- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                                         «Καλώς τα, τα παιδιά! 3-0»

                                                                                               του Σταμάτη Μαμούτου

Φαίνεται ότι η πρόσφατη απότιση τιμής στην μνήμη του Ίωνος Δραγούμη από κλιμάκιο της Λέσχης μας προκάλεσε εντονότερες συζητήσεις απ’ ότι εκείνες των προηγούμενων ετών. Η αναγνωσιμότητα του άρθρου έπιασε κορυφή, νέοι φίλοι και αναγνώστες επικοινώνησαν μαζί μας ενώ οι ακόλουθοι της Λέσχης στις σελίδες του facebook αυξήθηκαν άμεσα. Το ιδιαιτέρως ενδιαφέρον είναι ότι είχαμε και απρόσμενες παρουσίες στις φόρμες σχολιασμού των ηλεκτρονικών μας μέσων. Μια από αυτές τις παρουσίες που κεντρίζει το ενδιαφέρον είναι εκείνη του αρκετά γνωστού στο περιβάλλον του εκδοτικού στερεώματος Βλάση Αγτζίδη.


Κείμενα του Αγτζίδη με είχαν απασχολήσει όταν έγραφα την εκδοχή της διδακτορικής μου διατριβής που κυκλοφόρησε πριν έναν χρόνο από τις εκδόσεις του Μιχάλη Σιδέρη. Πρόκειται για κείμενα που περιλαμβάνουν απαράδεκτη παραπληροφόρηση για τις θέσεις και τις πολιτικές ιδέες του Δραγούμη. Στην προηγούμενη ανάρτηση ο σχολιαστής με το ψευδώνυμο «φον Μέρμπεκε» έγραψε ότι «η λύσσα των απογόνων του βενιζελισμού δεν κοπάζει μέχρι σήμερα», μολονότι ο Δραγούμης έχει  φύγει από την ζωή εδώ και έναν αιώνα. Μου έκανε εντύπωση εκείνο το σχόλιο. Δυστυχώς, φαίνεται ότι αυτή η παράδοξη επιθετικότητα προς τον Δραγούμη τροφοδοτείται -πέρα από πολιτικές σκοπιμότητες ορισμένων αρλεκίνων της άκρας Δεξιάς, που εργάζονται για να κρατούν τον εθνικιστικό χώρο δέσμιο της Νέας Δημοκρατίας ή των πρώην αρχηγών της,- μεταξύ των άλλων και από την παραπληροφόρηση κειμένων όπως αυτών του Βλάση Αγτζίδη.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Ο κύριος Αγτζίδης εμφανίστηκε στην σελίδα της Λέσχης μας στο facebook, γράφοντας απευθυνόμενος σε αναγνώστη τα παρακάτω.

«Δυστυχώς την εποχή που η Ελλάς πολεμούσε στη Μικρά Ασία, ο Δραγούμης κατά την τελευταία του περίοδο φαίνεται ότι ολίσθησε και σε φιλομπολσεβικικές θέσεις και άρχισε να επεξεργάζεται έναν πρώιμο εθνικοσοσιαλισμό: «Τώρα μπαίνω σε μια σοσιαλιστική και ανθρωπιστική περίοδο. Αρχίζω να λαβαίνω συνείδηση του αναρχισμού μου (1917-1919) και προχωρώ…»

Η «Μικρά πλην έντιμος Ελλάς» με λιγάκι σοσιαλισμό πλέον, φαίνεται να είναι η νέα του πρόταση. Στο νέο του αυτό όραμα δεν υπάρχει χώρος για τους αλύτρωτους Έλληνες της Ανατολής και για υποστήριξη των κερδών από τη Συνθήκη των Σεβρών. Για τον Δραγούμη το μικρασιατικό εγχείρημα αποτελεί «ιμπεριαλισμό».

