- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στους της Λέσχης αποτελούν...      

                                Ρωσικό heavy metal και παραδοσιοκρατία 

Διαβάζοντας στο κείμενο του Λιμόνοφ ότι ένα μέλος του συγκροτήματος Korrozia Metalla ήταν στέλεχος του Εθνικομπολεσβικικού Κόμματος της Ρωσίας, θυμήθηκα ένα άρθρο που είχε γράψει ο Sun Knight, κατά τις αρχές της δεκαετίας του ’90, στο ελληνικό Metal Hammer. Το άρθρο έφερε τον τίτλο «ΡΩΣΙΚΟ METAL» και εστίαζε στη σχέση της τότε ρωσικής «μεταλλικής» σκηνής με τον εθνικισμό. Τα σχόλια του Sun Knight είχαν βασιστεί σε μια συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο αρχηγός των Korrozia Metalla Sergei Troitsky σε αμερικανικό αισθησιακό περιοδικό!


Καταρχάς οι Korrozia Metalla είναι ένα συγκρότημα που ξεκίνησε ως speed-thrash και στη συνέχεια πειραματίστηκε με punk στοιχεία. Σε εκείνη την συνέντευξη ο Sergei Troitsky (Spider) είχε δηλώσει, με ένα αρεστό σε εμάς τους νεορομαντικούς ύφος, ότι το «αμερικανικό rock είναι πάρτυ τσαγιού ενώ στη Ρωσία η μουσική είναι αληθινή μάχη». Ο Sun Knight είχε συμπληρώσει ότι ο  Spider δεν είναι βέβαια καλά πληροφορημένος για το αληθινό αμερικανικό metal, αλλά δεν έχει άδικο για τις αποστειρωμένες μπάντες που κυριαρχούν στις προτιμήσεις του μεγάλου κοινού. Ήταν οι αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν το heavy metal δεχόταν την ανελέητη επίθεση από την μουσική βιομηχανία των πολυεθνικών που έδρευε στις Η.Π.Α. Εκείνη η συντονισμένη επίθεση, την οποία παρουσιάζει ακόμη και η χλιαρή κατά τα άλλα ταινία Rock Of Ages, συρρίκνωσε το κοινό και αλλοίωσε τον ήχο του παραδοσιακού rock και heavy metal σε ολόκληρο το μουσικό στερέωμα του πλανήτη. Είχαμε εισέλθει στην εποχή της παγκοσμιοποίησης που στο πεδίο του σκληρού ήχου συνοδεύτηκε με την υποχώρηση των κλασικών σχολών και την πρόσκαιρη ανάδυση ρευμάτων όπως το grunge, το alternative rock, το funk metal και το rap metal, τα οποία και έσβησαν ως το τέλος της δεκαετίας.


Ο Ρώσος μουσικός συνέχισε την συνέντευξη καλώντας τους ομοεθνείς του metalheads σε πολιτισμική επανάσταση. «Ρώσοι! Πολεμήστε για την δόξα της αυτοκρατορίας. Να ενώσουμε τις δυνάμεις μας και να ξαναχτίσουμε την αυτοκρατορία», κραύγαζε η γραφίδα του Spider σε ένα ύφος που υπερέβαινε ακόμη και τις πιο νεορομαντικές διακηρύξεις του Sun Knight. Αν διάβαζε κάποιο «neometal» ελληνόπουλο του σημερινού πολιτικά ορθού μουσικού μας χώρου την συνέντευξη του Spider, δίχως να γνωρίζει το όλο ιστορικό υπόβαθρο, μάλλον θα νόμιζε ότι πρόκειται για κάποιον Έλληνα μουσικό, που θα είχε υιοθετήσει τον πολιτικά μη ορθό λόγο του νεορομαντισμό της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Ωστόσο το γεγονός ότι ένας Ρώσος, σε μια εποχή που είχε πλήρη άγνοια για το τι έγραφαν οι νεορομαντικοί στην Ελλάδα, έλεγε όλα τα παραπάνω, καταδεικνύει σε όσους τολμούν να διαβάζουν την ιστορία στην αληθινή της διάσταση ότι η νεορομαντική νοοτροπία αποτελούσε, μέχρι την δεκαετία του ’90, κεντρικό γνώρισμα μεγάλου μέρους των απανταχού metalheads ανά τον κόσμο.


