- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                Πολιτική και κοινωνική άλωση του εθνικιστικού χώρου

Όπως έχουμε αναλύσει πολλές φορές σε προηγούμενα άρθρα, ένας από τους κύριους στόχους του συστήματος εξουσίας στις ευρωπαϊκές χώρες σήμερα είναι να απορροφά το μέρος εκείνο της κοινωνικής δυσαρέσκειας προς τον αντιανθρώπινο, εξουσιαστικό, (νεο)φιλελευθερισμό της παγκοσμιοποίησης, το οποίο (μέρος της κοινωνικής δυσαρέσκειας) παίρνει συντηρητικό προσανατολισμό και κατευθύνεται προς τον εθνικιστικό χώρο, μέσω ελεγχόμενων από τους εξουσιαστικούς μηχανισμούς (ακρο)δεξιούς πυρήνες. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, το σύστημα εξουσίας α) διεισδύει με ανθρώπους του στο πολιτικό περιβάλλον του εθνικιστικού χώρου, προσπαθώντας να αλλοιώσει τις ιδέες του και να τον μετατρέψει σε μια μεταμοντέρνα alt right εκδοχή της καπιταλιστικής Δεξιάς β) παρεισφρέει σε κάθε κοινωνικό πεδίο μικροαστικών ή εργατικών καταβολών, όπου αναπτύσσονται συνήθως οι εθνικιστικές ιδέες. Ασφαλώς, αν ο αληθινός εθνικισμός, με τις θεωρητικές καταβολές στον αντιδιαφωτιστικό Ρομαντισμό, δεν ήταν επικίνδυνος για το σύστημα εξουσίας, ποτέ και κανένας από τους τσάτσους του συστήματος εξουσίας δεν θα είχε λόγο να παρεισφρήσει σε αυτά τα μικροαστικά και εργατικά λαϊκά περιβάλλοντα.  Όμως, σήμερα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο.


Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα παρείσφρησης και σταδιακού ελέγχου από ανθρώπους του συστήματος εξουσίας φαίνεται ότι αποτελεί το κοινωνικό περιβάλλον των ποντιακών οργανώσεων. Για λόγους που έχουν να κάνουν με την ιστορία της κοινότητας των Ποντίων στην Ελλάδα, διατηρήθηκε εδώ και δεκαετίες ένας ρεβανσιστικός εθνοκεντρισμός στο περιβάλλον των ποντιακών οργανώσεων και κοινοτήτων. Ένας εθνοκεντρισμός ο οποίος κάποτε αποτελούσε κοινό τόπο για όλες τις κοινότητες Ελλήνων αλλά που ο φιλελεύθερος εκσυγχρονισμός κατάφερε να εξαλείψει τις τελευταίες δεκαετίες. Αντιθέτως, στις οργανώσεις και τις κοινότητες των Ποντίων το εθνονοσταλγικό στοιχείο παρέμεινε για περισσότερο καιρό ζωντανό, σφιχταγκαλιασμένο με μια αίσθηση ιστορικής αδικίας και συναισθηματικού ρεβανσισμού.

Αυτό το μίγμα αποτέλεσε μια καλή πρώτη ύλη για την ανάπτυξη εθνικιστικών πολιτικών ιδεών. Το σύστημα εξουσίας το κατάλαβε καλά, όταν μέχρι πριν μερικά χρόνια οι πολιτικοί του εκπρόσωποι διαπομπεύονταν ή και δέρνονταν στις εκδηλώσεις μνήμης του ποντιακού ελληνισμού. Αναμενόμενο, ήταν, λοιπόν, να κινητοποιούνταν άμεσα οι μηχανισμοί της εκσυγχρονιστικής, κρυπτοφιλελεύθερης alt right και του συστημικού αστικού ψευτοπατριωτισμού της Δεξιάς, προκειμένου να κάνουν την βρώμικη δουλειά, να ελέγξουν την κατάσταση και να απομακρύνουν τον όποιο εθνικιστικό κίνδυνο.


Θα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί με τον πιο άμεσο τρόπο τι εννοώ, αν είχε παραβρεθεί στην τελευταία συγκέντρωση μνήμης του ποντιακού ελληνισμού, που πραγματοποιήθηκε την 19η Μαΐου στην πλατεία Συντάγματος. Εκεί που κάποτε οι Κουμουτσάκοι και (στην Θεσσαλονίκη) οι Μπουτάρηδες έτρεχαν κυνηγημένοι, πλέον έχει επικρατήσει ολοκληρωτικά ο κίβδηλος (ψευτο)πατριωτισμός (ποιου άλλου;) της Νέας Δημοκρατίας.