Καταρχάς πρόκειται για κάτι μεταμοντέρνα αλλόκοτο και αναμφίβολα αστείο το να καταγγέλλει για διολίσθηση σε φιλομπολσεβικικές θέσεις τον Ίωνα Δραγούμη κάποιος που το 2019 κατέβηκε ως υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ. Όταν το κόμμα του Τσίπρα έκανε πράξη εκείνο που είχε υποσχεθεί στον Γιούνγκερ και την Μέρκελ ήδη από τον Μάρτιο 2015 παραχωρώντας το όνομα της Μακεδονίας μας στα Σκόπια,[1] ο κύριος Αγτζίδης ήταν υποψήφιός του. Ο Αγτζίδης, που ήταν υποψήφιος του ΣΥΡΙΖΑ όταν ο ΣΥΡΙΖΑ εκχώρησε το όνομα της Μακεδονίας στους Σκοπιανούς, καταγγέλλει σήμερα τον οργανωτή του Μακεδονικού Αγώνα Ίωνα Δραγούμη ως φιλομπολσεβίκο!! Δυσκολεύομαι να συμπεράνω αν έχουμε να κάνουμε μόνο με αμετροέπεια ή και με πολιτική σχιζοφρένεια.

Η ενασχόληση του Αγτζίδη με τον Δραγούμη είναι παλαιότερη και ανοίγει ευρύ κύκλο δυνητικών συζητήσεων. Ο Αγτζίδης έγραψε στην φόρμα σχολιασμού της σελίδας μας στο facebook ότι ο Δραγούμης ήταν ενάντιος στην διεκδίκηση της απελευθέρωσης αλύτρωτων ελληνικών πληθυσμών της Ανατολής. Είναι άραγε αλήθεια κάτι τέτοιο; Ακόμη χειρότερα, στο βιβλίο του που κυκλοφόρησε πριν λίγα χρόνια από τις εκδόσεις Πατάκη υπό τον τίτλο Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης. Πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας, ο Αγτζίδης ανέφερε τις εξής ανακρίβειες.

«Οι βασιλικοί διάδοχοι στην εξουσία κινούνταν περισσότερο από το μίσος για τους βενιζελικούς, ακόμη και τους Μικρασιάτες, παρά από τη διάθεση για ολοκλήρωση του μεγάλου εγχειρήματος. Τα πράγματα έγιναν πολύ χειρότερα με τη νέα φιλομοναρχική κυβέρνηση, η οποία είχε άλλη αντίληψη του μικρασιατικού εγχειρήματος. […]

Αποκαλυπτικές είναι οι επιστολές εν μέσω πολέμου του αυτοεξόριστου στο Παρίσι Ίωνα Δραγούμη: ο μέγιστος εχθρός ήταν ο Βενιζέλος και οι συμπαραστάτες του, Κρητικοί και Μικρασιάτες».[2]

Ξεκινώντας να απαντώ στον κύριο Αγτζίδη θα υπενθυμίσω για αρχή, ότι Ίων Δραγούμης δεν υπήρξε αυτοεξόριστος αλλά εξόριστος από την επιβεβλημένη εκ των γαλλοαγγλικών όπλων δικτατορική κυβέρνηση του Βενιζέλου. Επίσης, θα διευκρινίσω ότι ο Δραγούμης δεν εξορίστηκε στο Παρίσι (όπως γράφει ο Αγτζίδης) αλλά στην Κορσική και στην συνέχεια στην Σκόπελο. Κυρίως θα σημειώσω ότι ο Δραγούμης δεν πρόλαβε την νέα φιλομοναρχική κυβέρνηση εφόσον η κυβέρνηση αυτή ανήλθε στην εξουσία μετά τις εκλογές του φθινοπώρου του 1920 ενώ ο Δραγούμης είχε εκτελεστεί από τους μπράβους του Βενιζέλου λίγους μήνες νωρίτερα.

Δεν ξέρω αν έχει νόημα να αναλύσω θέματα ιστορίας των ιδεών και ιδεολογίας που θέτει επιγραμμματικά ο Αγτζίδης από την στιγμή που στο πιο απτό πεδίο της ιστορικής έρευνας καταφεύγει σε αυτή την χοντροκομμένη αντιστροφή της ιστορικής πραγματικότητας. Από την άλλη φρονώ ότι δεν πρέπει να μένουν αναπάντητα αυτά τα αναληθή συμπεράσματα. Γιατί μπορεί να γίνουν επικίνδυνα όπλα στα χέρια προβοκατόρων και ανθρώπων που εξυπηρετούν ιδεολογικές σκοπιμότητες έχοντας κακή προαίρεση. Θα αναλύσω, λοιπόν, συνοπτικά τα συμπεράσματα του Αγτζίδη.

