- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                                             Εις   Μνήμην


 Αναδημοσίευση του περσινού και αλησμόνητου άρθρου για την 28η Οκτωβρίου

 

Ήταν κάπου στα 2009 όταν ο Σταύρος του Μαύρου Κρίνου επέμενε να μου γνωρίσει τον ιππέα. Επηρεασμένος καθώς ήταν από τις παλιομοδίτικες, αλλά και επικοινωνιακά  άρτιες, ρητορικές τεχνικές του ιππέα, ο Σταύρος θεωρούσε ότι θα έφερνε κάτι καλό για τον εθνικιστικό χώρο η γνωριμία μας. Αντιθέτως, εγώ ήμουν επιφυλακτικός με όλους εκείνους που αργότερα αποκάλεσα ειρωνικά «εθνικιστές της γενιάς του Πολυτεχνείου». Σαφώς αναγνώριζα στον Τέλη, -έχοντας παρακολουθήσει ορισμένες εμφανίσεις του στην τηλεόραση και σε δίκτυα, κι έχοντας διαβάσει κάποια κείμενά του-, μια ραφιναρισμένη παρουσία σε σύγκριση με τον Μιχαλολιάκο, τον Πλεύρη και άλλες φιγούρες του χώρου. Όμως, από την άλλη, ακόμη και η τηλεοπτική απόσταση ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη της εικόνας δεν ήταν αρκετή για να κρύψει εντελώς κάτι προβληματικό που ανέδυε η δημόσια εικόνα αυτού του ανθρώπου. Η επιτηδευμένα avant garde ρητορική, η αδυναμία αποφυγής της τυπικά φιλολογικής κλασικίζουσας ρητορείας και άλλα στοιχεία του λόγου του, σε συνδυασμό με τις φήμες που θυμάμαι να τον ακολουθούν από τότε που ήμουν μαθητής γυμνασίου, ενίσχυαν την επιφυλακτικότητά μου. Όμως, ο Σταύρος ήταν ανένδοτος. Παρακάμπτοντας τις αρνήσεις μου, κανόνισε να συναντηθούμε. Δεν ήθελα να του διαταράξω την ευφορία που έβλεπα να τον διακατέχει, γιατί ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα δικαιωνόταν η επιφυλακτικότητά μου και θα καταλάβαινε μόνος του τι πραγματικά συνέβαινε. Έτσι, η αναμενόμενη συνάντηση πραγματοποιήθηκε.


Μόλις είδα από κοντά τον ιππέα δέχτηκα το ψυχρό ράπισμα ενός απροσδιόριστου συναισθήματος. Έκπληξη, ανάμικτη με εκνευρισμό και αμηχανία. Από την μέση και πάνω ήταν ντυμένος «κανονικά» ενώ από την μέση και κάτω «παράδοξα». Φορούσε ένα γυναικείο κολάν παντελόνι, ανοιχτού μωβ χρώματος. Ξέρω, μπορεί κάποιοι να διερωτηθούν αν ήταν παντελόνι ιππασίας και άλλα σχετικά. Όχι παιδιά. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν είχε κάποια σχέση με την ιππασία. Θυμάμαι μόνο ότι ήταν ένα γυναικείο κολάν από το οποίο προεξείχαν, με μια προκλητικότητα που μου ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι, σημεία του σώματός του που όλοι μπορείτε να υποθέσετε. Είτε λόγω αιφνιδιασμού, είτε λόγω μιας κακώς νοούμενης συστολής, που με χαρακτήριζε όταν ήμουν μικρότερος, δεν αντέδρασα. Έμεινα και συζήτησα κοντά δυο ώρες με τον ιππέα και τον Σταύρο, ευτυχώς μακριά από πολλά βλέμματα.

«Ξέρεις, ο πατέρας μου ήταν ο αρχιτέκτονας που σχεδίασε το αεροδρόμιο του Ελληνικού», μου είπε ο ιππέας, κάποια στιγμή, επιδιδόμενος στην γνωστή ψευδολογία του.

«Το πολιτικό ή το στρατιωτικό;» τον ρώτησα.

«Ολόκληρο. Χτίστηκε από τους Γερμανούς επί Χίτλερ, αλλά ο πατέρας μου σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους και κάποια στιγμή έδωσε τα σχέδια του αεροδρομίου στους Άγγλους. Οι Άγγλοι τα χρησιμοποίησαν για να το βομβαρδίσουν», απάντησε ο Τέλης.

Είχε αρχίσει να πλέκει μια από τις αφηγήσεις τις οποίες τα επόμενα χρόνια καθιέρωσε στα social media, αλλά μέχρι τότε αφιέρωνε αποκλειστικά στους συναγωνιστές που συναντούσε. Το παράξενο ήταν ότι περιέγραφε με υπερηφάνεια μια υποτιθέμενη αλλαγή στρατοπέδου του πατέρα του, που στα μάτια ενός λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως προδοσία. Αυτό με έκανε να τον ρωτήσω παραξενεμένος.

«Μια με τους Γερμανούς, την άλλη με τους Άγγλους, δεν ήρθες σε ρήξη με τον πατέρα σου όταν σου περιέγραφε αυτή του την στάση;»

«Όχι φυσικά» ήταν η απάντησή του.

«Γιατί;» απόρησα.

«Γιατί στα κρατητήρια του αεροδρομίου ήταν κλεισμένοι κομμουνιστές. Με τους αγγλικούς βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν και επιτελέστηκε ένα εθνικά ωφέλιμο έργο», αποφάνθηκε ο ιππέας.

Μέσα σε δύο λεπτά είχε αραδιάσει ένα (ακόμα) ψευδές σενάριο για το οικογενειακό του status και είχε δικαιολογήσει την εναλλαγή πολιτικών στρατοπέδων, σαν να ήταν πουκάμισα, με την αιτιολογία ότι μια τέτοια απόφαση είχε ως θετική συνέπεια τον θάνατο κομμουνιστών αιχμαλώτων από αγγλικούς βομβαρδισμούς. Ο ιππέας δικαίωνε αυτό που είχα αντιληφθεί από τότε που ήμουν πιτσιρικάς. Πίσω από τον φαινομενικό εθνικοσοσιαλισμό των «εθνικιστών της γενιάς του Πολυτεχνείου» κρυβόταν ο, κοκκινοπροβίτικος, αντικομμουνισμός της Δεξιάς. Αυτός ήταν ο καημός τους, αυτό το βαθύτερο κίνητρο της δράσης τους, αυτή η πραγματική τους πίστη, αυτή η εμμονή τους. Το μίσος προς τους κομμουνιστές. Τα υπόλοιπα περί Χίτλερ ήταν ρητορικές επενδύσεις.

