίας του
1974, με πρωταγωνιστή τον Τσαρλς Μπρόνσον. Είναι η ίδια οργή που έμελλε να
εκραγεί δέκα χρόνια αργότερα, δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1984, σε έναν
συρμό του μετρό του Μανχάταν, όταν ένας λεπτοκαμωμένος ξανθός
ηλεκτρολόγος-μηχανικός, ονόματι Μπέρναρντ Γκετς, τράβηξε ένα Smith & Wesson
και το άδειασε πάνω σε τέσσερις αφροαμερικανούς νεαρούς που τον απειλούσαν αν
δεν τους έδινε πέντε δολάρια. Είναι η οργή που ξαναρχίζει σήμερα να κοχλάζει
κάτω από την επιφάνεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σε πόλεις όπου το υποτιθέμενο
«κοινωνικό συμβόλαιο» έχει διαρραγεί.
Για
να κατανοήσουμε τι βιώνουμε τώρα, στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις της
Ελλάδας, πρέπει να στραφούμε στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’70. Όχι
γιατί η Αμερική είναι, ή πρέπει ποτέ να γίνει, πρότυπό μας αλλά γιατί το
πρότυπο είναι διδακτικό. Ό,τι συνέβη εκεί ήταν μια πρόβα για όσα συμβαίνουν
μερικά χρόνια αργότερα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και κυρίως στην ολοκληρωτικά
αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα.
Το
1974 η Νέα Υόρκη - γνωστή τότε και ως “FearCity” - ήταν στην πραγματικότητα ένα “failedstate” με ουρανοξύστες και εμπορικά κέντρα.
Το μετρό, κάποτε ορόσημο υπερηφάνειας του μέσου Νεοϋορκέζου για το ότι
αποτελούσε το διαμάντι της πόλης που «δεν κοιμάται ποτέ», είχε γίνει το πιο
επικίνδυνο σύστημα μαζικής μεταφοράς στον κόσμο, καθώς τελούνταν σε αυτό πάνω
από 250 κακουργηματικές πράξεις την εβδομάδα (!!) μέχρι το 1979.[i] Την
άνοιξη του 1975 η πόλη ήταν σχεδόν χρεοκοπημένη, η αστυνομική δύναμη
συρρικνωνόταν και στους δρόμους κυβερνούσαν οι συμμορίες τσογλανιών που ελέγχονταν
αφανώς από πέντε οικογένειες της οργανωμένης ιταλικής μαφίας. Τη νύχτα της 13ης
Ιουλίου 1977, καθώς είχε πέσει το ρεύμα, μέσα σε λίγα λεπτά λεηλατήθηκαν
ολόκληρες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων στο Μπρονξ.[ii] Και
βάσει των δεδομένων της εποχής, κανείς δεν το θεώρησε παράξενο.
Το
πρωτότυπο υλικό για την ταινία DeathWish ήταν ένα μυθιστόρημα του
1972 γραμμένο από τον Μπράιαν Γκάρφιλντ. Η έμπνευσή του ήταν καθημερινά
περιστατικά της Νέας Υόρκης: είχαν κλέψει την τσάντα της γυναίκας του και σε
μία άλλη περίπτωση του είχαν σχίσει την οροφή του αυτοκινήτου του. Είχε εξοργιστεί
λόγω των παραπάνω περιστατικών. Τελικά δεν σκότωσε κανέναν, εμπνεύστηκε όμως
την συγγραφή ενός βιβλίου.
Στο
μυθιστόρημα πρωταγωνιστής είναι ένας πασιφιστικά σκεπτόμενος, πολιτικά φιλελεύθερος,
λογιστής, ονόματι Πολ Μπέντζαμιν. Τρεις τοξικομανείς μπαίνουν στο διαμέρισμά
του, σκοτώνουν τη γυναίκα του και αφήνουν την κόρη του σε κώμα. Οι
υπόλοιπες τριακόσιες σελίδες απαρτίζονται από την σταδιακή διάλυση της ψυχοσύνθεσης
ενός πάλαι ποτέ ισορροπημένου και ευτυχισμένου ανθρώπου. Όλο το νόημα του
βιβλίου ήταν ότι ο Πολ Μπέντζαμιν δεν είναι ήρωας, αλλά ένας άνθρωπος που
καταστρέφει, αργά αλλά σταθερά, τον εαυτό του. Η «επιθυμία θανάτου»(deathwish) του τίτλου, αφορά τον ίδιο.
Μετά
την εμπορική επιτυχία του βιβλίου ακολούθησε η μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη.
Η ταινία ήταν μία πλήρης αντιστροφή του μυθιστορήματος. Η
πρώτη ταινία αποτέλεσε εμπορικό θρίαμβο καθώς ένας πολίτης (Τσαρλς Μπρόνσον)
παίρνει τον νόμο στα χέρια του ενάντια στους εγκληματίες της Νέας Υόρκης. Το
κοινό του 1974 χειροκροτούσε. Ο συγγραφέας του βιβλίου, όμως, έφριξε·
χαρακτήρισε την ταινία «εμπρηστική» και τα σίκουελ «άσκοπα και σάπια μέχρι το
μεδούλι».[iii] Ο
σκηνοθέτης Μάικλ Γουίνερ του απάντησε αποκαλώντας τον «ηλίθιο». Και οι δύο
είχαν εν μέρει δίκιο. Ο Γκάρφιλντ είχε δίκιο στο ότι η ταινία άλλαξε το
βαθύτερο ηθικό νόημα του βιβλίου του και μετέτρεψε σε απόλαυση τον βίαιο θάνατο. Ο Γουίνερ είχε δίκιο στο ότι ο Γκάρφιλντ
είχε «σκοντάψει» πάνω σε κάτι που η ελευθεριακή κοσμοθεασή του αρνιόταν: όταν
το αστικό κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να προστατεύσει τους αθώους, οι
αθώοι ή πρέπει να περιμένουν τον πόνο, τον εξευτελισμό και τον θάνατο τους ως
πρόβατα επί σφαγή ή να ακούσουν την φωνή της βαθύτερης ανθρώπινης φύσης, της
αληθινής ανθρωπιάς, και να δώσουν στους κακοποιούς το μάθημα που τους αξίζει
καταφεύγοντας στους άγραφους νόμους της παράδοσης.
Πώς
συνδέονται, όμως, η ταινία και το βιβλίο με την περίπτωση του Γκετς; Μία από τις
διαδεδομένες απόψεις είναι ότι το Death Wish «ενέπνευσε» τον Μπέρναρντ
Γκετς όταν εκείνος πυροβόλησε τους έγχρωμους κάγκουρες που πήγαν να τον
ληστέψουν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ή μάλλον, τον ενέπνευσε με τον ίδιο τρόπο
που ένα σπίρτο προκαλεί μια δασική πυρκαγιά κατά την διάρκεια του θέρους. Το
σπίρτο είναι το τυχαίο γεγονός. Αν πέσει αναμμένο σε ένα δάσος μια βροχερή
χειμωνιάτικη μέρα το πιθανότερο είναι να μην προκαλέσει ιδιαίτερο πρόβλημα. Οι
συνθήκες που δημιουργεί το θέρος είναι το κύριο πρόβλημα.
Ο
Γκετς, ηλεκτρολόγος-μηχανικός στο Μανχάταν, είχε δεχθεί αναίτια επίθεση σε
σταθμό του μετρό, τον Ιανουάριο του 1981, από τρεις εφήβους. Η επίθεση του είχε
προκαλέσει μόνιμη βλάβη στο γόνατο. Από τους τρεις συνελήφθη μόνο ένας, ο
οποίος και αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα –μόνο συμπωματική δεν είναι η
επανάληψη του συγκεκριμένου φαινομένου με τα «καλόπαιδα» των πολυφυλετικών μπουλουκιών
των Αθηνών, έχουμε το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα βλέπετε. Ο Γκετς,
τρομοκρατημένος πλέον, έκανε αίτηση για άδεια οπλοφορίας η οποία και
απορρίφθηκε. Το παραπάνω γεγονός δεν τον σταμάτησε. Αγόρασε τελικά ένα τριανταοχτάρι
περίστροφο στη Φλόριντα και το μετέφερε παράνομα στη Νέα Υόρκη.[iv]
Το
απόγευμα της 22ης Δεκεμβρίου του 1984, τέσσερις νεαροί τον περικύκλωσαν σε
συρμό της γραμμής 2, με έναν από αυτούς να του λέει, «…δώσε μου πέντε δολάρια».
Ο Γκετς αντί αν βγάλει το πορτοφόλι τράβηξε το περίστροφοέχοντας προαποφασίσει να πυροβολήσει «…από
αριστερά προς τα δεξιά». Και οι τέσσερις αφροαμερικανοί επέζησαν. Ο Ντάρελ
Κέιμπι δέχτηκε σφαίρα στη σπονδυλική στήλη και έμεινε παράλυτος· στον Κέιμπι ο
Γκετς φέρεται να είπε, «δεν φαίνεσαι και τόσο άσχημα, πάρε άλλη μία»
πριν τον πυροβολήσει ξανά εξ επαφής.[v]
Ήταν
μια πράξη βιτζιλαντισμού. Ήταν επίσης - και εδώ βρίσκεται η πληροφορία που τα media (αριστερών και δεξιών αποχρώσεων) προσπαθούν
να αποκρύψουν επί τέσσερις δεκαετίες - τρομερά δημοφιλής. Η δημοσκόπησή της
Daily News-WABC, τον Ιανουάριο του 1985, έδειξε ότι το 49% των Νεοϋορκέζων
ενέκρινε την πράξη. Μόνο το 31% διαφωνούσε. Και, κυρίως, «…μεγάλες πλειοψηφίες
τόσο λευκών όσο και έγχρωμων ερωτηθέντων έτρεφαν συμπάθεια για τον εκδικητή του
μετρό».[vi] Όλοι έμπαιναν
σε αυτά τα βαγόνια. Όταν το επίπλαστο και νομιναλιστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»
καταρρέει, ένας άνδρας που κραδαίνει to όπλο εντός του μετρό γίνεται, στα μάτια εκατομμυρίων όχι
δολοφόνος αλλά τιμωρός. Ο Γκετς τελικά αθωώθηκε για την κατηγορία της απόπειρας
ανθρωποκτονίας και εξέτισε οκτώ μήνες μόνο για την παράνομη οπλοκατοχή.