Ας δούμε, λοιπόν, ποια ήταν η θέση του Ίωνος Δραγούμη και των συνεργατών του για την μικρασιατική εκστρατεία. Ευχήθηκε άραγε ο Δραγούμης να αποτύχει η εκστρατεία και θεώρησε το εγχείρημα ιμπεριαλιστικό όπως υποστηρίζει ο κύριος Αγτζίδης ή μήπως έχουν κάπως αλλιώς τα πράγματα;

Η απάντηση είναι εύκολη γιατί τα συμπεράσματα του Αγτζίδη δεν μοιάζουν με αποτελέσματα ιστορικής έρευνας αλλά με προϊόντα μιας αφήγησης των ιδεολογικών του προτιμήσεων. Στο ερώτημα της εμπλοκής ή όχι της Ελλάδος στην μικρασιατική εκστρατεία ο Ίων Δραγούμης ανταποκρίθηκε θετικά. Συγκεκριμένα, στο άρθρο «Η Κρίσιμος Ώρα», έγραψε ο Δραγούμης ότι αν ήταν «αναγκαίο να παραταθή η στρατιωτική προσπάθεια ολίγον ακόμη, προς εκπλήρωσιν των ανωτέρω σκοπών, και τούτο πρέπει να γίνη, αλλά με ηνωμένας τας δυνάμεις του έθνους».[3] Ο Δραγούμης κάλεσε την δικτατορική κυβέρνηση του Βενιζέλου να επαναφέρει στο στράτευμα τους μοναρχικούς αξιωματικούς που είχε εξορίσει και να παύσει τα μέτρα έκτακτης ανάγκης που δεν επέτρεπαν στους υποστηρικτές της αντιπολίτευσης να λαμβάνουν κρατικά αξιώματα, προκειμένου να υποστηρίξει σύσσωμο το έθνος με όλες του τις δυνάμεις την μικρασιατική εκστρατεία.

Ασφαλώς, ο Δραγούμης θεωρούσε ορθά ότι η μικρασιατική εκστρατεία γινόταν όχι για τα ελληνικά συμφέροντα μα για να μετατρέψει ξανά ο Βενιζέλος τον ελληνικό στρατό σε χωροφύλακα των αγγλικών γεωπολιτικών σχεδιασμών.[4] Αυτό, όμως, είναι κάτι εύλογα θεμιτό και πολύ διαφορετικό από την χρέωση στον Δραγούμη μιας υποτιθέμενης άρνησης να στηρίξει την μικρασιατική εκστρατεία και όσων άλλων του καταλογίζει αυθαίρετα και χωρίς κανένα τεκμήριο ή παραπομπή ο Αγτζίδης. 


Καθώς η πολεμική εμπλοκή της Ελλάδος στην Μικρά Ασία προϋπέθετε την αποστολή ελληνικού στρατιωτικού σώματος στην εκστρατεία των δυτικών εναντίον της κομμουνιστικής Ρωσίας, ο κίνδυνος να εξαντληθεί κερματιζόμενος ο -ήδη κουρασμένος από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- ελληνικός στρατός ήταν ορατός. Ο Δραγούμης, παρακολουθώντας τις εξελίξεις, επισήμανε τον κίνδυνο της στρατιωτικής και οικονομικής εξάντλησης της χώρας στο άρθρο που δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή, την 27η Ιουλίου 1920, υπό τον τίτλο «Ο Εξαγνισμός Αδύνατος». Έγραψε συγκεκριμένα,

«[…] εχρειάσθη εκστρατεία κατά της Ρωσίας δια να αξιωθώμεν να πατήσωμεν τον πόδα εις την Σμύρνην, και εκστρατείαν εις την μικράν Ασίαν δια να φυλάξωεμεν την Σμυρναϊκήν περιοχήν, και εκστρατεία εις την Θράκην δια να την καταλάβωμεν. Και ακόμη δεν ειξεύρομεν αν δεν χρειαστούν και νέαι θυσίαι όπως εξασφαλίσωμεν οριστικώς τα αποκτηθέντα, τα οποία και δεν συμπληρώνουν τον κύκλον των δικαίων αξιώσεων του Έθνους.

