- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                    Επεισόδια στην Γαλλία και ερμηνευτικές προσεγγίσεις


Η εθνικιστική προσέγγιση κόντρα στην Δεξιά παγίδα

Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται το τελευταίο διάστημα στην Γαλλία ήταν αναμενόμενο να αποτελέσουν πεδίο πολιτικής και ερμηνευτικής αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε αριστερούς, (φιλελεύθερους), κεντρώους (φιλελεύθερους) και δεξιούς ή ακροδεξιούς (επίσης, φιλελεύθερους) αναλυτές. Με τους εκπροσώπους των δυο πρώτων κατηγοριών δεν είναι δύσκολο να αντιπαρατεθούμε ως εθνικιστές. Ούτε με τους εκπροσώπους της τελευταίας. Απλώς σε αυτούς, στους εκπροσώπους της δεξιάς/ακροδεξιάς δηλαδή, θα δώσουμε μια προτεραιότητα. Γιατί είναι εκείνοι που προσπαθούν, με τον συνηθισμένο ύπουλο τρόπο τους, να απευθυνθούν στο συντηρητικό ακροατήριο και να χειραγωγήσουν την εθνικιστική σκέψη. Όσο είμαστε εμείς εδώ όμως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θα έχουν μπροστά τους ένα μόνιμο εμπόδιο. Ας δούμε τι υποστηρίζουν στην προκειμένη περίπτωση.


Το κεντρικό επιχείρημα της δεξιάς και ακροδεξιάς ερμηνευτικής ξεδιπλώνεται σε τρία στάδια. Ξεκινά με την έμφαση στους βανδαλισμούς που προκαλούν οι διαδηλωτές. Προχωρά στην σύνδεση των βανδαλισμών με την παρουσία των μαζικών μεταναστευτικών κοινοτήτων μουσουλμανικού θρησκεύματος στην Γαλλία. Και καταλήγει στην διαπίστωση ότι το μόνο κράτος δυτικού τύπου που έχει περισσότερους μουσουλμάνους από την Ευρώπη είναι το Ισραήλ, αλλά εκεί οι Εβραίοι αντιμετωπίζουν με τον κατάλληλο τρόπο τον μουσουλμανικό κίνδυνο.

Στην ουσία, οι δεξιοί και οι ακροδεξιοί, ασκούν κριτική στον Μακρόν μόνο για έναν λόγο: Γιατί δεν χρησιμοποιεί μεγαλύτερη αστυνομική καταστολή κατά των διαδηλωτών και των κουκουλοφόρων βανδάλων. Τα δεξιά και ακροδεξιά παπαγαλάκια στοχεύουν στο θυμικό των συντηρητικών πολιτών, προσπαθώντας να τους εγκλωβίσουν στην εικόνα των φλεγόμενων κτιρίων και του πλιάτσικου. Σκοπός τους είναι να διαφύγει της προσοχής των συντηρητικών πολιτών ο (διακηρυγμένος τουλάχιστον) λόγος για τον οποίο ξεκίνησαν οι επεισοδιακές διαδηλώσεις. Δηλαδή, η καθιέρωση της μιζέριας ως μακροχρόνιας κανονικότητας και η καταστροφή των ζωών την οποία έχει σχεδιάσει η νεοφιλελεύθερη ελίτ της παγκοσμιοποιημένης λιτότητας για ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι κυβερνώντες της νεοφιλελεύθερης ελίτ, με τον Μακρόν να αποτελεί χαρακτηριστικό εκφραστή της, ζητούν συνεχώς από τους Γάλλους, τους Έλληνες, τους Άγγλους, τους Ισπανούς, τους Γερμανούς κλπ να κάνουν υπομονή, να εντατικοποιούν αενάως τα ωράρια εργασίας και εκπαίδευσης, να συμβιβαστούν με μια ζωή γεμάτη στερήσεις επειδή τα ελλείμματα πνίγουν τις νεοφιλελεύθερα παγκοσμιοποιημένες οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών και να δέχονται κάθε εργοδοτική αλητεία γιατί δεν υπάρχουν πολλές θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα, ενώ ζητούν από τους πολίτες να εργάζονται με μικρούς μισθούς σε συνθήκες αιώνιου στασιμοπληθωρισμού, τους ωθούν να χρεώνουν τραπεζικές κάρτες προκειμένου να ανταπεξέλθουν σε ένα χυδαία απαιτητικό status ζωής, που έχει καθιερώσει το mediaκό life style και οι κρατικές του παραφυάδες (με την παραπαιδεία το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην Ελλάδα).