Ο Sun Knight συνέχισε το άρθρο συμπεραίνοντας πως το heavy metal στη Ρωσία έχει φανερά εθνικιστικό προσανατολισμό, φυλετικό και σε κάποιον βαθμό εθνικοσοσιαλιστικό. Οι Korrozia Metalla τραγουδούν “Kill The Sunafera” εννοώντας τους αλλόφυλους μετανάστες που βρίσκονται στη Ρωσία. Αμέσως μετά, ο Sun Knight παρέθεσε την εξήγηση που έδωσε ο Spider στην συνέντευξη, η οποία ήταν η εξής, «Φυσικά, δεν θέλουμε να σκοτώσουμε τους μαύρους. Αλλά για μας συμβολίζουν το χάος στη Ρωσία, όπως ακριβώς οι Εβραίοι συμβολίζουν το χάος στην προπολεμική Γερμανία». Είναι σαφές ότι με έναν άγαρμπο τρόπο ο Ρώσος μουσικός εξέφρασε την έννοια της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο αληθινό Εγώ, το οποίο αυτοπραγματώνεται αντλώντας σχήματα από την αέναη πολιτισμική ζωή της εθνικής κοινότητας, με τον συμβολικό «βάρβαρο Άλλο» που αναπαράγει ο νεωτερικός φιλελευθερισμός, όπως ακριβώς την είχε περιγράψει ο Μπαρρές στα μυθιστορήματά του. Ο Sun Knight δεν ανέδειξε αυτή την ερμηνεία αλλά αρκέστηκε στην παρατήρηση ότι η υλική πραγμάτωση αυτής της ιδέας εξέπεσε αρκετές φορές σε ξυλοδαρμούς μεταναστών από Ρώσους metalheads στους δρόμους της Μόσχας.


Στις τελευταίες παραγράφους ο Sun Knight κατέληξε σε συμπεράσματα και έθεσε επιμέρους ερωτήματα: Η καταπιεσμένη νεολαία της Ρωσίας στρέφεται πια στον μόνο σταθερό πόλο ιδεών, στην Πατρίδα. Το heavy metal είναι προφανώς το πιο κατάλληλο μουσικό υπόβαθρο. Παρ’ όλα αυτά η μουσική ατμόσφαιρα νοθεύεται από έναν άξεστο φαλλοκρατισμό κακής ποιότητας, που θα μπορούσε να οδηγήσει στη γελοιότητα. Καθώς οι Korrozia Metalla φωνάζουν για την δόξα της αυτοκρατορίας, γυμνά κορίτσια σέρνονται στη σκηνή παίρνοντας προκλητικές στάσεις μαζί με αστείους νάνους!! Μήπως όλα είναι απλώς σεξουαλική εκτόνωση και συσσωρευμένος θυμός που αναζητά διεξόδους; […] Το heavy metal στη Ρωσία[…] θα πρέπει να αποδείξει πολλά για να εδραιώσει τον αληθινό του χαρακτήρα.