Αι εκστρατείαι αυταί και οι πόλεμοι σημαίνουν θυσίας. Επειδή δε η συνέχισις αυτών επ’ άπειρον θα εξαντλήση το Έθνος, ανάγκη να προσέξωμεν και να φεισθώμεν των δυνάμεών του. Κάθε ημέρα που περνά προσθέτει νεά οικονομικά βάρη και νέας θυσίας. […] Αι θυσίαι μας επ’ ουδενί λόγω επιτρέπεται να φθάσουν μέχρις εξανλτήσεως του Έθνους.»[5]

Για να διαφυλαχθεί η πανελλήνια στήριξη της στρατιωτικής απελευθέρωσης εδαφών στα οποία ζούσαν ελληνικοί πληθυσμοί εντός της τότε οθωμανικής επικράτειας, καθώς και για να αποφευχθεί ο άμεσος κίνδυνος εξάντλησης των ελληνικών στρατευμάτων, ο Δραγούμης ζήτησε την επαναφορά των εξόριστων στρατιωτικών στις τάξεις του ελληνικού στρατού. Αν διερωτηθεί κανείς ποια σχέση έχει η ιστορική αλήθεια με την προσέγγιση του Αγτζίδη επί του θέματος, η απάντηση είναι σαφώς καμία. Το βιβλίο του Αγτζίδη όχι απλά στρεβλώνει την ιστορική πραγματικότητα αλλά και την αντιστρέφει.

Ας δούμε, όμως, κάτι ακόμη. Ο μικρότερος αδελφός του Ίωνος Δραγούμη, Φίλιππος, ήταν ενεργό μέλος της μικρής πολιτικής ομάδας, που είχε συγκροτηθεί γύρω από τον Ίωνα, έχοντας ως μέσο έκφρασης το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρησις». Ο Φίλιππος Δραγούμης, εκείνη την περίοδο, αποτελούσε μια πιο ριζοσπαστική φωνή που ακουγόταν στον μικρό πυρήνα των «δραγουμικών» πολιτικών και βρισκόταν σε τακτική συνεννόηση με τον Σουλιώτη-Νικολαϊδη. Ο Φίλιππος Δραγούμης υπερθεμάτισε στην προσέγγιση του αδερφού του. Σύμφωνα με τον Φίλιππο Δραγούμη, η μικρασιατική εκστρατεία έπρεπε να στηριχθεί από όλο το ελληνικό έθνος ασχέτως αν έδινε την ευκαιρία στους Άγγλους να «χωθούν στο σπίτι και των δυο μας»,[6] Ελλήνων και Τούρκων. 

Το συμπέρασμα του Φιλίππου Δραγούμη ήταν ότι όλοι οι αντιβενιζελικοί έπρεπε να δείξουν προθυμία να υπηρετήσουν στον στρατό και να στηρίξουν την μικρασιατική εκστρατεία «ακριβώς για να φανεί η αλήθεια ότι οι εθνικές υποθέσεις, τα όσα συμβαίνουν εις την Ανατολή δεν είναι μονοπώλιο του Βενιζέλου, αλλά υπόθεση του ελληνικού λαού ολόκληρου».[7] Επιπλέον ευχήθηκε να δήλωνε και ο εξόριστος βασιλιάς Κωνσταντίνος με ένα διάγγελμα, «ότι όλοι πρέπει να υπηρετήσουν εις αυτόν τον πόλεμο».[8] Γιατί με ένα τέτοιο διάγγελμα ο Κωνσταντίνος «θα ενθουσίαζε το λαό να πολεμήσει με όρεξη και θα αφώπλιζε το Βενιζέλο».[9]

Όταν τίποτε από τα παραπάνω δεν συνέβη και ο ελληνικός στρατός συνέχισε να βρίσκεται εξολοκλήρου υπό τον έλεγχο των βενιζελικών, ο Φίλιππος Δραγούμης ομολόγησε ότι δεν μπορούσε να χαρεί όσο θα ήθελε τις στρατιωτικές επιτυχίες στο μικρασιατικό μέτωπο γιατί ακόμη και αν ο ελληνικός στρατός νικούσε πρόσκαιρα, η Ελλάδα δεν θα ενσωμάτωνε στον κρατικό της κορμό όλες τις ελληνικές κοινότητες της Ασίας ούτε θα γινόταν ανεξάρτητη δύναμη. Θα συνέχιζε να αποτελεί ένα προτεκτοράτο των Άγγλων. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Φίλιππος Δραγούμης, «αισθάνομαι ότι ενάντια στο συμφέρον του έθνους και της Ανατολής πηγαίνομε εκεί ως μισθοφόροι των ξένων, των Άγγλων. Παρηγοριούμαι ότι και οι μύριοι του Ξενοφώντος ήταν μισθοφόροι. Ωραία παρηγοριά!».[10]