Το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι σε αυτό το πολιτικό και οικονομικό σπιράλ δεν υπάρχει διέξοδος. Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι διαλυμένο ή ελεγχόμενο σχεδόν πανευρωπαϊκά. Οι περισσότερες πολιτικές παρατάξεις, δεξιές, αριστερές ή κεντρώεες, έχουν συμβιβαστεί με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Όμως, παρά την μακροχρόνια εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας του νεοφιλελευθερισμού δεν υποχωρεί η ακρίβεια ενώ η λογιστική αύξηση του ΑΕΠ δεν πληρώνει ρεύμα, νερό και τηλέφωνο.

Είναι απορίας άξιο πώς οι μάζες των συντηρητικών πολιτών, που έχουν μικροαστική ή εργατική προέλευση, λαμβάνουν υπόψη την δεξιά και ακροδεξιά προπαγάνδα που εξοστρακίζει την προσοχή από την ρίζα του κακού. Όπως είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς υπάρχουν εθνικιστές που αντί να απολαμβάνουν την, έστω και παροδική, πίεση προς τον υπάλληλο της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης Μακρόν, αιχμαλωτίζονται στην επιδερμίδα των βανδαλισμών και παραβλέπουν το υπόβαθρο που την πυροδοτεί.

Υπάρχουν κάποιες εξηγήσεις για αυτό. Μια είναι η χρόνια νόθευση του μεταπολεμικού εθνικιστικού κινήματος με έναν κοκκινοπροβίτικο αταβιστικό αντικομουνισμό/αντιαριστερισμό. Η δεξιά και ακροδεξιά αφήγηση μας λέει ότι επειδή οι αριστεροί καπελώνουν το λαϊκό κίνημα, οι εθνικιστές πρέπει να ξεχάσουμε τις ιδεολογικές μας καταβολές, να χαρίσουμε το λαϊκό κίνημα στην Αριστερά και να γίνουμε ουρά της καπιταλιστικής Δεξιάς. Είναι, όμως, καιρός να διαλυθεί η ισχύς αυτού του αφηγήματος. Όσοι θέλουμε να είμαστε εθνικιστές οφείλουμε να φτύσουμε κατά πρόσωπο την Δεξιά, την ακροδεξιά και το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο της νεοφιλελεύθερης αλητείας. Όσοι είμαστε εθνικιστές δεν γίνεται να διαβάζουμε τους μισθωμένους κονδυλοφόρους των συνωμοσιολογικών εφημερίδων που βλέπουν δάκτυλους αραβικών κρατών πίσω από τα επεισόδια της Γαλλίας, δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τους δεξιούς που ταυτίζουν την ευρωπαϊκή ιστορία με τα συμφέροντα του Ισραήλ, δεν πρέπει να ακούμε τους ανόητους που θεωρούν ότι πολιτισμός είναι η αποδοχή του καπιταλιστικού status. Εκείνοι που υποστηρίζουν τα παραπάνω και θέλουν να τα επιβάλουν στον εθνικιστικό χώρο φαίνεται ότι έχουν εξασφαλίσει ένα εύκολο μηνιάτικο από αφανείς πηγές για να παραβλέπουν τις συνέπειες της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Και, μάλλον, δεν έχουν καλή επαφή με την αγορά εργασίας των σημερινών ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Η ερμηνευτική παραπλάνηση από την Δεξιά και την ακροδεξιά

Ας εξετάσουμε, όμως, αν έχουν βάση όσα υποστηρίζουν οι δεξιοί/ακροδεξιοί για τους βανδαλισμούς στην Γαλλία και την σχέση τους με την μαζικότητα της εκεί μεταναστευτικής κοινότητας των μουσουλμάνων. Τόσο στο ιδεολογικό πεδίο όσο και σε εκείνο των ιστορικών καταβολών του εν λόγω φαινομένου.

