Μπορούμε και μόνοι μας (μια άτυπη αποτίμηση του 4ου Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας)

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Μια από τις ανοησίες που τείνει να καταστεί ευρεία λαϊκή πίστη στην Ελλάδα των καιρών μας είναι ότι οι τωρινοί Έλληνες είμαστε λίγο-πολύ άχρηστοι. Ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε αξιόλογο μόνοι μας. Ότι μόνο στο εξωτερικό μπορεί ο Έλληνας να διαπρέψει ενώ στην χώρα μας είναι καταδικασμένος στην μετριότητα, στο πασάλειμμα και στην επιδερμικότητα. Αν, βέβαια, τεθεί το ερώτημα γιατί άραγε να συμβαίνουν όλα αυτά, τότε η συζήτηση σταματά. Αν κάποιος προσπαθήσει να εξηγήσει ότι υπάρχει ένα κοινωνικό περιβάλλον, ένα θεσμικό και ηθικο-πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ζήσει και να δραστηριοποιηθεί ο μέσος Έλληνας, το οποίο περιβάλλον μπορεί και να είναι συνειδητά οργανωμένο έτσι ώστε να μην του επιτρέπει να δημιουργεί –γιατί, πολύ απλά, η δημιουργικότητα προϋποθέτει μια εθνική και κοινωνική ανεξαρτησία κινήσεων, μια εθνική κουλτούρα και ένα συλλογικό ηθικό πρόταγμα- τότε η συζήτηση κλείνει με περιπαικτικά σχόλια και απαξίωση της αναλυτικής σκέψης. Όλα δείχνουν να είναι διαμορφωμένα στον δημόσιο διάλογο (από τους γνωστούς κύκλους που διαμορφώνουν την μαζική κουλτούρα και τις αντιλήψεις της) με έναν τρόπο που καταλήγει στο αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες αυτής της ιστορικής περιόδου είμαστε περίπου άχρηστοι.


Μπορεί να επιτραπεί η καταφυγή σε μια κούφια κομπορρημοσύνη για το ένδοξο αρχαίο μας παρελθόν, αρκεί να γίνεται σαφές ότι αυτή η ικανότητα έχει, με κάποιον τρόπο, αποκλειστεί απ’ το παρόν μας. Πρέπει, σώνει και καλά, να δεχτούμε ότι είμαστε ένας μικρός κρίκος του γενικότερου πλαισίου που αποκαλείται «δυτικός κόσμος». Πρέπει να αφομοιώσουμε μια γενικότερη αντίληψη που μας θέλει κομπάρσους μιας άτυπης πολιτισμικής «δυτικής» ιεραρχίας.

Οι συνέπειες αυτής της επιβεβλημένης κοινωνικής αντίληψης είναι εμφανείς στις περισσότερες συζητήσεις που αφορούν τον πολιτισμό και τις επιστήμες. Αν κάποιος δείξει ότι έχει προοπτικές να δημιουργήσει ή να εφεύρει κάτι ενδιαφέρον, το πρώτο πράγμα που θα τον συμβουλεύσει ο περίγυρος είναι να απευθυνθεί στην Ευρώπη, στο εξωτερικό. Αν, από την άλλη, θελήσει να καταπιαστεί με κάτι που αφορά χειρονακτική ή οικοδομική εργασία πρέπει να απευθυνθεί σε μετανάστες, που «πιάνουν τα χέρια τους». Τα δικά μας χέρια δεν πρέπει να πιάνουν σε τίποτα ενώ η δική μας επιστημονική σκέψη και καλλιτεχνική δημιουργία δεν έχει νόημα δίχως την δυτική οικονομική ενίσχυση ή αναγνώριση.


Αν το καλοσκεφτούμε το διανοητικό και το εργατικό πεδίο της κοινωνικής συμβίωσης είναι, τρόπον τινά, αποκλεισμένα για εμάς σήμερα. Μας επιτρέπεται να καταλαμβάνουμε τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, να είμαστε υπάλληλοι και απασχολούμενοι σε υπηρεσίες. Όχι να βρεθούμε στην κορυφή αλλά ούτε και στην βάση της κοινωνικής συμβίωσης εντός της χυλώδους και αφηρημένης έννοιας του «δυτικού κόσμου».

Το ακόμη μεγαλύτερο κακό είναι ότι αυτή η γενική αντίληψη τείνει να γίνει αδιαπραγμάτευτα αποδεκτή πραγματικότητα. Την αποδεχόμαστε και την αναπαράγουμε. Οι συνέπειές της είναι μπροστά μας σε κάθε κοινωνική διάδραση. Ακόμη και στην πιο απίθανη.