Το πολιτικό περιβάλλον του Δραγούμη ήταν υπέρ της μικρασιατικής εκστρατείας. Μπορεί να απέρριπτε την συνηθισμένη προχειρότητα και την προσωπικά τζογαδόρικη πρακτική με την οποία έπαιρνε τέτοιες σημαντικές αποφάσεις ο Βενιζέλος. Ωστόσο, εφόσον η μικρασιατική εκστρατεία είχε ξεκινήσει ο Δραγούμης και οι συνεργάτες του ήθελαν να την δουν ολοκληρωμένη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο για τα ελληνικά συμφέροντα. Όμως, κάποιοι εξακολουθούν, εκατό και πλέον χρόνια μετά, να χρεώνουν στον Δραγούμη πολιτικές συμπεριφορές που ποτέ δεν υιοθέτησε. Γιατί άραγε; Αν με ρωτήσει κανείς να εκτιμήσω γιατί συμβαίνει αυτό στην περίπτωση του Αγτζίδη, θα δυσκολευτώ να απαντήσω. Δεν πρόκειται για κάποιον από τους γραφικούς σερβιτόρους της Δεξιάς, που προωθούν τις προβοκάτσιες διαφόρων κύκλων της Νέας Δημοκρατίας εντός του εθνικιστικού χώρου. Ο Αγτζίδης είναι ένας ερευνητής με αρκετά βιβλία ιστορίας εκδοθέντα, σε ισχυρούς οίκους, στο ενεργητικό του. Σαφώς, υπάρχουν παλαιότερες καταγγελίες από αριστερούς κύκλους για την ίδια πρακτική αντιστροφής της ιστορικής πραγματικότητας σε αυθαίρετα και άνευ παραπομπών κείμενα του Αγτζίδη. Εμένα, πάντως, μου φαίνεται παράδοξο να μην ξέρει τι γράφει.

Αντιλαμβάνομαι ότι από εδώ και πέρα περνώ στην σφαίρα της εικασίας. Όμως, αν ήταν υποχρεωτικό να το κάνω θα κατέληγα στο συμπέρασμα ότι ο Αγτζίδης ίσως ενδιαφέρεται, κυρίως, να προωθήσει μέσα από κείμενα ιστορίας την φιλελεύθερη, εκσυγχρονιστική, συστημική αφήγηση, σύμφωνα με την οποία ο Βενιζέλος αποτελεί κάτι σαν τοτέμ της νεότερης ελληνικής πολιτικής ιστορίας ενώ οι πολιτικοί του αντίπαλοι υποτίθεται ότι ήταν είτε ιστορικά υποκείμενα μειωμένων ικανοτήτων είτε πολιτευτές κακών προθέσεων.

Κάποιος που γνωρίζει το μορφωτικό status του μέσου Έλληνα αναγνώστη και υποθέτει την πιθανή έλλειψη ενδιαφέροντος προκειμένου να υπερασπιστεί κανείς την ιστορική αλήθεια και την κληρονομιά της σκέψης του Δραγούμη που υφίστανται σήμερα, μάλλον δεν θα έπεφτε απ’ τα σύννεφα αν διάβαζε ένα κείμενο στο οποίο ο συγγραφέας θα προσπερνούσε τον Δραγούμη με δυο-τρεις συνθηματολογικούς αφορισμούς εν μέσω αποθεωτικών ερμηνειών της φιλελεύθερα εκσυγχρονιστικής ρητορικής του Βενιζέλου. Ποιος θα μπορούσε να δώσει την πρέπουσα προσοχή σε κάτι που για τους διακινητές της επικρατούσας συστημικής ιδεολογίας του φιλελεύθερου εκσυγχρονισμού αποτελεί ανούσια λεπτομέρεια; Να, όμως, που τα φαινόμενα κάποιες φορές απατούν.