Το σενάριο με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο πατέρα του ιππέα έφερε την συζήτηση στα περί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάποια στιγμή τον ρωτήσαμε, με τον Σταύρο, πώς αξιολογούσε τον Μεταξά. Ο ιππέας απάντησε ότι ο Μεταξάς είχε μια αξιοσημείωτη προσφορά στην ιστορία της «αντιδημοκρατικής σκέψεως», αν και υστερούσε ως προσωπικότητα συγκρινόμενος με ηγέτες των φασιστικών κινημάτων της κεντρικής και της δυτικής Ευρώπης. Όταν η συζήτηση έφευγε από τον εαυτό και την οικογένειά του, ο ιππέας μεταμορφωνόταν σε έναν σοβαρό συνομιλητή, σταματούσε τα ασύστολα ψεύδη, εξέφραζε τις γενικά αποδεκτές απόψεις του «χώρου» εκείνης της εποχής, καθώς και οξυδερκείς κρίσεις για την πολιτική ποιότητα των περισσότερων γνωστών προσώπων που τον απάρτιζαν. Τα δυνατά στοιχεία του νου του ανέρχονταν στην επιφάνεια. Μα, δυστυχώς, δεν μπορούσαν να χαλιναγωγήσουν επί μακρόν τα αβυσσαλέα πάθη του τοξικού του ψυχισμού. Εκεί βρίσκεται το κρίσιμο σημείο που σφράγισε την προσωπικότητα του ιππέα. Στην αδυναμία να συγκρατήσει και να διαχειριστεί με αξιοπρέπεια τις -λίγες ή πολλές- πτώσεις, που μπορεί να συναντήσουμε στην ζωή κάθε ανθρώπου.

Πάντως, ο ιππέας και οι υπόλοιποι μπροστάρηδες της γενιάς του διέθεταν κάποιους κοινούς πολιτικούς κώδικες και ένα πλαίσιο παρόμοιων ιδεολογικών αναφορών, που συνέθεταν αυτό το οποίο ονομάζαμε «εθνικιστικό χώρο». Η αποτίμηση που παρέθεσε ο Τέλης για τον Μεταξά ήταν πάνω κάτω αποδεκτή από όλο τον χώρο, τουλάχιστον από το 1990 κι έπειτα. Ορισμένοι μπορεί να ήταν περισσότερο «μεταξικοί» και να έβρισκαν πιο πολλά θετικά στον μπαρμπα-Γιάννη, άλλοι να ήταν «χιτλερικοί», άλλοι με τον Χοσέ Αντόνιο και πάει λέγοντας. Πάντως, άπαντες θεωρούσαν ότι αυτά τα πρόσωπα ταξινομούνταν σε ένα ενιαίο ιδεολογικό πλαίσιο. Άπαντες θεωρούσαν ότι ανήκαν σε έναν πολιτικό χώρο με κοινές, λίγο πολύ, ιδέες και πολιτικές προτάσεις. Άπαντες θεωρούσαν αδιανόητο να καταναλωθεί πολιτική ενέργεια για να γίνουν οργανωμένες απόπειρες μείωσης της ιστορικής αξίας ορισμένων προσώπων (πχ Μεταξάς) προς όφελος άλλων (πχ Χίτλερ). Μέχρι και το 2010-11 θα ακουγόταν εξωπραγματική η επικέντρωση του εθνικιστικού χώρου σε παρόμοιου περιεχομένου εσωτερικά θέματα. Όποιοι ξεκινούσαν μια τέτοια προσπάθεια θα αντιμετωπίζονταν ως προβοκάτορες ή παρανοϊκοί και θα απομονώνονταν άμεσα.

Όμως, τότε ήταν ακόμη τα προ-μνημονιακά χρόνια. Ο εθνικιστικός χώρος αφορούσε ελάχιστους Έλληνες και το σύστημα εξουσίας τον αντιμετώπιζε ως κάτι παρακμιακό. Δεν τον υπολόγιζε ως παράγοντα διαμόρφωσης του πολιτικού γίγνεσθαι. Μπορεί οι κυπατζήδες και οι εγκάθετοι της Δεξιάς να έκαναν τα βρώμικα παιχνίδια τους εντός των πλαισίων του χώρου, αλλά ο ιδεολογικός του πυρήνας παρέμενε –αδιαμόρφωτα ανεπεξέργαστος ουσιαστικά, αλλά και- ακέραιος σε ένα στοιχειωδώς αποδεκτό επίπεδο. Η κατάσταση, ωστόσο, άλλαξε άρδην μετά το 2011. Μέσα από τους Αγανακτισμένους ο εθνικισμός απενοχοποιήθηκε και σε συνδυασμό με τις εσωτερικές (υποχώρηση ΛΑΟΣ, άνοδος Χρυσής Αυγής) και τις εξωτερικές (μαζικοποίηση συντηρητικών και εθνικιστικών κινήσεων πανευρωπαϊκά και ξέσπασμα της ουκρανικής κρίσης λίγο αργότερα) πολιτικές εξελίξεις, το περιθωριακό πολιτικό περιβάλλον που φιλοξενούνταν μέχρι τότε στον ΛΑΟΣ, στην ολιγομελή Χρυσή Αυγή και σε ελάχιστες μικρότερες κινήσεις, εκτοξεύτηκε στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής.

Πλέον ο εθνικιστικός χώρος είχε γίνει κεντρικός ρυθμιστικός παράγοντας της πολιτικής καθημερινότητας. Αυτό σήμαινε ότι το σύστημα εξουσίας θα τον αντιμετώπιζε με διαφορετικό τρόπο. Έπρεπε να τον διασπάσει, να αλλοιώσει τις ιδεολογικές αρχές του, μετατρέποντάς τον οριστικά σε μια ελεγχόμενη ουρά της καπιταλιστικής Δεξιάς, και να υπονομεύσει τις μέχρι τότε παραδεδομένες αξίες του. Κι επειδή αυτό δεν γινόταν να επιτευχθεί απλά με μιντιακές επιθέσεις, με επιθετικές μαρξιστικές ρητορικές και με πολιτική αντιπαράθεση, το κύριο βάρος της εν λόγω προσπάθειας έπεσε στην χρήση των παλιών και νέων αχυρανθρώπων που θα εμφανίζονταν ως opinion leaders του ίδιου του εθνικιστικού χώρου και θα δρούσαν εντός των διευρυμένων πια πλαισίων του.

Η αρχή έγινε κάπου στα 2010-11 με τους Φώτη «εστιάτορα» και Περίανδρο. Το συγκεκριμένο ντουέτο δρούσε στο «βιβλιοπωλείο-χωρίς βιβλία» του κέντρου των Αθηνών, ξεκινώντας την συνεργασία του με μια επαναλαμβανόμενη ρητορική επίθεση κατά της Χρυσής Αυγής. Ασφαλώς, υπήρχαν πολλοί λόγοι για να ασκήσει κανείς κριτική στο κόμμα του Νίκου Μιχαλολιάκου. Όμως, οι λόγοι αυτοί λίγο ενδιέφεραν το ντουέτο. Εκείνο που κινούσε τις περισσότερες ενέργειές τους ήταν το προσωπικό μίσος τους για τον Μιχαλολιάκο λόγω παλιανθρωπικών συμπεριφορών που θεωρούσαν ότι είχε επιδείξει εναντίον τους στο παρελθόν.