Πρόσφατα αφιέρωσα πολύ χρόνο από την καθημερινότητά μου για να βοηθήσω τα παιδιά της Ομάδας Οργάνωσης του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας. Χρειάστηκε να καταβληθεί επίμονη προσπάθεια για να ξεπεραστούν εμπόδια της άθλιας γραφειοκρατίας, ανταγωνιστική ζηλοφθονία ορισμένων που δεν βλέπουν με καλό μάτι την φήμη που αποκτά η Ομάδας Οργάνωσης μέσω της διεξαγωγής μιας εντυπωσιακά επιτυχημένης εκδήλωσης για την οποία κατεβαίνουν θεατές από την Αθήνα, την Πάτρα, την Χαλκίδα, την Κατερίνη και άλλες πόλεις, σε ένα σημείο της χώρας που κάποιοι θεωρούσαν ότι θα μείνει διαχρονικά υπό την κηδεμονία τους σε μια ελεγχόμενη (από αυτούς) παρακμή. Κάθε φορά που συζητούσα τα οργανωτικά θέματα του συγκεκριμένου Φεστιβάλ (που παρεμπιπτόντως πραγματοποιείται σε δημόσιο χώρο με ελεύθερη πρόσβαση για τους θεατές) με συνομιλητές στην Αθήνα ή στην επαρχία άκουγα την ίδια ερώτηση: «μόνοι σας πάτε να το οργανώσετε, πώς είναι δυνατόν αν δεν βοηθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Δήμος ή Περιφέρεια κλπ;». Κάθε φορά που απαντούσα ότι, αν εργαστούμε σοβαρά, μπορούμε να το οργανώσουμε άρτια μόνοι μας ή έστω με μικρές βοήθειες από τους θεσμικούς φορείς, όπως κάνουμε εξάλλου κάθε χρόνο, η απάντηση που έφτανε στ’ αυτιά μου ήταν: «αφού κάνετε κάτι τόσο δύσκολο μόνοι σας, να το πάτε να το δουν και να το ενισχύσουν στην Ευρώπη». Δεν αντιλέγω ότι είναι ευπρόσδεκτη κάθε αναγνώριση ή ενίσχυση αλλά εξακολουθώ να επιμένω ότι πρώτα πρέπει να δημιουργήσουμε και να θεμελιώσουμε κάτι μόνοι μας και μετά να αναζητήσουμε αναγνώριση ή στήριξη από θεσμικούς φορείς. Αυτή είναι η «φυσιολογική» κανονικότητα που τείνει να ξεχαστεί στις μέρες μας.


Για να είμαι ειλικρινής αν είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα κι από τους συνεργάτες μου, λίγο με αφορά η αναγνώριση των επισήμων φορέων. Αν βλέπω τους θεατές και τους συμμετέχοντες να απολαμβάνουν την όλη εμπειρία με χαμόγελα χαραγμένα επί τέσσερις ώρες στα χείλη, με διάθεση να φωτογραφηθούν μαζί μας και να μας μιλήσουν με λόγια χαράς και θαυμασμού, θεωρώ ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί και η αναγνώριση εκ μέρους των θεσμικών παραγόντων είναι ένα ακόμη ευπρόσδεκτο χειροκρότημα ανάμεσα στα υπόλοιπα. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι αυτό το αποτέλεσμα προκύπτει από πνευματική και σωματική εργασία δική μας. Εμείς το πετυχαίνουμε. Με τις δικές μας ιδέες και τα δικά μας χέρια.


Γράφω τα περιεχόμενα και σκηνοθετώ τα δρώμενα του Φεστιβάλ, συζητώ με τους μουσικούς για τα τραγούδια που παρουσιάζουν ώστε να έχουν θεματική σύνδεση με το περιεχόμενό της εκδήλωσης, μιλώ συνεχώς με τους εμπλεκόμενους στα οργανωτικά ζητήματα. Βλέπω τα παιδιά των αναβιωτικών ομάδων και τους ακροβάτες να δουλεύουν πάνω στα κείμενα με επιμονή, πάθος και ενθουσιασμό, πετυχαίνοντας αυτό που σε κάποιους μπορεί να ακουγόταν απίθανο. Βλέπω τους εκθέτες να διαμορφώνουν τους πάγκους τους σαν σκηνογραφημένες μικρογραφίες ταινιών εποχής. Επαναλαμβάνω ότι μόνοι μας τα πετυχαίνουμε όλα αυτά. Με δικά μας χρήματα, πέρα από ελάχιστες παροχές.


Ναι, είμαστε μια χρεοκοπημένη χώρα, με τα νοικοκυριά να πιέζονται οικονομικά, χωρίς ισχυρές υποδομές. Αλλά είμαστε και μια χώρα με παράδοση χιλιετιών στην γλώσσα και τον πολιτισμό. Με απεριόριστο πολιτιστικό πλούτο που μπορεί να ενεργοποιηθεί ανά πάσα στιγμή. Είμαστε μια χώρα με ορισμένους ακόμη ζωντανούς, ψυχικά και πνευματικά, ανθρώπους, που αν αποφασίσουν να κατανείμουν σωστά τους οργανωτικούς ρόλους, να διαμορφώσουν αυτόνομα τις όποιες ιεραρχήσεις και να αναλάβουν τα κατάλληλα πρόσωπα τις ευθύνες που πρέπει, δύνανται να πετύχουν στόχους αναντίστοιχα υψηλότερους από όσα θα προϋπέθετε η επιβεβλημένη άνωθεν κοινωνική μας αυτοεικόνα. Χωρίς την βοήθεια κανενός. Με τις δικές μας δυνάμεις. Με τα δικά μας χέρια.


Θα σημειώσω κάτι που φρονώ ότι έχει μια κάποια σημασία. Σε όλο το φάσμα των προσώπων που ενεπλάκησαν για να πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση, από την οργανωτική ομάδα και τους εξήντα συμμετέχοντες μέχρι τους τεχνικούς και τους εργάτες που τοποθέτησαν τον εξοπλισμό του ήχου και του φωτισμού, υπήρχε εξολοκλήρου ελληνική παρουσία. Προφανώς, αν ενδιαφερόταν κάποιος ή κάποια με προέλευση από άλλη χώρα να εμπλακεί στην όλη οργάνωση του φεστιβάλ τα παιδιά της Ομάδας Οργάνωσης από την Ανδραβίδα πιθανότατα θα τον δέχονταν ευχαρίστως. Όμως, δεν συνέβη κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα όλοι οι εμπλεκόμενοι να είμαστε Έλληνες.

