- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                 Ανταπόκριση από το Vintage Toys Festival

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Το Vintage Toys Festival συγκεντρώνει το εναπομείναν κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που μπορεί ακόμη να κινητοποιηθεί από ρομαντικές αισθητικές και συναισθηματικές αναπολήσεις. Το αισθάνεται κανείς στην αύρα του χώρου, κοιτάζοντας τα πρόσωπα των επισκεπτών και των εκθετών γύρω του. Το εισπράττει σε τυχαίες συνομιλίες με άλλους παρευρισκόμενους. Το αντιλαμβάνεται ακούγοντας το βουητό των ανακατεμένων φωνών.



Οι επισκέπτες του Vintage Toys Festival δεν είναι οι τυπικοί λάτρεις της pop culture των ημερών μας, που συναντάμε στις υπόλοιπες (ενδιαφέρουσες ή όχι) εκδηλώσεις. Είναι εκείνοι που έρχονται να αποτίσουν φόρο τιμής στην παλαιότητα εκπεφρασμένη ως μαζική λαϊκή κουλτούρα.



Γονείς ηλικιών που κυμαίνονται από πενήντα μέχρι τριάντα ετών, συνοδεύοντας τα παιδιά τους. Μεγαλύτερων ηλικιών άνθρωποι, που νοσταλγούν τα παλιά comics και τα μεταπολεμικά επιτραπέζια ή ηλεκτρονικά παιχνίδια. Rockers και metalheads, μοναχικοί λύκοι και ντροπαλοί απόμακροι. Ένας κόσμος ανθρώπων συναισθηματικά ενεργών και αισθητικά κινητοποιημένων δεν μπορεί παρά να είναι ένας κόσμος ηθικής ακεραιότητας. Εκεί, σε αυτό τον κόσμο, θα έπρεπε να αναζητήσουμε τον πυρήνα του πολιτικού μας κινήματος.



Όμως, κατανοώ ότι είναι δύσκολο. Είναι δύσκολο να πείσεις τον δυνητικό ρομαντικό της εποχής μας ότι υπάρχουν πολιτικές ιδέες που συνδέονται, κατά προτεραιότητα, με την αισθητική που τον κινητοποιεί. Γιατί έχει πιστέψει ότι πολιτική είναι αυτό που του σερβίρουν τα ΜΜΕ και το σχολείο. Είναι δύσκολο να πείσεις τον δυνητικό ρομαντικό της εποχής μας ότι υπάρχει ελπίδα ανάσχεσης της ηθικοπνευματικής κατρακύλας που μας παρασέρνει. Γιατί τον έχουν μάθει να μην ελπίζει και να μην πιστεύει σε οράματα.



Αρκούμαστε, έτσι, να περιφερόμαστε στους χώρους τέτοιων εκθέσεων, ανάμεσα σε δυνητικούς ρομαντικούς που δεν ολοκλήρωσαν την διανοητική τους διαδρομή και έμειναν στην ανταπόκριση των αισθητικών κεντρισμάτων. Απολαμβάνοντας, κι εμείς, την ατμόσφαιρα και την θέα των εκθεμάτων.



Το Γκάζι είναι μικρός χώρος για μια τέτοια έκθεση και γεμίζει ασφυκτικά. Όμως, όταν το Vintage Toys μεταφέρθηκε στο γήπεδο του Tae Kwon Do η ανταπόκριση του κόσμου ήταν μικρότερη. Ίσως έφταιγε η αλλαγή της καθιερωμένης περιόδου στην οποία πραγματοποιείται συνήθως η εκδήλωση. Ίσως το ότι χρειάζεται οπωσδήποτε μεταφορικό μέσο για να φτάσει κανείς σε αυτό το στάδιο. Ίσως πάλι και η αύξηση της τιμής του εισιτηρίου. Φαίνεται, τελικά, ότι το στάδιο του Tae Kwon Do έχει συνδεθεί με εκδηλώσεις που προσελκύουν μικρότερων ηλικιών επισκέπτες.



Το Vintage Toys Festival δείχνει να είναι κάτι σαν την Γερμανία. Μεγάλο για να χωρέσει στα σημερινά του δεδομένα αλλά μικρό για να διεκδικήσει μια ισχυρότερη θέση. Όπως και να έχει, μας αρέσει. Ακόμη και αν το στρίμωγμα στους χώρους της έκθεσης είναι τέτοιο που δεν επιτρέπει την άνετη παρατήρηση των εκθεμάτων ή των πωλούμενων αντικειμένων, η μαζικότητα εντείνει την γιορτινή ατμόσφαιρα. Σαν το παλιό γήπεδο. Δεν μπορούμε να στρίψουμε από τον κόσμο αλλά γουστάρουμε και συνεχίζουμε να κινούμαστε αργά χαμογελώντας. Χωρίς να είναι προφανής κάποια αιτία. Χαμογελάμε γιατί υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος που μας κάνει να αισθανόμαστε ευχάριστα εκεί μέσα, δίχως η λογική να τον συλλαμβάνει άμεσα. Χαμογελάμε και δεν δυσφορούμε με την πολυκοσμία, γιατί αυτοί που είναι δίπλα μας αποτελούν το τελευταίο ρομαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας και το εκπέμπουν. 