Κλείνοντας θα σχολιάσω συνοπτικά τα σχόλια του Αγτζίδη για την ιδεολογία του Δραγούμη. Καταρχάς, με την φράση «διολίσθηση προς φιλομπολσεβικικές θέσεις» ο Αγτζίδης σημειώνει (λανθασμένα πάντοτε) μια πολιτική στάση του Δραγούμη και όχι κάτι που αφορά την ιδεολογία. Ο Ίων Δραγούμης και οι συνεργάτες του υποστήριζαν ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε κάθε λόγο να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας με την σοβιετική Ρωσία εφόσον αυτή δεν διεκδικούσε την Κωνσταντινούπολη και δεν χρησιμοποιούσε (κατά τα έτη 1919-1920) κάποιο σλαβόφιλο βαλκανικό δίκτυο εναντίον των ελληνικών συμφερόντων. Επιπλέον, ως εθνικιστής, ο Δραγούμης αντιλαμβανόταν ότι οι χώρες του δυτικού φιλελευθερισμού που είχαν αποικιοποιήσει την Ελλάδα και είχαν εγκαθιδρύσει με τα όπλα τους τον Βενιζέλο στην πρωθυπουργία το 1917, επιχειρούσαν να κάνουν κάτι παρόμοιο και στην σοβιετική Ρωσία. Για αυτό και ο Δραγούμης θεωρούσε ότι η άμυνα προς αυτές τις πρακτικές εκ μέρους της σοβιετικής Ρωσίας ήταν μια μάχη για την εθνική ρωσική ανεξαρτησία. Αυτή η στάση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί συνειδητά εθνικιστική. Όχι αδιευκρίνιστα φιλομπολσεβικική, όπως την παρουσιάζει ο Αγτζίδης.

Όσον αφορά την δεύτερη παρατήρηση του κυρίου Αγτζίδη που θέλει τον Δραγούμη να διολίσθησε πολιτικά στα τέλη της ζωής του επειδή προσέγγισε τον εθνικοσοσιαλισμό είναι σαφές ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολιτική κριτική και όχι με ιστορική αποτίμηση. Αν θέλαμε να γυρίσουμε την συζήτηση στις προσωπικές μας κρίσεις επί των πολιτικών και ιδεολογικών επιλογών της κάθε ιστορικής προσωπικότητας θα μπορούσα κάλλιστα να αντιστρέψω το επιχείρημα του Αγτζίδη. Κι αυτό γιατί εφόσον ο εθνικοσοσιαλισμός δεν συνοδεύτηκε από ψευδοεπιστημονικές θεωρίες με υπόβαθρο κοινωνικού δαρβινισμού και από προτάσεις επιβολής αυταρχισμού στον δημόσιο βίο, θα έλεγα ότι ο Δραγούμης έπραξε λαμπρά με το να καταστεί εθνικοσοσιαλιστής. Ο εθνικοσοσιαλισμός, χωρίς τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και δίχως να συνοδεύεται από τον αυταρχισμό, είναι η ιδανική πολιτική πρόταση και συνιστά μια αυθεντική κινηματική πραγματοποίηση των αρχών της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού. Ο κύριος Αγτζίδης λέει μαύρο, εγώ λέω άσπρο.


Όμως, έχει κάποια σημασία όλο αυτό; Έχει σημασία το το δικό μου άσπρο και το μαύρο του Αγτζίδη αν συζητάμε για κείμενα ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων; Προφανώς και όχι. Η έρευνα γίνεται για να φέρνει στην επιφάνεια τα ιστορικά στοιχεία και για να αναλύει το πολιτικό φαινόμενο με τα υποκείμενα που το εκδηλώνουν. Δεν γίνεται για να αξιολογούνται με ηθικιστικό καθωσπρεπισμό τα ιστορικά πρόσωπα. Εκτός και αν ο κύριος Αγτζίδης δηλώσει ότι γράφει αυτά τα σχόλια ως δημοσιολόγος του φιλελεύθερου ή του προοδευτικού πολιτικού περιβάλλοντος και όχι ως ιστορικός. Τότε ναι. Η συζήτηση αλλάζει. Αλλάζει, όμως, και για εμάς, που μπορούμε να του απαντήσουμε ως εθνικιστές και όχι ως κοινωνικοί επιστήμονες.

Όταν οι διαχειριστές της σελίδας μας στο facebook απάντησαν στον κύριο Αγτζίδη, παραθέτοντας στοιχεία από το βιβλίο μου, εκείνος έγραψε ότι ήθελε το όνομα και προσωπικά στοιχεία του συνομιλητή για να συνεχίσει τον διάλογο. Κι όταν οι διαχειριστές του απάντησαν ότι στην σελίδα μιας οργάνωσης/ συλλογικότητας τα κείμενα εκφράζουν όλα τα μέλη και όχι ένα  άτομο, εκείνος κατέληξε σε υπεκφυγές, αρνούμενος να σχολιάσει τα πραγματολογικά δεδομένα που παρατέθηκαν και αποδείκνυαν ότι όσα έγραφε για τον Δραγούμη ήταν ψευδή, με το πρόσχημα ότι δεν γνώριζε με ποιον συζητούσε. Για να μην αφήσουμε το «αίτημα» του κυρίου Αγτζίδη ανικανοποίητο, λοιπόν, έκανα αυτή την ανάρτηση.