Δεν κάνω την συγκεκριμένη αναφορά για να υποτιμήσω ή να υπερτιμήσω κάποιους (ασχέτως του τι πιστεύω προσωπικά). Την κάνω για να επαναλάβω ότι ο Έλληνας των καιρών μας, που σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη δεν κάνει για τίποτα, αν οργανωθεί με τον κατάλληλο τρόπο και αναθέσει τα πόστα που πρέπει στους κατάλληλους ανθρώπους, φαίνεται ότι μπορεί να πετύχει σημαντικούς στόχους. Στην προκειμένη περίπτωση απέδειξε ότι μπορεί να παρουσιάσει μια τεράστια παραγωγή, η οποία ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην μορφωτική διάπλαση, την ψυχαγωγία και την διασκέδαση (θεατής που ζει στον Καναδά μου είπε κατά την διάρκεια της εκδήλωσης ότι το δικό μας φεστιβάλ είναι πολύ καλύτερο σε ιδέες και περιεχόμενα από τα αντίστοιχα αμερικανικά που έχει δει και απλώς υστερεί σε σκηνικά και σε πεδία που απαιτούν μεγαλύτερο budget), με μηδαμινό οικονομικό κόστος και χωρίς να βοηθηθεί ούτε από κονδύλια θεσμών του εξωτερικού ούτε από την πρακτική εργασία άλλων κοινοτήτων. Μπορούμε να πετυχαίνουμε και, μάλιστα, με καλύτερο αποτέλεσμα από λαούς μεγαλύτερων και πλουσιότερων χωρών. Ιδίως στο πεδίο του πολιτισμού. Αρκεί να το θελήσουμε και να το πιστέψουμε. Αρκεί, ασφαλώς, να δράσουμε αυθόρμητα, αυτόνομα και όσο γίνεται μακριά από τις γραφειοκρατικές αντιλήψεις και τις τεχνοκρατικές προϋποθέσεις των μόνιμα δυσλειτουργικών θεσμικών πυρήνων του νεότερου ελληνικού κράτους.


Υπάρχουν και άλλα συμπεράσματα από την όλη εμπειρία που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Όταν ξεκινήσαμε πριν χρόνια να οργανώνουμε το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας, έβλεπα ανθρώπους της περιοχής να αγνοούν επιδεικτικά την σημαντική τοπική μεσαιωνική ιστορία. Τους ρωτούσα αν γνώριζαν κάτι για τα υπέροχα μεσαιωνικά μνημεία που στέκονταν τόσους αιώνες μέσα στις πόλεις της ηλειακής υπαίθρου και εισέπραττα άγνοια και αυτοσαρκασμό. «Ποιος ασχολείται τώρα μ’ αυτά;», «είμαστε μικρή κωμόπολη της επαρχίας», «αν δεν κάνει κάτι ο Δήμος τι περιμένεις από εμάς;» Τέτοιου περιεχομένου ήταν οι απαντήσεις που λάμβανα. Τους απαντούσα τότε, με την σειρά μου, ότι μπορούσε να εκπέσει σε υπεκφυγή το φόρτωμα των ευθυνών στον Δήμο και τους άλλους θεσμούς. Αν δρούσαμε μόνοι μας, αυτόνομα, ως κοινότητα, μπορούσαμε να πετύχουμε πολλά πριν χρειαστεί να απευθυνθούμε στους θεσμικούς παράγοντες. Αρκεί να λάμβαναν υπόψη τις κατευθύνσεις μου και να έπειθαν ορισμένους από τους πολλούς αγροτικούς μεγαλοεπιχειρηματίες της περιοχής να βοηθήσουν με συμβολικά οικονομικά ποσά.


Τελικά ό χρόνος πέρασε, οι μεγαλοεπιχειρηματίες της περιοχής δεν βοήθησαν ποτέ ουσιαστικά, αλλά κάποιοι φίλοι και συγγενείς έλαβαν σοβαρά υπόψη αυτά που τους είπα. Και, όπως ανέμενα, όλα κύλησαν με τον τρόπο που είχα υποθέσει. Οι δυνατότητες της αυτόνομης οργάνωσης από την βάση της κοινότητας ήταν αρκετές για να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο απλός ρεφενές της συλλογικής κινητοποίησης κάλυψε το βασικό προαπαιτούμενο οικονομικό ποσό, η πίεση κάποιων ομάδων της κοινότητας προς τις δημοτικές αρχές απέδωσε καρπούς. Η αρχή στα δύσκολα οικονομικά και γραφειοκρατικά ζητήματα είχε γίνει. Έμενε πλέον σε μένα να αποδείξω ότι μπορούσα να γράψω και να σκηνοθετήσω το φεστιβάλ με τον τρόπο που είχα υποσχεθεί, καθώς και να βρω τους κατάλληλους συνεργάτες (μουσικούς, ηθοποιούς, αναβιωτές και ακροβάτες). Έμενε ακόμη να φανεί αν η ιδέα μου θα απέφερε τα αποτελέσματα που είχα οραματιστεί. Αν, δηλαδή, θα ανέβαζε το πολιτιστικό status της περιοχής και αν θα έφερνε ανάπτυξη.


Σήμερα, μετά από αρκετά χρόνια και τέσσερα πραγματοποιηθέντα Μεσαιωνικά Φεστιβάλ, τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Για μια ημέρα του χρόνου, μια περιοχή της ελληνικής επαρχιακής υπαίθρου, που βρισκόταν ξεχασμένη κάπου ανάμεσα στους αγρούς της δυτικής Πελοποννήσου, κατακλύζεται από ταξιδιώτες που έρχονται από την Αθήνα,την Πάτρα, την βόρεια Ελλάδα και κάθε σημείο της χώρας. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων και των airbnb των γύρω περιοχών εξαντλούνται, με αποτέλεσμα θεατές που θέλουν να ταξιδέψουν τις τελευταίες μέρες να μην βρίσκουν φτηνό και κοντινό κατάλυμα. Η πλατεία της Ανδραβίδας γεμίζει από θεατές και τα γύρω καταστήματα πραγματοποιούν εισπράξεις μεγαλύτερες απ’ όλες τις εισπράξεις των υπόλοιπων ημερών της θερινής σεζόν μαζί. 