Φέτος, όπως και κάθε χρόνο, τα εκθέματα ήταν ωραία και συγκινητικά. Μικρά έργα τέχνης, ξεχασμένα κειμήλια του λαϊκού πολιτισμού των δεκαετιών του 1970 και του 1980, που κάποτε βρίσκαμε στα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς, σήμερα, έχοντας δεχτεί τις χάρες του χρόνου, αποκτούν μια νέα αξία. Στον άυλο ψηφιακό κόσμο των καιρών μας ακόμη και τα, υποτιμημένα κάποτε, παιχνίδια των ψιλικατζίδικων αποκαλύπτουν ένα ανθρώπινο μόχθο, μια καλλιτεχνική ιδιοφυία, μια ελληνική δημιουργική νοοτροπία που στην εποχή μας έχει καταπλακωθεί από την λαίλαπα της βάρβαρης παγκοσμιοποίησης.



Κάποιοι έμποροι μπορεί να εκτοξεύουν τις τιμές των προϊόντων αυτών στους πάγκους τους κι έχοντας παρεισφρήσει σε εκθέσεις όπως το Vintage Toys μας προσγειώνουν στην αλητεία της μεταμοντέρνας μας καθημερινότητας. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί ότι ο αρχικός δημιουργός των μικρών έργων τέχνης τα είχε φτιάξει για να πωλούνται φτηνά στα παιδιά των περασμένων δεκαετιών. Το ψιλικατζίδικο της γειτονιάς ήταν ένας κρυφός παράδεισος μικρών παιχνιδιών, περιοδικών και γλυκισμάτων.




Αυτός ο παλιός κόσμος ζωντανεύει κάθε χρόνο στο Vintage Toys Festival. Και ακόμη περισσότερο τα φλίπερ, το Subbuteo και οι καμπίνες με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια που φιλοξενούνται στην δεύτερη αίθουσα στην οποία μπορεί να παίξει δωρεάν, όση ώρα θέλει, ο κάθε επισκέπτης, ανασυγκροτούν τις μνήμες της παλιάς καφετέριας και του παλιού καφενείου. Όταν οι νέοι της εποχής παίζαμε Double Dragon, Golden Axe και Subbuteo, λίγο πριν βγούμε με φίλους και φίλες ή πριν πάμε στο γήπεδο, γίνεται κατανοητό γιατί το rock και το heavy metal αποτελούσαν κάτι σαν φυσική συνέχεια των μουσικών ακουσμάτων μας.




Για τους σκεπτόμενους φρονώ ότι γίνεται κατανοητό και το γιατί το σύστημα εξουσίας της παγκοσμιοποίησης αναδιαμόρφωσε «κατ εικόνα και καθ ομοίωσιν» την νεανική ψυχαγωγία, χαρίζοντας την πεζοδρομιακή κουλτούρα σε νεαρά σκουπίδια της καγκουριάς και εκφυλίζοντας τον αισθητικό εφηβικό ρομαντισμό σε υποκατάστατο των nerds και των μοδάτων καθώς πρέπει της εποχή μας. 



Κλείνοντας, θα αποτίσω για μια ακόμη φορά τον απαραίτητο φόρο τιμής στο επιτραπέζιο παιχνίδι «Κάστρα και Πολιορκητές». Εννοώ, ασφαλώς, το παλιό και συλλεκτικό παιχνίδι και όχι το εμφανώς κατώτερο σύγχρονο (που κυκλοφορεί σε δυο εκδοχές). Δεν πρόκειται απλά για ένα παιχνίδι αλλά για ένα όνειρο που διαμόρφωσε τις παιδικές ζωές των πιτσιρικάδων και των εφήβων της δεκαετίας του ’80.



Οι φίλοι του συλλόγου που κρατά ζωντανή την μνήμη του παλιού παιχνιδιού ήταν όπως πάντα εκεί, χαρίζοντας στιγμές επιτραπέζιας απόλαυσης σε εκατοντάδες μικρούς και μεγάλους παίκτες. Ανανεώνοντας το ραντεβού με τον οργανωτή του συλλόγου, φίλο Λάζαρο, για το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ της Ανδραβίδας το καλοκαίρι, κλείνω την παρουσίαση, κρατώντας ακόμη το χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη, συγκινημένος από την θέα των τόσων εκθεμάτων.        




ΥΓ. Στην τελευταία φωτογραφία με τον υπεύθυνο του συλλόγου φίλων του παιχνιδιού «Κάστρα και Πολιορκητές» Λάζαρο και με τον δάσκαλο Διονύση Πελεκανάκη.  Ο Διονύσης ήταν δάσκαλός μου στην πέμπτη και την έκτη δημοτικού. Είναι ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος που με τιμά εδώ και δεκαετίες με την φιλία του. Η κοινή παρουσία μας σε αυτή την εκδήλωση φόρτισε ακόμη περισσότερο το βίωμα που πυροδότησε η έκθεση. Το να βρίσκεσαι με κάποιον που γνωρίζεις από την δεκαετία του ’80, σε έναν χώρο διαμορφωμένο ώστε να θυμίζει δεκαετία του ’80, ήταν κάτι σαν μαγικό ταξίδι στο παρελθόν. Να ‘μαστε καλά και του χρόνου!!