Κύριε Αγτζίδη, σε αυτό το ιστολόγιο μπορείτε να μιλήσετε απευθείας μαζί μου. Το blog δίνει την δυνατότητα να εμφανίζεται το όνομα του κάθε αρθρογράφου, πέρα από το κεντρικό προφίλ της συλλογικότητάς μας. Δυστυχώς (ή ευτυχώς), δεν είμαι στο facebook για να μπορέσουμε να συζητήσουμε εκεί. Δεν νομίζω, όμως, ότι αυτό έχει καμία σημασία. Βλέπετε το ονοματεπώνυμο και την φωτογραφία μου. Δεν υπάρχει αμφιβολία αν είμαι υπαρκτό πρόσωπο και όχι κάποιος «ανώνυμος υβριστής», όπως αποκαλέσατε τους διαχειριστές της σελίδας μας στο facebook για να αποφύγετε την συνέχεια της συζήτησης μαζί τους όταν διαπιστώσατε ότι εμείς συζητάμε με τεκμήρια. Όποτε θελήσετε, στην διάθεσή σας για κάθε διευκρίνηση.  



[1] Αν και γραμμένο από «μενουμευρωπαϊκή» σκοπιά το βιβλίο Η Τελευταία Μπλόφα των Ελένη Βαρβιτσιώτη και Βικτώριας Δενδρινού παρέχει αυτή την μη διαψευσμένη από κανέναν πληροφορία. Ελένη Βαρβιτσιώτη-Βικτώρια Δενδρινού Η Τελευταία Μπλόφα. Νέα Έκδοση. Δέκα χρόνια μετά, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2026, σελ. 159-161. [2] Βλάσης Αγτζίδης, Μεταξύ Σεβρών και Λωζάννης. Πλευρές της μικρασιατικής τραγωδίας, εκδόσεις Πατάκη, πρώτη έκδοση, Αθήνα 2024, σελ. 155. [3] Ίων Δραγούμης «Η κρίσιμος ώρα», Άπαντα Ίωνος Δραγούμη Αρθρογραφία 1903-1920, Εκδόσεις Έκτωρ, Αθήνα 2021 σελ. 331., [4] «Αν τα πράγματα ούτως έχουν, βαρύνει την Κυβέρνησιν η υποχρέωσις η επιτακτική […] να παύση αμέσως την πολιτικήν του χωρισμού των Ελλήνων εις «εθνικούς» και «αντεθνικούς» […]. Θα πρέπη να σταματήση τας δίκας δήθεν προδοτών, να κλείση δια παντός την περίοδον των ύβρεων, απειλών, καταπιέσεων και καταδιώξεων, να χρησιμοποιήση τους Έλληνας όσον κατά το παρελθόν εφάνησαν χρήσιμοι, παρασχόντες υπηρεσίας εις το έθνος, να ανοίξη τας θύρας των φυλακών, να κόψη με το μαχαίρι την τυραννίαν της». Ο.π., [5] Ίων Δραγούμης, «Ο Εξαγνισμός Αδύνατος», ο.π., σελ. 335.[6] Εγγραφή 10 Ιουνίου Τετάρτη. Κηφισιά, Φιλίππου Στεφ. Δραγούμη, Ημερολόγιο 1919-1920 (…φαίνεται πως εχτύπησαν τον Ίωνα), Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα 2010, σελ. 180., [7] Ο.π., σελ. 181., [8] Ο.π., [9] Ο.π., [10] Εγγραφή 26 Ιουνίου Παρασκευή 1920, ο.π., σελ. 185.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.