Καταρχάς, καταπατώντας ερμηνευτικά κάθε γνωσιολογικό δεδομένο της ιστορίας των πολιτικών ιδεών, οι δεξιοί/ακροδεξιοί παραβλέπουν ότι η μαζική μετανάστευση είναι θεμελιώδης ιδεολογική αρχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, που έχει σχεδιαστεί, χρηματοδοτηθεί και εφαρμοστεί, ως πολιτικό πρόγραμμα, από τους μηχανισμούς των κέντρων εξουσίας του. Ζητούν, δηλαδή, οι δεξιοί/ακροδεξιοί από τον Μακρόν να εξαφανίσει, με ένα μαγικό ραβδί, τους πληθυσμούς που το σύστημα εξουσίας, το οποίο τον τοποθέτησε στον προεδρικό θώκο, φρόντισε να καταφθάσουν μαζικά στην χώρα του. Κάπως οξύμωρο δεν ακούγεται όλο αυτό;


Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει και στο πεδίο της ιστορικής τοπικότητας. Οι μουσουλμάνοι και οι αραπάδες δείχνουν πράγματι στις φωτογραφίες και τα videos των ρεπορτάζ να αποτελούν τους περισσότερους από τους καταστροφείς δημόσιων και ιδιωτικών χώρων στις μαζικές συγκεντρώσεις. Το ίδιο είχε συμβεί και στις γαλλικές εξεγέρσεις των τελευταίων είκοσι ετών. Μόνο που οι καταστροφές και το πλιάτσικο δεν είναι γαλλικά φαινόμενα των τελευταίων είκοσι ετών, αλλά μια παλιά ιστορία η οποία είναι συνυφασμένη με την πολιτική παράδοση που έκανε τον φιλελευθερισμό κυρίαρχο. Αυτοί που δίδαξαν την καταστροφή και τους βανδαλισμούς ως εξαγνισμένη πολιτική πρακτική ήταν οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι της Γαλλίας, από το 1789 και μετά.

Οι υποκριτές δεξιοί και ακροδεξιοί παραβλέπουν ότι ιδρυτικός μύθος του νεότερου γαλλικού κράτους είναι η καταστροφή της Βαστίλης. Παραβλέπουν ότι για να εγκαθιδρυθεί ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, που τώρα θέλουν να υπερασπιστούν ως αδιατάρακτο status, δολοφονήθηκε μια βασιλική οικογένεια και καταστράφηκαν αμέτρητα κτίρια. Και, μάλιστα, οι καταστροφές ήταν τέτοιας συχνότητας ώστε οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του νεωτερικού αστισμού, αποφάσισαν να γκρεμίσουν το Παρίσι την περίοδο 1853-1870 και να αναθέσουν στον κατασκευαστή Οσμάν (Georges-Eugène Haussmann), υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα Γ, να οικοδομήσει από την αρχή την πόλη, με τρόπο που θα ευνοούσε την εύκολη καταστολή των εξεγέρσεων.

Μέχρι τότε το Παρίσι είχε ακόμα την μεσαιωνική του δομή με τα στενά, δαιδαλώδη και σκοτεινά σοκάκια. Αυτό έκανε την πόλη ιδανική για τους επαναστάτες, όπως είχε φανεί στις εξεγέρσεις του 1789, του 1830 και του 1848. Στα μεσαιωνικά δρομάκια οι εξεγερμένοι μπορούσαν να στήσουν οδοφράγματα μέσα σε λίγα λεπτά, ανατρέποντας απλώς κάρα ή έπιπλα, και να αποκλείσουν τον στρατό. Στις τεράστιες, ανοιχτές λεωφόρους του νέου Παρισιού, που έχτισε ο Οσμάν, η δημιουργία αποτελεσματικών οδοφραγμάτων ήταν πρακτικά αδύνατη. Οι μεγάλες λεωφόροι επέτρεπαν στο ιππικό, το πυροβολικό και στις μεγάλες φάλαγγες του στρατού να μετακινούνται ταχύτατα από τα περίχωρα και τους στρατώνες προς το κέντρο της πόλης. Οι λεωφόροι σχεδιάστηκαν σκόπιμα ευθείες ώστε ο στρατός να μπορεί να πυροβολεί με κανόνια σε ευθεία γραμμή εναντίον των διαδηλωτών, χωρίς να εμποδίζεται από γωνίες.

