Ανταπόκριση
από την συναυλία των Iron
Maiden και
Anthrax.
Σάββατο, 23 Μαΐου ΟΑΚΑ
του Σταμάτη
Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές μέσα από
τις στήλες των εντύπων μας. Σήμερα δεν υπάρχει heavy metal κίνημα.
Όπως και δεν υπάρχει heavy
metal κουλτούρα
στην Ελλάδα Υπάρχει μια ανομοιόμορφη κοινότητα ακροατών του heavy metal, ευτυχώς (ή όχι;) μαζική ακόμη, με μόνο
κοινό γνώρισμα την προτίμηση σε παρόμοια ακούσματα. Αν υπήρχε heavy metal κίνημα
και κουλτούρα, οι εταιρείες παραγωγής «μεταλλικών συναυλιών», μικρών και
μεγάλων (βάζω και τις μικρές στον λογαριασμό, ιδίως μετά το νέο φρούτο με
υποτιθέμενα δυο διαφορετικά live, ανά
ημέρα, που ξεφύτρωσε τον τελευταίο καιρό), θα μας είχαν δει να τις
επισκεπτόμασταν στα γραφεία τους για να τους…εξηγούσαμε τα αυτονόητα και να
τους διδάσκαμε αρχές συμπεριφοράς. Αλλά, δυστυχώς, βρίσκουν και τα κάνουν.

Η προχθεσινή συναυλία των Maiden ήταν
ένα ακόμη τέτοιο παράδειγμα μαρκετίστικης αλητείας. Με εισιτήρια που
κυκλοφόρησαν πριν από έναν χρόνο και τα οποία άρχισαν σταδιακά να ακριβαίνουν,
φτάνοντας ακόμη και σε δπλάσιες τιμές (πχ τα εισιτήρια της αρένας όταν
τυπώθηκαν κόστιζαν 100 ευρώ και μέχρι πριν λίγο καιρό είχαν φτάσει να πωλούνται
200 ευρώ!!). Ασφαλώς, το πρόσχημα για τον διπλασιαμό των τιμών ήταν η
πληροφορία που διέρρευσε η εταιρεία παραγωγής στον τύπο ότι η προπώληση ήταν
μεγάλη και πώς, τουλάχιστον έναν μήνα πριν την συναυλία, θα γινόταν sold out (με
τους όρους της εθνικής μας γλώσσας: τα εισιτήρια θα είχαν εξαντληθεί). Για άλλη
μια φορά αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για ένα τέχνασμα, που σκοπό είχε να εκβιάσει
όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές να αγοράσουν τα εισιτήρια στις
διπλασιαμένες τιμές.

Μίλησα μέσα στην εβδομάδα με παλιούς φίλους,
που παραβρέθηκαν στην πρόσφατη συναυλία των Metallica. «Μην ανησυχείς για τα
εισιτήρια. Θα βρούμε τα πιο φτηνά, την τελευταία ημέρα. Βρήκαμε τα φτηνότερα
στην συναυλία των Metallica,
που υποτίθεται ότι είχαν εξαντληθεί από πέρυσι. Δεν θα βρούμε στους Maiden;» μου είπαν και είχαν απόλυτο δίκιο.
Όπως συνέβη και στην συναυλία των Metallica, έτσι ακριβώς και χθες, όταν τα εκδοτήρια
εισιτηρίων άνοιξαν έξω από το ΟΑΚΑ, δυόμιση ώρες πριν ανέβουν στην σκηνή οι Anthrax, χιλιάδες απούλητα
εισιτήρια (ακόμη και στην αρένα, που υποτίθεται ότι είχαν εξαντληθεί έπειτα από
τον διπλασιασμό του κόστους τους και η εταιρεία παραγωγής είχε σταματήσει να τα
πουλά ηλεκτρονικά εδώ και αρκετό καιρό), πωλούνταν κανονικότατα στις αρχικές
τους τιμές (συγκεκριμένα 103 ευρώ!!).