                                                             Θοδωρής

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Έχει παρέλθει περίπου ένας μήνας από αυτό που θα σας διηγηθώ. Έκανα την καθιερωμένη, πρωινή, σαββατιάτικη βόλτα στο κέντρο των Αθηνών. Βρισκόμουν στο φανάρι της διασταύρωσης των οδών Ακαδημίας και Ιπποκράτους. Κοιτούσα εκνευρισμένος τα απομεινάρια ενός αυτοκόλλητου της Λέσχης, το οποίο κάποιος ιδεολογικός αντίπαλος είχε σκίσει, στο ΚΑΦΑΟ δίπλα απ’ την διάβαση των πεζών. Ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι, κατευθυνόμενος προς την Νεάπολη, όπου θα συναντούσα έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή. Όταν άκουσα μια φωνή να με καλεί.  


Γύρισα να δω ποιος ήταν. Αντίκρισα έναν γέροντα, να κάθεται στην γωνιακή είσοδο του ιστορικού κτηρίου που κάποτε φιλοξενούσε το βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου. Η παλιά γωνιά του βιβλίου έχει ερημώσει καιρό τώρα. Ο γέροντας που με καλούσε καθόταν αναπαυτικά, σαν βασιλιάς των ζητιάνων, μπροστά στην άλλοτε πολυσύχναστη είσοδο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ζητούσε ελεημοσύνη από τους περαστικούς. Το κόκκινο φανάρι είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα και δεν ήθελα να χάσω χρόνο. Βιαζόμουν να φτάσω εγκαίρως στο σημείο της προκαθορισμένης συνάντησης με τον παλιόφιλο. Όμως, η έκκληση του ηλικιωμένου άντρα προς εμένα ήταν επιτακτική. Άρχισε να μου γνέφει επίμονα με κινήσεις των χεριών όταν η φωνή του πνίγηκε στον θόρυβο του πολυσύχναστου δρόμου. Τον πλησίασα προσεκτικά.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα.

«Βοήθησέ με να σηκωθώ», μου είπε και άπλωσε τα χέρια του προς εμένα.

«Γιατί έκατσες εκεί;», απόρησα.

«Με έχει πεθάνει στον πόνο η μέση», απάντησε εκείνος.

Του έδωσα το χέρι και τον βοήθησα να σηκωθεί. Ήταν σαν να κρατούσα ένα τσουβάλι με μεγάλες πέτρες. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και περπατούσε μισό βήμα κάθε λεπτό. Πρέπει να πέρασε τουλάχιστον ένα τέταρτο μέχρι να διασχίσουμε την διάβαση στο φανάρι. Διακόψαμε την ροή των αυτοκινήτων στην οδό Ακαδημίας. Ευτυχώς, δεν έπεσε κανένα επάνω μας. Όταν τα καταφέραμε, τελικά, τον ρώτησα, «πού θες να πας τώρα;»

«Στο φαρμακείο», αποκρίθηκε.

«Στην Σόλωνος;» διερωτήθηκα, έχοντας κατά νου το κοντινότερο φαρμακείο που βρίσκεται στην διασταύρωση της οδού Σόλωνος με την οδό Ασκληπιού.

«Όχι. Εδώ στην Ιπποκράτους, αριθμό 12», μου είπε εκείνος.

Καθώς στεκόμασταν ακίνητοι, όσο διαρκούσε αυτή η συνομιλία, τον κοίταξα προσεκτικά. Είχαν γίνει όλα τόσο γρήγορα ώστε να μην προλάβω να συγκρατήσω την εικόνα του καθαρά μέχρι εκείνη την στιγμή. Διέκρινα, τότε, ότι φορούσε ένα σκούρο ημίπαλτο μπουφάν, ένα παλιό αλλά καθαρό άσπρο πουκάμισο, καφέ κοτλέ παντελόνι και ένα ταλαιπωρημένο καπέλο στο φαλακρό κεφάλι του. Το ντύσιμό του ταίριαζε σε κάποιον αξιοπρεπή μικροαστό ή και μεσοαστό. Όχι σε κάποιον γεροντάκο με μειωμένη αντίληψη.

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα σε αυτά που έλεγε. Στον αριθμό 12 της οδού Ιπποκράτους δεν φαινόταν κανένα φαρμακείο. Το θυμόμουν. Μπορούσα και να το διαπιστώσω καθώς βρισκόμασταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα πιο κάτω, και η ματιά μου έφτανε στο σημείο που ο ηλικιωμένος άντρας σκόπευε να πάει. Στιγμές αργότερα ο νέος μου φιλαράκος άρχισε να καταρρέει. Βούλιαζε προς το κράσπεδο και αναγκάστηκα να τον αρπάξω σε μια λαβή της ελληνορωμαϊκής πάλης για να μην σωριαστεί χάμω. Κάποιοι περαστικοί γύρω μου βοήθησαν, συγκρατώντας λίγο από το βάρος του.