Το μένος ατόμων του «χώρου», που είχαν προσωπικές φιλοδοξίες και αντιπαθούσαν την Χρυσή Αυγή, ήταν η καλύτερη γέφυρα για να περάσουν στον «χώρο» οι στρατηγικές της Νέας Δημοκρατίας επί προεδρίας Αντώνη Σαμαρά, που εκείνη την περίοδο θεωρούσε ότι της άνηκε το μεγάλο εκλογικό ποσοστό το οποίο έδειχνε να χάνει ο ΛΑΟΣ και να συγκεντρώνει η Χρυσή Αυγή. Έτσι, μέσα από ένα βιβλιοπωλείο που δεν είχε βιβλία για πώληση αλλά συγκέντρωνε, για αρκετούς μήνες, όλους τους απογοητευμένους από την ηγεσία τους χρυσαυγίτες μαζί με αρκετούς ακροδεξιούς αρθρογράφους και bloggers, με έναν εκδοτικό οίκο που έκανε χρόνια να κυκλοφορήσει την πρώτη του έκδοση, σε έναν χώρο που ενοικιαζόταν στο κεντρικότερο σημείο των Αθηνών (δίπλα στην πλατεία Συντάγματος) διαχειριζόμενος από άνεργους μεσήλικες, άνοιξε ο κρουνός της κατευθυνόμενης από την συστημική Δεξιά ρητορικής εντός του εθνικιστικού χώρου στην μεταμοντέρνα της εκδοχή.


Την πρώτη περίοδο το «εστιατόριο»-βιβλιοπωλείο, μέσα από τα social media που διαχειρίζονταν οι ιδιοκτήτες του, άρχισε ένα λιβελογραφικό σφυροκόπημα της Χρυσής Αυγής. Σε μια εποχή που η ελληνική κοινωνία βρισκόταν στο πόδι καθημερινά, λόγω του κινήματος των Αγανακτισμένων, κι απαιτούσε το τέλος της μεταπολίτευσης και την οριστική ιστορική καταδίκη των κλεπτοκρατών πολιτικών απατεώνων της συστημικής Δεξιάς και της κεντροαριστεράς με έναν τρόπο που θα έδινε στον εθνικιστικό χώρο ευρεία δυναμική στο πολιτικό περιβάλλον της νέας εποχής, η παρέα του «εστιάτορα» επέλεγε να βομβαρδίζει το εθνικιστικό κοινό που επηρέαζε με μονοθεματικό αντιχρυσαυγιτισμό. Το σχέδιο ήθελε μια φαινομενικά εύλογη αρχή. Η συνέχεια επιφύλαξε το πιο σοκαριστικό στριπτίζ.

Η πρώτη κλιμάκωση έγινε με αραιές, στην αρχή, αναρτήσεις κατά του ΣΥΡΙΖΑ, που εκείνη την περίοδο είχε ρίξει όσο ποτέ άλλοτε τους αντιεθνικιστικούς τόνους και καλούσε σε αντιμνημονιακό μέτωπο όλους τους πολιτικούς χώρους, σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και η οργανωμένη antifa τον είχε στο στόχαστρο για κλείσιμο ματιού στους φασίστες. Όμως εκείνοι που ήθελαν να φορέσουν τον φερετζέ του πλέον αδιάλλακτου φασισμού χτυπούσαν πολιτικά τον αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ του Λαφαζάνη, της Κωνσταντοπούλου και των λοιπών γνωστών πολιτευτών εκείνης της περιόδου εξίσου σκληρά με την Χρυσή Αυγή, αφήνοντας στο απυρόβλητο την μνημονιακή Νέα Δημοκρατία. Οι πλέον αδιάλλακτοι φασίστες έγραψα; Λάθος. Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στο στόχαστρο του «εστιατορίου» και ο φασισμός!! Η προβοκάτσια περνούσε στα ενδότερα του πυρήνα της.  

Εκείνη, όμως, την εποχή, ο πυρήνας των θαμώνων του «εστιατορίου» δεν περιοριζόταν σε αυτούς που αποκαλούμε σήμερα «γκαρσόνια». Ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ολόκληρος ο εθνικιστικός χώρος που συγκροτούσε την, πέρα από την Χρυσή Αυγή, αυτονομία είχε περάσει από εκεί και λάμβανε υπόψη τις «αναλύσεις» του. Το «εστιατόριο» δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί ως φωλιά νεοδημοκρατικής προβοκάτσιας και ο εθνικιστικός χώρος δεν φημιζόταν για τους καλλιεργημένους πολιτικά ανθρώπους που φιλοξενούσε. Η συστημική Δεξιά έβλεπε ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί αυτή την έλλειψη πολιτικής καλλιέργειας για να παρουσιάσει στους αυξανόμενους ραγδαία, εκείνα τα χρόνια, εθνικιστές, ακροδεξιές ρέπλικες του αληθινού εθνικισμού, προκειμένου να τους ελέγχει από μια ασφαλή απόσταση και να τους απορροφήσει στην κατάλληλη μελλοντική στιγμή εφόσον αυτοί δεν θα είχαν γαλουχηθεί σε αληθινά εθνικιστικές ιδέες.

Το σχέδιο έδειχνε να αποδίδει κάποιους καρπούς στις πρώτες φάσεις και δεν άργησε να έρθει η ώρα της εμβάθυνσης. Σταδιακά δεν γίνονταν μόνο η Χρυσή Αυγή και ο ΣΥΡΙΖΑ στόχοι του «εστιατορίου» αλλά και αυτός ακόμη ο φασισμός με τον ριζοσπαστικά συντηρητικό εθνικισμό, συνοδευόμενοι από μια σειρά ιστορικών προσωπικοτήτων. Κάπου στα 2013-14 άρχισε η επίθεση «εστιατορίων και γκαρσονιών» στους Δραγούμη, Μεταξά, αδελφούς Στράσσερ, Έβολα, ιταλικό φασισμό, συντηρητική επανάσταση, Σίτσα Καραϊσκάκη, Ζαν Μαρί Λεπέν, Σαβίτρι Ντέβι, ακόμη και σε όσους από τους πατέρες των εθνικιστικών ιδεών του Ρομαντισμού είχαν πέσει στην αντίληψή τους. Όλοι και όλα τα παραπάνω υποτίθεται ότι αποτελούσαν κακές παραλλαγές της ιδέας και εκδοχές μπολσεβικισμού!! Οι αναλύσεις που οδηγούσαν σε τέτοια συμπεράσματα θα μπορούσαν να ακουστούν από θαμώνες εκπομπών της Αννίτας Πάνια και ανταγωνίζονταν στην κακοήθη αλλοίωση νοημάτων κείμενα της ΟΑΚΚΕ. Ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, ο Έβολα, οι Στράσσερ, ο Χοσέ Αντόνιο αλλά και οι Σπένγκλερ, Κλάγκες, Γιούνγκερ, Φίχτε, όλοι κοντολογίς οι διανοητές της ιδεολογίας ήταν άχρηστοι ή προδότες και μικροί μπροστά στον «εστιάτορα», στον Περίανδρο και, κυρίως, στον «Άβαταρ» Χίτλερ. Αδιάφορο αν σύγκριναν πολιτικούς με διανοητές, αδιάφορο αν δεν είχαν διαβάσει κανέναν απ’ όσους απέρριπταν ουσιαστικά. Σημασία είχε να γαλουχηθεί το εθνικιστικό κοινό της χώρας με αυτές τις αντιλήψεις.