Ασφαλώς, το λιντσάρισμα ήταν μια λάθος προσέγγιση που έστειλε διαδηλωτές στα δικαστήρια (μακροπρόθεσμα στο σπίτι τους και μακριά από κάθε κοινωνική δράση, εφόσον ο εθνικιστικός χώρος, ελεγχόμενος καθώς είναι από τους πράκτορες της Δεξιάς, δεν έχει τα ισχυρά νομικά δίκτυα της Αριστεράς, ούτε την αυτονόητη αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους που τον στελεχώνουν). Δεν ξεχνάμε, επίσης, ότι στην υπόθεση Κουμουτσάκου πρόσωπα του εθνικιστικού χώρου είχαν καταγγείλει ότι ρουφιανεύτηκαν στις αρχές, προκειμένου να οδηγηθούν στα δικαστήρια, από άτομα (θηλυκού φύλου, συγκκεριμένα) που σύχναζαν στο γνωστό «εστιατόριο» της κυπατζήδικης ακροδεξιάς. Αλλά το σημαντικό δεν είναι τούτο. Το σημαντικό είναι ότι, μετά από όλα αυτά, η ποντιακή συγκέντρωση μνήμης της 19ης Μαΐου και οι οργανώσεις που την πραγματοποιούν έχουν περάσει πλήρως στον έλεγχο της συστημικής Δεξιάς.

Η φετινή συγκέντρωση ολοκληρώθηκε σχετικά νωρίς λόγω της έντονης βροχόπτωσης. Ωστόσο, όσο διήρκεσε, έδειχνε αγκιστρωμένη από πολλά σημεία στην κυβερνώσα παράταξη. Ομιλητές που εκφωνούσαν ύμνους για κυβερνητικούς παράγοντες και τους καλούσαν στο βήμα, βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας και εκσυγχρονιστές πολιτικοί φίλοι του Μητσοτάκη που αγόραζαν μπλουζάκια από το «merchandise», δεξιοί τοπικοί αιρετοί και λοιποί σφουγγοκωλάριοι της φιλελεύθερης εξουσίας που σουλατσάριζαν ανάμεσα στους συμμετέχοντες. Πώς αλλάζουν οι καιροί...; Ευτυχώς, η βροχή σταμάτησε σύντομα την όλη παράτα και αφού χαιρέτησα την Μαίρη Ιορδανίδου (από τα παιδιά της Λέσχης), με την οποία παραβρέθηκα στην συγκέντρωση, αποχώρησα εν μέσω καταιγίδας.


Το ουσιαστικό συμπέρασμα είναι διττό. Πρώτο, όσοι εντός του «χώρου» δεν καταλαβαίνουν τι κάνει η δεξιά στον εθνικισμό είναι απλά ανόητοι. Και, δεύτερον, η πολιτική είναι κάτι πολύ σοβαρό και αφορά τους σοβαρούς ανθρώπους. Δεν αφορά τους καραγκιόζηδες που νομίζουν ότι μπορούν να το παίξουν παράγοντες ή και να ηγηθούν ενός πολιτικού χώρου με τόσες απαιτήσεις, όπως είναι ο εθνικιστικός. Ό,τι και αν γράφουν οι πληρωμένοι opinion leaders, όση φανφάρα υποστήριξης και αν πωλούν κάτω από τα συνθήματα της αυτονομίας ή του κόμματος, της επανάστασης ή πατρίδας, του ε/ς και κάθε άλλης ιδέας που εκφυλίζουν σε σύνθημα οι ανόητοι και οι εγκάθετοι δημοσιολόγοι του χώρου. Πολιτική σημαίνει στρατηγική. Δεν σημαίνει καγκουριά, δεν σημαίνει βλαχαδερίστικη άγνοια μασκαρεμένη σε πρωτοβουλία, δεν σημαίνει κουκούλα και τσογλανιά, δεν σημαίνει χαβαλεδιάρικη βία που οδηγεί νομοτελειακά στην επαναλαμβανόμενη γελοιοποίηση του εθνικιστικού χώρου. Δεν νικάμε τους Βορίδηδες, τους Κοέν, τους Σαμαράδες, τους Δημητριάδηδες και τις πρεσβείες που κατασκευάζουν εν μιά νυκτί ψευτοπατριωτικά κομματικά μορφώματα με την ψευτομαγκιά και με την πεποίθηση ότι ο κάθε ανώνυμος που μαζεύει δέκα πιτσιρικάδες έτοιμους να κάνουν ένα ντου γίνεται αυτόματα και πολιτικός «νοματαίος». 