Η Ρωσία, ήδη από την περεστρόικα της δεκαετίας του ’80, είχε αρχίσει να επιτρέπει κοινωνικές πτυχές φιλελευθεροποίησης του σοβιετικού συστήματος. Ωστόσο, το ιστορικό υπόβαθρο και οι κοινωνικές συνθήκες ήταν τέτοιες, ώστε να μην οδηγήσουν ολόκληρη την ρωσική νεολαία σε μια μετριοπαθή σοσιαλδημοκρατική εκδοχή της αφομοίωσης του φιλελεύθερου τρόπου ζωής, όπως σχεδίαζε ο Γκορμπατσώφ και το επιτελείο του. Η τομή που είχε προκαλέσει η περεστρόικα επέτρεψε την εμφάνιση των πρώτων σοβαρών δειγμάτων του rock και του heavy metal κινήματος στην Ρωσία των ‘80’s. Ταυτόχρονα, στο πεδίο της ιδεολογικής διαπάλης, τμήματα της ρωσικής νεολαίας εκμεταλλεύτηκαν το δημιουργημένο κενό της περεστρόικα προκειμένου να καταλήξουν σε μια Τρίτη Θέση, ανάμεσα στον σοβιετικό σοσιαλισμό και τον καπιταλιστικό φιλελευθερισμό. Ο εθνικισμός, δηλαδή, επανερχόταν ως ιδεολογία ενός μέρους των ρωσικών κοινωνικών στρωμάτων ήδη από την εποχή του Γκορμπατσώφ[1]. Το rock και το heavy metal απέκτησαν μαζική υποστήριξη την ίδια εποχή. Αναμενόμενο ήταν λοιπόν να υπάρξει μια διαλεκτική ανάμεσα στις δυο τάσεις που γεννιούνταν την ίδια ιστορική περίοδο στα ίδια περίπου κοινωνικά στρώματα. Αναμενόμενο ήταν επίσης το heavy metal ως κίνημα να γίνει αντιληπτό στην αυθεντική του εκδοχή από ένα σεβαστό αριθμητικά μέρος ενός κοινού στο οποίο δεν είχε προλάβει να διαμεσολαβήσει η μουσική βιομηχανία και τα media, προκειμένου να αλλοιώσουν την αντιληπτική του δυναμική με την συστημική ορθοπολιτική προπαγάνδα.


Εφόσον το heavy metal έγινε αντιληπτό στην αυθεντική του εκδοχή η σύνδεσή του με τον εθνικισμό ήταν ένα βήμα δρόμος. Οι ιστορικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν μετά την πτώση της ΕΣΣΔ ήταν ευνοϊκές προκειμένου να επιτρέψουν την σύνδεση του heavy metal με τον εθνικισμό. Ωστόσο στο μικρό χρονικό διάστημα μιας δεκαετίας οι Ρώσοι δεν είχαν γνωρίσει μόνο το heavy metal. Είχαν έρθει σε επαφή με ολόκληρο το φάσμα της rock. Όλα τα μουσικά ρεύματα που στην δυτική Ευρώπη ζυμώθηκαν μέσα σε σαράντα χρόνια οι Ρώσοι τα γνώριζαν στον συμπυκνωμένο χρόνο μιας δεκαετίας. Μπορεί, λοιπόν, κάποιοι Ρώσοι metalheads να συνέλαβαν το «εσωτερικό» ρομαντικό μήνυμα της «μεταλλικής μουσικής». Αλλά, ταυτόχρονα, λόγω της ανικανότητάς τους να διακρίνουν με σαφήνεια τις διαφορές στα υφολογικά και τα κοινωνικά γνωρίσματα των επιμέρους μουσικών ρευμάτων, που ήταν αναμενόμενη εφόσον δεν είχαν τον κατάλληλο χρόνο στην διάθεσή τους, οι Ρώσοι metalheads υιοθετούσαν, σε πολλές περιπτώσεις, ανακατεμένα στοιχεία.

Έτσι, σχήματα σαν τους Korrozia Metalla μπορεί να είχαν συλλάβει τον ρομαντικό πυρήνα της ιδεολογίας του heavy metal κινήματος, αλλά την ίδια στιγμή έπαιζαν σε ύφος thrash (που ήταν διαδεδομένο εκείνη την εποχή) και υιοθετούσαν επί σκηνής ένα στυλ που ενσωμάτωνε το drags-sex-and rocknroll της ψυχεδέλειας και του rock της προ-progressive εποχής. Το ψηφιδωτό των ανάμικτων επιρροών διέφερε από σχήμα σε σχήμα. Το ρωσικό heavy metal κίνημα ήταν εκείνα τα χρόνια σαν το άγαλμα που έχει ξεκινήσει να σμιλεύει ο γλύπτης, αλλά ακόμη δεν έχει αποκτήσει καθαρό σχήμα και ευδιάκριτη μορφή.