Όταν ρωτούσε κανείς εκείνους τους τύπους ποιους διανοητές αποδέχονταν, απαντούσαν επιλέγοντας (παραδόξως) πρόσωπα που είχαν ορθολογιστικά τεχνοκρατικό μορφωτικό υπόβαθρο και μια κάποια σύνδεση με την ελεύθερη αγορά ή με μηχανισμούς που συνδέονταν με την ευρωπαϊκή Δεξιά. Μπορεί ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, ο Λεπέν, ο Ραούτι, ο Τύνταλ ή ακόμη και διανοητές όπως ο Φίχτε, ο Λαγκάρντ, ο Μπαρρές και ο Μύλλερ να ήταν άχρηστοι αλλά έπρεπε να γίνει αποδεκτός ο αριβίστας Καρλ Σμιτ, ο άσχετος με το πεδίο των πολιτικών κινημάτων του 20ου αιώνα (αλλά σίγουρα καταπληκτικός φιλόσοφος του πολέμου, πολιτικά ρομαντικός και ποιοτικά σκεπτόμενος) Κλαούζεβιτς, κάθε λοχίας των SS και ορισμένοι ακόμη συνεργάτες των Γερμανών επί κατοχής στα πλαίσια του δοσιλογισμού. Μαζί με αυτούς, βέβαια, έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί και «φάροι» της πολιτικής ποιότητας και της ιστορικής επιτυχίας, όπως οι Στυλιανός Παττακός, Γιώργος Παπαδόπουλος, Μίμης Ιωαννίδης, καθώς και αξιωματικοί κάκιστης φήμης που αναγκάστηκε ο Χίτλερ να επιστρατεύσει από τις φυλακές όταν δεν έβρισκε άλλους στρατιώτες για να συνεχίσει τον αγώνα της χώρας του στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ακόμη πιο παράδοξο; Ανάμεσα στους αποδεκτούς από το «εστιατόριο» άρχισε να αχνοφαίνεται ότι θα ήταν και ορισμένοι πολιτικοί της φιλελεύθερης παράταξης, όπως οι Παύλος Γύπαρης και Ελευθέριος Βενιζέλος!!!


Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, την περίοδο που ένα μεγάλο εκλογικό κομμάτι της κοινωνίας στρεφόταν στον εθνικιστικό χώρο για να βρει απαντήσεις στα προβλήματα της ζωής του, τα οποία προκαλούσε η φιλελεύθερη πολιτικο-οικονομική μνημονιακή λαίλαπα. Στα αιτήματα του κόσμου που αναζητούσε λύσεις μέσα από τον εθνικισμό η ατζέντα που διαμόρφωναν οι αχυράνθρωποι εντός του εθνικιστικού χώρου ήθελε ρητορική αντιχρυσαυγιτική, αντιφασιστική, μακαρθικά αντικομμουνιστική, αντιδραγουμική, αντιμεταξική, αντιεβολιανή, αντιεθνικιστική(!!), αντισοσιαλιστική αλλά και δαρβινιστική, απριλιανή και δοσιλογική. Ο εθνικιστικός χώρος θα εξευτελιζόταν στα μάτια όσων τον έβλεπαν ως πιθανή λύτρωση από τα προβλήματά τους, θα αναγκαζόταν να υποστεί διασπάσεις που αναμενόταν να προκαλούσαν αυτές οι γελοιότητες και, ταυτόχρονα, ένας αριθμός αρρωστημένων μυαλών, που θα έμεναν στον χώρο υιοθετώντας τις παρανοϊκές κρυφοφιλελεύθερες προβοκάτσιες, θα ήταν άριστα εκπαιδευμένος να επιστρέψει εκλογικά στην συστημική Δεξιά, ως περιθωριακό ακραίο της κομμάτι, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν. Η δουλειά για την μνημονιακή παράταξη γινόταν μια χαρά.  

Μόνο που ο Σαμαράς, παρότι πρόλαβε να ισοπεδώσει επικοινωνιακά τον εθνικιστικό χώρο και να ενοχοποιήσει ξανά την εθνικιστική ιδεολογία με αφορμή την ανοησία των χρυσαυγιτών, δεν κατάφερε να δρέψει εκλογικά τους καρπούς τέτοιων κινήσεων. Έχασε γρήγορα την πρωθυπουργία και στην κυβέρνηση βρέθηκε ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Η Χρυσή Αυγή είχε μπει στον δρόμο χωρίς επιστροφή και απλώς κυλούσε αργά προς τον τελικό προορισμό που της είχε επιφυλάξει το σύστημα εξουσίας. Η πρώτη χοντρή δουλειά είχε γίνει με επιτυχία. Ωστόσο, υπήρχε και συνέχεια. Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι σε εκείνο το ρευστοποιημένο πολιτικό περιβάλλον, με τους πολίτες στα κάγκελα, σε συνθήκες σκληρής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δεν θα ξεπηδούσε ένα νέο ανεξάρτητο εθνικιστικό κίνημα στην θέση της Χρυσής Αυγής; Ο εθνικιστικός χώρος έπρεπε να χτυπηθεί στην ρίζα του. Και ρίζα ήταν οι ιδέες και οι αξίες οι οποίες τον συγκροτούσαν, όχι το ανεπαρκές από κάθε άποψη κόμμα του Μιχαλολιάκου.

Συνεπώς, τα «εστιατόρια» είχαν ακόμη πολλή δουλειά. Το μεγάλο τους αφεντικό δεν ήταν η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά αλλά συνολικά το σύστημα του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού εκπεφρασμένο από την Ε.Ε, τις ΗΠΑ και το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο με τις μυστικές τους υπηρεσίες. Η δράση των «εστιατορίων» συνεχίστηκε μέσα από διαφορετικούς επιμέρους πυρήνες. Πώς συνέβη αυτό; Χρησιμοποίησα τον πληθυντικό όχι τυχαία. Κάπου εκεί, στα 2013-14, ο Περίανδρος αποχώρησε από το αρχικό «εστιατόριο», με αποτέλεσμα να τον ακολουθήσουν όσοι σήμερα αποκαλούνται «περιανδρικοί». Το αρχικό «εστιατόριο» πέρασε σταδιακά σε παρακμή, υποστηρίζοντας σχιζοφρενικές παρα-μασονικές θεωρίες που ήθελαν τον Χίτλερ να ήταν μια ενσαρκωμένη θεότητα η οποία θα επέστρεφε σε κάποια δευτέρα παρουσία της και τα ρέστα. Ωστόσο, οι «περιανδρικοί» άρχισαν να δραστηριοποιούνται αυτονομημένοι σε πιο νεολαιίστικα περιβάλλοντα, συνεχίζοντας να αναπαράγουν, όχι ασφαλώς τις παρανοϊκές ιδέες περί θεού Χίτλερ και δευτέρας παρουσίας, μα τις κύριες αποδομιστικές (για να το γράψω με μεταμοντέρνους όρους) γραμμές προπαγάνδας, τις οποίες είχαν διδαχθεί στο αρχικό «εστιατόριο». Ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, οι Στράσσερ και πολλοί άλλοι ήταν μπολσεβίκοι και όχι εθνικιστές!! Οι Ρώσοι δεν είναι λευκοί Ευρωπαίοι αλλά μελαμψοί Μογγόλοι. Οι Εβραίοι παραμένουν ο κύριος πυλώνας του στρατοπέδου των πολιτικών μας αντιπάλων και τους εκτοξεύουμε ειρωνικές ατάκες πού και πού, μα ταυτόχρονα καλό θα ήταν να διατηρούμε μια ευμενή προς αυτούς ουδετερότητα όταν ξεσπούν συγκρούσεις του Ισραήλ με τους Πέρσες ή με αραβικούς λαούς. Όσον αφορά τις ΗΠΑ μπορεί οι «σερβιτόροι» να έλεγαν ότι είχαν παρακμάσει λόγω της επικρατούσας ελίτ τους αλλά, συμπλήρωναν ότι σε κάποιο -μη ακριβώς προσδιορισμένο παρελθόν- αποτελούσαν τάχα ένα κράτος εργατικών, λευκών ανθρώπων, που είχε οικοδομηθεί με αξίες και ιδανικά