Καλά όλα αυτά αλλά εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο κάτι άλλο. Νομίζω ότι μετά από τέσσερα πετυχημένα φεστιβάλ όλο και περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής αρχίζουν να κρατούν λίγο χώρο στην μνήμη τους για την διαπίστωση ότι κατά τον μεσαίωνα κάτι ιστορικά σημαντικό είχε συμβεί στην περιοχή. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί ζήσει και μεγαλώσει σε εκείνα τα μέρη, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι τα μνημεία έχουν μια δική τους γλώσσα και μιλούν. Μιλούν και διηγούνται κάτι παλιές ιστορίες που τυγχάνει να αποτελούν ψηφίδες του αέναου εθνικού μας πλούτου για τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής δεν άκουσαν εδώ και χρόνια τίποτα από τους εκπαιδευτικούς ενός άθλιου συστήματος εκπαίδευσης, από τους δημοσιογράφους της περιοχής και από τους αιρετούς. Όλο και περισσότεροι πιτσιρικάδες συνδέουν τις εικόνες των μνημείων με τους ιππότες, ζητούν από τους γονείς παιχνίδια με μεσαιωνική αισθητική, ακούνε με λαχτάρα τα παραμύθια του τόπου τα οποία αφηγούμαστε στο Φεστιβάλ και ζητούν να φωτογραφηθούν με τους αναβιωτές μας και με τους αθλητές του ΗΕΜΑ.


Αυτό είναι που αποζητώ. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Η παράδοση, όχι ως κιτς τουριστικό και κρατικά κατευθυνόμενο φοκλόρ της κακιάς ώρας, αλλά ως αυθεντικός πολιτιστικός θησαυρός να εκβάλει στην καθημερινότητα από τους μαγικούς δρόμους του παραμυθιού, της λαογραφίας και της ίδιας της αποσιωπημένης ιστορίας με όχημα την τέχνη, διεκδικώντας όλο και περισσότερο χώρο στην διαμόρφωση των προτύπων της καθημερινής κουλτούρας. Η παράδοση πλούσια και αρματωμένη, ικανή να σταθεί ως αντίβαρο στην τοξικότητα του καθημερινού κατεστημένου life style, που ερχόμενο από τα πιο σκοτεινά σημεία της οικουμένης δηλητηριάζει μέχρι και το τελευταίο κύτταρο των εθνικών μας κοινοτήτων.


Κλείνοντας, θα παραθέσω ένα ακόμη γεγονός που, με χιουμοριστικό τρόπο, αποτελεί κι αυτό μια ιδιότυπη μαρτυρία του τι μπορεί να πετύχει μια πολιτιστική αντεπίθεση. Οι ενεργοί ακροατές της rock και heavy metal μουσικής που ζουν στον νομό Ηλείας ίσως είναι λιγότεροι των διακοσίων. Μιλώντας για ενεργούς εννοώ αυτούς που ακόμα ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν μια συναυλία ή να ακούσουν κάτι νέο και όχι αυτούς που απλώς κάποτε άκουγαν αυτή την μουσική αλλά σήμερα δεν συμμετέχουν στα της εν λόγω κοινότητας. Διακόσια άτομα χοντρικά, πάνω κάτω, σε όλη την Ηλεία, λοιπόν! Μέσα στην Ανδραβίδα, απ’ ότι μου λένε τα παιδιά, η rock και heavy metal κοινότητα πρέπει να αριθμεί λιγότερους των δέκα ακροατών. Η Ηλεία, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, έχει αφομοιώσει από την μεταπολίτευση και έπειτα μια λατρεία για το ρεμπέτικο και την «λαϊκή» μουσική, η οποία λατρεία, σε πολλές περιπτώσεις, δεν συνοδεύεται από ποιοτικά κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πάντα οι ποιοτικοί τραγουδιστές της λαϊκής μουσικής που επιβραβεύονται αλλά και τα τριτοκλασάτα σκυλολόγια της πίστας, μπορεί σε αυτή την περιοχή να βρουν μαζικό ακροατήριο και ένθερμη στήριξη.


Η μαζικότητα αυτής της μουσικής και κοινωνικής τάσης έχει κάνει επί σειρά δεκαετιών δύσκολη την ζωή των λίγων rockers και χεβυμεταλλάδων. Συνεπώς, το άκουσμα ότι οι rockers της περιοχής μπορεί να ήθελαν να διοργανώσουν μια μουσική βραδιά σε κάποιο τοπικό μπαρ συνοδευόταν μέχρι πρόσφατα από αδιαφορία στην καλύτερη των περιπτώσεων και από ειρωνεία στην χειρότερη. Εύλογα, οι ελάχιστοι ακροατές του σκληρού ήχου είδαν το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ ως την ευκαιρία που έψαχναν για να πραγματοποιήσουν το ετήσιο party τους σε μπαρ της Ανδραβίδας, αμέσως μετά το τέλος του Φεστιβάλ, κατά τα τελευταία τρία έτη. Φαντάζομαι ότι μπορεί κάθε αναγνώστης να καταλάβει ποια είναι η επιρροή του Φεστιβάλ όταν, σε μια περιοχή που σχεδόν κανείς δεν έδινε σημασία στο rock επί δεκαετίες, πλέον οι ιδιοκτήτες των μπαρ μου ζητούν να πείσω τα παιδιά που ακούνε heavy metal και ζουν στην Ανδραβίδα να κάνουν party και στα δικά τους καταστήματα.

            - Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

            Ανταπόκριση από το 4ο Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (μέρος α)

                                                                                         του Παναγιώτη Μπουρδάκου

Καθώς το μεσοκαλόκαιρο πλησίαζε και οι ζεστές αθηναϊκές μέρες διαφαίνονταν όλο και πιο κοντά στον ορίζοντα, μια σύντομη απόδραση από την πόλη αποτελούσε μονόδρομο. Η πρόσκληση ενός φίλου για μια επίσκεψη στο εξοχικό του ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να έρθει. Πολύ περισσότερο εφόσον το εξοχικό βρισκόταν σε παρακείμενη πόλη του αρχικού προορισμού που είχα κατά νου. Ο προορισμός μου βρισκόταν στη δυτική Πελοπόννησο και πιο συγκεκριμένα στην Ανδραβίδα, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου της Αχαΐας. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη αφορμή για την πρώτη μου επίσκεψη στην πόλη από τη διεξαγωγή του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, το οποίο έλαβε χώρα για τέταρτη συνεχόμενη φορά στην κεντρική πλατείας της πόλης με φόντο τον εξαιρετικά φωτισμένο γοτθικό ναο της Αγίας Σοφίας





Συναυλιακές υποχρεώσεις με απέτρεψαν από το να παρακολουθήσω τις προηγούμενες χρονιές του Φεστιβάλ, αλλά φέτος αυτό ήταν το πρώτο στη λίστα μου. Η συνεχής ενημέρωση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Instagram) για τα δρώμενα και τους συμμετέχοντες ενέτεινε την προσμονή μου και αποφάσισα να κάνω έκπληξη στο φίλο μου Σταμάτη Μαμούτο και να παραβρεθώ σε αυτό για να παρακολουθήσω πώς είχε γράψει τα σενάρια και με ποιον τρόπο είχε σκηνοθετήσει ένα φεστιβαλικό ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο. Γιατί, όντως, ήμουν βεβαιος ότι αυτό που θα σκηνοθετούσε και θα έγραφε ο Σταμάτης θα αποτελούσε ένα ταξίδι στο χρόνο γεμάτο αναβιωμένους μύθους και θρύλους.



Το Φεστιβάλ παρείχε μια πλήρη πολυθεματική εμπειρία για περίπου τέσσερις ώρες όπου μουσικοί, ηθοποιοί, ακροβάτες, αθλητές μεσαιωνικής οπλομαχίας και ομιλητές ανέβηκαν στη σκηνή, ο καθένας στον προκαθορισμένο ρόλο του, για να αναδείξουν μεσαιωνική ιστορική φυσιογνωμία της πόλης μέσα από πολλές και διαοφρετικές θεματικές.




Απέναντι από την σκηνή και την αλέα που πραγματοποιούνταν τα δρώμενα και οι συναυλίες του Φεστιβάλ υπήρχε και υπαίθρια αγορά εκθετών comics, επιτραπέζιων παιχνιδιών, δώρων, μεσαιωνικών ρούχων και κοσμημάτων, ημικυκλικά στημένη με θέα προς τη σκηνή, ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να παρακαλοθούν τα δρώμενα ταυτόχρονα με τη βόλτα τους στους πάγκους των μικροπωλητών.



Το σκηνικό θύμιζε αγορά μεσαιωνικής πόλης. Το μόνο που έλειπε ήταν οι ήχοι από τις οπλές των αλόγων και τη σφυρηλάτηση των μετάλλων. Σημαντική ήταν και η σκηνογραφική συνεισφορά στη συνολική εμπειρία καθώς η σκηνή, η ηχητική εγκατάσταση και οι πάγκοι των μικροπωλητών ήταν διακοσμημένοι με υφάσματα, θυρεούς και λουλούδια προσομοιάζοντας, όσο δυνατόν καλύτερα, το περιβάλλον και την αίσθηση της εποχής.





Στην υπαίθρια αγορά η αίσθηση του χειροποίητου και του ανεκτίμητου προσωπικού χρόνου για την παρασκευή του πιο μικρου διακοσμητικού ή της πιο βαριάς κεραμικής ήταν διάχυτη σε όλους τους πάγκους. Οι μικροπωλητές με τις δημιουργίες τους σε έβαζαν στο δικό τους μικρόκοσμο, παρουσιάζοντας έργα και προΐόντα εμπνευσμένα από τα προσωπικά τους ερεθίσματα που παρέπεμπαν σε αισθητικές μιας εποχής αλλοτινής. Η ποικιλία εκτεινόταν από κεραμικά είδη (π.χ. κούπες, ποτήρια, διακοσμητικά), δερμάτινα ρούχα και είδη δώρων, χειροποίητα επιτραπέζια των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων (με ιστορική τεκμηρίωση και επεξέγηση του παιχνιδιού), βιβλία, αρωματικά και σαπούνια, καθως και σχετίκα μπλουζάκια heavy metal σχημάτων ή κινηματογραφικών ηρώων της λογοτεχνίας του φανταστικού.





Κάπου στο κέντρο αυτού του άτυπου εμπορικού ημικυκλίου υπήρχε και μια γωνία για τους μικρούς φίλους όπου αγόρια και κορίτσια, χωρισμένα σε υπερασπιστές και πολιορκητές, άφησαν κατα μέρους της οθόνες και πήραν θέσεις στις επάλξεις και στους καταπέλτες για να μυηθούν στον κόσμο του παιχνιδιού «Κάστρα και Πολιορκητές». Αρκέτες μπάλες από βαλίστρες, καταπέλτες και κανόνια θα κυλούσαν αδέσποτα στην πλατεία μέχρι οι μικροί ήρωες να εξοικειωθούν με το παιχνίδι.