Όταν τον φέραμε κάπως στα ίσα του, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου που ρωτούσε αν είχα φτάσει στο σημείο συνάντησης. Του απάντησα σύντομα, «έλα στην διασταύρωση της Ιπποκράτους με την Ακαδημίας. Απέναντι από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Σου έχω μια έκπληξη».


Μετά από λίγα λεπτά ο Ανδρέας έφτασε στο σημείο, βλέποντάς με να κρατώ αγκαλιά τον γέροντα που άρχιζε πάλι να βυθίζεται προς το έδαφος. Ήταν τυχερός μέσα στην ατυχία του. Δυο εύσωμοι άντρες μπορούσαμε να τον κουμαντάρουμε καλύτερα. Τον βάλαμε τελικά να καθίσει σε μια καρέκλα που δανειστήκαμε από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Έδειχνε να παίρνει λίγες ανάσες αλλά ο πόνος της μέσης δεν υποχωρούσε. Ο ηλικιωμένος άντρας αδυνατούσε να κάνει το παραμικρό βήμα χωρίς να υποφέρει. Συζητήσαμε για λίγο μαζί του, καθώς ξεκουραζόταν στην καρέκλα. Μας είπε ότι τον έλεγαν Θοδωρή, πώς ήταν ενενήντα ενός ετών, ότι εργάστηκε για τρεις δεκαετίες στο κράτος της Νότιας Αφρικής και ότι δεν είχε οικογένεια.

«Πώς ήταν στο South Africa;», τον ρωτήσαμε.

«Κι εκεί χάλια και εδώ χάλια», απάντησε και συνέχισε, «όταν είσαι μακριά από την χώρα σου, γίνεται να είσαι καλά;»

«Το θέμα είναι ότι δεν βλέπω κανένα φαρμακείο εδώ γύρω» είπα στον Ανδρέα, αλλάζοντας την συζήτηση, αλλά εκείνος με καθησύχασε, δίνοντας στο πρόσωπό του μια από τις γνωστές, από τότε που ήμασταν συμφοιτητές, επιτηδευμένα κυνικές εκφράσεις, οι οποίες αποτελούσαν κάτι σαν σήμα κατατεθέν του μαύρου χιούμορ του.

«Κατάλαβα που θέλει να πάει. Δούλευα στον Τσιγαρίδα κάποτε και έρχονταν αρκετοί που έψαχναν αυτό που θέλει ο κύριος. Ετοιμάσου για αποκάλυψη». Ο Ανδρέας στράφηκε στον γέροντα και τον ρώτησε.

«Μήπως θες να πας στον τρίτο όροφο του αριθμού 12, της οδού Ιπποκράτους;»

«Ναι, ναι! Εκεί πηγαίνω», απάντησε ο Θοδωρής με τραυματισμένο ενθουσιασμό.

«Είναι φαρμακείο εκεί πάνω;» απόρησα.

«Όχι φίλος. Είναι το κατάστημα του Βελόπουλου. Ο Κάδμος. Πουλάει κεραλοιφές», διευκρίνισε ο Ανδρέας.

Έμεινα για μια-δυο στιγμές ακίνητος κι έπειτα άρχισα να γελώ. Ο Ανδρέας με συνόδευσε με το γνωστό σαρδόνιο χαμόγελό του, μα αντέδρασε πιο συγκρατημένα. 

«Σε αυτό το φαρμακείο θες να πας;» ρώτησα τον Θοδωρή.

«Ναι», μου απάντησε.

«Θες να αγοράσεις φάρμακο για την μέση σου;»

«Ναι. Να πάρω μια αλοιφή», είπε μέσα απ’ τα δόντια συνεχίζοντας να πονά.

«Έχεις ξαναπάρει από εκεί φάρμακα;»

«Βέβαια» αποκρίθηκε ο γέροντας.

«Μάλιστα», απάντησα και άρχισα να σκέφτομαι πώς θα γινόταν εφικτό να τον περάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο και να τον ανεβάσουμε στον τρίτο όροφο.

Τελικά, τα καταφέραμε. Μετά από είκοσι, περίπου, λεπτά πρέπει να βρεθήκαμε στον τρίτο όροφο της παλιάς δαιδαλώδους πολυκατοικίας. Για κακή μας τύχη, από τον ανελκυστήρα μέχρι τα γραφεία του Κάδμου, έπρεπε να διασχίσουμε έναν διάδρομο περίπου είκοσι μέτρων. Με τον Θοδωρή να στηρίζεται στους ώμους μας, φτάσαμε τελικά στην Ιθάκη μας μετά κόπων και βασάνων.

«Και τώρα τι θα τον κάνω εγώ;», διερωτήθηκε δικαιολογημένα η πωλήτρια του Κάδμου.

«Δώσε του αυτό που θέλει και κάλεσε ένα ταξί να τον μεταφέρει στο σπίτι του», της είπα, ενόσω ο Ανδρέας βόλευε τον Θοδωρή σε μια καρέκλα του καταστήματος.

«Παιδιά, εδώ πουλάμε τα προϊόντα του κυρίου Βελόπουλου. Το ξέρετε, έτσι;» μας ρώτησε η πωλήτρια, δίνοντας να καταλάβουμε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το πιθανότερο ήταν να μην έβρισκε ο γέροντας κάποιο προϊόν που θα έκανε τους πόνους του να υποχωρήσουν.