Αυτή η πρακτική μάρκετινγκ των εταιρειών
παραγωγής εκείνο που καταφέρνει τελικά είναι να αφήνει αρκετούς ακροατές εκτός
των συναυλιών. Όσοι ακροατές αποθαρρύνονται από το χρηματιστήριο τιμών των
εισιτηρίων, δεν έχουν παρέα ή πληροφορίες, και στερούνται την διάθεση να
φτάσουν μέχρι το ΟΑΚΑ πέντε ώρες πριν την εμφάνιση των headliners για
να σταθούν στην ουρά των εκδοτηρίων, είναι αναμενόμενο να μην παραβρεθούν. Και
είναι κρίμα γιατί μπορεί, όντως, να είναι αληθινοί οπαδοί και σοβαροί
μουσικόφιλοι. Όμως, αυτό δεν ενδιαφέρει και πολύ τους εμπόρους του σημερινού
μουσικού κατεστημένου. Γιατί έχουν καταφέρει να αντισταθμίσουν την απώλεια
εσόδων αυτών των δυνητικά χαμένων θεατών από εκείνους που «ψάρωσαν» και
πλήρωσαν τα δικά τους εισιτήρια σε διπλάσιες και τριπλάσιες τιμές. Παρεμπιπτόντως, είναι κι αυτό ένα από τα
πολλά, απλά, εμπειρικά παραδείγματα, που διαλύουν τις ανοησίες της θεωρίας του
κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού περί του υποτιθέμενα λειτουργικού συμπλέγματος
ορθολογιστικής ατομικιστικής επιλογής-«δημοκρατίας της αγοράς»-ανταγωνιστικής
κερδοσκοπίας- γενικού παραγόμενου καλού στο τέλος.

Ενδεχομένως, οι ανταποκρίσεις των τηλεοπτικών
και άλλων ΜΜΕ, οι οποίες, ως εκ θαύματος συντονισμένα, αναπαρήγαγαν αστειότητες
όσον αφορά των αριθμό των θεατών που παραβρεθήκαμε τελικά στην συναυλία των Iron Maiden, να αποτελούν συνδυασμό οργανωμένης
παραπληροφόρησης και επικοινωνιακή τεχνική διαχείρισης μιας οργανωτικής
αποτυχίας. Έτσι, μολονότι τα ΜΜΕ έκαναν λόγο για πάνω από 50.000 θεατές που
παρακολουθήσαμε την συναυλία, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Όσοι
παραβρεθήκαμε ήμασταν, πάνω κάτω, 30 με 35.000, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Η
προσέλευση ήταν ελαφρώς μικρότερη από εκείνη της προηγούμενης συναυλίας των Iron Maiden στο
ΟΑΚΑ, του 2022.
Τα φαγητά και τα ποτά που πωλούνταν στον χώρο
της συναυλίας ήταν, επίσης, πανάκριβα (7 ευρώ ένα σάντουϊτς/χάμπουργκερ
κανονικού μεγέθους!!). Δεν χρειάζεται να σχολιάσω κάτι παραπάνω για την
κατάσταση που επικρατούσε στις τουαλέτες (εκεί οι διοργανωτές ήταν πράγματι old school) ή για τα λίγα καταστήματα πώλησης επισήμων
αναμνηστικών του συγκροτήματος, στα οποία οι ουρές αναμονής έφταναν ως τον
συρμό του ΗΣΑΠ. Τέλος, για μια ακόμη φορά, η ανοησία να χωρίζεται η αρένα με
κάγκελα σε μπροστινό και πίσω τμήμα, προκάλεσε μεγάλο στρίμωγμα και δυσκολία
πρόσβασης σε σημεία από τα οποία υπήρχε οπτική επαφή με το κέντρο της σκηνής. Συνολικά, η όλη εκδήλωση
αποτέλεσε μια ακόμη από τις γνωστές οργανωτικές αλχημείες των εμπόρων της
μουσικής βιομηχανίας.
Ευτυχώς, εκεί που τελείωσαν τα οργανωτικά
ταχυδακτυλουργικά άρχισαν τα ωραία. Εορταστική heavy metal ατμόσφαιρα
σε αρένα και εξέδρες, εξαιρετικές εμφανίσεις των Maiden και
των Anthrax,
πολύ καλός καιρός για συναυλία (παρά τις -για μια ακόμη φορά- αποτυχημένες
εκτιμήσεις των επιστημόνων που είχαν προηγηθεί, περί υποτιθέμενων επερχόμενων
τρομακτικών καταιγίδων οι οποίες μπορεί και να ματαίωναν την εκδήλωση).