Όπως λέει ο σοφός μας λαός, η αρχή είναι το ήμισυ του παντός, και η εναρκτήρια παρέλαση των αναβιωτών ιπποτών άνοιξε με έναν πομπώδη και μυσταγωγικό τρόπο την εκδήλωση. Προπορεύονταν δυο άλογα με αναβάτες ντυμένους με τις εσθήτες των Βιλλεαρδουίνων. Ακολουθούσαν οι γκαϊντιέρης Δημήτρης Αρβανίτης και ο ξυλοπόδαρος, που φορούσαν επληκτικά μεσαιωνικά ρούχα. Πίσω τους ακολουθούσε ο δικός μας Γιάννης Wannax, ντυμένος με βυζαντινή εσθήτα και κρατώντας ένα ξύλινο ακόντιο με μεταλλική αιχμή, στο οποίο είχε προσαρμοστεί ο πολεμικός θυρεός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από το βάθος της εισόδου του γοτθικού ναού έρχονταν σε δυάδες ηθοποιοί, αναβιωτές των συλλόγων Sountouched Order Of The Sun και Draconis Societatis, η συμπαρουσιάστρια της εκδήλωσης και βραβευμένη cosplayer Εύα Κώτσου και οι αναβιωτές/αθλητές μεσαιωνικής οπλομαχίας των συλλόγων Apocalyptic Knights και Λέοντες (Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών).


Όταν οι παρελαύνοντες έκαναν τον κύκλο της πλατείας απέναντι από τον μεσαιωνικό ναό της Αγίας Σοφίας ο γκαϊντιέρης άφησε την γκάιντα και πήρε στα χέρια του μια θρακική λύρα. Άρχισε να παίζει το παραδοσιακό τραγύδι «Μαργελεμένε Γεμιτζή» και να συνοδεύει την Εύα Κώτσου στην σκηνή του Φεστιβάλ. Πίσω τους ακολουθούσαν, περπατώντας σαν μεσαιωνική φρουρά, οι Γιάννης Wannax και Μανούσος Μανουσάκης. Η Εύα καλησπέρησε τους θεατές και κάλεσε στην σκηνή τον Σταμάτη.


Η χημεία μεταξύ της Εύας και του Σταμάτη σε ρόλους παρουσιαστών / ομιλητών και το μπρα-ντε-φερ των διαλόγων δημιούργησε μια ευχάριστη ροή αποτρέποντας τυχόν ακαδημαΐκό ύφος στην παρουσίαση. Οι βάσεις είχαν ήδη τεθεί για μια πολυ καλά οργανωμένη και στοχευμένη βραδιά.



Στο πρώτο τέταρτο του Φεστιβάλ ο Σταμάτης και η Εύα πραγματοποίησαν μια άτυπη press conference στην οποία ο Σταμάτης εξήγησε ακροθιγώς κάποιες οργανωτικές πρακτικές της Ομάδας που διοργανώνει το φεστιβάλ στηρίζοντάς τον, ανακοίνωσε τους χορηγούς και ανέτρεξε στην μεσαιωνική ιστορία της περιοχής. Οι ιστορικές αναφορές είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Φεστιβάλ από την πρώτη χρονιά, προκειμένου να θυμηθούν ή και να μάθουν όλες οι γενιές την ιστορία του τόπου τους.  Μετά το πρελούδιο, ήρθε και το κυρίως καλλιτεχνικό σκέλος με τους μουσικούς και τα θεατρικά δρώμενα να εναλλάσονται. Ο Σταμάτης κάλεσε στην σκηνή τους Cantistoria. Ένα folk-rock-έντεχνο συγκρότημα με μια καταπληκτική τραγουδίστρια που ονομάζεται Σοφία Ραφτούλη.



Οι Cantistoria στα μεσοδιαστήματα των τραγουδιών τους αφηγήθηκαν έναν τοπικό μεσαιωνικό θρύλο που είχε γράψει υπό μορφή αφήγησης ο Σταμάτης. Όσο οι Cantistoria έπαιζαν τα τραγούδια του set τους στην σκηνή, μπροστά τους, στην αλέα, οι ηθοποιοί και οι αναβιωτές αναπαριστούσαν τα κομμάτια της ιστορίας που μόλις πριν είχαν αφηγηθεί οι Cantistoria. Η αναπαράσταση είχε σκηνοθετηθεί από τον Σταμάτη, Επιτυγχανόταν έτσι μια εντυπωσιακή διάδραση ανάμεσα σε μουσικούς, ακροβάτες, ηθοποιούς και αναβιωτές. Σαν να παιζόταν ένα ζωντανό βίντεο κλιπ που πολιοκρούσε μέσω ενός μαγευτικού καλλιτεχνικού συνδυασμού τις αισθήσεις μας.  




Οι τοπικοί μύθοι των Ανήλιαγων και των Δυο Μητέρων, τοποθετημένοι στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ του Κάστρου Χλεμουτσίου και του Σαντομερίου, πήραν σάρκα και όστα μπροστά στα μάτια μας μέσω των αναπαραστάσεων. Ηθοποιοί και συμμετέχοντες ενδεδυμένοι με τις αντίστοιχες στολές που απαιτούσε ο ρόλος τους, μας δημιούργησαν εικόνες βγαλμένες από τα παραμύθια και τις επικές σελίδες της φανταστικής και ευρωπαΐκής λογοτεχνίας. Οι μουσικοί, ντύνοντας με τις μελωδίες τους τις διάφορες σκηνές, δημιούργησαν ένα άτυπο soundtrack του Φεστιβάλ.