Δυστυχώς, έμεινε έτσι ημιτελές για πάντα. To ρωσικό heavy metal όλα αυτά τα χρόνια έχει να επιδείξει κάποια σημαντικά δείγματα σε κυκλοφορίες των ακραίων ρευμάτων. Αλλά στον true ήχο μάλλον δεν θα ξεπεραστούν ποτέ δουλειές όπως εκείνες που παρουσίασαν οι Scald και οι Black Obelisk στα πρώτα χρόνια του ρωσικού «μεταλλικού» κινήματος. Η ρωσική σκηνή υποχώρησε, όπως και το rock κίνημα συνολικά, στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Την ίδια εποχή που το αστικό ρωσικό κράτος ισοπέδωνε τον εθνικιστικό χώρο μέσω ανελέητων διωγμών και φυλακίσεων.


Ο Sun Kinght ολοκλήρωνε το άρθρο του με το γνωστό ρομαντικό ύφος που τον έκανε ευανάγνωστο εκείνη την εποχή, θέτοντας το εξής ερώτημα: Μαυροφορεμένοι νεαροί, γενειοφόροι και μακρυμάλληδες, οι εκπρόσωποι του ρωσικού Metal φέρνουν άραγε μαζί τους το πνεύμα των Βαράγγων πολεμιστών που ενώθηκαν με τους Σλάβους, δημιουργώντας το πρώτο ρωσικό κράτος; Μάλλον είναι δύσκολο να απαντηθεί το ερώτημα που έθεσε, διαπνεόμενος από ρομαντικό ενθουσιασμό, ο νεαρός εκείνη την εποχή συντάκτης του Metal Hammer. Το σίγουρο είναι ότι σήμερα ο ρωσικός εθνικισμός έχει πνιγεί στα γρανάζια μιας γραφειοκρατικά καπιταλιστικής εξουσίας. Και το heavy metal, όπως συμβαίνει και στις υπόλοιπες χώρες του κόσμου, χάνει συνεχώς την όποια κινηματική δυναμική του έχει απομείνει, μετατρεπόμενο σε απλό άκουσμα που επιλέγει ο κάθε ακροατής, με ένα κλικ στο ποντίκι του υπολογιστή, ανάμεσα στα τόσα άλλα.


Η φλογερή φιλοδοξία εκείνης της γενιάς να ζήσει μια εθνορομαντική επανάσταση, εμπροσθοφυλακή της οποίας θα ήταν η εξεγερμένη νεολαία των rockers, έσβησε στον κρύο βούρκο της υλιστικής παγκοσμιοποίησης των ‘90’s.



[1] Το ρωσικό εθνικιστικό κίνημα της δεκαετίας του ’90 έχει τις απαρχές του στους πολιτιστικούς συλλόγους, που δημιουργήθηκαν κατά την δεκαετία του ’80 όταν η λειτουργία τους έγινε επιτρεπτή λόγω της περεστρόικα. Από τις συλλόγους εκείνους ξεπήδησαν ηγετικές μορφές του εθνικιστικού κινήματος, σαν τον Alexander Barkashov, οι οποίες πρωταγωνίστησαν στην πολιτική ζωή της Ρωσίας κατά την δεκαετία του ’90.

                                       Το punk και ο Εθνικομπολσεβικισμός

                                            του Έντουαρντ Λιμόνοφ (συνέντευξη στην εφημερίδα The eXile), μετάφραση Flammentrupp

O Mark Ames[1] μου ζήτησε να γράψω σχετικά με το κόμμα των Εθνικομπολσεβίκων και το κίνημα του punk. Έτσι, αναγκάζομαι να ρίξω μια ματιά στο παρελθόν μου, παρά το γεγονός πως είμαι δεμένος με το παρόν.

Έφτασα στη Νέα Υόρκη από τη Σοβιετική Ένωση τον Φεβρουάριο του 1975. Ήταν ακριβώς η χρονιά που γεννήθηκε το κίνημα του punk. Το πρώτο πράγμα που είδα σχετικό με τους πάνκηδες, ήταν το fanzine «Punk». Επρόκειτο για μια αυτοέκδοση[2], ασπρόμαυρη, σε χαρτί Α4 τυπωμένο σε έναν εκτυπωτή Xerox. Ένας από τους εκδότες είχε παράξενο όνομα, Legs McNeil. Το όνομα «Legs» (πόδια), μου είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση. Το fanzine περιλάμβανε πολλά κόμικς και καρικατούρες. Θυμάμαι μία που με είχε σοκάρει. Ένα κορίτσι αρνήθηκε την πρόσκληση ενός αγοριού για χορό, λέγοντας «συγγνώμη αλλά όχι, χορεύω μόνο με πούστηδες»!!   