Δεν
μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη. Μεγάλωσα στην Ελλάδα. Και όλα όσα μόλις περιέγραψα - η
αργή διάβρωση των πόλεων μας, η αδιαφορία των αρχών, η στιγμή που οι
καθημερινοί άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι αυτοί που ορκίστηκαν να τους
προστατεύσουν δεν θα το κάνουν - αποτελούν, πλέον, αναπόσπαστο κομμάτι της
καθημερινότητάς μας. Το 2023 η ΕΛ.ΑΣ. συνέλαβε 6.150 ανήλικους δράστες. Το
2024, 8.978 - αύξηση περίπου 50% σε έναν χρόνο. Ο υπουργός Προστασίας του
Πολίτη ομολόγησε επισήμως ότι «οργανώνονται σε συμμορίες και επιτίθενται σε
άλλα παιδιά».[vii]
Οι εμπλοκές ανηλίκων σε οργανωμένες ομάδες τριπλασιάστηκαν μέσα σε μια τριετία.
Από 47 το 2023, σε 142 το 2024.[viii]
Ποια
είναι αυτά τα «παιδιά»; Εν μέρει είναι οι απόγονοι των αλβανικών, πακιστανικών,
αφγανικών και άλλων ροών μαζικής μετανάστευσης των τελευταίων τριάντα ετών -αστυνομική
πραγματικότητα όπως αποτυπώνεται στις δικογραφίες των δικαστηρίων της Αθήνας.
Αλλά αυτά τα παιδιά είναι επίσης Ελληνόπουλα. Το πρόβλημα, πλέον, δεν έχει να
κάνει μόνο με τις γενιές μεταναστών είναι και βαθιά πολιτισμικό. Και στις μέρες
μας το κύριο μέσο έκφρασης, διάδοσης και ωραιοποίησης αυτής της «ασθένειας» είναι
η ελεεινή, ηχορυπαντική, εξευτελιστική προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, «μουσική»
που ακούγεται από τα ηχεία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Η γνωστή σε όλους μας
«τραπ».
Η
τραπ είναι υποείδος της αμερικανικής χιπ-χοπ που γεννήθηκε στα γκέτο της
Ατλάντα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η λέξη “trap”, στην αργκό εκείνων
των περιοχών, σημαίνει κυριολεκτικά σπίτι που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για
την πώληση ναρκωτικών. Ολόκληρη η αισθητική - στίχοι, βιντεοκλίπ, πόζες – κινείται
γύρω από την ηρωοποίηση του εμπορίου ναρκωτικών και του ίδιου του εγκληματία
που τα διακινεί. Εάν θέλουμε να είμαστε ακριβολόγοι πρόκειται για την απόλυτη
στιχουργική και αισθητική παρακμή - το καλλιτεχνικό προϊόν ενός πολιτισμού που αποσυντίθεται.
Δεν
θέλω να δω τον Τσαρλς Μπρόνσον να περπατάει στους δρόμους της Κυψέλης με
περίστροφο. Δεν θέλω τον Μπέρναρντ Γκετς στο μετρό της Θεσσαλονίκης. Ο
Γκάρφιλντ είχε δίκιο τελικά: η βιαιοπραγία «καταπίνει» τον βίαιοπραγούντα. Κάθε
σοβαρή ανάγνωση της Ιλιάδας, του Αισχύλου ή των Ευαγγελίων κάνει το παραπάνω
αυταπόδεικτο. Ο Αχιλλέας – αν και το απόλυτο σύμβολο γενναιότητας και ηρωισμού
– βρίσκει ατιμωτικό θάνατο, σε μεταγενέστερους μύθους, λόγω του αλόγιστου θυμού
του. Ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες. «Εμοί εκδίκησις, εγώ
ανταποδώσω, λέγει Κύριος» αναφέρει η Προς Ρωμαίους και η Προς Εβραίους
επιστολή.
Αλλά
στην ίδια την Ιλιάδα καθίσταται και ως γεγονός ότι μια «πόλις» που δεν μπορεί
να προστατεύσει τους πολίτες της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νόμιμη» - ο
Αριστοτέλης δεν είναι διφορούμενος σε αυτό, ούτε ο Πλάτωνας, ούτε κανένας
στοχαστής καθ’ όλη την διάρκεια ύπαρξης του ελληνικού έθνους μέχρι και τον
Παπαδιαμάντη. Ένα κράτος που βλέπει τις συλλήψεις ανηλίκων να εκτοξεύονται
κατά 50% σε έναν χρόνο· ένα κράτος που αφήνει συμμορίες αλλοδαπών να φτιάχνουν άβατα ελεύθερα στην πρωτεύουσα - έχει ήδη χάσει κάθε έννοια «νομιμότητας». Είναι θέμα
χρόνου μέχρι αρκετοί καθημερινοί άνθρωποι να αρχίσουν να συμπεριφέρονται
«παράνομα».
Το
χειρότερο δυνατό επακόλουθο όλων των παραπάνω, δεν είναι ένα ελληνικό Death
Wish. Το χειρότερο δυνατό επακόλουθο είναι ένα ελληνικό Death Wish, όπου
ταυτόχρονα οι συνθήκες που το γέννησαν παραμένουν ως έχουν - το κράτος να
συνεχίζει να υπολειτουργεί, τα δικαστήρια να αποπέμπουν δολοφόνους βάζοντάς
τους σε εμπορικές πτήσεις και οι τράπερ να συνεχίζουν να γράφουν το soundtrack που
θα συνοδεύει ξυλοδαρμούς μαθητών.
Η
απάντηση δεν είναι ένας Τσαρλς Μπρόνσον. Η απάντηση βρίσκεται στην «αποκατάσταση»
της πόλεως. Σε μία κυβέρνηση που υπερασπίζεται τον λαό που την εμπιστεύθηκε. Σε
δικαστήρια που κρατούν τους δολοφόνους σε κελιά. Σε σύνορα που είναι ουσιαστικά
οριοθετημένα. Σε γονείς που όσο κουρασμένοι και εάν είναι, προτιμούν να
περάσουν δέκα λεπτά με τα παιδιά τους για να μην νιώθουν μόνα, και δεν τους
πετάνε ένα κινητό ή ένα τάμπλετ μπροστά τους έτσι ώστε να τα μεγαλώσει το YouTube και το TikTok. Η απάντηση
βρίσκεται σε μια κουλτούρα υψηλής αισθητικής που θα κάνει τα νεαρά άτομα να
θέλουν να γίνουν αξιότερα των παππούδων τους. Σε μια Εκκλησία που δεν
διοικείται από την Ουάσιγκτον ή το Τελ Αβίβ, αλλά από την «Ουράνια Ιερουσαλήμ»
που ο Θεός μας έχει υποσχεθεί. Χωρίς αυτά, είναι θέμα χρόνου να υπάρξει ο
Έλληνας Γκετς. Και η αλήθεια είναι ότι, όπως το 1984, ο άντρας με το περίστροφο
δεν ήταν ούτε ήρωας, ούτε εγκληματίας. Ήταν σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι η
καθημερινότητα και οι νόρμες της φιλελεύθερης κοινωνίας.
Ψυχρός
Εκτελεστής
του
Σταμάτη
Πιάνω
το νήμα από το σημείο που το αφήνει ο Αχιλλέας. Είχαμε καταλήξει στην επιλογή
αυτού του άρθρου έπειτα από πρόσφατη συζήτηση. Η πολιτική και φιλοσοφική ανάλυση συνοδευόμενη
από την αισθητική και την λογοτεχνική κριτική συνθέτει το γνωστό νεορομαντικό μοτίβο των
προβληματισμών της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. από το οποίο προκύπτουν τα άρθρα των εντύπων μας.
Όπως είναι αναμενόμενο, συμφωνώ με τα κύρια συμπεράσματα της ανάλυσης του
Αχιλλέα. Θέλω, ωστόσο, να διαφοροποιηθώ στην ερμηνεία του μοναχικού άντρα που
σηκώνει στους ώμους το βάρος του χρέους της τιμωρίας.
Δεν
αμφιβάλω ότι σε μια παρηκμασμένη κοινωνία, όπως είναι αυτή του φιλελεύθερου,
μεταμοντέρνου, αστικού κράτους, είναι πολύ πιθανό αν κάποιος αποφασίσει να
παίξει τον ρόλο του κοινωνικού τιμωρού να το κάνει επειδή είναι διαταραγμένος
ψυχικά ή και διεστραμμένος ηθικά. Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στις ΗΠΑ και την
δυτική Ευρώπη τέτοια φαινόμενα αφορούν συνήθως νεαρά άτομα που πυροβολούν
αδιακρίτως συμμαθητές, απελπισμένους ανθρώπους που υιοθετούν ιδέες των
τζιχαντιστών και λοιπούς προβληματικούς τύπους. Στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα
-όπως συμβαίνει με τις περισσότερες έννοιες- η ιδέα του
κοινωνικού τιμωρού χάνει το παλιό περιεχόμενο της ουσίας της και εκφυλίζεται σε
απλή παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία (παθογένεια) κάνει
μετάσταση στα ευρωπαϊκά κοινωνικά δρώμενα λόγω της παγκοσμιοποίησης.