Αυτές οι αντιλήψεις συναντήθηκαν σε τηλεοπτικά διαδικτυακά κανάλια με παρόμοια συμπεράσματα αρθρογράφων του Στόχου και ανθρώπων του περιβάλλοντος Κώστα Πλεύρη. Γνωστός ακροδεξιός «κλόουν» που αρθρογραφούσε στον Στόχο, ήταν στενός φίλος του Κώστα Πλεύρη και είχε διωχθεί βιαίως από τον Νίκο Μιχαλολιάκο και μέλη του Ελληνικού Μετώπου (!!) σε αντίστοιχες εκδηλώσεις κατά το παρελθόν επειδή εμφανίστηκε φορώντας την αμερικανική σημαία σε γραβάτα, αναπαρήγαγε εντατικά τις θεωρίες που ήθελαν τον Ίωνα Δραγούμη να ήταν μπολσεβίκος και τον Μεταξά κρυφοκομμουνιστής (ή φιλότουρκος, μπερδεύτηκα). Πλεύρης, περιανδρικοί, αρθρογράφοι του Στόχου και «εστιατόριο», παρά τις επιμέρους διαφορές στις προσεγγίσεις τους, άρχισαν να συγκλίνουν σε κάποια σημεία, με κυριότερο αυτών την σύγκλιση στο δημοψήφισμα του 2015.

Ο Τσίπρας έδινε την τελευταία του μεγάλη παράσταση πολιτικής απάτης πριν περάσει οριστικά στο μνημονιακό στρατόπεδο και ο Σαμαράς έπαιζε την τελευταία του παρτίδα ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, ελπίζοντας σε μια ήττα της πρότασης του Τσίπρα στο επερχόμενο δημοψήφισμα. Στην προδημοψηφισματική εκστρατεία το επιτελείο του Σαμαρά χρησιμοποίησε, ανάμεσα στα δικά του, πολλά από τα επιχειρήματα των «πλεύρηδων» και των «εστιατορίων». Αν ψηφίζαμε κατά του μνημονίου θα βγαίναμε από την χρυσή αγκαλιά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και θα χαίρονταν οι κομμουνιστές, οι Ρώσοι θα μας καταλάμβαναν (ενώ τώρα που μας έχουν καταλάβει οι «άριες» ΗΠΑ και η Ε.Ε. είναι εντάξει η κατάσταση), θα γυρνούσαμε στην δραχμή (την νομισματική μας εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή) και θα καταστρεφόμασταν από τον πληθωρισμό (ενώ τώρα με το ευρώ έχουμε στασιμοπληθωρισμό, χωρίς λεφτά στην τσέπη), θα αποβαλλόμασταν από την Ευρώπη(!!) και θα γινόμασταν τριτοκοσμική χώρα. Ευτυχώς, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ήταν αυτό που έπρεπε αλλά οι μοχλοί της Δεξιάς μέσα στον εθνικιστικό χώρο δεν σταμάτησαν την απόπειρα αποδόμησης της ιδεολογίας μας και αλλοίωσης του πολιτικού μας χώρου.

Η αποκαθήλωση του Σαμαρά συνοδεύτηκε από την άνοδο στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας του φιλελεύθερου καραμανλικού Βαγγέλη Μεϊμαράκη. Όσον κι αν φαίνεται παράξενο, ακόμη και αυτός βρήκε υποστηρικτές μέσα στον εθνικιστικό χώρο!! Εκδότης και ιδιοκτήτης γνωστού διαδικτυακού τηλεοπτικού καναλιού, που σήμερα λανσάρεται ως ανοιχτό σε όλες τις τάσεις του χώρου, έλεγε στους πελάτες του εκείνη την περίοδο ότι έπρεπε να νικήσει ο Μεϊμαράκης στις επερχόμενες εθνικές εκλογές τον Τσίπρα για το καλό της πατρίδας. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι καραμανλικοί ήταν αρκετά elegan για να ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με τους αχυρανθρώπους της άκρας Δεξιάς. Για αυτό, παραδοσιακά, οι τελευταίοι τους αποκαλούν υποτιμητικά (τι άλλο;) κομμουνιστές.

Όμως, ο Μεϊμαράκης δεν μακροημέρευσε στην ηγεσία της δεξιάς παράταξης. Οι καραμανλικοί δεν ήταν φανατικοί θιασώτες των μνημονίων (οι κύριες εφημερίδες τους, Δημοκρατία και Εστία, έκαναν μάλιστα αγώνα εναντίον των μνημονίων και εντάσσονταν στο «λαϊκιστικό» μέτωπο). Το διεθνές εβραϊκό κατεστημένο δεν ήθελε τέτοιους πολιτικούς εκείνη την περίοδο. Έτσι, με εσωκομματικές εκλογικές απάτες και αλχημείες, ο Μεϊμαράκης έχασε την ηγεσία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν και στον πρώτο γύρο τον είχε νικήσει με διαφορά. Ποιοι ήταν εκείνοι που στήριξαν την υποψηφιότητα Μητσοτάκη; Ασφαλώς, ο Σαμαράς και οι συνεργάτες του (Βορίδης, Γεωργιάδης κλπ), μαζί με τους Γκλίξμπουργκ (που τότε συνδέονταν και με τον τρίτο υποψήφιο αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας, Τζιτζικώστα). Κι αν με τον έκπτωτο βασιλιά η οικογένεια Μητσοτάκη διατηρούσε παραδοσιακά καλές σχέσεις, το παλιό μίσος ανάμεσα σε Σαμαρά και οικογένεια Μητσοτάκη ξεχάστηκε εμπρός στην κοινή τους λατρεία για το εβραϊκό κατεστημένο, τον εκσυγχρονισμό (του Κώστα Σημίτη) και την νεοφιλελεύθερη μνημονιακή τους λύσσα. Τα «εστιατόρια» και τα «γκαρσόνια» είχαν βρει, πλέον, νέο πόλο έλξης στον πυρήνα της συστημικής Δεξιάς.