Οι Ρώσοι μετανάστες δεν καταλάβαιναν τον ενθουσιασμό μου με το περιοδικό (το έδειχνα σε όλους). Το θεωρούσαν σκουπίδι. Όντως ήταν, αλλά το νέο κίνημα σκοπίμως αξίωνε την ενσωμάτωση αυτού του trash στην ιδεολογία του. Ένα χρόνο μετά κάποια καταστήματα punk ευδοκιμούσαν στην Lower East Side της μεγαλούπολης, πουλώντας ρούχα. Ανάμεσα τους ήταν και ένα με το όνομα «Trash and Vaudeville[3]».

Το fanzine διαφήμιζε την καινούργια μουσική. «Τα πιο καυτά συγκροτήματα στην πόλη», έγραφε. Πήγα να τα δω στο κλαμπ CBGB[4], το οποίο ήταν μια μαύρη τρύπα στη γωνία των δρόμων Bowery και Bleeker. Το 1975 δεν υπήρχε πολύς κόσμος μέσα. Δύο χρόνια αργότερα, είχε γίνει το κλαμπ των πιο ένθερμων οπαδών του σκληρού ήχου στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έπειτα συνάντησα την Julia Carpenter. Ήταν είκοσι ενός ετών, κόρη ενός αξιωματούχου του FBI. Εργαζόταν ως καμαριέρα στον οίκο Peter Sprague, στην οδό Sutton Square, στο Μανχάταν. Η κολλητή της, η Marianne Flint, ήταν το κορίτσι του Mark Bell και η Julie μάς σύστησε. Ο Mark ήταν ο ντράμερ του Richard Hell, ο οποίος ήταν το κλειδί για την μουσική σκηνή του punk. Ήταν ο πατέρας του punk με το άλμπουμ του «Blank Generation». Ο Mark μου το έκανε δώρο. Επίσης, με χλεύασε για το απλό μαύρο t-shirt που φορούσα και μου έφερε ένα του Hell, λευκό, με ένα χάρτη που είχε τις διαδρομές του μετρό. Μου είπε ότι ο Hell έδωσε πολλές συνεντεύξεις φορώντας το. Ήταν σκισμένο σε διάφορα σημεία.


Εκείνη την εποχή, ούτε εγώ ούτε ο Mark είχαμε καταλάβει τη σημασία που είχε ο Hell. Όχι μόνο το «Blank Generation» ήταν το πρώτο άλμπουμ μιας εντελώς νέας μουσικής νεανικής διαμαρτυρίας, αλλά ο ίδιος είχε επηρεάσει τον Malcolm McLaren ο οποίος δημιούργησε τους Sex Pistols όταν επέστρεψε στο Λονδίνο από τη Νέα Υόρκη. Έγινε γνωστό αργότερα, πως ο McLaren είχε εντυπωσιαστεί τόσο πολύ από τη μουσική του Hell, που ήθελε οι Sex Pistols να παίξουν κάτι παρόμοιο.

Κοιτάζοντας τώρα τον νεαρό εαυτό μου με εκείνο το t-shirt, σκέφτομαι πως ήταν ένα  σύμβολο, ένα ιερό αντικείμενο, που με έδεσε με το punk. Και τα δύο βιβλία μου, Its me, Eddie του 1976 και το Diary of a Loser του 1978, είναι γραμμένα σε punk αισθητική. «Απλά σας γαμώ όλους, […], άντε γαμηθείτε!», λέει η τελευταία φράση του «It’s me, Eddie». Αν δεν είναι αυτό punk, τότε τί είναι;

Εκείνη την εποχή, ο Mark Bell κλήθηκε να ενωθεί με τους Ramones. Τους συνάντησα πολλές φορές, αλλά η μοίρα με έφερε να μετακομίσω στο Παρίσι. Όταν το συγκρότημα περιόδευσε στην Ευρώπη, κάνοντας στάση στην πόλη, πήγα στο ξενοδοχείο που έμεναν να τους χαιρετήσω. Κάνα δυο φορές που πήγα στη Νέα Υόρκη, επισκέφτηκα τόσο την Marianne όσο και τον Mark, ο οποίος είχε μετονομαστεί σε Marky Ramone.