Ωστόσο,
η αρχική ιδέα του κοινωνικού τιμωρού που αναλαμβάνει δράση όταν η εξουσία είναι
διεφθαρμένη και αδύνατη να επιβάλει συνθήκες στοιχειώδους δικαιοσύνης δεν ήταν
πάντοτε κάτι επικίνδυνα γελοίο, όπως συμβαίνει σήμερα. Κάποτε αναδυόταν στον δημόσιο διάλογο ως κάτι γοητευτικό,
μυστηριώδες, ως μια ευγενής ιδέα εκπεφρασμένη από χαρακτήρες με γνωρίσματα «ρομαντικού
ήρωα». Η ρομαντική φανταστική λογοτεχνία και ο κινηματογράφος βρίθουν τέτοιων
ηρώων στους οποίους οφείλουμε αρθρογραφικές αναλύσεις σε μελλοντικά άρθρα. Ο Ζορρό,
το Κοράκι, ο Μπάτμαν, ακόμη και ο Ταρζάν με τον Κόναν, αποτέλεσαν πτυχές αυτού
του αρχετύπου. Το ίδιο, βέβαια, και οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν ο Τσαρλς
Μπρόνσον, ο Κλιντ Ίστγουντ και άλλοι ηθοποιοί στην μεγάλη οθόνη.
Ο
Αχιλλέας έκανε παραπάνω μνεία στην θερμή υποδοχή που επιφύλαξε το κοινό στον
χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Τσαρλς Μπρόνσον, καθώς και στον άντρα που επηρεάστηκε
από την ταινία για να προστατεύσει τον εαυτό του από τσογλάνια που επιχείρησαν
να τον ληστέψουν και να τον χτυπήσουν στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αν μη τι άλλο αυτό είναι κάτι
παρήγορο. Δείχνει ότι εκείνη την περίοδο επιζούσε κάτι από την παραδοσιακή
ανθρώπινη φυσικότητα κάτω από την επιφάνεια της αντιανθρώπινα «προοδευτικής»
επικρατούσας ιδεολογίας, που διαμορφώνει τις κυρίαρχες τάσεις των αστικών
κοινωνιών. Ενδεχομένως να επιζεί και σήμερα, όπως μαρτυρούν σχόλια θεατών σε αποσπάσματατων
συγκεκριμένων ταινιών που έχουν αναρτηθεί στο Youtube.
Η
υπεράσπιση της σωματικής ακεραιότητας και, κυρίως, η διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
είναι κάτι που η φιλελεύθερη πολιτεία της Δεξιάς και οι πολιτικές δυνάμεις της
Αριστεράς θέτουν σε δεύτερη μοίρα. Για τον φιλελεύθερο, τον δεξιό, τον
αριστερό, τον αναρχικό, για οποιονδήποτε θέτει ως βάση τηςπολιτικής του σκέψης τις θεμελιώδεις αρχές
του Διαφωτισμού, ο ανθρωπισμός ταυτίζεται με την προτεραιότητα
της ατομικότητας (η οποία υποτίθεται ότι δύναται να πετύχει την αυτοπραγμάτωση αν η συνείδησή της διαμορφωθεί στηριζόμενη στις αφηρημένες έννοιες που η πολιτική θεωρία του Διαφωτισμού αξιολογεί ως φυσικά δικαιώματα). Κάποιος μπορεί να δολοφονεί και να
ασκεί σωματική βία για να αποκομίσει υλικά οφέλη ή απλώς για να διασκεδάσει με
τον πόνο και την ταπείνωση του θύματος (όπως συμβαίνει πολλάκις σήμερα με την
βία των ανηλίκων). Όμως ξέρει ότι, ακόμη και αν βιαιοπραγήσει θέτοντας σε κίνδυνο την σωματική ακεραιότητα και καταπατώντας την αξιοπρέπεια
άλλων ανθρώπων, θα έχει ως ασπίδα τις μοντέρνες
και μεταμοντέρνες ιδέες που διαμορφώνουν το νεωτερικό νομικό και θεσμικό πλαίσιο.
Αριστεροί,
δεξιοί, αναρχικοί και κομμουνιστές διαμορφώνουν μια κοινωνική συνθήκη και ένα
νομικό πλαίσιο που θεωρητικά δίνει την δυνατότητα στον κακοποιό να αναστοχαστεί τις
πράξεις του και να βρει τον δρόμο προς το «καλό» ή το κοινωνικά αποδεκτό. Ακόμη
και αν ο κόσμος της φυλακής είναι πράγματι ένα πεδίο στο οποίο η αστική υποκρισία διοχετεύει
όλη την καμουφλαρισμένη ανάλγητη σκληρότητα που την διέπει, η αρχική ιδέα βάσει
της οποίας κινείται ο νομοθέτης είναι σαφής. Το άτομο έχει προτεραιότητα σε
σχέση με την κοινότητα και με το ήθος. Ακόμη και αν διαπράττει αίσχη ή προκαλεί
ανείπωτο πόνο σε σώματα και εξευτελισμό στην αξιοπρέπεια άλλων ανθρώπων, η
τιμωρία του (αν και όταν αυτή επιβληθεί) διαμορφώνεται βάσει της προτεραιότητας
να βρει έναν καλύτερο δρόμο στην ζωή του.
Εμείς,
όμως, δεν είμαστε ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί, ούτε προοδευτικοί, ούτε φιλελεύθεροι.
Και κατανοούμε ότι, πράγματι, μπορεί ορισμένοι από τους κακοποιούς να βρουν,
όντως, τον δρόμο προς την καλοσύνη αν γεράσουν, αν ωριμάσουν, αν σωφρονιστούν.
Όμως, δεν είναι αυτή η προτεραιότητά μας. Δεν μας ενδιαφέρει και τόσο η
πιθανότητα σωφρονισμού οποιουδήποτε ανθρώπου που για λόγους οικογενειακούς ή
προσωπικούς έχει χάσει τον προορισμό της ζωής και καταλήγει να κακοποιεί
συστηματικά ή ηδονοθηρικά συνανθρώπους του, αν μέχρι να επιτευχθεί ο
σωφρονισμός ο θύτης έχει διασαλεύσει την κοινωνική συνοχή κι έχει καταστρέψει
τις ζωές αθώων ανθρώπων. Θεωρούμε ότι οι φορείς των προοδευτικών ιδεών πάσχουν
από κάποια ιδεολογική διαστροφή που συγγενεύει με την ηθική έκλυση των
κακοποιών, εφόσον δίνουν προτεραιότητα στην ατομικότητα του καθάρματος και όχι
στην ατομικότητα του θύματος ή ακόμη περισσότερο στην κοινωνική συνοχή και στην
αέναη αναπαραγωγή των μεγάλων ηθικών αξιών που διαφυλάσσει με
ευλάβεια το σώμα της εθνικής παράδοσης.
Εμείς
είμαστε ρομαντικοί, αντιδιαφωτιστές και παραδοσιοκράτες. Είμαστε, ασφαλώς, και
νεοφασίστες, σύμφωνα με την ορολογία του δημοσιογραφικού λόγου. Για αυτό
αντιλαμβανόμαστε την έμφυτη ανθρωπιά που περιέχει ως πράξη η τιμωρία του
καθάρματος. Για αυτό κατανοούμε την δυναμική αποκατάστασης της κοινωνικής
ισορροπίας, που φέρει η πράξη εκδίκησης ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Για αυτό
αναγνωρίζουμε το ένθεο περιεχόμενο μιας πράξης που υπερασπίζεται την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια. Αυτά ακριβώς τα συμπεράσματα αναδύονται στις συνειδήσεις των
ανθρώπων της κοινής γνώμης όταν απολαμβάνουν τον Κλιντ Ίστγουντ ή τον Τσαρλς
Μπρόνσον στον κινηματογράφο. Όταν χειροκροτούν τον άντρα που πυροβόλησε τα
κλεφτρόνια στον σταθμό του μετρό. Όταν διαβάζουν τις περιπέτειες του Ζορρό, του
Μπάτμαν και το Κοράκι.
Ασφαλώς,
η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι η κοινή γνώμη, ακόμη και όταν συλλαμβάνει ενστικτωδώς
αλήθειες, δεν μπορεί τις αναλύσει περαιτέρω ή δεν έχει το σθένος να καταστεί
ανατροπέας των συνθηκών που καθιστούν τις αλήθειες ανεκπλήρωτες. Αυτό μπορούν να το κάνουν οι ήρωες, σύμφωνα με τον
ρομαντικό Καρλάιλ, ή και οι πρωτοπορίες, σύμφωνα με τα επαναστατικά ρεύματα των
σοσιαλιστών. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε εμείς. Να δώσουμε, δηλαδή, θεωρητικό
σχήμα και ξεκάθαρη πολιτική υπόσταση στην παραδοσιακή αλήθεια που έχει
αλυσοδέσει ο φιλελεύθερος ορθολογισμός και η προοδευτική ατομικιστική (ψευδο)
ηθική. Να κάνουμε πολιτική την παραδοσιοκρατία. Να πούμε ευθαρσώς γιατί
αντιλαμβανόμαστε ότι ο κοινωνικός τιμωρός μπορεί να είναι ένα ευγενές πρόσωπο,
υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και όχι πάντοτε ένας διαταραγμένος εγκληματίας
που απλώς αναπαράγει το χάος μασκαρεμένος σε φορέα αυτοδικίας.