Κώστας Πλεύρης, περιανδρικοί, Χατζηκλόουν του (παραδοσιακά σαμαρικού) Στόχου και άλλοι παρομοίων αντιλήψεων έγιναν αστέρες του τηλεοπτικού διαδικτύου από το 2015 μέχρι το 2019. Την ίδια εποχή η Χρυσή Αυγή βολόδερνε, με την βουλευτική της ομάδα είτε προφυλακισμένη είτε μόλις αποφυλακισμένη εν αναμονή του δικαστηρίου, αλλά κρατούσε ένα σημαντικό εκλογικό ποσοστό. Αδυνατούσε, όμως, να αρθρώσει πολιτικό λόγο ικανό να αποτελέσει ανάχωμα στις προβοκάτσιες των «εστιατορίων» της Δεξιάς ή να προσφέρει διέξοδο στα προβλήματα του μέσου ψηφοφόρου της. Όταν ο Σαμαράς της διέκοψε τους ακτιβισμούς, η Χρυσή Αυγή έπαψε να έχει την δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής παρέμβασης. Όλα είχαν τελειώσει και απλώς ο χρόνος θα έφερνε το τελικό χτύπημα για ένα κόμμα που μπορούσε να κάνει μόνο φασαριόζικο ακτιβισμό και τίποτε άλλο. Η εποχή των Αγανακτισμένων και των λαϊκών δικαστηρίων περνούσε. Ο εθνικιστικός χώρος χρειαζόταν νέα και προσαρμοσμένα στις καινούργιες συνθήκες επικοινωνιακά εργαλεία.


Αντί για αυτά είχε τους αποδομιστές προβοκάτορες των «εστιατορίων» από την μια να μιλάνε για τον «κομμουνιστή Μεταξά», τον «μπολσεβίκο Δραγούμη» και τους «Ρωσομογγόλους μεταπολεμικούς εθνικιστές» που έπρεπε να πεταχτούν στην αφάνεια συκοφαντημένοι και από την άλλη τους απογοητευμένους χρυσαυγίτες, με πρώτο όλων τον Ηλία Κασιδιάρη, που ήθελαν να κάνει ο ελληνικός εθνικιστικός χώρος στροφή προς την νεοδεξιά alt right και να ακολουθήσει το υπόδειγμα του Όρμπαν, του Σαλβίνι και αργότερα του Τραμπ. Ενώ οι opinion leaders του εθνικιστικού χώρου διαπληκτίζονταν για το ποιος θα αφομοίωνε περισσότερες καπιταλιστικά φιλελεύθερες νεοδεξιές παρλάτες, τα «εστιατόρια» άρχισαν να λαμβάνουν βοήθεια και από άλλα πολιτικά περιβάλλοντα.

Ο «ιππέας μας», μην αντέχοντας να μείνει έξω από το πανηγύρι της κυπατζίδικης (ακρο) Δεξιάς που δηλητηρίαζε τον εθνικιστικό χώρο, επέστρεψε με ένα ιστολόγιο που διεκδικούσε το βραβείο της έσχατης ομονοιακής κωμικοτραγικής γελοιότητας, ανατρέποντας ορισμένες μέχρι πρότινος παραδοχές του και περνώντας στα πλέον hard core menu. Θυμάμαι ότι εκείνη την εποχή είχα συναντήσει έναν από τους ιδρυτές της Χρυσής Αυγής και παλιό ΕΝΕΚίτη, που διατηρούσε καφενείο στην Καλλιθέα και με είχε ενημερώσει ότι ο Αριστοτέλης άνοιξε πολιτικό ιστολόγιο. «Επιτέλους, θέλω να τον δω να συζητά πολιτικά πέρα από τα καραγκιοζιλίκα στο indymedia, τις αναρτήσεις για τα άλογα και τις καυστικές κριτικές προς τους υπόλοιπους παλιούς, θέλω να δω τι πραγματικά πιστεύει για τα προβλήματα της εποχής μας», είχα απαντήσει. Τολμώ να αποκαλύψω ότι διατηρούσα μια ελπίδα μήπως έγραφε και κάτι που δεν θα ήταν παρμένο από τα menu της εποχής. Έπρεπε να είχα θυμηθεί το παλιό ρητό «μην εύχεσαι να συμβεί κάτι που δεν γνωρίζεις καλά».

Αυτό που διαπίστωσα επισκεπτόμενος το ιστολόγιο ήταν ομολογουμένως πέρα από κάθε φαντασία. Ο Τέλης είχε ξεχειλώσει την προβοκάτσια σε επίπεδα «Ερωτοδικείου». Υποστήριζε ότι ο Φλαμεράγιερ είχε δίκιο και πώς οι νεοέλληνες είμαστε νόθοι, ότι ο Παπαρρηγόπουλος ήταν άνθρωπος του Πατριαρχείου (ασχέτως αν έφτασε λίγο πριν τον αφορισμό από εκείνο λόγω των εθνικιστικών ρομαντικών ιδεών του), ότι δεν υπήρχε μεσαιωνικός ελληνισμός, ότι δεν υπήρχε καμία ενότητα στον χρόνο για το ελληνικό έθνος, ότι μόνο αυτός και οι έχοντας τα ίδια γούστα με εκείνον ήταν γνήσιοι Έλληνες κι άλλα τέτοια ωραία, συνοδευόμενα από σχόλια σεξοδιαστροφικής χυδαιότητας, φωτογραφίες αντρικών γλουτών και ακατάσχετη πολιτική διαστροφή ομονοιακής πιάτσας. 

Αλλά και περιβάλλοντα της λεγόμενης «τρίτης θέσης», με αφορμή το ουκρανικό, ενώ στην πρώτη τους ανάρτηση επί του θέματος έθεταν το εύλογο ερώτημα πού αποσκοπούσε η μακαρθική ρωσοφοβία η οποία απλωνόταν στον εθνικιστικό χώρο, μέσα σε λίγες μέρες πέρασαν σε μια εντελώς διαφορετική γραμμή, φέρνοντας το ουκρανικό στο επίκεντρο των συζητήσεων του χώρου και υποστηρίζοντας μια αντι-ιστορική και αντιρωσική γραμμή. Όταν συζητούσαμε για την εν λόγω επιλογή η μόνιμη απάντηση ήταν «αυτή είναι η θέση και των Ιταλών συναγωνιστών». Εννοούσαν (και) αυτούς που πριν λίγο καιρό αντάλλαξαν τηλεγραφήματα με την αμερικανική πρεσβεία της Ρώμης, συσφίγγοντας σχέσεις με την alt right προεδρεία του Τραμπ. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλος ο πέραν της Χρυσής Αυγής χώρος έδειχνε να συντονίζεται, λιγότερο ή περισσότερο, με επιλογές και ιδέες αρεστές στην φιλελεύθερη Δεξιά.