Οι αντιδράσεις των Παριζιάνων στα έργα του Οσμάν ήταν έντονες, διχασμένες και σε πολλές περιπτώσεις γεμάτες οργή. Αν και η αστική τάξη απολάμβανε τις νέες, λαμπερές λεωφόρους, η πλειοψηφία του πληθυσμού βίωσε μια βίαιη ανατροπή της καθημερινότητάς. Οι κάτοικοι είδαν τα σπίτια τους, τις αναμνήσεις τους και την μεσαιωνική ιστορία της πόλης να ισοπεδώνονται από τις μπουλντόζες της εποχής. Το Παρίσι μετατράπηκε σε ένα απέραντο, θορυβώδες και σκονισμένο εργοτάξιο για σχεδόν δύο δεκαετίες, προκαλώντας τεράστια κόπωση και εκνευρισμό στους κατοίκους. Οι φτωχοί εργάτες και οι μικροτεχνίτες που ζούσαν στο κέντρο του Παρισιού εκδιώχθηκαν βίαια. Καθώς τα νέα κτίρια στις λεωφόρους (τα περίφημα Haussmann κτίρια) ήταν πανάκριβα, οι εργατικές τάξεις αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στα ανατολικά και βόρεια περίχωρα (όπως η Μπελβίλ και η Μενιλμοντάν).

Αυτό δημιούργησε έναν βαθύ γεωγραφικό και ταξικό διαχωρισμό. Το πλούσιο δυτικό και κεντρικό Παρίσι έναντι του φτωχού εργατικού ανατολικού. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές θρήνησαν την απώλεια του «παλιού Παρισιού». Ο σπουδαίος ρομαντικός συντηρητικός ποιητής Κάρολος Μπωντλαίρ έγραψε χαρακτηριστικά στο ποίημά του «Ο Κύκνος». «Το παλιό Παρίσι δεν υπάρχει πια (η μορφή μιας πόλης αλλάζει πιο γρήγορα, αλίμονο, από την καρδιά ενός θνητού)». Το Παρίσι του «φωτός» που θαυμάζουν οι ανόητοι δεξιοί και ακροδεξιοί ως λίκνο ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι μια πόλη με ιστορία μόλις εκατόν πενήντα ετών.

Σε ένα κράτος που επί αιώνες εξαγνίζει θεσμικά τον βανδαλισμό ως ιδρυτικό του μύθο και τον διαφημίζει ως εργαλείο της δημοκρατίας είναι αναμενόμενο ο μη θεσμικός βανδαλισμός να καθιερωθεί ως πολιτική συμπεριφορά. Μόνο που η καθιέρωση αυτή ήταν επί εκατόν είκοσι χρόνια έργο γηγενών Γάλλων. Κάποιες φορές δικαιολογημένα. Πολλές άλλες όχι. Δεν γεννήθηκε, πάντως, ως πρακτική από μουσουλμάνους μετανάστες. Οι φιλελεύθεροι και οι προοδευτικοί γηγενείς δίδαξαν στους μετανάστες τα πολιτικά κόλπα τους και, τώρα, εκείνοι απλώς τα αναπαράγουν λόγω της πληθυσμιακής τους δυναμικής. Οι καρνάβαλοι της Δεξιάς και της ακροδεξιάς παραβλέπουν όλα τα παραπάνω κι έρχονται να υπερασπιστούν την ρίζα της ασθένειας από τα συμπτώματά της.