Απαντήσαμε καταφατικά κι αφού είδαμε ότι παρέμενε ακλόνητος στην επιλογή του προϊόντος που είχε κατά νου, χαιρετήσαμε τόσο εκείνη όσο και τον Θοδωρή και αποχωρήσαμε.

«Να δω ποιοι θα μαζέψουν εμάς από τους δρόμους αν φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και χρειαστούμε βοήθεια», διερωτηθήκαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, με τον Ανδρέα, καθώς ανεβαίναμε στα Εξάρχεια.

«Αν κρίνουμε από τα σημερινά δεδομένα το πιθανότερο είναι ότι εφόσον καταφέρουμε να φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και βρεθούμε σε παρόμοια θέση, θα μας χτυπήσουν, θα μας ληστέψουν και θα μας παρατήσουν στο πεζοδρόμιο τα πολυεθνικά μπουλούκια των νεολαίων εκείνης της εποχής», σκεφτήκαμε, φλερτάροντας -με λίγες δόσεις ειρωνείας- μια δυστοπία που δεν μοιάζει και τόσο απίθανη.

Προς το παρόν εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι στα θεμέλια που χτίζεται αυτή η δυστοπία του μέλλοντος, ανάμεσα στα άλλα, βρίσκεται και η κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος. Μια κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος που συνεπάγεται την ήττα της σύγχρονης ιατρικής και την διάλυση των δημόσιων συστημάτων υγείας στις αστικές χώρες του «δυτικού κόσμου». Η επιλογή του ενενηντάχρονου άντρα να καταφύγει στα γιατροσόφια του Βελόπουλου και όχι στο νοσοκομείο ή στο φαρμακείο ενώ υπέφερε από τον πόνο, ίσως να μην αποτελεί μια γεροντική ιδιοτροπία.

Δεν χρειάζεται να γράψω πολλά περί του τι σημαίνει για την δημόσια υγεία να ζει κανείς στην μνημονιακή Ελλάδα, έπειτα από πενήντα δύο χρόνια μεταπολίτευσης, με επτά χρόνια κυβέρνηση Μητσοτάκη -κι ενώ έχουν προηγηθεί κυβερνήσεις Τσίπρα και Σαμαρά, με υπουργό υγείας τον Άδωνι-Σπυρίδωνα Γεωργιάδη. Αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετός για να καταλάβει ακόμη και εξωγήινος ότι είναι ευκολότερο να ταξιδέψει κανείς στο διάστημα παρά να γίνει άμεσα δέκτης ουσιαστικής ιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα των καιρών μας. Ωστόσο, η υποχώρηση της δημόσιας και της ιδιωτικής υγείας δεν έχει να κάνει μόνο με τα προφανή παραπάνω. Φρονώ ότι έχει να κάνει με βαθύτερους λόγους, που σχετίζονται με την εγγενή αρρώστια του διανοητικού μοντέλου της φιλελεύθερης και ορθολογιστικής νεωτερικότητας.

Το διανοητικό μοντέλο στο οποίο θεμελιώθηκε το νεωτερικό οικοδόμημα, με τον ορθό λόγο να αντικαθιστά την μεταφυσική στον πυρήνα της πνευματικής συγκρότησης και την επιστήμη να υποσκελίζει την θρησκεία, την παράδοση και την τέχνη τόσο στην γενική αποτίμησή τους ως «πεδία σοφίας» όσο και στον τρόπο με το οποίο επηρέασαν τον ιστορικό προσανατολισμό των κοινωνιών, πνέει τα λοίσθια στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα της εποχής μας. Ο εργαλειακός ορθολογισμός αποδείχτηκε ένα διανοητικό καρυδότσουφλο, που εργαλειοποιήθηκε από τις δυνάμεις του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού για τους πολιτικούς τους σκοπούς.

Θυμάμαι ότι, πριν μερικά χρόνια, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, συνοδευόμενος από την κουστωδία των ορθολογιστών σφουγγοκωλάριων της εγχώριας αστικής νομενκλατούρας που υποδύονται τους επιστημονικούς συμβούλους, επισκέφθηκε ένα μικρό λιμάνι μιας επαρχιακής πόλης. Οι ορθολογιστές συστημικοί επιστήμονες είχαν διαβεβαιώσει τον πρωθυπουργό ότι το έργο που ξεκινούσε ήταν απαραίτητο για την ασφάλεια των καϊκιών και των πλωτών μέσων που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι. Για κακή τους τύχη, καθώς έκαναν την τηλεοπτική τους παράτα, ένας ψαράς, που είχε εμπειρική γνώση του συγκεκριμένου χώρου, τους προειδοποίησε την ώρα της ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης ότι οι τεχνοκράτες που σχεδίασαν και άρχισαν να υλοποιούν το έργο είχαν αγνοήσει μια σειρά δεδομένων της τοπικής ιδιομορφίας του λιμανιού. Ο ψαράς είπε στον πρωθυπουργό και σε όσους τον συνόδευαν ότι το έργο δεν θα προλάβαινε να ολοκληρωθεί γιατί τα κύματα της θάλασσας θα κατάπιναν τις σκαλωσιές. Ο πρωθυπουργός, με την άνετη βεβαιότητα του ορθολογιστή λίμπεραλ, αστειεύτηκε με τον ψαρά, στοιχηματίζοντας αν το έργο ολοκληρωνόταν ο ψαράς θα τον κερνούσε μια μπύρα. Τελικά, μετά από λίγο καιρό, ο ψαράς δικαιώθηκε. Όπως επισήμαναν δημοσιογραφικά δημοσιεύματα, τα κύματα της θάλασσας κατάπιαν τις σκαλωσιές και γκρέμισαν το έργο που είχε εκπονηθεί από την επιστημονική ελίτ του συγκεκριμένου κλάδου.