Έτσι, με την ούτως ή άλλως πολιτικά ανεπαρκή Χρυσή Αυγή μεταξύ κελιού και τελικής πτώσης και με έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων να αναζητά ακόμη στον εθνικιστικό χώρο απαντήσεις στα αδιέξοδα της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής κρίσης, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που περιέγραψα πιο πάνω. Ο μέσος Έλληνας αναζητούσε εθνικιστική λύση σε μια από τις σοβαρότερες εν Ελλάδι κρίσεις της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και λάμβανε απαντήσεις που τον ήθελαν να μην ήταν Έλληνας γιατί ο Φαλμεράγιερ είχε δίκιο, να ελέγξει στον καθρέφτη αν η μύτη του ήταν γρυπή και σε πόση απόσταση βρίσκονταν τα ζυγωματικά από το στόμα του, να μάθει ότι άντρες που διαμόρφωσαν τις αυθεντικές εθνικιστικές ιδέες και έδωσαν την ζωή τους για αυτές -όπως ο Ίωνας Δραγούμης- ήταν τελικά μπολσεβίκοι, να μην γιορτάζει την 28η Οκτωβρίου γιατί ο Μεταξάς δεν ήταν εθνικιστής αλλά την μια βουλγαροτσολιάς και την άλλη όργανο των Άγγλων, να εξυμνήσει προπάτορες της σημερινής Δεξιάς και του φιλελεύθερου κέντρου όπως ο Βενιζέλος και ο Γύπαρης(!!), να χαρεί που τα μνημόνια τον έριχναν στην φτώχεια για τα επόμενα τριάντα χρόνια γιατί χάρη σ’ αυτά είχε σωθεί ο «άριος ευρωπαϊκός προσανατολισμός» της χώρας και το ευρώ από τις βλέψεις του Μογγόλου Πούτιν, σε τελική ανάλυση να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αν και η φιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση σκότωνε το έθνος και τις ζωές μας τουλάχιστον δεν επέτρεπε να καταλάβουν την χώρα οι κομμουνιστές.

Τα χρόνια πέρασαν, η Χρυσή Αυγή τιμωρήθηκε ως εγκληματική συμμορία, ο μέσος απογοητευμένος Έλληνας αισθανόμενος αβοήθητος μετά την στυγνή προδοσία της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ και την καταβαράθρωση της όποιας εναλλακτικής του προσέφερε η Χρυσή Αυγή, αποδέχτηκε την μοίρα του και πέρασε στην αποχή από τις κάλπες. Το σύστημα Μητσοτάκη, όμως, χρειαζόταν τον έλεγχο του εθνικιστικού χώρου για να μην χάσει την οριακή εκλογική αυτοδυναμία και να στείλει οριστικά τους χρυσαυγίτες πολιτευτές στην φυλακή. Έτσι, η δουλειά των «γκαρσονιών» έπρεπε να συνεχιστεί. Έτσι, ο Κώστας Πλεύρης έπρεπε να αναγνωρίσει τον Μητσοτάκη ως ηγέτη (σε αντίθεση με τον λαοπλάνο Τσίπρα) και να τον συγχαρεί για την στρατιωτική συμμαχία της μιας αγοράς (εκ μέρους μας) με την Γαλλία του Μακρόν(!!). Έτσι, οι φίλοι του Πλεύρη από τον Στόχο, φορώντας πάλι την αμερικανική σημαία σε γραβάτα, έπρεπε να συνεχίσουν να υποστηρίζουν μια «ανανέωση» των ιδεών του χώρου που θα απομακρυνόταν οριστικά από το βάρος των «δραγούμηδων και των μεταξάδων» (κατά δική τους έκφραση) τους οποίους ο Πλεύρης, όμως, εξακολουθούσε να υμνεί (θα μας τρελάνετε, οέο). Έτσι, οι περιανδρικοί έπρεπε να συνεχίσουν να αναπαράγουν τα menu του «εστιατορίου», την ίδια ώρα που στην υποτιθέμενα απέναντι όχθη, εντός του χώρου, οι κύκλοι των νεοδεξιών εργάζονταν για μια μετατροπή του εθνικιστικού χώρου σε τραμπικό, λαϊκιστικό, φιλελεύθερο τσίρκο υπό την ηγεσία του Ηλία Κασιδιάρη.


Κάπου στο βάθος όλες αυτές οι φαινομενικά διαφορετικές αφηγήσεις εφάπτονταν. Όλες επιζητούσαν έναν εκσυγχρονισμό του εθνικιστικού χώρου. Όλες επιθυμούσαν αντί να αλλάξουν τα ανίκανα πρόσωπα που τον χαντάκωσαν επί δεκαετίες, να παραμείνουν αυτά στις θέσεις τους και να αλλάξουν οι εθνικιστικές ιδέες και αξίες. Όλες, κάτω από την επιφανειακή συνθηματολογία, έβρισκαν κάποια αφορμή για να προκρίνουν την αναπαραγωγή του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού και την πολιτική σύνδεση με την Δεξιά. Ανανέωση με χιτλερισμό ή με απριλιανούς και εκσυγχρονισμός με δαρβινισμό!! Και στην γωνία Χατζηκλόουν με αμερικανική σημαία σε γραβάτα να ευχαριστεί τις ΗΠΑ επειδή «έσωσαν» την χώρα απ’ τους κομμουνιστές. Μαύρη κωμωδία, έτσι;

Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να γραφτεί κάτι παραπάνω για τα «εστιατόρια» που κάνουν το βρώμικο παιχνίδι της Δεξιάς εντός του εθνικιστικού χώρου. Μιας και είναι 28η Οκτωβρίου θα κλείσω με μερικές αράδες για το πώς τα δήθεν ε/ς «εστιατόρια» (όχι τα νεοεθνικιστικά) προσπαθούν να αποδομήσουν τον Ιωάννη Μεταξά. Μας λένε, λοιπόν, ότι ο Μεταξάς ήταν προδότης και άνθρωπος των Άγγλων, «μεταξοσκώληκας» και υπηρέτης του παλατιού, ότι προετοίμασε την Ελλάδα για πόλεμο εναντίον των εθνικιστικών κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Ιταλίας προκειμένου να εξυπηρετήσει τα αγγλοεβραϊκά συμφέροντα, ότι ήταν τέκτονας και πολλά ακόμη συναφή. Στην ουσία παρακάμπτουν όσο μπορούν το ιδεολογικό υπόβαθρο του Μεταξά, που ήταν φιλικό προς τον εθνικοσοσιαλισμό, και μεταφέρουν την συζήτηση στο γεωπολιτικό πεδίο, κατηγορώντας τον γιατί δεν στρατεύτηκε με το μέρος των δυνάμεων του Άξονα.

Τότε, όμως, όλοι αυτοί πρέπει να μας απαντήσουν γιατί αποτιμούν θετικά την στάση του Βενιζέλου, του Γύπαρη και των λοιπών φιλελεύθερων, τεκτόνων, κατσαπλιάδων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον Πρώτο Παγκόσμιο οι δυτικοί χρησιμοποίησαν τον Βενιζέλο απροκάλυπτα σαν όργανό τους, προκειμένου να βγάλουν την Ελλάδα στον πόλεμο χωρίς καμία εγγύηση. Ο Βενιζέλος υιοθέτησε τα δυτικά θέλω με το επιχείρημα ότι η χώρα έπρεπε να σταθεί στο πλευρό των δυνάμεων της φιλελεύθερης δημοκρατίας εναντίον του γερμανικού αυταρχισμού. Μάλιστα, προς το τέλος του πολέμου, δήλωσε στους Γάλλους «δεν διεκδικούμε τίποτα, μας αρκεί να πολεμήσουμε στο πλευρό σας».