Τα ενδιαφέροντα μου μετατοπίστηκαν από τη λογοτεχνία προς την πολιτική στα τέλη της δεκαετίας του ‘80. Όταν ίδρυσα το κόμμα των Εθνικομπολσεβίκων το 1993, ήρθα σε επαφή με τον Egor Letov, το punk είδωλο στη Ρωσία. Η σημαία μας παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο κοινό σε μια συναυλία του στο κλαμπ «Armed Forces» στη Μόσχα. Ήταν απίστευτη. Τέσσερα μέτρα, κόκκινη, λευκή και μαύρη, κρεμασμένη πάνω από τη σκηνή. Σίγουρα ήταν ερεθιστική, προβοκατόρικη και εξωφρενικά punk. Ακόμα και σήμερα είναι. Στον Egor δόθηκε η κάρτα μέλους του κόμματος με τον αριθμό 4. Πιστεύω πως μια τέτοια κάρτα, θα μπορούσε να προσφερθεί στον Sid Vicious και στον Johnny Rotten (τον Johnny Rotten του 1977) και να γίνει αποδεκτή.


Ο Letov, όπως όλοι οι punk μουσικοί, αποδείχτηκε αντιφατικός, ασταθής και απρόβλεπτος. Τσακώθηκε μαζί μας το 1996, επέστρεψε αργότερα και γύρισε στην punk απομόνωση του μετά. Κάποιες φορές λέει πως είναι Κόκκινος και Εθνικομπολσεβίκος, και άλλες προσποιείται πως δεν μας γνωρίζει. Αλλά η παρουσία του στην ηγεσία του κόμματος, μας έφερε χιλιάδες μέλη ανά τα χρόνια. Δεν ήταν όλα ακτιβιστές, κάποια ήταν απλώς περαστικοί, αλλά οι πάνκηδες ήταν ο σκελετός του κόμματος κατά τα πρώτα του χρόνια.


Η ηχηρή άρνηση των υποτιθέμενων αξιών του πολιτισμού, το γκροτέσκο, το trash, οι κραυγές και κάποια δάνεια από την αισθητική των συντηρητικών ιδεολογιών ήταν τα κοινά σημεία στο punk κίνημα της Νέας Υόρκης της δεκαετίας του ’70 και των πρώτων Εθνικομπολσεβίκων της δεκαετίας του ’90. Εκτός του Egor, δεκάδες άλλοι βίαιοι μουσικοί ενσωματώθηκαν στο κόμμα. Ο «Pauk» Sergei Troitski των Korrozia Metalla, ο Dimitry Reviakin των Kalinov Βridge και των Day of Donor, μαζί με την πρώην σύζυγό μου Natasha Medvedeva επικεφαλής των, διαλυμένων πλέον, Pop Mechanics και ο Sergei Kuryokhin ήταν ανάμεσα τους.


Η εφημερίδα του κόμματος Limonka, ήταν κατά τη δεκαετία του ’90 η πιο punk και ριζοσπαστική πολιτική εφημερίδα σε ολόκληρο τον κόσμο. Τα συνθήματα μας «Φάτε τους πλούσιους», «Καλός μεγαλοαστός, είναι ο νεκρός μεγαλοαστός» και «Ο Καπιταλισμός είναι σκατά», ήταν μέσα στην punk παράδοση. Που αλλού θα μπορούσαν να ήταν;


Η επίσημη πρόσκληση για να γίνεις μέλος του κόμματος είχε το σύνθημα, «Μη χλευάζεις μόνο! Γίνε μέλος του ΝΒΡ!» (National Bolshevik Party) κι ένα σκίτσο με ένα ανθρωπάκι με νεκροκεφαλή που φορούσε γραβάτα και περιβραχιόνιο του κόμματος. Δεκάδες συγγραφείς έγραψαν στο ύφος της εφημερίδας μας. Κάποια κείμενα τους δημοσιεύτηκαν στο βιβλίο Generation of Limonka, ενώ άλλοι συγγραφείς απέκτησαν φήμη, όπως ο Zarhar Prilepin, συγγραφέας του Sankia, που αφορά τη ζωή και το θάνατο ενός ακτιβιστή του κόμματος, ή ο Alexei Tsvetkov, συγγραφέας πολλών βιβλίων.