Η
ελληνική παράδοση είναι γεμάτη ιστορικά παραδείγματα αυτοδικίας. Ιδίως σε
περιοχές όπως η Κρήτη και η Μάνη, Δεν είναι αυτό που θεωρώ ως πρότυπο ιδέας και
συμπεριφοράς. Η «βεντέτα» μπορεί να εξαπολύσει ένα ασταμάτητο κοινωνικό χάος
και να αποτελέσει συμπεριφορά διασάλευσης της δημόσιας τάξης. Το ελληνικό
παράδειγμα δεν είναι πρότυπο και ο κύριος λόγος για αυτό είναι η επιβίωση μιας ιδιότυπης μακράς αναρχίας στην ζωή του ελληνικού έθνους. Αυτή η ελευθερία της
πολυκεντρικότητας ήταν ίσως μια από τις κατάρες του ελληνισμού. Από την
αρχαιότητα η έλλειψη ενιαίας κρατικής αρχής οδήγησε τους προγόνους μας στην
ρωμαϊκή σκλαβιά. Όταν, κατά τον μεσαίωνα, αποκτήσαμε ενιαίο κέντρο πολιτικής
τάξης, στην πραγματικότητα, το κλέψαμε από τους Ρωμαίους. Η έλευση της
τουρκοκρατίας μας επανάφερε σε μια κατάσταση ελλιπούς δημόσιας τάξης. Δεν είναι
αυτό ένα από τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης που επιλέγουμε για τον
σχηματισμό της παραδοσιοκρατικής ιδεολογίας μας.
Η
βεντέτα είχε να κάνει πρώτον με την έλλειψη ισχυρού κεντρικού πόλου δημόσιας
τάξης επί μακρόν στην Ελλάδα και δεύτερον με την έλλειψη της μεταφυσικής ιδεολογικής συνοχής του -κατά
τον Κονδύλη- μεσαιωνικού ιδεολογικού συντηρητισμού τον οποίο ενστερνίστηκε η
ευρωπαϊκή αριστοκρατία. Ο συντηρητισμός της societascivilisήταν
ένας νεοπλατωνικός χριστιανισμός που διαμόρφωσε συνθήκες δημόσιας τάξης και
συλλογικής οργανικότητας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μέρος του οποίου
κληρονομήθηκε στις νεότερες εποχές. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Η πτώση
της Πόλης και η κατάληψη των ελληνικών εδαφών σήμανε την γενίκευση του
οθωμανικού χάους. Η βεντέτα ήταν απόρροια αυτού του χάους. Δεν ήταν
αποκατάσταση τάξης ή δικαιοσύνη, μα ατελεύτητη ροή εγκλήματος.
Παρομοίως
και στην παρούσα συνθήκη δεν υιοθετώ μια μονολιθική ηθικολογική καταδίκη της
εκάστοτε ποινικής πράξης. Ο έμπορος ναρκωτικών μπορεί να είναι ένα κάθαρμα που
εμπλέκεται σε δολοφονίες και άλλες αισχρές πράξεις. Μπορεί, όμως, και να είναι
ένας άνθρωπος που κατέληξε ποινικός έπειτα από την αδυναμία του να ξεπεράσει
ανυπέρβλητα αδιέξοδα της αστικής κοινωνίας. Δεν έρχεται ποτέ να δώσει ναρκωτικά
σε κάποιους άλλους ανθρώπους με το ζόρι. Αυτοί στους οποίους πουλά τον θάνατο
έχουν αποφασίσει να τον προσεγγίσουν. Δεν πρέπει να παραλείπουμε αυτή την
λεπτομέρεια. Το σύστημα του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού, με τα δίκτυα
πολιτιστικής διαμόρφωσης της νεολαίας που διαθέτει (μουσικά, καλλιτεχνικά ή
άλλα), ίσως είναι περισσότερο ένοχο για την ραφιναρισμένα ύπουλη επιβολή των
ναρκωτικών, ως μέρος του σύγχρονου lifestyle, από έναν έμπορο ναρκωτικών που, πέρα από αυτή την
ποινικά κολάσιμη πράξη, δεν εμπλέκεται σε άλλες ανήθικες δραστηριότητες.
Δεν
ισχύει το ίδιο, όμως, για έναν κλέφτη που προκειμένου να αποκομίσει
συναισθηματικό ή υλικό όφελος κακοποιεί και εξευτελίζει συνανθρώπους του. Μερικά
νεαρά τσογλάνια που θα σπάσουν στο ξύλο τυχαίους περαστικούς για να τους
ληστέψουν ή θα μπουκάρουν σε σπίτια και πριν πάρουν την μπάζα τους θα
κακοποιήσουν τους ενοίκους είναι σαφώς χειρότεροι εγκληματίες από τον έμπορο
ναρκωτικών, για όσους κρίνουμε τα πράγματα βάσει του ήθους των παραδοσιακά
ανθρώπινων αξιών. Γιατί προκαλούν μεγαλύτερο πόνο, πολλαπλή διασάλευση της
δημόσιας τάξης και τεράστια φθορά στην αξιοπρέπεια ή την ψυχική υγεία των
συνανθρώπων τους. Το γεγονός ότι παραμένουν ακόμη αρτιμελείς και ακμαίοι οι
τύποι της συμμορίας του Αλβανού Λεκοτσάι αποτελεί ένα ακόμη όνειδος για το εθνοντροπιαστικό
σύστημα εξουσίας της ύστερης μεταπολίτευσης και νοηματοδοτεί την πολιτική
υπόσχεση εκ μέρους μας προς τα θύματα για την σωστή επανεξέταση
της υπόθεσης, αν ποτέ ευλογήσει ο Θεός την πατρίδα μας και το αληθινό, ρομαντικό, εθνικιστικό κίνημα καταστεί η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας.
Ένα
από τα θέματα στο οποίο οφείλω να είμαι ξεκάθαρος είναι κι εκείνο της
οπλοκατοχής. Στις ΗΠΑ η επιδερμικότητα του κατεστημένου φιλελευθερισμού
αξιολογεί, σε αρκετές περιπτώσεις, ως δυνατότητα νόμιμης άμυνας τον ατομικό
οπλισμό. Υποκρισία και συνηθισμένη προοδευτικάρια ψευτιά. Οι Αμερικανοί
ενδιαφέρονται για τα κέρδη των επιχειρήσεων πώλησης οπλισμού και τίποτε άλλο.
Ακόμη και αν νομιμοποιηθεί η οπλοκατοχή, οι συμμορίες των κακοποιών θα είναι
καλύτερα εξοπλισμένες από τον απλό πολίτη. Και, μάλιστα, με την βούλα της
νομιμότητας. Η δύναμή τους έγκειται στην μαζικότητα και την συλλογική οργάνωση
που ο μέσος πολίτης ενός φιλελεύθερου κράτους δεν μπορεί να αντισταθμίσει ακόμη
και αν κουβαλά επάνω του πέντε πιστόλια. Μπορεί να τους αιφνιδιάσει, όπως έκανε
ο Γκετς στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αλλά, εφόσον συμβεί αυτό, η εμπειρία θα
διδάξει τους υπόλοιπους κακοποιούς. Και στην επόμενη «φέρμα» τους, θα είναι κι
αυτοί οπλισμένοι ή κατάλληλα προετοιμασμένοι.
Ο
μοναχικός, απλός, νομοταγής πολίτης δεν μπορεί να νικήσει τους κακούς. Εκτός
και αν έχει τις ικανότητες του Μπάτμαν και του Ζορρό. Εκτός και αν αποφασίσει
να κάνει στόχο της ζωής του τις καταδρομικές εφορμήσεις εναντίον των κακοποιών,
όπως έκανε ο κινηματογραφικός Τσαρλς Μπρόνσον. Ναι, ομολογώ ότι μου αρέσει να
διαβάζω και να βλέπω τέτοιους άντρες στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
Ασφαλώς, θα τους αξιολογούσα αναλόγως αν ζούσαν ανάμεσά μας (εδώ διαφωνώ με τον
Αχιλλέα). Όμως, φοβάμαι ότι η εποχή μας τους έχει ξεχάσει κι αυτούς. Ο
φιλελεύθερος υλισμός κάνει τις φασματικές μορφές των χάρτινων ηρώων αδύναμες,
αχνές, μη ικανές να αφήσουν ίχνος στον κόσμο της υλικής εμπειρίας, όσο και αν φωτοβολούν
στον κόσμο των ιδεών. Πλέον, ο «κοινωνικός τιμωρός» είναι μια ιδέα που οφείλει
να ενσωματωθεί ως αίτημα και πολιτική πρακτική στην συλλογικότητα ενός λαϊκού κινήματος. Η τιμωρία των καθαρμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της
υπεράσπισης των κοινωνιών από εθνικιστικά κινήματα (εδώ συμφωνώ με τον
Αχιλλέα). Από κινήματα που θα δίνουν προτεραιότητα στην δημόσια τάξη του
συνόλου έναντι της υποτιθέμενης προστασίας του (ατόμου ως) πολίτη.
Όπως
συμβαίνει σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου, έτσι και στην ερμηνεία της
εγκληματικότητας, ο φιλελευθερισμός και οι προοδευτικές ιδέες φανερώνονται ως
εκφυλισμένοι αντίποδες της πρωταρχικά ανθρώπινης αντίληψης επί των πραγμάτων.