Δεν θέλω να ταυτίσω την παραπάνω περιγραφή με όσα είχαν γίνει παλαιότερα στις εκδηλώσεις μνήμης του ποντιακού ελληνισμού. Δεν ψέγω τα παιδιά που αγανάκτισαν και πήραν στο κυνήγι τους εκπροσώπους της πολιτικής νομενκλατούρας πριν κάποια χρόνια. Αντιθέτως, συμπάσχω μαζί τους και τους αντιλαμβάνομαι. Ψέγω, όμως, την γενικότερη αντίληψη που προωθούν ορισμένοι στον πολιτικό μας χώρο ότι αποτελεί κάτι με πολιτικό νόημα η μάζωξη ανθρώπων με κουκούλες και τραπάδικες φόρμες που κάνουν λίγη φασαρία ή ένα ντου άνευ σοβαρού πολιτικού σχεδιασμού και μετά είτε καταλήγουν στα δικαστήρια είτε εξαφανίζονται από την κοινωνική δράση, χρεώνοντας στον εθνικισμό  τον επικίνδυνο χαβαλέ τους. 


Τα χρόνια περνούν και ο εθνικισμός διώκεται από κάθε κοινωνικό πεδίο. Και σε αυτό βοηθούν εν αγνοία τους οι βλάκες που κάνουν το κομμάτι τους παριστάνοντας τους παράγοντες του χώρου αλλά στην πραγματικότητα δεν είναι σε θέση να σκεφτούν ως πολιτικοί στρατιώτες, πόσο μάλλον ως πολιτικοί πυρηνάρχες.  Υπό αυτούς τους όρους δεν είναι τυχαίο που η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη (ό,τι πιο αντι-εθνοκεντρικό έχει αναδείξει η Δεξιά) απλώνει τον έλεγχό της σε περιβάλλοντα που κάποτε δραστηριοποιούνταν εθνικιστές.

Ανταπόκριση από την συναυλία των Iron Maiden και Anthrax. Σάββατο, 23 Μαΐου ΟΑΚΑ

                                                                                                     του Σταμάτη 

Το έχουμε επισημάνει πολλές φορές μέσα από τις στήλες των εντύπων μας. Σήμερα δεν υπάρχει heavy metal κίνημα. Όπως και δεν υπάρχει heavy metal κουλτούρα στην Ελλάδα Υπάρχει μια ανομοιόμορφη κοινότητα ακροατών του heavy metal, ευτυχώς (ή όχι;) μαζική ακόμη, με μόνο κοινό γνώρισμα την προτίμηση σε παρόμοια ακούσματα. Αν υπήρχε heavy metal κίνημα και κουλτούρα, οι εταιρείες παραγωγής «μεταλλικών συναυλιών», μικρών και μεγάλων (βάζω και τις μικρές στον λογαριασμό, ιδίως μετά το νέο φρούτο με υποτιθέμενα δυο διαφορετικά live, ανά ημέρα, που ξεφύτρωσε τον τελευταίο καιρό), θα μας είχαν δει να τις επισκεπτόμασταν στα γραφεία τους για να τους…εξηγούσαμε τα αυτονόητα και να τους διδάσκαμε αρχές συμπεριφοράς. Αλλά, δυστυχώς, βρίσκουν και τα κάνουν.


Η προχθεσινή συναυλία των Maiden ήταν ένα ακόμη τέτοιο παράδειγμα μαρκετίστικης αλητείας. Με εισιτήρια που κυκλοφόρησαν πριν από έναν χρόνο και τα οποία άρχισαν σταδιακά να ακριβαίνουν, φτάνοντας ακόμη και σε δπλάσιες τιμές (πχ τα εισιτήρια της αρένας όταν τυπώθηκαν κόστιζαν 100 ευρώ και μέχρι πριν λίγο καιρό είχαν φτάσει να πωλούνται 200 ευρώ!!). Ασφαλώς, το πρόσχημα για τον διπλασιαμό των τιμών ήταν η πληροφορία που διέρρευσε η εταιρεία παραγωγής στον τύπο ότι η προπώληση ήταν μεγάλη και πώς, τουλάχιστον έναν μήνα πριν την συναυλία, θα γινόταν sold out (με τους όρους της εθνικής μας γλώσσας: τα εισιτήρια θα είχαν εξαντληθεί). Για άλλη μια φορά αποδείχτηκε ότι επρόκειτο για ένα τέχνασμα, που σκοπό είχε να εκβιάσει όσο το δυνατόν περισσότερους θεατές να αγοράσουν τα εισιτήρια στις διπλασιαμένες τιμές.