Οι Anthrax βγήκαν στην σκηνή την ώρα
που είχε ανακοινωθεί (σε μια περιοδεία των Maiden, όλα κυλούν σε βρετανικούς ρυθμούς). Παρουσίασαν
ένα set
list πενήντα
περίπου λεπτών, ενθουσιάζοντας το κοινό τους. Δεν μπορώ να γράψω πολλά γιατί
ανέκαθεν με άφηνε αδιάφορο (στην καλύτερη των περιπτώσεων) το thrash. Ωστόσο, οφείλω να αναγνωρίσω ότι το
συγκρότημα ήταν σε φόρμα, ο Μπελαντόνα αειθαλής και εντυπωσιακά ικανός να ταξιδεύει
ανάμεσα στις οκτάβες ενώ ούρλιαζε, οι κιθάρες και τα τύμπανα όπως ακριβώς
έπρεπε ενώ το πολύ καλό μπάσο κάπου χανόταν λόγω του ύφους της μουσικής και του
τρόπου της ηχοληψίας. Γενικά ο ήχος ήταν «χαμηλωμένος», δεν είχαν ανοίξει ενισχυτές
σε σημεία του σταδίου πέρα από την σκηνή. Το ίδιο, βέβαια, συνέβη και στους Maiden.
Στο set list των Anthrax περιλαμβάνονταν
τα τραγούδια Among
The Living, Madhouse, Caught In A Mosh, Metal Thrasing Mad, I Am The Law, Antisocial, Got The Time και Indians. Η αλήθεια είναι ότι θα έπρεπε
να είχαν παρουσιάσει ένα δυο τραγούδια ακόμη. Όμως, φαίνεται ότι το να είναι
μια μπάντα support
σε
περιοδεία των Iron
Maiden συνεπάγεται
αυστηρό πρωτόκολλο.
Οι ακροατές του συγκροτήματος ανταποκρίθηκαν,
σε γενικές γραμμές, στις απαιτήσεις μιας thrash μπάντας (πάντοτε, στον βαθμό που είναι
εφικτό κάτι τέτοιο στην εποχή των συναυλιών που κατακλύζονται από θεατές, οι
οποίοι τις βιντεοσκοπούν με τα κινητά τους τηλέφωνα περισσότερο απ’ ότι τις
βλέπουν). Circle
pits πραγματοποιήθηκαν
(παρά το εξοντωτικό στρίμωγμα, λόγω της διαμόρφωσης της αρένας), καπνογόνα
άναψαν, το πάρτι είχε αρχίσει. Όταν η ώρα έφτασε 20:40 οι 35.000 θεατές είχαμε
πάρει τις θέσεις μας και το αναμενόμενο Doctor Doctor των UFO, άρχισε να δονεί τα ηχεία. 20:45 ακούστηκε
ως εισαγωγικό το The
Ides Of March και η μεγάλη οθόνη πάνω από τα τύμπανα
άρχισε να μας χαρίζει τα γραφικά υποστήριξης του φετινού tour των Iron Maiden. Αν και έχουν γραφτεί πολλά για το
συνοδευτικό show
της
Σιδηράς Παρθένου, για να είμαι ειλικρινής δεν με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Μια
τεράστια οθόνη που πρόβαλε ωραία γραφικά. Ως εκεί.

Στην ουσία του θέματος, πάντως, η μεγάλη
στιγμή είχε φτάσει. Οι «αιώνιοι έφηβοι» βασιλιάδες του heavy metal ήταν
ξανά μπροστά μας. Πρώτο τραγούδι το Murders In The Rue Morgue και συνέχεια με Killers, Wrathchild και Phantom Of The Opera (θεωρώ πολλά τα τραγούδια που
επιλέχθηκαν από δίσκους που δεν τραγούδησε ο Dickinson). Ακολούθησε το The Number Of The Beast και έπειτα
το Infinite Dreams, με τον Βρασίδα να εξηγεί ότι οι Maiden μας
χάρισαν σε ζωντανή εκτέλεση ένα τραγούδι που είχαν να παίξουν δεκαετίες, αν και
δεν ήταν το Alexander
The Great.