Δεν μάθαμε ποτέ αν ο πρωθυπουργός κέρασε τον ψαρά την μπύρα που είχε στοιχηματίσει. Επιβεβαιώσαμε, όμως, ότι ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης δεν είναι ο τρόπος σκέψης που μονοπωλεί την λογική, όπως οι υποστηρικτές του διατυμπανίζουν. Ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης είναι ένας τρόπος σκέψης που κλείνει την επιστημονική έρευνα σε όσα το πείραμα μιας αλληλουχίας επιβεβαιωμένων συνειρμών αποδεικνύει ότι ισχύουν. Όμως, οι ορθολογιστές ξεχνούν συχνά ότι αν το πείραμα της επιστήμης δεν μπορεί να αποδείξει πως κάτι υπάρχει, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όντως δεν υπάρχει. Ίσως να υπάρχει αλλά το πείραμα αδυνατεί να το αποδείξει.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα για κάποιες ασθένειες ή το ότι δεν έχουν βρεθεί ιατρικές εξετάσεις που να εντοπίσουν ορισμένες παθήσεις άμεσα και με σαφήνεια, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι ασθένειες και οι παθήσεις αυτές δεν υπάρχουν. Κάπου εκεί γεννιέται η ορθολογιστική αλαζονεία.  Με αποτέλεσμα να αφήνει εκτός του πεδίου των επιστημών πτυχές της ανθρώπινης διανόησης που είχαν αναπτυχθεί επί αιώνες, πριν την έλευση της νεωτερικότητας, και περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις σοφίας τις οποίες αδυνατεί να απορροφήσει και απαξιώνει η ορθολογιστική σκέψη. Ο ορθολογισμός δεν είναι απλώς ένας τρόπος οργανωμένης σκέψης. Είναι ένα συστημικό σκεπτικό που αναπαράγει την εικόνα του κόσμου τον οποίο διαμορφώνει ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός και οι υπόλοιπες προοδευτικές πολιτικές ιδέες της νεωτερικότητας. 

Έτσι, τριακόσια περίπου χρόνια μετά τις διακηρύξεις των Διαφωτιστών, που διαβεβαίωναν ότι ένα λαμπρό μέλλον ανοιγόταν για την ανθρωπότητα εφόσον η απελευθέρωση της ανθρώπινης σκέψης από την μεταφυσική, μέσω του ορθολογισμού, θα αποδέσμευε τις δυνάμεις της επιστήμης, με προοπτική να λυθούν τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπινου βίου (ανάμεσα σε αυτά και εκείνα της υγείας), η ιστορία φαίνεται ότι έχει άλλη γνώμη. Στην περίοδο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας που διανύουμε, παρά τις μεγάλες εξαγγελίες και τις δημοσιογραφικές φανφάρες, η επιστήμη δείχνει να έχει νικηθεί κατά κράτος από τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας τα οποία γίνονται όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο περίπλοκα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Εφόσον ο ορθολογισμός, ως σχήμα σκέψης, αποτελεί παρακλάδι των προοδευτικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας είναι αναμενόμενο να περιορίζει την εμβέλειά του του σε όσα επιτρέπει η προοδευτική αντίληψη για την ζωή. Όμως, η ανώτερη διανοητική άσκηση δεν πρέπει να είναι απλά ένα ορεκτικό της εξουσίας. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με τον Νίτσε, ο οποίος υποστήριζε ότι η επιστήμη είναι ένα σκουλήκι που ψαχουλεύει μεμψίμοιρα, ό,τι βρει, στα μεσοδιαστήματα των γιγάντων της φιλοσοφίας. 