Μίλησα μέσα στην εβδομάδα με παλιούς φίλους, που παραβρέθηκαν στην πρόσφατη συναυλία των Metallica. «Μην ανησυχείς για τα εισιτήρια. Θα βρούμε τα πιο φτηνά, την τελευταία ημέρα. Βρήκαμε τα φτηνότερα στην συναυλία των Metallica, που υποτίθεται ότι είχαν εξαντληθεί από πέρυσι. Δεν θα βρούμε στους Maiden;» μου είπαν και είχαν απόλυτο δίκιο. Όπως συνέβη και στην συναυλία των Metallica, έτσι ακριβώς και χθες, όταν τα εκδοτήρια εισιτηρίων άνοιξαν έξω από το ΟΑΚΑ, δυόμιση ώρες πριν ανέβουν στην σκηνή οι Anthrax, χιλιάδες απούλητα εισιτήρια (ακόμη και στην αρένα, που υποτίθεται ότι είχαν εξαντληθεί έπειτα από τον διπλασιασμό του κόστους τους και η εταιρεία παραγωγής είχε σταματήσει να τα πουλά ηλεκτρονικά εδώ και αρκετό καιρό), πωλούνταν κανονικότατα στις αρχικές τους τιμές (συγκεκριμένα 103 ευρώ!!).  


Αυτή η πρακτική μάρκετινγκ των εταιρειών παραγωγής εκείνο που καταφέρνει τελικά είναι να αφήνει αρκετούς ακροατές εκτός των συναυλιών. Όσοι ακροατές αποθαρρύνονται από το χρηματιστήριο τιμών των εισιτηρίων, δεν έχουν παρέα ή πληροφορίες, και στερούνται την διάθεση να φτάσουν μέχρι το ΟΑΚΑ πέντε ώρες πριν την εμφάνιση των headliners για να σταθούν στην ουρά των εκδοτηρίων, είναι αναμενόμενο να μην παραβρεθούν. Και είναι κρίμα γιατί μπορεί, όντως, να είναι αληθινοί οπαδοί και σοβαροί μουσικόφιλοι. Όμως, αυτό δεν ενδιαφέρει και πολύ τους εμπόρους του σημερινού μουσικού κατεστημένου. Γιατί έχουν καταφέρει να αντισταθμίσουν την απώλεια εσόδων αυτών των δυνητικά χαμένων θεατών από εκείνους που «ψάρωσαν» και πλήρωσαν τα δικά τους εισιτήρια σε διπλάσιες και τριπλάσιες τιμές.  Παρεμπιπτόντως, είναι κι αυτό ένα από τα πολλά, απλά, εμπειρικά παραδείγματα, που διαλύουν τις ανοησίες της θεωρίας του κλασικού οικονομικού φιλελευθερισμού περί του υποτιθέμενα λειτουργικού συμπλέγματος ορθολογιστικής ατομικιστικής επιλογής-«δημοκρατίας της αγοράς»-ανταγωνιστικής κερδοσκοπίας- γενικού παραγόμενου καλού στο τέλος.


Ενδεχομένως, οι ανταποκρίσεις των τηλεοπτικών και άλλων ΜΜΕ, οι οποίες, ως εκ θαύματος συντονισμένα, αναπαρήγαγαν αστειότητες όσον αφορά των αριθμό των θεατών που παραβρεθήκαμε τελικά στην συναυλία των Iron Maiden, να αποτελούν συνδυασμό οργανωμένης παραπληροφόρησης και επικοινωνιακή τεχνική διαχείρισης μιας οργανωτικής αποτυχίας. Έτσι, μολονότι τα ΜΜΕ έκαναν λόγο για πάνω από 50.000 θεατές που παρακολουθήσαμε την συναυλία, η πραγματικότητα ήταν διαφορετική. Όσοι παραβρεθήκαμε ήμασταν, πάνω κάτω, 30 με 35.000, στην καλύτερη των περιπτώσεων. Η προσέλευση ήταν ελαφρώς μικρότερη από εκείνη της προηγούμενης συναυλίας των Iron Maiden στο ΟΑΚΑ, του 2022.