Οι δράσεις του NBP αν και μη-βίαιες, είχαν την αισθητική του punk κινήματος. Για παράδειγμα, η κατάληψη του Θεάτρου Μπολσόι στις 7 Μαΐου 2004, ημέρα ορκωμοσίας του προέδρου Πούτιν. Ο Πούτιν θα ερχόταν στο θέατρο εκείνο το βράδυ κι εμείς ανεβήκαμε στη σκηνή και καταλάβαμε το προεδρικό θεωρείο. Ανάψαμε καπνογόνα σαν ποδοσφαιρικοί χούλιγκαν, υψώσαμε σημαίες και φωνάξαμε συνθήματα. Ήταν υπέροχα. Ήταν punk.


Λοιπόν, φίλε μου Mark Ames, ήσουν απολύτως σωστός στην εικασία σου για τις punk ρίζες του κόμματος των Ρώσων Εθνικομπολσεβίκων. Αλλά η ιστορία του κόμματος συνεχίζεται. Πιστεύω πως κάποια μέρα θα αναλυθεί εκτενώς. Πολλά ογκώδη βιβλία θα γραφτούν για το θέμα «EMK και Punk». Εγώ απλά έκανα μια συνοπτική περιγραφή.

 




[1] Mark Ame : Αμερικανός δημοσιογράφος. Έζησε στη Ρωσία από το 1993 ως το 2008. Εκεί, εξέδιδε τη δεκαπενθήμερη free-press εφημερίδα «The eXile», στην αγγλική γλώσσα, για τους απόδημους αγγλόφωνους που ζούσαν στη Μόσχα. Είχε κείμενα σατιρικά αλλά και πολιτικό ρεπορτάζ. Το 2008, η κυβέρνηση Πούτιν την έκλεισε, ο Ames επέστρεψε στις ΗΠΑ και η εφημερίδα συνεχίζει ως διαδικτυακό έντυπο.

[2] Στο αρχικό κείμενο, χρησιμοποιείται η ρωσική λέξη «samizdat». Πρόκειται για μια πρακτική που χρησιμοποιήθηκε στον πρώην Ανατολικό Μπλοκ από τους αντιφρονούντες, οι οποίοι έγραφαν στο χέρι, εκτύπωναν όπως μπορούσαν και μοίραζαν χέρι με χέρι κείμενα είτε απαγορευμένα, είτε ενάντια στο καθεστώς, με κίνδυνο της ελευθερίας ή της ζωής τους. 

[3] Vaudeville : Βοντβίλ, θεατρικό είδος με μεγάλη δημοφιλία στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Ξεκίνησε τον 17ο αιώνα στη Γαλλία ως συνδυασμός λαϊκού τραγουδιού με θεατρικό δρώμενο. Κατά τον 18ο αιώνα, ο όρος σήμαινε το θεατρικό έργο που σατιρίζει τα ήθη της εποχής. Στα τέλη του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ, το είδος εξελίχθηκε σε λαϊκό θέατρο που συνδύαζε μουσική, χορό, ταχυδακτυλουργίες, ακροβατικά και θεατρικά σκετς.

[4] CBGB : Μουσικό, συναυλιακό κλαμπ στη Νέα Υόρκη που άνοιξε το 1973 στο East Village του Μανχάταν.  Τα γράμματα σημαίνουν Country, Blue-Grass, Blues, απηχώντας το όραμα του ιδιοκτήτη του σχετικά με το τί ήθελε να παρουσιάζει στο κοινό. Τελικά, εξελίχθηκε στο σημαντικότερο σημείο αναφοράς για τις punk rock και τις new wave μπάντες όπως οι the Ramones, Television, Patti Smith Group, Blondie, και Talking Heads. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 θεωρείται ο ναός του hardcore punk.