Οι Cantistoria αφηγήθηκαν τον μύθο των δυο νεράιδων για τον οποίο ο Ανδρέας Καρκαβίτσας είχε γράψει ένα μικρό διήγημα που μπορεί να αναζητήσει όποιος θέλει σε ελεύθερο αρχείο στο διαδίκτυο. Ο Σταμάτης χρησιμοποίησε το κείμενο του Καρκαβίτσα κάνοντας τις δικές του παρεμβάσεις και σκηνοθέτησε ένα δρώμενο που έφερνε τον κινηματογράφο φαντασίας εμπρός στα μάτια μας σε κάτι που μοιάζει με θεατρική εκδοχή αλλά δεν είναι, μοιάζει με όπερα αλλά δεν είναι, μοιάζει με πολλά αλλά είναι κάτι νέο. Μια δική του ιδέα διαδραστικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Το set list των Cantistoria περιλάμβανε τα τραγούδια «Tourdion», «Mrs Mc Grath», «Rokatanc», «Lu Rusciu Te Lu Mare», «Mond Tanz/Child In Time» (στην εκδοχή των Blackmores Night), «Φεγγαροντυμένη» (διασκευή «The Moon is shining (somewhere over the sea)»), «Αφούσης» (παραδοσιακό της Κάσου), «Η Ξενιτιά του Έρωτα»  (Γιώργος Καλογήρου) και το «500 Miles» στην εκτέλεση των The Hooters.


Ο ξυλοπόδαρος και ο ακροβάτης με τις φωτιές κράταγαν και τις επιδείξεις τους κρατούσαν ζεστό το ενδιαφέρον του κοινού μεταξύ των απαραίτητων αλλαγών στη σκηνή ενώ το ίδιο αποτέλεσμά είχαν και οι επιδείξεις μεσαιωνικής σπαθασκίας και κονταρομαχίας. Ιδιώς, όταν μετά το τέλος της εμφάνισης των Cantistoria ο Σταμάτης και η Εύα κάλεσαν στην αλέα την σχολή μεσαιωνικών πολεμικών τεχνών Apocalyptic Knights για μια δεκάλεπτη επίδειξη. Ο Γιάννης Κομπατσιάρης και η Ζωή Κομπατσιάρη με τον αθλητή του Νίκο Πλαστήρα έδειξαν τι σημαίνει πραγματική μεσαιωνική σπαθασκία και καταχειροκροτήθηκαν από τους 1000 και πλέον θεατές που είχαν κατακλύσει την κεντρική πλατεία της Ανδραβίδας.



Έπειτα ανέβηκαν στην σκηνή οι Γιαννιώτες Bards Guild. Ένα κουαρτέτο βιολιού, πλήκτρων, ακουστικής κιθάρας και παραδοσιακών κρουστών. Οι Bards Guild παίζουν folk, neofolk, κομμάτια από κινηματογραφικά soundtracks και heavy metal τραγούδια σε ακουστικές και art folk εκτελέσεις. Ανάμεσα στα τραγούδια των βάρδων ο Σταμάτης έβγαινε στην αλέα και μας αφηγούνταν τον δεύτερο μεσαιωνικό θρύλο που παρουσιάστηκε σε δρώμενο. Πρόκειται για τον μύθο του «βασιλιά Ανήλιαγου». 



Όταν ο Σταμάτης διέκποτε την αφήγηση οι bards Guild άρχιζαν να παίζουν τα τραγούδια τους και οι αναβιωτές να αναπαριστούν όσα είχε αφηγηθεί μέχρι εκείνη την στιγμή ο Σταμάτης. Το set list των Bards Guild περιλάμβανε τα τραγούδια «Welcome To The Guild» και «Seven Burning Birds» των ίδιων των Bards Guild, «Gently As She Goes (Robin Wright Beowulf), The Temple Of The King (Rainbow), Flaming Red Hair (Howard Shore), The Bards Song (Blind Guardian) και Les Egaux De Landrais (Luc Arbogast).



Μετά την εμφάνιση των Bards Guild ο Σταμάτης κάλεσε στην σκήνη τον Αντώνη, αθλητή του συλλόγου μεσαιωνικής Οπλομαχίας «Λέοντες». Ο Αντώνης φορούσε μια ιστορικά ακριβή στις λεπτομέρειες πανοπλία των Βαράγγων φρουρών του 11ου αιώνα. Περιέγραψε στους θεατές τα μέρη της στολής και την ιστορία των σώματος των Βαράγγων. Μίλησε για το ΗΕΜΑ και την σχολή στην οποία προπονείται και έπειτα αποχώρησε για λίγο από την αλέα. 


Ήταν η ώρα να ανέβουν στην σκηνή οι Μελωμυθία με την εξαιρετική τραγουδίστρια Εύα Παναγιωτοπούλου. Πρόκειται για ένα τριμελές σχήμα με μια ακουστική κιθάρα και πλήκτρα. Οι Μελωμυθία ξεκίνησαν με το «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς» (Απόστολος Καλδάρας, Πυθαγόρας, πρώτη εκτέλεση Χαρούλα Αλεξίου) και το «Ακριτικό (Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου). Κατά την διάρκεια του τραγουδιού ο Αντώνης βγήκε ξανά στην αλέα και παρουσίασε μια χορογραφημένη σκιαμαχία του τρόπου με τον οποίο πολεμούσαν κρατώντας κοντάρι και ασπίδα οι Βαράγγοι.



Οι Μελωμυθία συνέχισαν με τα «Ταραντέλα» της Τάνιας Τσανακλίδου, «To France» (Maggie Reilly), «Dust in the Wind» (Κansas), «Boat On The River» των Styxx, ένα γαλλικό τραγούδι του συγγραφέα Νίκου Βλαντή, «Ήτανε Μια Φορά» (Σταύρος Ξαρχάκος, Κώστας Φέρρης, πρώτη εκτέλεση Νίκος Ξυλούρης) και το «Θαλλασσινό Τριφύλλι» (Οδυσσεάς Ελύτης, Λίνος Κόκοτος, πρώτη εκτέλεση Ρένα Κουμιώτη). Αξίζουν συγχαρητήρια στην Εύα Παναγιωτοπούλου για το μεγάλο εύρος των τραγουδιστών από πολλά διαφορετικά στυλ που τολμά να ερμηνεύσει για να παρουσιάσει μια πλήρη μουσική πρόταση συμβατή με το ύφος του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας.