Τα φαγητά και τα ποτά που πωλούνταν στον χώρο της συναυλίας ήταν, επίσης, πανάκριβα (7 ευρώ ένα σάντουϊτς/χάμπουργκερ κανονικού μεγέθους!!). Δεν χρειάζεται να σχολιάσω κάτι παραπάνω για την κατάσταση που επικρατούσε στις τουαλέτες (εκεί οι διοργανωτές ήταν πράγματι old school) ή για τα λίγα καταστήματα πώλησης επισήμων αναμνηστικών του συγκροτήματος, στα οποία οι ουρές αναμονής έφταναν ως τον συρμό του ΗΣΑΠ. Τέλος, για μια ακόμη φορά, η ανοησία να χωρίζεται η αρένα με κάγκελα σε μπροστινό και πίσω τμήμα, προκάλεσε μεγάλο στρίμωγμα και δυσκολία πρόσβασης σε σημεία από τα οποία υπήρχε οπτική επαφή με το κέντρο της σκηνής. Συνολικά, η όλη εκδήλωση αποτέλεσε μια ακόμη από τις γνωστές οργανωτικές αλχημείες των εμπόρων της μουσικής βιομηχανίας.

Ευτυχώς, εκεί που τελείωσαν τα οργανωτικά ταχυδακτυλουργικά άρχισαν τα ωραία. Εορταστική heavy metal ατμόσφαιρα σε αρένα και εξέδρες, εξαιρετικές εμφανίσεις των Maiden και των Anthrax, πολύ καλός καιρός για συναυλία (παρά τις -για μια ακόμη φορά- αποτυχημένες εκτιμήσεις των επιστημόνων που είχαν προηγηθεί, περί υποτιθέμενων επερχόμενων τρομακτικών καταιγίδων οι οποίες μπορεί και να ματαίωναν την εκδήλωση).

Οι Anthrax βγήκαν στην σκηνή την ώρα που είχε ανακοινωθεί (σε μια περιοδεία των Maiden, όλα κυλούν σε βρετανικούς ρυθμούς). Παρουσίασαν ένα set list πενήντα περίπου λεπτών, ενθουσιάζοντας το κοινό τους. Δεν μπορώ να γράψω πολλά γιατί ανέκαθεν με άφηνε αδιάφορο (στην καλύτερη των περιπτώσεων) το thrash. Ωστόσο, οφείλω να αναγνωρίσω ότι το συγκρότημα ήταν σε φόρμα, ο Μπελαντόνα αειθαλής και εντυπωσιακά ικανός να ταξιδεύει ανάμεσα στις οκτάβες ενώ ούρλιαζε, οι κιθάρες και τα τύμπανα όπως ακριβώς έπρεπε ενώ το πολύ καλό μπάσο κάπου χανόταν λόγω του ύφους της μουσικής και του τρόπου της ηχοληψίας. Γενικά ο ήχος ήταν «χαμηλωμένος», δεν είχαν ανοίξει ενισχυτές σε σημεία του σταδίου πέρα από την σκηνή. Το ίδιο, βέβαια, συνέβη και στους Maiden.


Στο set list των Anthrax περιλαμβάνονταν τα τραγούδια Among The Living, Madhouse, Caught In A Mosh, Metal Thrasing Mad, I Am The Law, Antisocial, Got The Time και Indians. Η αλήθεια είναι ότι θα έπρεπε να είχαν παρουσιάσει ένα δυο τραγούδια ακόμη. Όμως, φαίνεται ότι το να είναι μια μπάντα support σε περιοδεία των Iron Maiden συνεπάγεται αυστηρό πρωτόκολλο.  


Οι ακροατές του συγκροτήματος ανταποκρίθηκαν, σε γενικές γραμμές, στις απαιτήσεις μιας thrash μπάντας (πάντοτε, στον βαθμό που είναι εφικτό κάτι τέτοιο στην εποχή των συναυλιών που κατακλύζονται από θεατές, οι οποίοι τις βιντεοσκοπούν με τα κινητά τους τηλέφωνα περισσότερο απ’ ότι τις βλέπουν). Circle pits πραγματοποιήθηκαν (παρά το εξοντωτικό στρίμωγμα, λόγω της διαμόρφωσης της αρένας), καπνογόνα άναψαν, το πάρτι είχε αρχίσει. Όταν η ώρα έφτασε 20:40 οι 35.000 θεατές είχαμε πάρει τις θέσεις μας και το αναμενόμενο Doctor Doctor των UFO, άρχισε να δονεί τα ηχεία. 20:45 ακούστηκε ως εισαγωγικό το The Ides Of March και η μεγάλη οθόνη πάνω από τα τύμπανα άρχισε να μας χαρίζει τα γραφικά υποστήριξης του φετινού tour των Iron Maiden. Αν και έχουν γραφτεί πολλά για το συνοδευτικό show της Σιδηράς Παρθένου, για να είμαι ειλικρινής δεν με εντυπωσίασε ιδιαίτερα. Μια τεράστια οθόνη που πρόβαλε ωραία γραφικά. Ως εκεί.