Η απόδοση της μπάντας ήταν για μια ακόμη φορά
εντυπωσιακή. Ο Dickinson έδωσε μια απίθανη παράσταση ακόμη και για τα δικά του
δεδομένα αριστείας, η φωνή του ακουγόταν αναλλοίωτη και η θεατρικότητα των
ερμηνειών του παρέμεινε μαγευτική. Το κιθαριστικό τρίδυμο σταθερά εξαιρετικό,
τα τύμπανα του Dawson
αρκετά
μπασμένα στο στυλ παιξίματος της μπάντας, αν και όχι με τις δυνατότητες των
παλαιότερων τυμπανιστών της Σιδηράς Παρθένου. Για το τέλος άφησα τον αρχηγό.

Οι θεατές που βρίσκονταν πολύ μπροστά στην
αρένα έλεγαν ότι το μπάσο ακουγόταν πάνω από τις κιθάρες (αυτό, ασφαλώς, είναι
σύνηθες στις συναυλίες των Maiden).
Ωστόσο, στην υπόλοιπη αρένα ακούγαμε κάτι διαφορετικό. Ίσως επειδή ο ήχος
ερχόταν μόνο από την σκηνή και δεν είχαν ανοιχτεί ενισχυτές σε άλλα σημεία, για
πρώτη φορά μετά από πέντε δεκαετίες, ο ήχος ταξίδευε στα αυτιά μας με τις
κιθάρες δυνατές και το μπάσο υποτονικότερο (έχω την απορία τι άκουγαν οι θεατές
που κάθονταν στο πάνω διάζωμα και προς τα πίσω). Γενικότερα, πάντως, όπως
προανέφερα, ο ήχος ήταν πιο χαμηλά απ’ ότι συνήθως. Προσωπικά δεν με ενόχλησε.
Γιατί, με αυτό τον ήχο, τα τραγούδια ακούγονται πιο κοντά στις ηχογραφήσεις των
albums.
Επίσης, όταν φύγαμε από την συναυλία δεν βούιζαν τα αυτιά μας. Αλλά,
επαναλαμβάνω, δεν γνωρίζω πώς έφτανε ο ήχος στα αυτιά των θεατών που βρίσκονταν
στην πιο μακρινές εξέδρες. Έχω την υποψία ότι μπορεί και να έφτανε ως ψίθυρος.
Οι λίγοι ενισχυτές που υποστήριζαν τους Maiden, σε συνδυασμό με την έλλειψη
ικανοποιητικού φωτισμού πέρα από την σκηνή, αποτέλεσαν τις τεχνικές παραφωνίες της
υπέροχης, κατά τα άλλα, βραδιάς. Στην αρένα και στις κερκίδες είχε απλωθεί ένα
μόνιμο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν αρκετά φώτα ούτε για ένα πρόσκαιρο άνοιγμα όταν μας
αποχαιρετούσαν οι μουσικοί, προκειμένου να δουν συνολικά τους θεατές που ήρθαν
να τους απολαύσουν. Αν μη τι άλλο περιμέναμε σίγουρα κάτι καλύτερο στο πεδίο της τεχνικής υποστήριξης για μια
εορταστική περιοδεία των πενήντα χρόνων του σπουδαιότερου heavy metal συγκροτήματος.
O
Harris,
πάντως, έχει ένα απίστευτα δύσκολο έργο. Σε ηλικία εβδομήντα ετών πρέπει να
εκτελεί αλλεπάλληλες δύσκολες συνθέσεις, χωρίς το μπάσο του να σταματά
δευτερόλεπτο. Εύλογο είναι να μην μπορεί, πλέον, να κάνει στην σκηνή ακροβατικά
που επέλεγε όταν ήταν νεότερος (άλματα, να μετακινεί το μπάσο σαν μυδράλιο
κλπ). Ωστόσο, όπως και να έχει, ακόμη και όντας προσηλωμένος στις μπασογραμμές,
χωρίς να σηκώνει κεφάλι προς το κοινό, παραμένει ο ηγέτης. Ο μουσικός στον
οποίο αρθρώνεται η ηχητική αυτοκρατορία του heavy metal. Για όσους έχουμε καταπιαστεί με το
μπάσο ξέρουμε ότι πρόκειται για ένα βαρύ και μεγάλο, «αντρικό», μουσικό όργανο. Αυτό που
καταφέρνει ακόμη ο Harris
στα
εβδομήντα του επί σκηνής είναι πραγματικά εντυπωσιακό.