Δώδεκα η ώρα ανέβηκαν στην σκηνή οι Angelo PerlepesMystery. Η μπάντα του guitar hero Άγγελου είναι ένα από τα λίγα ελληνικά heavy metal σχήματα που μπορεί να ανταποκριθεί άνετα στις ανάγκες ενός μεσαιωνικού φεστιβάλ. Έχοντας εξαιρετική μουσική παιδεία και τεχνική παίζουν τα κομμάτια τους σε ακουστικές εκδοχές διατηρώντας έναν κρυσταλλινα καθαρό και επικά ατμοσφαιρικό ήχο. Όταν οι Mystery έπαιξαν τα πρώτα δύο τραγούδια στην σκηνή μέλη του συλλόγου Suntouched έκαναν σε στυλ σπάρινγκ μονομαχίες με σπαθιά στην αλέα μπροστά από την σκηνή. 



Έπειτα, οι αναβιωτές αποχώρησαν, τα φώτα χαμήλωσαν και άναψαν δεκάδες μικρά κεριά, που ο Σταμάτης και ο Γιάννης είχαν τοποθετήσει σε σχήμα σπαθιού στο πλακόστρωτο της αλέας. Το συγκρότημα του Άγγελου Περλεπέ έμεινε στην σκηνή γύρω στην μια ώρα, παίζοντας τα «Visions Will Find The Way», «(Feels like) Ive Done It Before», «Unicorn», «Tales..Of The Unexpected», «Destiny», «My Dark Lord» και «Broken Sword».



Το μουσικό σκέλος του Φεστιβάλ ήταν αυτό που μίλησε πιο πολύ στην καρδιά μου και ομολογουμένως ευχαριστήθηκα περισσότερο. Τα τέσσερα συγκροτήματα που ανέβηκαν στη σκηνή επέλεξαν εκτελέσεις άκρως ταιριαστές με το ύφος του Φεστιβάλ και συμπτωματικά με τα αγαπημένα μου μουσικά ακούσματα. Ειδικά οι επιλογές των μουσικών κομματιών όπως «The Temple of the King», «The Bard’s Song (Into the Forrest)» από τους Bard’s Guild, «Child in Time/Mondtanz», «Φεγγαροντυμένη» από τους Cantistoria και «To France», «Dust In The Wind» από Μελωμυθία ήταν σαν δώρο και δεν έμεινε στίχος που να μην τραγουδήσω. Θαρρώ πως βρισκόμουν είτε στα Σκωτσέζικα Highlands, είτε στην Υόρκη της Αγγλίας είτε σε κάποιο από τα γερμανικά κάστρα του ρομαντικού δρόμου της Βαυαρίας.



Τα τραγούδια σε αγγλικό, ιταλικό ή γαλλικό στίχο, στα πλαίσια ενός ελληνικού Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, δεν ξενίζει αλλά εμπλουτίζει το μουσικό πρόγραμμα και αντανακλά την ενσωμάτωση των folk στοιχείων στη διαμόρφωση των rock/metal μουσικών ειδών που είναι απαραίτητα για την διαμόρφωση του μουσικού σκέλους μιας τέτοιας εκδήλωσης. Εξαλλου, η ισορροπία με ελληνόφωνα τραγούδια επετεύχθη, μεταξύ άλλων, με τα «Αφούσης», «Η ξενιτειά του Έρωτα» από τους Cantistoria και «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», «Ακριτικό», «Ταραντέλα» και «Ήταν μια φορά» από τους Μελωμυθία.




Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια αναγέννηση ιδιωμάτων όπως το folk rock, το medieval rock ή το renaissance rock σε χώρες που δεν είχαν δείξει τέτοια δείγματα στο παρελθόν και ελπίζω ότι η Ελλάδα θα γίνει μια από αυτές. Αν κρίνω από τις μπάντες που είδα και άκουσα στην Ανδραβίδα το μέλλον είναι ελπιδοφόρο και ταλέντο υπάρχει. Δεν ξέρω, βέβαια, αν υπάρχει υποστήριξη και δίκτυο ικανό να στηρίξει σχήματα με τόσο ιδιαίτερο ήχο σε μια εποχή που η φράση «ελληνική μουσική» έχει ταυτιστεί με την εκφυλισμένη ηχορύπανση που προβάλλουν νυχθημερόν τα τηλεοπτικά και τα ισχυρότερα ραδιοφωνικά μουσικά ΜΜΕ.







Το μόνο σίγουρο είναι πως και τα τρία folk συγκροτήματα, οι Έλληνες αυτοί τροβαδούροι, αξίζουν την προσοχή μας και την στήριξή μας για να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο το αποτύπωμά τους στην εγχώρια σκηνή υπηρετώντας ένα ιδιαίτερο μουσικό ύφος με καλά κρυμμένους αλλά ένθερμους υποστηρικτές.




Ως η πρώτη φορά μου στο Φεστιβάλ φρονώ ότι οι αναμνήσεις που απέκτησα και η χαρά να βλέπω αυτή την εποχή να ξετυλίγεται μπροστά μου, και κατά μια έννοια να γινόμαστε όλοι κοινωνοί αυτής της προσπάθειας, ήταν το κορυφαίο σημείο του βιώματος μιας ιδιαίτερης και όμορφης από κάθε άποψη εκδήλωσης. Συγχαρητήρια στην Ομάδα Οργάνωσης του Φεστιβάλ και στον Σταμάτη που με το δικό τους χρόνο και κόπο εγκαθιδρύουν έναν πολιτιστικό θεσμό.