Στην ουσία του θέματος, πάντως, η μεγάλη στιγμή είχε φτάσει. Οι «αιώνιοι έφηβοι» βασιλιάδες του heavy metal ήταν ξανά μπροστά μας. Πρώτο τραγούδι το Murders In The Rue Morgue και συνέχεια με Killers, Wrathchild και Phantom Of The Opera (θεωρώ πολλά τα τραγούδια που επιλέχθηκαν από δίσκους που δεν τραγούδησε ο Dickinson). Ακολούθησε το The Number Of The Beast και έπειτα το Infinite Dreams, με τον Βρασίδα να εξηγεί ότι οι Maiden μας χάρισαν σε ζωντανή εκτέλεση ένα τραγούδι που είχαν να παίξουν δεκαετίες, αν και δεν ήταν το Alexander The Great.


Η απόδοση της μπάντας ήταν για μια ακόμη φορά εντυπωσιακή. Ο Dickinson έδωσε μια απίθανη παράσταση ακόμη και για τα δικά του δεδομένα αριστείας, η φωνή του ακουγόταν αναλλοίωτη και η θεατρικότητα των ερμηνειών του παρέμεινε μαγευτική. Το κιθαριστικό τρίδυμο σταθερά εξαιρετικό, τα τύμπανα του Dawson αρκετά μπασμένα στο στυλ παιξίματος της μπάντας, αν και όχι με τις δυνατότητες των παλαιότερων τυμπανιστών της Σιδηράς Παρθένου. Για το τέλος άφησα τον αρχηγό.


Οι θεατές που βρίσκονταν πολύ μπροστά στην αρένα έλεγαν ότι το μπάσο ακουγόταν πάνω από τις κιθάρες (αυτό, ασφαλώς, είναι σύνηθες στις συναυλίες των Maiden). Ωστόσο, στην υπόλοιπη αρένα ακούγαμε κάτι διαφορετικό. Ίσως επειδή ο ήχος ερχόταν μόνο από την σκηνή και δεν είχαν ανοιχτεί ενισχυτές σε άλλα σημεία, για πρώτη φορά μετά από πέντε δεκαετίες, ο ήχος ταξίδευε στα αυτιά μας με τις κιθάρες δυνατές και το μπάσο υποτονικότερο (έχω την απορία τι άκουγαν οι θεατές που κάθονταν στο πάνω διάζωμα και προς τα πίσω). Γενικότερα, πάντως, όπως προανέφερα, ο ήχος ήταν πιο χαμηλά απ’ ότι συνήθως. Προσωπικά δεν με ενόχλησε. Γιατί, με αυτό τον ήχο, τα τραγούδια ακούγονται πιο κοντά στις ηχογραφήσεις των albums. Επίσης, όταν φύγαμε από την συναυλία δεν βούιζαν τα αυτιά μας. Αλλά, επαναλαμβάνω, δεν γνωρίζω πώς έφτανε ο ήχος στα αυτιά των θεατών που βρίσκονταν στην πιο μακρινές εξέδρες. Έχω την υποψία ότι μπορεί και να έφτανε ως ψίθυρος.


Οι λίγοι ενισχυτές που υποστήριζαν τους Maiden, σε συνδυασμό με την έλλειψη ικανοποιητικού φωτισμού πέρα από την σκηνή, αποτέλεσαν τις τεχνικές παραφωνίες της υπέροχης, κατά τα άλλα, βραδιάς. Στην αρένα και στις κερκίδες είχε απλωθεί ένα μόνιμο σκοτάδι. Δεν υπήρχαν αρκετά φώτα ούτε για ένα πρόσκαιρο άνοιγμα όταν μας αποχαιρετούσαν οι μουσικοί, προκειμένου να δουν συνολικά τους θεατές που ήρθαν να τους απολαύσουν. Αν μη τι άλλο περιμέναμε σίγουρα κάτι καλύτερο στο πεδίο της τεχνικής υποστήριξης για μια εορταστική περιοδεία των πενήντα χρόνων του σπουδαιότερου heavy metal συγκροτήματος.