Σε αυτό τον εκφυλισμό η φανταστική λογοτεχνία, ως ρεύμα που στην νεωτερική
εποχή ξεπήδησε από την ευρύτερη κοσμοθεώρηση του Ρομαντισμού, έδωσε την
απάντησή του. Κράτησε ζωντανό μέσα από απολαυστικά έργα το πρότυπο του
μοναχικού τιμωρού.Και μαζί του, την
αίσθηση ότι υπάρχουν αξίες βαθιά ανθρώπινες που η καπιταλιστική νεωτερικότητα θέλει να
ξεριζώσει από την ουσία των υπάρξεών μας και να δαιμονοποιήσει επικοινωνιακά. Θα της το επιτρέψουμε;
[i]https://thehill.com/opinion/criminal-justice/510168-ghosts-of-the-70s-fear-city-assumptions-about-crime-and-defunding/ [ii]https://www.mercatus.org/marginal-revolution-podcast/1970s-crime-wave [iii]https://deathwish.fandom.com/wiki/Brian_Garfield [iv]https://www.britannica.com/biography/Bernhard-Goetz [v]https://famous-trials.com/goetz/133-home. Βλ. επίσηςPeople v. Goetz, Court of Appeals of New York, 1986:
https://www.nycourts.gov/reporter/archives/p_goetz.htm [vi]
https://www.abajournal.com/magazine/article/dec-22-1984-subway-vigilante-bernhard-goetz-wounds-4-in-nyc [vii]
https://www.thetoc.gr/politiki/article/xrusoxoidis-gia-parabatikotita-anilikon-50-auxisi-stis-sullipseis-alla-meiosi-sta-peristatika---euthunes-kai-stous-goneis/ [viii]
https://iraklionews.gr/367982-neaniki-egklimatikotita-pio-neoi-pio-viaioi-kai-pio-organomenoi-oi-anilikoi-drastes/
Fantasy Guild 2 – Το Φεστιβάλ Φαντασίας, όπως
πρέπει να είναι
του Southman
Το Σαββατοκύριακο 7 & 8 Μαρτίου, διεξήχθη
στην Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο Queen Olga, το 2ο Φεστιβάλ Φανταστικού Fantasy
Guild. Οι αναγνώστες του ιστολογίου μας θα θυμούνται ότι το περσινό Φεστιβάλ
Fantasy Guild, που είχε διεξαχθεί τον Απρίλιο του 2025, ήταν μια από τις
αγαπημένες μου εκδηλώσεις του Φανταστικού λόγω του όμορφου κλίματος και της
μικρής σχετικά κλίμακας, η οποία επέτρεπε την ουσιαστική επαφή μεταξύ
συμμετεχόντων και κοινού, την ανάδειξη της πολιτιστικής πρότασης της
διοργάνωσης και την δημιουργία μιας πραγματικής κοινότητας του Φανταστικού,
μακριά από την fast food εμπορευματοποίηση της Φαντασίας και τις λογικές της
μαζικής κατανάλωσης. Με την ταυτότητα αυτή, το Fantasy Guild είχε δώσει μια
«υπόσχεση» στο κοινό του: Να υπηρετήσει την Φαντασία στην πιο καθαρή της μορφή,
να δώσει βήμα στους αληθινούς εκπροσώπους της και να ικανοποιήσει τις
προσδοκίες που το ίδιο δημιούργησε στο κοινό του, για την μορφή και το
περιεχόμενό του.
Φέτος λοιπόν, στην δεύτερη διοργάνωσή του που
πραγματοποιήθηκε στον ίδιο φιλόξενο χώρο, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, το
Fantasy Guild τήρησε στο ακέραιο την υπόσχεση αυτή. Από άποψη περιεχομένου,
είχε όλα εκείνα για τα οποία έγινε γνωστό και αγαπητό. Ομιλίες, παρουσιάσεις,
έκθεση δημιουργών και εκδοτικών οίκων μεγαλύτερη από πέρυσι, επίδειξη card
games, επίδειξη επαγγελματικού μακιγιάζ φαντασίας βασισμένο σε ιστορικά
πολεμικά χρώματα και μοτίβα, φωτογραφίσεις cosplayers, εργαστήριο κατανόησης
της εραλδικής τέχνης και παραγωγής φανταστικών οικοσήμων, παρουσίαση νέων
ελληνικών προσπαθειών στον χώρο των παιχνιδιών ρόλων και των επιτραπέζιων
παιχνιδιών, δραστηριότητες για παιδιά και γενικά δραστηριότητες για όλη την
οικογένεια που θα επέλεγε να το επισκεφτεί.
Η διοργάνωση ήταν και πάλι άψογη, με τήρηση
των χρόνων των ομιλιών, με καλή χωροθέτηση των εκθετών και με γρήγορη επίλυση
όποιων μικρών προβλημάτων παρουσιάστηκαν, όπως γίνεται αναπόφευκτα σε κάθε
τέτοια διοργάνωση. Από άποψη εκθετών και ομιλητών, η λέξη που χαρακτήρισε όλους
τους συμμετέχοντες ήταν «ποιότητα», σε ό,τι παρουσίασαν και διέθεσαν προς το
κοινό, σε όλες τις ομιλίες τους, σε όλες τις δραστηριότητες, σε όλα τα προϊόντα
που τέθηκαν προς επίδειξη και πώληση. Επίσης, οι συμμετέχοντες έδειξαν σεβασμό
στον χώρο, στην διοργάνωση, στους άλλους συμμετέχοντες και στους
επισκέπτες.Όπως και πέρυσι, το Φεστιβάλ
απευθύνθηκε πρωτίστως στο κοινό της Βόρειας Ελλάδας που το τίμησε, αλλά είχε
συμμετοχές και επισκέπτες κι από άλλες περιοχές, από την Αθήνα αλλά ακόμα και
από την Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, ενδεικτικό της απήχησης που αρχίζει
να αποκτά.
Το σημαντικό είναι ότι το Fantasy Guild 2
διατήρησε την δομή του ως χώρος ισότιμης ανταλλαγής γνώσεων, ικανοτήτων και
διαλόγου μιας κοινότητας και όχι ως ex cathedra «διδασκαλίας» πραγμάτων που
«όφειλες να ξέρεις» (το έχω ζήσει αυτό το συναίσθημα σε συγκεκριμένες ομιλίες
παλαιοτέρων άλλων φεστιβάλ, που έχουν αναστείλει την λειτουργία τους) και
πουθενά δεν ήταν πιο εμφανές αυτό από τις ομιλίες. Κύριο γνώρισμα των ομιλιών
σεμιναρίων στο Fantasy Guild 2 ήταν ότι, αποτέλεσαν όχι διαλέξεις αλλά
συζητήσεις μιας παρέας ανθρώπων γύρω από ένα θέμα που το ξέρουν και το αγαπούν,
με το κοινό να γίνεται μέρος αυτής της παρέας και οι ομιλητές μέρος του κοινού,
με ανταλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων, παρεμβάσεων, σχολίων και αστεϊσμών, που
όμως δεν εκτροχίασαν την συζήτηση. Βοηθούσε σε αυτό ότι οι ομιλίες και τα
σεμινάρια διεξάγονταν, όπως και πέρυσι, σε κλειστές αίθουσες, μακριά από το
χώρο των εκθετών, κάτι που εξαφάνιζε πλήρως τον θόρυβο και πιθανούς
περισπασμούς.
Οι ομιλίες και οι παρουσιάσεις ήταν και φέτος
ενδιαφέρουσες. Η ομιλία της επιμελήτριας Κατερίνας Καλογήρου, πολύ μεστή και στοχευμένη
γύρω από την επιμέλεια, λογοτεχνική και φιλολογική, γεμάτη πληροφορία και
χιούμορ. Η ομιλία του συγγραφέα Αλέξανδρου Λειβαδιώτη, που ανέλυσε τη
διαδικασία της κοσμοπλασίας από το μηδέν, με παράδειγμα τον φανταστικό κόσμο
του Μόντεγιορτ που έχει δημιουργήσει ο ίδιος, καθώς κι εκείνη του συγγραφέα
Χρήστου Κεσκίνη για όλο το ταξίδι ενός βιβλίου, από την συγγραφή, την
επιμέλεια, την επικοινωνία με εκδοτικούς οίκους μέχρι και την διανομή ήταν
κιβωτοί πληροφοριών.
Θαυμάσια η παρουσίαση του Στέφανου Καράμπαλη,
για το λογοτεχνικό είδος των LitRPG και της δικής του δουλειάς στο πεδίο.
Εξαιρετική και η ομιλία του συγγραφέα Μιχαήλ Σιδηρόπουλου με θέμα το πώς η
Ελληνική Μυθολογία έχει επηρεάσει την παγκόσμια λογοτεχνία, την παγκόσμια ποπ κουλτούρα και τα έργα της. Ο Σιδηρόπουλος παρέθεσε έναν εκτενέστατο κατάλογο
έργων που περιλαμβάνει και το δικό του λογοτεχνικό πόνημα, το οποίο αναφέρεται
στον ελάχιστα εξερευνημένο μυθικό χαρακτήρα του Αυτόλυκου, παππού του Οδυσσέα.
Σημαντική ήταν η ομιλία του συγγραφέα και ερευνητή Πολυδεύκη Ανδριαννού που
μίλησε για την βορειοευρωπαϊκή παράδοση, την εξέλιξή της και την πρόσληψή της, με
αφορμή την έκδοση της ποιητικής Έδδας σε πεζό λόγο, στα ελληνικά, που
μετέφρασε, συνέθεσε και επιμελήθηκε ο ίδιος. Εξίσου σημαντική ήταν η ομιλία του
υποψ. διδάκτορα Μανώλη Φραγκίδη για την Εραλδική Τέχνη και παράδοση, η οποία
εστίασε και στην χρήση των εραλδικών σχημάτων και τεχνικών σε σημερινά
λογότυπα, σε design, διαφήμιση και marketing.