Η συναυλία συνεχίστηκε με τα Powerslave, Two Minutes To Midnight και Rime Of The Ancient Mariner, με τον Dickinson να αποδεικνύει
ότι πραγματοποίησε ίσως την σπουδαιότερη εμφάνιση της καριέρας του στην Ελλάδα.
Ακολούθησε το Run
To The Hills, με την αρένα να δονείται και τον
Βρασίδα να δείχνει ότι άρχιζε να έχει ανάγκη την βοήθεια του κοινού, μιας και
μέχρι εκείνη την στιγμή είχε δώσει ό,τι είχε και δεν είχε στο ερμηνευτικό του
κρεσέντο. Στην συνέχεια οι Maiden
μας
κεραυνοβόλησαν με το Seventh
Son Of A Seventh Son. Άλλη μια εκπληκτική και δύσκολη
σύνθεση, που αρμόζει σε συναυλιακό χώρο κλασικής μουσικής εξίσου με αρένα heavy metal live.

Ακολούθησαν τα The Trooper, Hallowed Be Thy Name και Iron Maiden, μέχρι το πρώτο κλείσιμο. Για να επιστρέψουν με τα Aces High, Fear Of The Dark και Wasted Years, προκειμένου να ολοκληρώσουν, στις
22:45 ακριβώς, μια καταπληκτική συναυλία που διήρκεσε ακριβώς δύο ώρες. Απέδωσα
τον χαρακτηρισμό «καταπληκτική» και όχι «χορταστική» για έναν και μόνο λόγο. Αν
είσαι αληθινός metalhead δεν
χορταίνεις να βλέπεις τους Iron
Maiden, έστω
και αν έχουν μπει στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους. Αν έμεναν για να παίξουν
κι άλλα τραγούδια μέχρι το πρωί, κανείς μας δεν θα έχανε ούτε λεπτό. Θα
τους ακούγαμε ευχάριστα και θα ζητούσαμε να παίξουν κι άλλο.
Χρησιμοποιώ πρώτο πληθυντικό για να εκφράσω
τους αυθεντικούς χεβυμεταλλάδες. Μια ματιά που έριξα σε φωτογραφίες των θεατών
στις πρώτες σειρές με κάνει να συμπεράνω ότι ένα μέρος του κοινού δεν
απαρτιζόταν από τέτοιους. Τουλάχιστον, όμως, δεν υπήρχαν φαινόμενα όπως εκείνα
των Metallica. Οι
Maiden κρατάνε
δίπλα τους τον κανονικό heavy
metal κόσμο
και όχι περαστικούς, ασχέτως αν ο σημερινός heavy metal κόσμος
δεν έχει καμία σχέση με τον μεταλλικό κόσμο των παλιών καλών καιρών.
Διαβάστε τις διάφορες ανταποκρίσεις των rock sites και
συγκρίνετε τους θεατές των πρώτων σειρών που φαίνονται στις φωτογραφίες της
προχθεσινής συναυλίας με αυτούς των παρακάτω φωτογραφιών που είχα τραβήξει, με
αναλογικό φιλμ, στην συναυλία των Maiden του 1998, η οποία είχε
πραγματοποιηθεί στον Λυκαβηττό. Μετά δείτε και το γνωστό βίντεο από την
συναυλία του 1988, που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Και τότε επιχειρήστε να
κάνετε τις πρέπουσες συγκρίσεις, αγνοώντας τους ορθολογιστές βλάκες που, με επιχειρήματα
εκσυγχρονιστικού περιεχομένου, προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν έχουν νόημα οι
συγκρίσεις, ότι η πορεία προς τον εκφυλισμό που εκείνοι αντιλαμβάνονται ως
ιστορική εξέλιξη είναι κάτι σαν φυσικός νόμος και άλλα συναφή.