O Harris, πάντως, έχει ένα απίστευτα δύσκολο έργο. Σε ηλικία εβδομήντα ετών πρέπει να εκτελεί αλλεπάλληλες δύσκολες συνθέσεις, χωρίς το μπάσο του να σταματά δευτερόλεπτο. Εύλογο είναι να μην μπορεί, πλέον, να κάνει στην σκηνή ακροβατικά που επέλεγε όταν ήταν νεότερος (άλματα, να μετακινεί το μπάσο σαν μυδράλιο κλπ). Ωστόσο, όπως και να έχει, ακόμη και όντας προσηλωμένος στις μπασογραμμές, χωρίς να σηκώνει κεφάλι προς το κοινό, παραμένει ο ηγέτης. Ο μουσικός στον οποίο αρθρώνεται η ηχητική αυτοκρατορία του heavy metal. Για όσους έχουμε καταπιαστεί με το μπάσο ξέρουμε ότι πρόκειται για ένα βαρύ και μεγάλο, «αντρικό», μουσικό όργανο. Αυτό που καταφέρνει ακόμη ο Harris στα εβδομήντα του επί σκηνής είναι πραγματικά εντυπωσιακό.


Η συναυλία συνεχίστηκε με τα PowerslaveTwo Minutes To Midnight και Rime Of The Ancient Mariner, με τον Dickinson να αποδεικνύει ότι πραγματοποίησε ίσως την σπουδαιότερη εμφάνιση της καριέρας του στην Ελλάδα. Ακολούθησε το Run To The Hills, με την αρένα να δονείται και τον Βρασίδα να δείχνει ότι άρχιζε να έχει ανάγκη την βοήθεια του κοινού, μιας και μέχρι εκείνη την στιγμή είχε δώσει ό,τι είχε και δεν είχε στο ερμηνευτικό του κρεσέντο. Στην συνέχεια οι Maiden μας κεραυνοβόλησαν με το Seventh Son Of A Seventh Son. Άλλη μια εκπληκτική και δύσκολη σύνθεση, που αρμόζει σε συναυλιακό χώρο κλασικής μουσικής εξίσου με αρένα heavy metal live.  


Ακολούθησαν τα The Trooper, Hallowed Be Thy Name και Iron Maiden, μέχρι το πρώτο κλείσιμο. Για να επιστρέψουν με τα Aces High, Fear Of The Dark και Wasted Years, προκειμένου να ολοκληρώσουν, στις 22:45 ακριβώς, μια καταπληκτική συναυλία που διήρκεσε ακριβώς δύο ώρες. Απέδωσα τον χαρακτηρισμό «καταπληκτική» και όχι «χορταστική» για έναν και μόνο λόγο. Αν είσαι αληθινός metalhead δεν χορταίνεις να βλέπεις τους Iron Maiden, έστω και αν έχουν μπει στην έβδομη δεκαετία της ζωής τους. Αν έμεναν για να παίξουν κι άλλα τραγούδια μέχρι το πρωί, κανείς μας δεν θα έχανε ούτε λεπτό. Θα τους ακούγαμε ευχάριστα και θα ζητούσαμε να παίξουν κι άλλο.


Χρησιμοποιώ πρώτο πληθυντικό για να εκφράσω τους αυθεντικούς χεβυμεταλλάδες. Μια ματιά που έριξα σε φωτογραφίες των θεατών στις πρώτες σειρές με κάνει να συμπεράνω ότι ένα μέρος του κοινού δεν απαρτιζόταν από τέτοιους. Τουλάχιστον, όμως, δεν υπήρχαν φαινόμενα όπως εκείνα των Metallica. Οι Maiden κρατάνε δίπλα τους τον κανονικό heavy metal κόσμο και όχι περαστικούς, ασχέτως αν ο σημερινός heavy metal κόσμος δεν έχει καμία σχέση με τον μεταλλικό κόσμο των παλιών καλών καιρών. 


Διαβάστε τις διάφορες ανταποκρίσεις των rock sites και συγκρίνετε τους θεατές των πρώτων σειρών που φαίνονται στις φωτογραφίες της προχθεσινής συναυλίας με αυτούς των παρακάτω φωτογραφιών που είχα τραβήξει, με αναλογικό φιλμ, στην συναυλία των Maiden του 1998, η οποία είχε πραγματοποιηθεί στον Λυκαβηττό. Μετά δείτε και το γνωστό βίντεο από την συναυλία του 1988, που έχει αναρτηθεί στο διαδίκτυο. Και τότε επιχειρήστε να κάνετε τις πρέπουσες συγκρίσεις, αγνοώντας τους ορθολογιστές βλάκες που, με επιχειρήματα εκσυγχρονιστικού περιεχομένου, προσπαθούν να μας πείσουν ότι δεν έχουν νόημα οι συγκρίσεις, ότι η πορεία προς τον εκφυλισμό που εκείνοι αντιλαμβάνονται ως ιστορική εξέλιξη είναι κάτι σαν φυσικός νόμος και άλλα συναφή. 