Αξίζει να αναφερθούμε στην συζήτηση με τους
Νίκο Θεοχάρη και Ελπίδα Πέτροβα, οικοδεσπότες γνωστού λογοτεχνικού podcast, για
τα ζόμπι και τους βρικόλακες στην παλαιότερη παράδοση και στην σύγχρονη ποπ
Κουλτούρα και τα εξελισσόμενα χαρακτηριστικά τους ως κοινωνικά σύμβολα, που
αποτέλεσε μαζί με την ομιλία του Μανώλη Φραγκίδη το καλύτερο δείγμα αυτής της
προσέγγισης των παρουσιάσεων ως «παρεΐστικες συζητήσεις» που χαρακτήρισε το
Fantasy Guild αλλά και στην παρουσίαση της συγγραφικής πλατφόρμας του Urnovl
από τον Τάσο Τσιπίδη και τους συνεργάτες του, που ανανεώθηκε πλήρως και έχει
σκοπό να φιλοξενήσει τα κείμενα ερασιτεχνών και επαγγελματιών συγγραφέων και
συγγραφικών ομάδων, με διεθνή πια προσανατολισμό. Ειδική μνεία θα θέλαμε να
κάνουμε και στον εξαιρετικό καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και
δημιουργό παιχνιδιών δημιουργικής αφήγησης κ. Αλέξανδρο Μυροφορίδη, που
συμμετείχε σε τρεις παρουσιάσεις αναλύοντας θεωρητικά θέματα με άπειρα και
γλαφυρά παραδείγματα, ενώ η δική του παρουσίαση επικεντρώθηκε στην
μεταποκαλυπτική δυστοπία και τον κόσμο της σειράς παιχνιδιών Fallout.
Τέλος, ξεχωριστή ήταν η παρουσίαση του νέου
λογοτεχνικού περιοδικού Πανδαιμόνιο αλλά και της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής
ομάδας πίσω από αυτό που έχει έδρα στην Δυτική Ελλάδα, από μερίδα των
συντελεστών του, όπως οι συγγραφείς Zephy Ross και Κωνσταντίνος Πάτρας αλλά και
η παρουσίαση για το Οικοσύστημα της Ποπ Κουλτούρας στην Ελλάδα από τον Γιάννη
Παπαδημητρόπουλο, παλιό μέλος της Λέσχης μας και τον συγγραφέα και επιμελητή
Βαγγέλη Ιωσηφίδη.
Όπως είχα γράψει και πέρυσι, η διαφορά του
συγκεκριμένου, μικρού αλλά πολλά υποσχόμενου, Φεστιβάλ από άλλα αντίστοιχα
είναι ότι η ομάδα των συντελεστών, που κάθε χρόνο όλο και αυξάνεται, έχει ένα
σαφές όραμα για αυτό που θέλει να υπηρετήσει, ένα όραμα που θέτει όρια σε
πράγματα που απέχουν πολύ από την έκφραση της καθαρής Φαντασίας και δεν δέχεται
να μετατρέψει το χώρο και το χρόνο του Φεστιβάλ σε μια εμποροπανήγυρη προϊόντων
κάθε είδους που μερικά λίγη σχέση έχουν με την λογοτεχνία του φανταστικού. Δεν
έχουμε να κάνουμε με ένα από τα συνηθισμένα μαζικά φεστιβάλ όπου οι ομιλίες και
η ανταλλαγή γνώσεων δεν είναι εγγενές μέρος του προγράμματος αλλά κάτι που
γίνεται «παρεμπιπτόντως» με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική επαφή κοινού
και καλλιτεχνών, ούτε αλληλεπίδραση των θεατών, ούτε ασφαλώς συζήτηση και
ανακάλυψη κοινών κωδίκων επικοινωνίας. Θα επαναλάβω σχεδόν αυτούσιο αυτό που έχουμε
πει πολλάκις στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ., ότι κάποια από τα μεγάλα Φεστιβάλ που γίνονται
στον ελλαδικό χώρο έχουν απολέσει την δυνατότητα καλλιέργειας της «κοινότητας»
που διατείνονται ότι υπηρετούν. Έχουν μετατραπεί, στην καλύτερη περίπτωση, σε
προσωπικά οχήματα δημοσίων σχέσεων κάποιων εκ των διοργανωτών τους, στην
χειρότερη σε μηχανές παραγωγής οικονομικού αποτελέσματος αλλά και προαγωγής των
προοδευτικών ιδεολογιών των μελών των οργανωτικών τους επιτροπών, κάτι που τα
βοηθάει να προσελκύουν τις ευμεγέθεις χορηγίες των γνωστών και μη εξαιρετέων
«πολιτιστικών ιδρυμάτων», πρεσβειών και Μέσων Ενημέρωσης. Μέσα από εντελώς
άσχετες εκδηλώσεις, παρουσίες και συμμετοχές, προσπαθούν στον βωμό της
«πολυσυλλεκτικότητας» να χωρέσουν κάτω από την ίδια στέγη πράγματα ασύνδετα
μεταξύ τους ή και εμφανώς αντιθετικά, με μόνο μέλημα την μεγιστοποίηση της
προσέλευσης.
Στην αντίπερα όχθη στάθηκε και φέτος το
Fantasy Guild. Τα εύσημα για την προσπάθεια και το αποτέλεσμα ανήκουν σε όλη
την ομάδα των διοργανωτών και εθελοντών, αλλά κυρίως στους συν-διοργανωτές Φώτη
Δούκα, ιδιοκτήτη του site Greek Fantasy Atlas και Αλέξανδρο Τριανταφύλλου,
εκδότη των εκδόσεων Black Griffin Books. Ο Αλέξανδρος είναι ο «πατέρας» του
Fantasy Guild, ο άνθρωπος που είχε εξ αρχής το όραμα για το τι θα ήταν και τι
δεν θα ήταν το Φεστιβάλ και το διοργάνωσε πέρυσι δίνοντάς του το ξεχωριστό του
χρώμα. Ο Φώτης φέτος εισήλθε στον πυρήνα
της οργανωτικής ομάδας, φέρνοντας δυναμικές ιδέες και εμπειρία στην διοργάνωση
μεγάλων εκδηλώσεων που όμως ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα με την ουσία του Fantasy
Guild. To αποτέλεσμα ήταν αυτή η όμορφη "μάζωξη", όπως ο Φώτης λέει
και έχει δίκιο, γιατί μάζωξη ήταν (στα μεσαιωνικά αγγλικά θα ήταν ένα “moot”),
μια μάζωξη φίλων και μελλοντικών φίλων, που μαζεύτηκαν για να συζητήσουν τα
κοινά τους ενδιαφέροντα και να διασκεδάσουν.
Το Fantasy Guild ως ιδέα είναι ένα
«σχεδιάγραμμα» του πώς δημιουργείται ή πρέπει να δημιουργείται, μια πραγματική
κοινότητα του Φανταστικού που δεν την νοιάζει η ποσότητα των επισκεπτών αλλά η
ποιότητα της εμπειρίας τους, ούτε εστιάζει στην ποσότητα των εκθετών/ομιλητών
αλλά στην αρτιότητα και την θεματική συνάφεια της πολιτιστικής τους πρότασης.
Άλλα μέρη της Ελλάδας με ισχυρές κοινότητες του Φανταστικού, και βέβαια οι
γειτονιές της Αθήνας, θα ήταν καλό να κοιτάξουν προς το φεστιβάλ αυτό και να το
μιμηθούν, δημιουργώντας μικρές, ανόθευτες κυψέλες Φαντασίας, που θα φέρουν
κοντά ομονοούντες ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουν και θα συσφίξουν σχέσεις και θα
δώσουν την ευκαιρία σε νέους αναγνώστες και ιχνηλάτες του «αληθινού»
Φανταστικού (δεν είναι όσο οξύμωρο ακούγεται) να γνωρίσουν τους κόσμους του σε
μια προσωπική και «ζεστή» εμπειρία, μακριά από τη φασαρία και τα χιλιάδες
άσχετα ερεθίσματα. Τηρουμένων των θεματικών αναλογιών, αυτό είναι κάτι που
ξεκίνησε από το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (θεματικά διαφέρουν, αλλά η
φιλοσοφία είναι η ίδια) και με χαρά βλέπω να επεκτείνεται σαν πρακτική.
Την πρώτη φορά πέρυσι, το Φεστιβάλ Fantasy
Guild πέτυχε γιατί προσέφερε ακριβώς κάτι καινούργιο και ουσιαστικό, την
σύμπηξη των δεσμών μιας κοινότητας, πέρα από την άκρατη εμπορευματοποίηση, με
την ποιότητα των συμμετεχόντων και τον σεβασμό στο κοινό. Την δεύτερη, φέτος,
το Φεστιβάλ ακολούθησε την ήδη επιτυχημένη συνταγή του, την διάνθισε με νέες
καινοτομίες και ανέδειξε νέες πτυχές, κρατώντας τον πυρήνα αυτού που το έκανε
ξεχωριστό. Την τρίτη φορά του χρόνου, και ελπίζουμε εις το διηνεκές, το Fantasy
Guild θα είναι πια ένας καθιερωμένος θεσμός, από ανθρώπους που αγαπούν και
υπηρετούν την Φαντασία για ανθρώπους που την αγαπούν εξίσου. Καλά να είμαστε
και ευχόμαστε να έχουμε ανταποκρίσεις από το ιδιαίτερο αυτό Φεστιβάλ
Φανταστικού για πολλά χρόνια ακόμα!