Πώς γίνεται στην αποδεδειγμένη περίπτωση χρήσης του Βενιζέλου ως οργάνου από τις δυνάμεις του δυτικού, εβραϊκού (κατά την δική τους προσφιλή ορολογία) καπιταλισμού, προκειμένου να συρθεί η ελληνική κοινωνία σε έναν πόλεμο που δεν ήθελε, χωρίς καμία ουσιαστική εγγύηση παρά μόνο με εκφράσεις καλών προθέσεων, να βλέπουν οι «σερβιτόροι» κάτι θετικό (με πρόφαση την ενσωμάτωση επιμέρους αλύτρωτων εδαφών) ενώ στην αντίστοιχη περίπτωση του ιδεολογικά εγγύτερου Μεταξά να βλέπουν «μεταξοσκώληκες» και στοές; Πώς γίνεται να φορτώνουν τον Μεταξά με το κατηγορώ του δυτικόδουλου όταν οι ίδιοι θεωρούν εκφραστές μιας πτυχής της εθνικιστικής ιδέας (δική τους δήλωση) καρνάβαλους που φορούν την αμερικανική σημαία σε γραβάτα;


Δεν θα δοθούν ποτέ σοβαρές απαντήσεις σε αυτά τα θέματα. Γιατί δεν υπάρχει σοβαρή συζήτηση με βάση την προβοκάτσια και με καρνάβαλους της Δεξιάς ντυμένους με αμερικανικές σημαίες. Δεν θα δοθεί ποτέ ουσιαστική απάντηση στο αν ο Μεταξάς ήταν συνεπής με την πάγια ελληνική εθνικιστική θέση της ουδετερότητας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρκούν για όλους αυτούς βιταλιστικά συνθήματα παλαιάς κοπής περί του «πολεμικού βιώματος» που υποτίθεται εξέφρασε ο νταβατζής της Ομόνοιας Γύπαρης στον Μακεδονικό Αγώνα. Αλλά ξεχνούν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν έκφραση του «ελληνοθωμανισμού», που πληρώθηκε και οργανώθηκε από την οικογένεια Δραγούμη. Μέχρι να το αντιληφθούν και να διαβάσουν την σχετική με τις τρεις εκδοχές της Μεγάλης Ιδέας βιβλιογραφία, εμείς ευχόμαστε χρόνια πολλά στο έθνος μας. Τα ΟΧΙ θέλουν ρομαντικούς.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.

                            Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

                 Κάρολος Μπωντλαίρ- Sun Knight- Σταμάτης Μαμούτος: Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας 

                                            

Το νέο βιβλίο των εκδόσεών μας μόλις κυκλοφόρησε. Και είναι δύσκολο να το κατατάξει κανείς στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ξεκινά με μια σύνοψη των πολιτικών κι αισθητικών αντιλήψεων του Μπωντλαίρ. Ο Μπωντλαίρ ήταν ένας αντιδιαφωτιστής ρομαντικός λογοτέχνης και κριτικός τέχνης, που συνήθως επικαλούνται κινήματα και πολιτικοί χώροι με τους οποίους τον χώριζε ιδεολογική άβυσσος. Το εισαγωγικό σημείωμα, έχοντας ως επίκεντρο την ιδέα του Μπωντλαίρ για την σημασία της αέναης παιδικότητας και της φαντασίας στην ρομαντική οπτική επί των πραγμάτων, αποτελεί μια απόπειρα να θυμηθούμε ποιες ήταν οι κεντρικές ιδέες της πολιτικής σκέψης και της αισθητικής του Γάλλου λογοτέχνη, ώστε να επαναξιολογηθεί ως διανοητής από τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται σήμερα να κατανοήσουν τον Ρομαντισμό ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών.


Μετά το εισαγωγικό κείμενο του Σταμάτη Μαμούτου ακολουθεί το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, που φέρει τον τίτλο Η Ηθική του Παιχνιδιού. Σε αυτό το δοκίμιο ο Μπωντλαίρ παρουσίασε την αισθητική και διανοητική σημασία του παιδικού παιχνιδιού υπό το πρίσμα της ρομαντικής του κοσμοθεωρίας. Την μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου έχει αναλάβει η Εύα Παναγιωτοπούλου.

Ακολουθούν έξι επεξεργασμένα κείμενα του γνωστού στους ακροατές της heavy metal μουσικής -και παλαιότερα διευθυντή σύνταξης του ελληνικού Metal Hammer- συγγραφέα, που αρθρογραφεί εδώ και χρόνια με το ψευδώνυμο Sun Knight. Εξίσου δύσκολο είναι να κατηγοριοποιηθούν και τα κείμενα του Sun Knight. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποτελούν δοκίμια. Γιατί έχουν στοιχεία του δοκιμιακού λόγου. Όμως, είναι πολύ σύντομα. Κι, επιπλέον, διαθέτουν έναν λογοτεχνικό παλμό που αποπνέει εκείνο το γνώρισμα το οποίο οι ρομαντικοί αποκαλούν «ποίηση», χωρίς απαραίτητα να εννοούν το λογοτεχνικό είδος ως φόρμα. Ας αρκεστούμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα του Χάρη (Sun Κnight), που φιλοξενούνται σε αυτό το βιβλίο, αποτελούν καλογραμμένα άρθρα ενός συγγραφέα εντυπωσιακά ικανού να γράφει ως «ρομαντικός». Και ας έχουμε κατά νου ότι είναι η πρώτη φορά που κείμενα του Χάρη δημοσιεύονται όχι σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο.

Τέλος η νέα μας κυκλοφορία ολοκληρώνεται με τέσσερα διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας, τα οποία έγραψε πριν λίγα χρόνια ο Σταμάτης.

Τι είναι αυτό που συνδέει τα τρία μέρη του βιβλίου; Το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, τα άρθρα του Sun Knight και τα διηγήματα του Σταμάτη, έχουν ένα κοινό θέμα. Τα παιχνίδια των μικρών και μεγάλων παιδιών, ιδωμένα μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης. Ευχόμαστε να το απολαύσετε.

Περιεχόμενα:

-Ο ρομαντικός Κάρολος Μπωντλαίρ, του Σταμάτη Μαμούτου

-Η ηθική του παιχνιδιού, Κάρολος Μπωντλαίρ (μετάφραση Εύα Παναγιωτοπούλου)

-Έξι μικρά κείμενα για παλιά παιχνίδια, του Sun Knight

       Το μυστικό δωμάτιο

       Table Soccer

       Submarino Lost

       Plastic Knights

       The Evzones NO. 196

       Space Patrol

-Τέσσερα διηγήματα φαντασίας με θέμα τα παιχνίδια, του Σταμάτη Μαμούτου

      Κάστρα και πολιορκητές

      Κένταυρος

      Στον θόλο

      Τέσσερα παιχνίδια


Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας, στα παρακάτω σημεία διανομής.

Αθήνα

Βιβλιοπωλεία

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3) (υπόγειο, στο ράφι της κλασικής λογοτεχνίας)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3) (υπόγειο, στο ράφι της λογοτεχνίας του φανταστικού)

Comiconshop (Σόλωνος 128)

Περίπτερα διανομής τύπου

Πανεπιστημίου 39, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη και μπροστά από την στοά Νικολούδη

Δισκοπωλεία

Δισκοπωλείο Metalera (Εμ. Μπενάκη 22)


Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)

 

Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)