Μετά το τέλος της συναυλίας η τετραμελής παρέα μας κατέβηκε στο Γκάζι για ένα σύντομο βραδινό γεύμα και μια γρήγορη τσάρκα από τα rock/heavy metal κέντρα διασκέδασης της περιοχής. Μολονότι είχε ανακοινωθεί ότι στο Fox θα γινόταν «Maiden πάρτι», όταν φτάσαμε εμείς από τα decks του κατάμεστου μπαρ ακούγνταν οι Offspring. Κάναμε άμεσα μεταβολή και κατευθυνθήκαμε προς το Rock Dragon.

Το Γκάζι είχε γεμίσει χεβυμεταλλάδες με μαύρες μπλούζες, που έρχονταν από την συναυλία των Maiden. Έπιασα κουβέντα με ορισμένους στον δρόμο και στον Κάνδαυλο, καθώς γευμάτιζα. Η ατμόσφαιρα θύμιζε βασίλειο «μεταλλικής» αδελφότητας μεσήλικων. Παρατηρούσα τα πρόσωπα και τα βλέμματα των λίγων νεαρών. Πίσω από τα άγρια κουρέματα και τα σύμβολα έβλεπα πρόσωπα μαλακά. Ευτυχώς πρόσωπα Ελλήνων, σχεδόν καθολικά. Αλλά και μαλακών Ελλήνων. Ελλήνων που το άγριο κούρεμα και τα μεταλλικά σύμβολα δεν έκρυβαν την πολιτισμένη μαλθακότητα. Νεαρών Ελλήνων που θύμιζαν μέλη φιλειρηνικής οργάνωσης και όχι «Metal Warriors».

Έφερα στο νου μου τις παλιές εποχές και κοίταξα ολόγυρα τους τακτικούς θαμώνες της περιοχής. Μοδάτοι γυμνασμένοι μπάσταρδοι με ρούχα αμερικανικής αισθητικής, τραπάδες με την χυδαία προστυχιά χαραγμένη στο ύφος, μετανάστες με πρόσωπα πέτρινα και βλέμματα αιμοβόρα. Ακολούθησα με την ματιά μου δυο πιτσιρικάδες με πολύ χαρακτηριστικές αλβανοδιναρικές φάτσες. Θα ζύγιζαν λιγότερο από εξήντα κιλά ο καθένας αλλά το ντύσιμο, το βλέμμα και το περπάτημά τους, απέπνεan θράσος και αποφασιστική παλιανθρωπιά. Ήταν σίγουρο ότι οι τηγανοκέφαλοι μπορούσαν να ισοπεδώσουν τους μαλθακούς Έλληνες νεομεταλλάδες. Οι νέοι χεβυμεταλλάδες είναι σκληροί στα ακούσματα αλλά, μάλλον, οι μαλακότεροι των Ελλήνων στην κουλτούρα και την συμπεριφορά. Το γράφω αισθανόμενος απελπισία. Αλλά, δυστυχώς, δεν φαίνονται πολλές πιθανότητες στον ορίζοντα να κάνω λάθος.

Όταν φτάσαμε στο Rock Dragon διαπιστώσαμε ότι ήταν κατάμεστο μέχρι και στα σκαλιά της εισόδου. Ένα club οπαδών των Maiden από κάποια χώρα του εξωτερικού, που προηγουμένως ήταν στην συναυλία, είχε κατακλύσει το μικρό μπαρ. Δεν υπήρχε χώρος να σταθούμε. Το ίδιο και στο Rainbow. Η συναυλία της παρέας του Steve Harris ήταν ένα δώρο εξ ουρανού για τους καταστηματάρχες των rock clubs της περιοχής. Με όλα αυτά, η ώρα είχε φτάσει τρεις τα ξημερώματα. Τα πόδια μας είχαν φουσκώσει απ’ την ορθοστασία, όπως την εποχή που ήμασταν φαντάροι. Είχε σημάνει η ώρα της επιστροφής. Με το καλό, να δούμε ξανά και άλλες τέτοιες εμφανίσεις συγκροτημάτων, όσο ακόμη μπορούν να τις προσφέρουν.