Εκκλησιασμός στην Αθήνα
του Σταμάτη Μαμούτου
Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στον τόπο
καταγωγής της μητέρας μου κατά την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας. Όταν ήμουν
μαθητής του δημοτικού σχολείου κι ακόμη υπήρχαν χωματόδρομοι. Σπίτια πλίθινα με τοίχους
από καλάμια. Ηλικιωμένοι της παλιάς εποχής, με σκούρα ρούχα που ήταν ραμμένα στα
ραφεία της γειτονιάς, χρησιμοποιούσαν ποδήλατα με μεγάλες λεπτές ρόδες για τις
μετακινήσεις τους. Ήταν τα μόνα οχήματα που περνούσαν συχνά στον δρόμο μπροστά
απ’ το πατρικό του παππού μου, του Σωτήρη. Αυτά, και τα τρένα που σταματούσαν
στον σιδηροδρομικό σταθμό, είκοσι μέτρα απόσταση από τον πίσω φράχτη του
σπιτιού. Αυτοκίνητα βλέπαμε μια δυο φορές την ημέρα. Ίσως και καθόλου.
Ο δημόσιος δρόμος ήταν γεμάτος παιδιά.
Παίζαμε «κεραμιδάκια», «μήλα», «κρυφτό», «κουτσό», «πόλεμο» και ποδόσφαιρο.
Βάζαμε πρόκες στις γραμμές του τρένου που, όταν οι σιδερένιοι γίγαντες τις
πατούσαν, γίνονταν πλατιές σαν μικρά σπαθιά. Την Μεγάλη Εβδομάδα, αν ο καιρός
ήταν κρύος (είχε κρύα και πολλές βροχές ο χειμώνας της παλιάς Ελλάδας) οι
πιτσιρικάδες της γειτονιάς μαζευόμασταν είτε στον φούρνο του παππού μου -για να
διαβάσουμε Μπλεκ και να παίξουμε το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι με τα ελατήρια ή
και το Subbuteoπου
έφερνα από την Αθήνα, πάνω στην ξύλινη πινακωτή- είτε στο σπίτι που ζούσαν τα
ξαδέρφια μου, ο Γιάννης και η Μαριλένα.
Το σπίτι του Γιάννη και της Μαριλένας ήταν το
τεχνολογικό αβαείο της παραδοσιακής κωμόπολης. Ένα σύγχρονο αρχοντικό με
μεγάλους εσωτερικούς χώρους και αυλή καλυμμένη από γρασίδι. Στον προθάλαμο του
σαλονιού μας περίμεναν μια έγχρωμη τηλεόραση, ένα μηχάνημα αναπαραγωγής ταινιών
videoκαι
κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών Atari. Μικρές
πολυτέλειες που φάνταζαν διαστημικές για τα δεδομένα μιας κωμόπολης σαν την
Ανδραβίδα των μέσων της δεκαετίας του ’80.
Εκείνο το σπίτι αποτελούσε το βασίλειο του
χειμώνα για εμένα, τα ξαδέρφια μου και τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς.
Οικοδέσποινα ήταν η αείμνηστη θεία και νονά μου Κατερίνα. Και η κουζίνα της, με
τους όμορφους ξύλινους τοίχους να περιβάλλουν την επίσης ξύλινη τραπεζαρία, ήταν
πάντα γεμάτη με πλούσια εδέσματα και εκατοντάδες βαμμένα αυγά που μας μοίραζε
αφειδώς. Καθώς μεγάλωνα, σε εκείνο το σπίτι έβλεπα σημαντικούς αθλητικούς
αγώνες που τότε πραγματοποιούνταν την Μεγάλη Εβδομάδα. Όπως, για παράδειγμα, το
final four της Γάνδης.
Δίπλα ήταν το ξυλουργείο του, σχετικά
προσφάτως, εκλιπόντα θείου Κώστα. Ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς αν
αποτελούσε ξυλουργείο ή παιδική χαρά. Στον θείο Κώστα καταφεύγαμε για να μας
φτιάξει ξύλινα σπαθιά και τυφέκια. Μέχρι να ολοκληρώσει την κατασκευή των ξύλινων
όπλων ρίχναμε κλωτσιές στα πριονίδια και κάποτε καρφώναμε ταβανόπροκες σε ξύλα
που δεν έπρεπε, ώσπου να μας καταλάβει και να μας πάρει από τα χέρια τα σύνεργα
της δουλειάς. Το μεσημέρι περνούσα από το σπίτι του για να καθίσω στην κουνιστή
ξύλινη πολυθρόνα και να δω με την ξαδέρφη μου, την Έλενα, στην τηλεόραση
ταινίες ή σειρές με θέμα την ζωή του Χριστού.
Όλη αυτή η αχαλίνωτη ανεμελιά, που διαχεόταν
σαν τον άνεμο σε κάθε γωνιά της γειτονιάς, διακοπτόταν απότομα τα απογεύματα
της Μεγάλης Εβδομάδας. Γιατί έπρεπε να συνοδεύσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες
μας στην εκκλησία. Ο εκκλησιασμός ήταν κάτι παραπάνω από μυστικιστικό βίωμα για
τους ηλικιωμένους. Ήταν μακραίωνη παράδοση, σημείο κοινωνικής συναναστροφής,
τελετουργικό ηθικής διάπλασης.
Ο παππούς μου ξάπλωνε στο κρεβάτι το γιγάντιο
κορμί του και με καλούσε να καθίσω δίπλα του για να μου μάθει το εκκλησιαστικό
τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδος. «Σήμερα Κρεμάται επί Ξύλου», «Αι Γενεαί Πάσαι»,
«Δεύτε Λάβετε Φως» ήταν μερικές από τις φράσεις που επαναλάμβανε ενώ το
μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής προσπαθούσε να μου μάθει να τραγουδώ το Σήμερα Μαύρος Ουρανός. Όταν τελείωνε το
μάθημα τον συνόδευα στο νεκροταφείο για να καθαρίσουμε το μνήμα των προγόνων
μας και να ανάψουμε το καντήλι. Το βράδυ έπαιρνα το φαναράκι μου και περπατούσα
μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα σε τάφους και μικρούς δρόμους, συνοδεύοντας
τον Επιτάφιο στην περιφορά του.
Ο σκοτεινός ουρανός με τα ασημένια του
διαδήματα παρατηρούσε το τελετουργικό. Κι εγώ κοιτούσα μαγεμένος την κοινωνική
ζωή να αλλάζει ρυθμούς, τα θορυβώδη καφενεία και τις ταβέρνες των ξωμάχων της
κωμόπολης να αδειάζουν, την πόλη να συντονίζεται στην ιερότητα της στιγμής και
την κοσμικότητα να υποκλίνεται στο έθος. Όταν επέστρεφα σπίτι περίμενα, πώς και
πώς, την ώρα που θα έσβηναν τα φώτα στο εκκλησιαστικό τελετουργικό της επόμενης
μέρας. Σκοτάδι, απεραντοσύνη, συλλογικό βίωμα αιώνιας ζωής και ενατένιση του
Θείου. Το φως των κεριών μέσα στην βελούδινη σιωπή. «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών»,
φιλιά, ευχές και η μάχη μόλις είχε αρχίσει.
Τα πυροτεχνήματα άπλωναν εκκωφαντικούς θορύβους και εντυπωσιακά φώτα σε μια νυχτερινή φαντασμαγορία. Κάποτε, πρέπει να ήταν κάπου στα 1985,
θυμάμαι ότι το σόι μας είχε χωριστεί σε δυο ομάδες, οι οποίες, μετά το πέρας
της Αναστάσιμης λειτουργίας, μετέτρεψαν την γειτονιά σε πεδίο μάχης για το ποια
θα απωθούσε την άλλη με τα πυροτεχνήματά της. Όλη την εβδομάδα εκπονούνταν σχέδια
μάχης και επιλέγονταν προσεκτικά τα σημεία που θα στήνονταν τα αντίπαλα
«πολυβολεία».
Όμως, τα χρόνια πέρασαν. Οι περισσότεροι από
τους συγγενείς που αναπολώ έχουν φύγει απ’ την ζωή. Η Ελλάδα άλλαξε. Πολύ
περισσότερο η επαρχία της. Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν και άδειασαν από παιδιά,
τα αυτοκίνητα φύτρωσαν σαν αγκαθωτοί θάμνοι στις γειτονιές, ο τόπος γέμισε
κτίσματα από μπετόν. Η επέλαση του εκσυγχρονισμού διέλυσε τους παλιούς δεσμούς.
Έπνιξε τον φημισμένο ανά την υφήλιο εθνικό μας ενθουσιασμό, τον οποίο οι μεγαλύτεροι
θυμόμαστε να μας συνεπαίρνει σε καιρούς αλλοτινούς. Ο εισερχόμενος από την Δύση
ανταγωνιστικός ατομικισμός ροκάνισε σαν το σαράκι σχέσεις και ψυχές. Νέοι
τρόποι ζωής υιοθετήθηκαν. Νέοι πληθυσμοί μπούκαραν από κάθε γωνιά της χώρας,
αλλάζοντας το πληθυσμιακό της περιεχόμενο.
Συνομήλικοί μου και νεότερές γενιές
αντιμετώπισαν την παράδοση σαν άχρηστο ξέφτι. Το nightclubbingαξιολογήθηκε
ως κάτι σημαντικότερο από την οργανικότητα της συλλογικής κατάνυξης και από το
ένθεο δέος. Τα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης όχι μόνο δεν συντονίζονταν πια με
την παραδοσιακή θρησκευτικότητα μα άρχισαν να γεμίζουν ασφυκτικά την Μεγάλη
Παρασκευή. Αυτή δεν ήταν η Ελλάδα που με μεγάλωσε. Ήταν η Ελλάδα της δεκαετίας
του ’90. Ήταν η απαρχή της σημερινής προδιαγεγραμμένης παρακμής.