                            Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

                 Κάρολος Μπωντλαίρ- Sun Knight- Σταμάτης Μαμούτος: Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας 

                                            

Το νέο βιβλίο των εκδόσεών μας μόλις κυκλοφόρησε. Και είναι δύσκολο να το κατατάξει κανείς στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ξεκινά με μια σύνοψη των πολιτικών κι αισθητικών αντιλήψεων του Μπωντλαίρ. Ο Μπωντλαίρ ήταν ένας αντιδιαφωτιστής ρομαντικός λογοτέχνης και κριτικός τέχνης, που συνήθως επικαλούνται κινήματα και πολιτικοί χώροι με τους οποίους τον χώριζε ιδεολογική άβυσσος. Το εισαγωγικό σημείωμα, έχοντας ως επίκεντρο την ιδέα του Μπωντλαίρ για την σημασία της αέναης παιδικότητας και της φαντασίας στην ρομαντική οπτική επί των πραγμάτων, αποτελεί μια απόπειρα να θυμηθούμε ποιες ήταν οι κεντρικές ιδέες της πολιτικής σκέψης και της αισθητικής του Γάλλου λογοτέχνη, ώστε να επαναξιολογηθεί ως διανοητής από τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται σήμερα να κατανοήσουν τον Ρομαντισμό ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών.


Μετά το εισαγωγικό κείμενο του Σταμάτη Μαμούτου ακολουθεί το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, που φέρει τον τίτλο Η Ηθική του Παιχνιδιού. Σε αυτό το δοκίμιο ο Μπωντλαίρ παρουσίασε την αισθητική και διανοητική σημασία του παιδικού παιχνιδιού υπό το πρίσμα της ρομαντικής του κοσμοθεωρίας. Την μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου έχει αναλάβει η Εύα Παναγιωτοπούλου.

Ακολουθούν έξι επεξεργασμένα κείμενα του γνωστού στους ακροατές της heavy metal μουσικής -και παλαιότερα διευθυντή σύνταξης του ελληνικού Metal Hammer- συγγραφέα, που αρθρογραφεί εδώ και χρόνια με το ψευδώνυμο Sun Knight. Εξίσου δύσκολο είναι να κατηγοριοποιηθούν και τα κείμενα του Sun Knight. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποτελούν δοκίμια. Γιατί έχουν στοιχεία του δοκιμιακού λόγου. Όμως, είναι πολύ σύντομα. Κι, επιπλέον, διαθέτουν έναν λογοτεχνικό παλμό που αποπνέει εκείνο το γνώρισμα το οποίο οι ρομαντικοί αποκαλούν «ποίηση», χωρίς απαραίτητα να εννοούν το λογοτεχνικό είδος ως φόρμα. Ας αρκεστούμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα του Χάρη (Sun Κnight), που φιλοξενούνται σε αυτό το βιβλίο, αποτελούν καλογραμμένα άρθρα ενός συγγραφέα εντυπωσιακά ικανού να γράφει ως «ρομαντικός». Και ας έχουμε κατά νου ότι είναι η πρώτη φορά που κείμενα του Χάρη δημοσιεύονται όχι σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο.

Τέλος η νέα μας κυκλοφορία ολοκληρώνεται με τέσσερα διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας, τα οποία έγραψε πριν λίγα χρόνια ο Σταμάτης.

Τι είναι αυτό που συνδέει τα τρία μέρη του βιβλίου; Το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, τα άρθρα του Sun Knight και τα διηγήματα του Σταμάτη, έχουν ένα κοινό θέμα. Τα παιχνίδια των μικρών και μεγάλων παιδιών, ιδωμένα μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης. Ευχόμαστε να το απολαύσετε.

Περιεχόμενα:

-Ο ρομαντικός Κάρολος Μπωντλαίρ, του Σταμάτη Μαμούτου

-Η ηθική του παιχνιδιού, Κάρολος Μπωντλαίρ (μετάφραση Εύα Παναγιωτοπούλου)

-Έξι μικρά κείμενα για παλιά παιχνίδια, του Sun Knight

       Το μυστικό δωμάτιο

       Table Soccer

       Submarino Lost

       Plastic Knights

       The Evzones NO. 196

       Space Patrol

-Τέσσερα διηγήματα φαντασίας με θέμα τα παιχνίδια, του Σταμάτη Μαμούτου

      Κάστρα και πολιορκητές

      Κένταυρος

      Στον θόλο

      Τέσσερα παιχνίδια


Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας, στα παρακάτω σημεία διανομής.

Αθήνα

Βιβλιοπωλεία

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3) (υπόγειο, στο ράφι της κλασικής λογοτεχνίας)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3) (υπόγειο, στο ράφι της λογοτεχνίας του φανταστικού)

Comiconshop (Σόλωνος 128)

Περίπτερα διανομής τύπου

Πανεπιστημίου 39, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη και μπροστά από την στοά Νικολούδη

Δισκοπωλεία

Δισκοπωλείο Metalera (Εμ. Μπενάκη 22)


Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)

 

Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)