Μετά το τέλος της συναυλίας η τετραμελής
παρέα μας κατέβηκε στο Γκάζι για ένα σύντομο βραδινό γεύμα και μια γρήγορη
τσάρκα από τα rock/heavy metal κέντρα
διασκέδασης της περιοχής. Μολονότι είχε ανακοινωθεί ότι στο Fox θα
γινόταν «Maiden
πάρτι»,
όταν φτάσαμε εμείς, από τα decks
του
κατάμεστου μπαρ ακούγνταν οι Offspring. Κάναμε
άμεσα μεταβολή και κατευθυνθήκαμε προς το Rock Dragon.
Το Γκάζι είχε γεμίσει χεβυμεταλλάδες με
μαύρες μπλούζες, που έρχονταν από την συναυλία των Maiden. Έπιασα κουβέντα με ορισμένους στον
δρόμο και στον Κάνδαυλο, καθώς γευμάτιζα. Η ατμόσφαιρα θύμιζε βασίλειο
«μεταλλικής» αδελφότητας μεσήλικων. Παρατηρούσα τα πρόσωπα και τα βλέμματα των λίγων
νεαρών. Πίσω από τα άγρια κουρέματα και τα σύμβολα έβλεπα πρόσωπα μαλακά.
Ευτυχώς, πρόσωπα Ελλήνων, σχεδόν καθολικά. Αλλά και μαλακών Ελλήνων. Ελλήνων
που το άγριο κούρεμα και τα μεταλλικά σύμβολα δεν έκρυβαν την πολιτισμένη
μαλθακότητα. Νεαρών Ελλήνων που θύμιζαν μέλη φιλειρηνικής οργάνωσης και όχι «Metal Warriors».
Έφερα στο νου μου τις παλιές εποχές και
κοίταξα ολόγυρα τους τακτικούς θαμώνες της περιοχής. Μοδάτοι γυμνασμένοι
μπάσταρδοι με ρούχα αμερικανικής αισθητικής, τραπάδες με την χυδαία προστυχιά
χαραγμένη στο ύφος, μετανάστες με πρόσωπα πέτρινα και βλέμματα αιμοβόρα.
Ακολούθησα με την ματιά μου δυο πιτσιρικάδες με πολύ χαρακτηριστικές
αλβανοδιναρικές φάτσες. Θα ζύγιζαν λιγότερο από εξήντα κιλά ο καθένας αλλά το
ντύσιμο, το βλέμμα και το περπάτημά τους απέπνεε θράσος και αποφασιστική
παλιανθρωπιά. Ήταν σίγουρο ότι οι τηγανοκέφαλοι μπορούσαν να ισοπεδώσουν τους
μαλθακούς Έλληνες νεομεταλλάδες. Οι νέοι χεβυμεταλλάδες είναι σκληροί στα ακούσματα
αλλά, μάλλον, οι μαλακότεροι των Ελλήνων στην κουλτούρα και την συμπεριφορά. Το
γράφω αισθανόμενος απελπισία. Αλλά, δυστυχώς, δεν φαίνονται πολλές πιθανότητες
στον ορίζοντα να κάνω λάθος.
Όταν φτάσαμε στο Rock Dragon διαπιστώσαμε
ότι ήταν κατάμεστο μέχρι και στα σκαλιά της εισόδου. Ένα club οπαδών
των Maiden
από
κάποια χώρα του εξωτερικού, που προηγουμένως ήταν στην συναυλία, είχε
κατακλύσει το μικρό μπαρ. Δεν υπήρχε χώρος να σταθούμε. Το ίδιο και στο Rainbow. Η συναυλία της παρέας του Steve Harris ήταν
ένα δώρο εξ ουρανού για τους καταστηματάρχες των rock clubs της
περιοχής. Με όλα αυτά, η ώρα είχε φτάσει τρεις τα ξημερώματα. Τα πόδια μας
είχαν φουσκώσει απ’ την ορθοστασία, όπως την εποχή που ήμασταν φαντάροι. Είχε
σημάνει η ώρα της επιστροφής. Με το καλό, να δούμε ξανά και άλλες τέτοιες
εμφανίσεις συγκροτημάτων, όσο ακόμη μπορούν να τις προσφέρουν.