Η επιστήμη, εγκλωβισμένη καθώς είναι στα όρια του προδιαγεγραμμένου πεδίου γνώσης των ορθολογιστών, είναι εύλογο να αναπαράγει τις αντιφάσεις, τις ασυνέχειες, τις παθογένειες και τους περιορισμούς της νεωτερικής εξουσίας. Ένας ολόκληρος κόσμος οδηγείται στην καταστροφή, η ανθρωπότητα βιάζεται καθημερινά για να χωρέσει σε κουτιά που την ακρωτηριάζουν, επειδή η εξουσιαστική ελίτ του διεθνούς φιλελευθερισμού πρέπει, σώνει και καλά, να πείσει την οικουμένη ότι αυτή την απελευθέρωσε (από τι, είναι άλλο ερώτημα), ότι το πλαίσιο ζωής που προσφέρει είναι το μοναδικό που στηρίζεται στην λογική, ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για ολόκληρο τον πλανήτη από το να υιοθετήσει τις ιδέες που γέννησε ο φιλελεύθερος Διαφωτισμός, ότι υπάρχει κάποιο συμβόλαιο με την ιστορία που επιτάσσει την επιβολή του δυτικού νεωτερικού μοντέλου παγκοσμίως ως τελικό προορισμό της ιστορίας (να που και οι ορθολογιστές υιοθετούν μια κάπως μεταφυσική διάσταση σκέψης). Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα εξουσιαστικής αλητείας και διαψευσθέντων υποσχέσεων αγκομαχά και η ιατρική επιστήμη της εποχής μας.

Πριν κάποια χρόνια είχα την ατυχία να προσβληθώ από ένα σπάνιο νόσημα. Στην εποχή μας έχει γίνει μόδα να αποκαλούν οι γιατροί αυτές τις παθήσεις «αυτοάνοσες». Έμεινα σχεδόν έναν χρόνο κλινήρης. Πονούσα και αδυνατούσα να μετακινηθώ σε μεγάλες αποστάσεις. Επισκέφθηκα την ελίτ της ελλαδικής ιδιωτικής ιατρικής φροντίδας (αν ήθελα να κλείσω ραντεβού σε γιατρό δημόσιου νοσοκομείου θα χρειαζόταν να περιμένω μερικούς μήνες). Με εξέτασαν γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων. Χειρουργοί, γαστρεντερολόγοι, δερματολόγοι, ακτινολόγοι, παθολόγοι.

Στην εκάστοτε πρώτη συνάντηση ο κάθε γιατρός έριχνε στον άλλο την ευθύνη της αποτυχίας εύρεσης της κατάλληλης θεραπείας και συνιστούσε να κάνω νέες εξετάσεις (μαγνητικές τομογραφίες, κολονοσκοπήσεις κλπ) σε άλλους γιατρούς, με τους οποίους συνεργαζόταν, γιατί δεν εμπιστευόταν τους γιατρούς που είχαν πραγματοποιήσει τις εξετάσεις μέχρι τότε. Η περιφορά μου για νέες εξετάσεις σε κάθε κύκλο γιατρών που εισερχόμουν, συνεπαγόταν επιπλέον μεγάλα οικονομικά κόστη. Όταν, τελικά, και η νέα ομάδα αποτύγχανε να με θεραπεύσει, η αφήγηση άλλαζε. Προσπαθούσαν να με πείσουν πώς ήταν ιδέα μου ότι πονούσα και στην πραγματικότητα δεν είχα τίποτα. Αν κυκλοφορούσε η φήμη ότι απέτυχαν να θεραπεύσουν ασθενή η ελεύθερη αγορά μπορεί να τους τιμωρούσε. Θα έχαναν πελάτες. Όμως, εγώ συνέχιζα να πονώ.

Καθηλωμένος στο κρεβάτι επωφελήθηκα από την περίοδο της πρώτης καραντίνας για τον covid, προκειμένου να μην καταστραφώ από την αδυναμία μου να αναπτύσσω κοινωνικές συναναστροφές για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Διάβασα μεγάλο μέρος της ιατρικής βιβλιογραφίας που είχε να κάνει με την πάθησή μου. Μια μέρα τηλεφώνησα σε έναν γιατρό του Ιπποκράτειου νοσοκομείου με τον οποίο είχαμε αναπτύξει φιλική σχέση και τον ρώτησα μήπως πάσχω από ένα νόσημα το οποίο διάβασα στην βιβλιογραφία ότι ταίριαζε με τα συμπτώματά μου. Ο γιατρός απάντησε ότι για να διαπιστώσουμε αν ήταν όντως αυτό το νόσημα που με ταλαιπωρούσε έπρεπε να πάρω δοκιμαστικά ένα χάπι. Μάλιστα, το φάρμακο δεν χρειαζόταν καν συνταγή γιατρού. Το έκανα και μέσα σε μια εβδομάδα ήμουν ξανά στα πόδια μου έπειτα από οκτώ περίπου μήνες.

Το μεγάλο πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι καθυστερήσαμε τόσο πολύ να βρούμε τι συνέβαινε ώστε η όλη δυσλειτουργία του οργανισμού να τραυματίσει το παχύ μου έντερο με τρόπο που μάλλον θα με συντροφεύσει μέχρι το τέλος της ζωής μου. Η συμπλοκή της υποταγής των ιατρικών μεθόδων στα δεδομένα της ελεύθερης αγοράς δεν σηματοδότησε μόνο τον υποβιβασμό του ασθενούς σε πελάτη (ταχύτητα, τυποποίηση, περιορισμένος χρόνος κ.α) αλλά και την ανικανότητα των γιατρών να βγουν από το μπετοναρισμένο σκεπτικό ή να σπάσουν την οξειδωμένη αλυσίδα του εργαλειακού ορθολογισμού. Δεν τολμούν να σκεφτούν ότι υπάρχει ζωή και προβλήματα πέρα από τα επιτρεπτά όρια της ορθολογιστικής αφήγησης και μέχρι να βρεθεί μια νέα εξέταση που να εντοπίζει ένα φάσμα ασθενειών θεωρούν, βολικά, ότι οι ασθένειες αυτές δεν υπάρχουν. Αλίμονο σε όσους έχουν την ατυχία να προσβληθούν από τέτοια σπάνια νοσήματα.