Πλέον, εδώ και λίγα χρόνια, μετά τον θάνατο
της γιαγιάς μου της Αθηνάς, κατεβαίνω μόνο τα καλοκαίρια στον τόπο καταγωγής
της μητέρας μου. Βιώνω, έτσι, την Μεγάλη Εβδομάδα στην Αθήνα. Στην συνοικία που
διαμένω η βουή της τσιμεντένιας αστικής ζωής καταπίνει την θρησκευτική
πνευματικότητα και η πολυεθνική κοινωνική σύσταση αποψιλώνει την όποια επιρροή
των παραδοσιακών εθίμων. Όπως συνηθίζω εδώ και αρκετά χρόνια, αναζητώ καταφύγιο
στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών ψάχνοντας κάτι ουσιαστικότερο.
Κάθε Μεγάλη Πέμπτη περνώ από μια σειρά
εκκλησιών για να παρακολουθήσω την λειτουργία. Από την Αγία Φωτεινή, το Μετόχι
του Παναγίου Τάφου και τον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά στην Πλάκα, κατεβαίνω στην
Μητρόπολη, στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα, στην Αγία Ειρήνη, στην
Καπνικαρέα, στον Άγιο Φίλιππο της Βλασσαρούς και σε άλλους ναούς. Όπου βρω κενό
κάθισμα παραμένω για να παρακολουθήσω την λειτουργία ή μέρος της.Σε όλους, σχεδόν, τους προαναφερθέντες ναούς
βιώνουν οι πιστοί ένα ατμοσφαιρικό τελετουργικό. Οι λειτουργίες της Μεγάλης
Εβδομάδας στους ναούς του κέντρου των Αθηνών μπορούν να αποτελέσουν φωλιές
αισθητικής ανάτασης και ζεστού πνευματικού βιώματος για τους σοβαρούς
ανθρώπους. Αρκεί να τηρηθούν δυο προϋποθέσεις.
Πρώτον, να αγνοηθούν κωμικοτραγικές υπάρξεις
της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας (παπάδες, καντηλανάφτες και λοιποί
υπανθρώπινης στάθμης τύποι) που πιθανολογείται ότι θα παρεμβληθούν πριν ή και
κατά την διάρκεια της λειτουργίας, ως περιφερόμενες σάρκινες εικόνες, ανάμεσα
στον σοβαρό άνθρωπο, την αισθητική των ναών και την θρησκευτική εμπειρία.
Δεύτερον, οι σοβαροί άνθρωποι να αντέχουν
συναισθηματικά την απότομη μετάβαση που σηματοδοτεί η έξοδος από τον ναό, μετά
το πέρας του τελετουργικού, στους δρόμους του κόσμου της εποχής μας. Είναι,
δυστυχώς, επιδραστική η προσγείωση από την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής
αισθητικής μιας λατρευτικής, χριστιανικής, κατανυκτικής λειτουργίας σε δρόμους
γεμάτους πολυεθνικά μπουλούκια νεαρών που αναζητούν τσακωμούς χωρίς λόγο, κορίτσια
με πρόσωπα άκαμπτα και χείλη φουσκωμένα από τις αισθητικές παρεμβάσεις, δυσδιάκριτου
φύλου άτομα με μαλλιά βαμμένα πουά και άσχετους με το περιβάλλον τουρίστες που
παρατηρούν σαν εξωγήινοι το θρησκευτικό τελετουργικό της Ορθόδοξης Χριστιανικής
Εκκλησίας.
Αν κάποιοι αναγνώστες νομίσουν ότι έχω
διάθεση για καυστική κοινωνική κριτική σε ένα άρθρο που αφορά την Μεγάλη
Εβδομάδα, οφείλω να διευκρινίσω ότι η στηλίτευση των φαινομένων της
καθημερινότητας δεν πηγάζει από κάποια προσωπική μου εμμονή. Χωρίς
υπερβολή, αυτή που περιγράφω στην παραπάνω παράγραφο είναι η πραγματικότητα που
υποδέχεται όσους αποχωρήσουν από έναν ναό του κέντρου των Αθηνών μετά το πέρας
μιας λατρευτικής τελετής και περπατήσουν στην οδό Ερμού, στην Πλάκα ή στο
Μοναστηράκι. Χρειάζεται να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη ψυχική δυναμική για να
χωνέψει κάθε σοβαρός άνθρωπος αυτές τις μεταμοντέρνα αποκλίνουσες εμπειρίες.
Δυστυχώς, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν βρήκε τον
δικό της Ντίκενς για να συντονίσει τον τρόπο ζωής εντός των αστικών κέντρων της
νεωτερικότητας με το παραδοσιακό κατανυκτικό μήνυμά της. Στην Αθήνα η
επικράτηση της παράδοσης γίνεται αισθητή μόνο το βράδυ της Ανάστασης. Ακόμη και
στις τοπικές της συνοικίες, το τελευταίο ημίωρο πριν ακουστεί το «Χριστός Ανέστη»,
ο χώρος επιστρέφει στα χέρια των Ελλήνων και το έθιμο καθίσταται επικρατούσα
συνθήκη.
Κατευθυνόμενος το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου
προς την εκκλησία των Αγίων Πάντων της Καλλιθέας, θα δει κανείς στον δρόμο
νεαρά άτομα προερχόμενα από γειτονικές ή άλλες χώρες, να κάθονται προκλητικά σε
παγκάκια και σκαλιά εισόδου πολυκατοικιών. Με τα γνωστά τραπ ρούχα και
κουρέματα, με τα επιθετικά βλέμματα που στάζουν μίσος κάτω από τα επιδεικτικά
ξυρισμένα φρύδια, με κουτάκια μπύρας στα χέρια και τις κοπελιές τους παράμερα. Οι
εν λόγω τύποι νιώθουν ακόμη κυρίαρχοι της πόλης και των δρόμων της, όπως
συμβαίνει στις υπόλοιπες μέρες της μεταμοντέρνας μας καθημερινότητας. Όμως, η
αυξημένη κίνηση δείχνει να τους ανησυχεί. Είναι εύκολο να διαβαστεί η δυσφορία
στην γλώσσα του σώματός τους. Κοιτούν αγριεμένα αλλά οι Έλληνες που κυκλοφορούν
είναι περισσότεροι απ’ ότι συνήθως. Δεν είναι εφικτό να απειληθούν ή να
απομονωθούν. Οι νεαροί μετανάστες αλλάζουν το βλέμμα θυμωμένοι, φτύνουν στο
πεζοδρόμιο, η πολυκοσμία και η γιορτινή διάθεση είναι απειλές για το
μεταμοντέρνο βασίλειο της παρακμής που εκείνοι ορίζουν. Tο -έστω και λειψό σε σύγκριση με το παραδοσιακό τελετουργικό- σκοτάδι της λειτουργίας των Αγίων Πάντων, που απλώνεται στο εσωτερικό του ναού πριν ακουστεί το Χριστός Ανέστη, καταπίνει το μαύρο της καθημερινότητας των μεταμοντέρνων καιρών μας.
Όσο η ώρα της Ανάστασης πλησιάζει και ο
κόσμος αρχίζει να κατακλύζει τον ναό και τους γύρω χώρους, οι Έλληνες γινόμαστε
περισσότεροι. Γεμίζουμε τους δρόμους του κεντρικότερου σημείου της συνοικίας,
όπως θα έπρεπε να το κάναμε σε καθημερινή βάση αν δεν ζούσαμε στην φυλακή της
νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Οι δημόσιοι χώροι της πόλης γίνονται ξανά
δικοί μας και η ελληνική εθιμοτυπία απλώνει την αισθητική της στο περιβάλλον
του αστικού ιστού. Οι κάγκουρες με τις μπύρες εξαφανίζονται. Κλείνονται στα
σπίτια τους ή χάνονται σε κάποιο σκοτεινό σημείο της πόλης σαν τους καλικάντζαρους
στην θέα του φωτός. Έστω και για λίγη ώρα πριν τα μεσάνυχτα της Ανάστασης η
κατανυκτική ατμόσφαιρα βασιλεύει. Η πόλη μας συντονίζεται στους απόηχους της
παραδοσιακής εθιμοτυπίας. Μέχρι να περάσουν οι ώρες και να βρεθεί ξανά στις
καθιερωμένες συνθήκες χάους της μεταμοντέρνας συνολικής απορρύθμισης.
Ασφαλώς, δεν διαμαρτύρομαι πλέον. Τείνει να
χάσει κάθε νόημα η διαμαρτυρία στην επικράτεια της περιρρέουσας αλητοκρατίας και
της ισοπεδωτικής παρακμής που ζούμε. Εύχομαι μόνο «μη χειρότερα» και εξακολουθώ
να δίνω την μάχη για την υπεράσπιση της σοβαρότητας μέσα από την κοσμοθεώρηση
του Ρομαντισμού, δίπλα σε λίγους συναγωνιστές και «αδερφούς του σπαθιού».
Προσεύχομαι για τις ψυχές των ανθρώπων που χάνονται καθημερινά, σε κάθε γωνιά
της γης, λόγω αποφάσεων του διεθνούς εξουσιαστικού κτήνους και παραλληλίζω τα
πάθη των ανθρώπων με τα πάθη του Χριστού.
Ας πορευτούμε πολεμώντας το χάος γύρω μας και
μέσα μας, με απώτερο στόχο το φως της Ανάστασης.
Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους τους φίλους
της Λέσχης.