Κάπου εκεί εμφανίζονται οι απατεώνες. Ακριβώς επειδή η ελίτ του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού γνωρίζει την διανοητική αναπηρία της ορθολογιστικής νεωτερικότητας, προκειμένου να μην αναζητήσει η ανθρωπότητα καταφύγιο σε έναν πιο πλούσιο τρόπο σκέψης, που θα λαμβάνει υπόψη την παράδοση, θα σέβεται την ιστορική εμπειρία και θα αναζητά ένα ολιστικό πνευματικό πλαίσιο, στο οποίο (ολιστικό πλαίσιο) το μεταφυσικό και το υλικά πραγματικό θα επικοινωνούν μέσω της φαντασίας, το σύστημα εξουσίας επιτρέπει να εμφανίζονται ως υποκατάστατα της έλλειψης ρομαντικής πνευματικότητας οι κατσαπλιάδες, οι απατεώνες, οι λαοπλάνοι της κοινωνικής ζωής που δήθεν υποδεικνύουν εναλλακτικές οδούς. New age σαρδανάπαλοι και εναλλακτικοί θεραπευτές (που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ημιπαράφρονες ή φαρσέρ).

Τις τελευταίες δεκαετίες όλη αυτή η «συνομοταξία» της απάτης έχει βρει δίοδο και (που άλλου;) στον εθνικιστικό χώρο. Είναι κάτι αναμενόμενο. Μια ενδεχόμενη μαζική αντίδραση προς την αποτυχία του ορθολογισμού πρέπει να μην διαχυθεί προς την αντιορθολογική πνευματικότητα του Ρομαντισμού αλλά να καταλήξει στους κωμικοτραγικούς συνωμοσιολόγους. Μιλώντας με πολιτικούς όρους, για να μην υπάρξουν εθνικιστές κατασκευάζονται οι Βελόπουλοι.

Υπό αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνω τον γέροντα Θοδωρή. Είναι ένα από τα θύματα της εποχής μας που αναζητά μια άμυνα απέναντι στον πόνο, σε ένα σημείο που το ορθολογιστικό σύστημα ερμηνείας των πραγμάτων (ιατρικών και μη) αδυνατεί να φτάσει. Δυστυχώς, δεν θα την βρει. Είναι καταδικασμένος να βουλιάξει στις υποσχέσεις του εκάστοτε Βελόπουλου ενώ οι θιασώτες του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού θα συνεχίσουν να αναπαράγουν την ορθολογιστική εξουσία τους απερίσπαστοι. 

Ακόμη και οι οραματιστές γιατροί που εργάζονται σε ερευνητικούς τομείς πρέπει να δράσουν στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς. Αν τα ποσά που δαπανούνται για να κατασκευαστούν gadgets όπως τα κινητά τηλέφωνα, προϊόντα αντιγήρανσης, ομορφιάς και άλλες τέτοιες αηδίες -και πολύ περισσότερο υλικό για τις πολεμικές επιχειρήσεις του Νετανιάχου, του Τραμπ και του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου- παραχωρούνταν στην ιατρική έρευνα και τον πολιτισμό, η ζωή θα ήταν σίγουρα καλύτερη.


Ωστόσο, για σκεφτείτε το λίγο. Αν βρεθούν φάρμακα για ασθένειες που απαιτούν χιλιάδες χειρουργικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, πώς θα ζήσουν μετά οι χειρουργοί; Δεν θα διαταραχθεί η ισορροπία των αγορών; Ποια είναι η προτεραιότητα στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού; Η ανθρώπινη ζωή, η υγεία ή αυτό που η εξουσιαστική ελίτ αντιλαμβάνεται ως ορθά ισορροπημένη οικονομική λειτουργία των ελεύθερων αγορών;

Σκεφτείτε ακόμη κάτι. Η αναμενόμενη ανάπτυξη της ρομποτικής θα αποβάλει τον άνθρωπο από χιλιάδες θέσεις εργασίας. Μετά τι θα απογίνει, άραγε, ο άνθρωπος σε ένα σύστημα που θέτει σε δεύτερη μοίρα την ζωή του και σε πρώτη το οικονομικά μετρήσιμο όφελος; Πώς θα καλυφθεί αυτή η ανεργία και σε τι θα χρησιμεύσει (εντός του επικρατούντος χρησιμοθηρικού συστήματος) το πλεονάζον ανθρώπινο υλικό; Ίσως μελλοντικά η ελίτ του διεθνούς εξουσιαστικού καπιταλισμού αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο επιβολής ελέγχου στον επιτρεπτό αριθμό γεννήσεων. Κι εμείς αναζητούμε ακόμη περίθαλψη και ιατρική φροντίδα. Τόσο παλιομοδίτες και συντηρητικοί είμαστε.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.