Προφανώς δεν γίνεται οι εθνικιστές να τους ακολουθήσουμε σε αυτό τον ερμηνευτικό εξευτελισμό της λογικής μας, σε αυτό το πανηγύρι της πολιτικής αμορφωσιάς και σε αυτή την κατάφορη προδοσία των πολιτικών ιδεών μας. Αναμφίβολα μας προκαλούν αποτροπιασμό και αηδία οι μετανάστες που δεν είναι πρόσφυγες, με το χυδαίο θράσος τους να απαιτούν δικαιώματα ως λαθραίοι μπουκαδόροι. Η θέση τους είναι στις χώρες καταγωγής τους ή, αν δοκιμάσουν να μπουκάρουν στην Ευρώπη, στον βυθό της θάλασσας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα τους φορτώσουμε το κακό που έχει σπείρει στην Ευρώπη ο φιλελευθερισμός. Ούτε ότι θα γαυγίζουμε, σαν εκπαιδευμένοι σκύλοι των συμφερόντων του Νετανιάχου, ότι η Ευρώπη έχει καταντήσει να κινδυνεύει από το Ισλάμ και από το κάθε τσούρμο των ρακένδυτων λαθρομεταναστών. Η Ευρώπη κινδυνεύει από τον εξουσιαστικό φιλελευθερισμό της παγκοσμιοποίησης και από τον διεθνή εβραϊσμό.

Η δεδομένη ερμηνευτική αποτυχία της Αριστεράς

Ας δούμε τι συμβαίνει, όμως, και στο απέναντι πολιτικό στρατόπεδο. Εκεί βλέπουμε τους πιο παραδοσιακούς μαρξιστές να ερμηνεύουν το φαινόμενο των επεισοδίων ως ταξική εξέγερση. Αξιολογούν εσφαλμένα το φαινόμενο, όπως είναι αναπόφευκτο λόγω των μαρξικής προέλευσης ερμηνευτικών τους εργαλείων, παραβλέποντας ότι οι διαδηλωτές δεν είναι ένα -ενιαίο και ομοιογενές- εργατικής προέλευσης κοινωνικό σώμα, αλλά αποτελούν σύνθεση επιμέρους ομαδώσεων διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων (εργατικών, μικροαστικών, μεταναστευτικά αργόσχολων που ζουν παραβατικά και με επιδόματα της Ε.Ε.).


Επιπλέον, οι μαρξιστές επικαλούνται τα ξεθωριασμένα πλέον σλόγκαν περί της «πανουργίας του Λόγου» κι άλλες ατάκες του Έγελου για να κρύψουν κάτω από το χαλί το γεγονός ότι η δράση των κοινωνικών τάξεων, σε πολιτικά και οικονομικά φαινόμενα όπως αυτό της Γαλλίας, πηγαίνει συνήθως χέρι χέρι με σχεδιασμούς ισχυρών ελίτ. Σχεδιασμούς με προορισμό ένα μέλλον που αγνοεί επιδεικτικά της ιστοριστικές ονειρώξεις του Έγελου και του Μαρξ περί, προοδευτικής χρονικά, κατάκτησης ανώτερων πεδίων χειραφέτησης και αυτοπραγμάτωσης για τον άνθρωπο.

Ο νεοφιλελευθερισμός βιάζει, από την δεκαετία του ’90, την σκέψη και τραυματίζει τις ζωές των Ευρωπαίων (πιο πριν είχε ξεκινήσει από τους Βρετανούς, σε πιο φιλικό περιβάλλον). Ωστόσο, δεν γίνονται κάθε μέρα εξεγέρσεις. Μολονότι, ιδίως από την δεκαετία του 2010 κι έπειτα, οι συνθήκες είναι κάτι παραπάνω από ιδανικές. Αν εστιάσουμε στην Γαλλία, τουλάχιστον, θα δούμε ότι το ξέσπασμα των τελευταίων κινητοποιήσεων συνδέεται χρονικά με μια σειρά γεγονότων που αφορούν την διεθνή πολιτική σκακιέρα.

Πριν λίγες μέρες οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέρριψαν ένα αίτημα ισχνής βοήθειας προς τα νοικοκυριά των κρατών της για να αντιμετωπίσουν την κρίση ενέργειας. Την ίδια στιγμή ενέκριναν ένα ακόμη μεγάλο (για τα δεδομένα της εποχής) πακέτο οικονομικής βοήθειας, προκειμένου να ενισχυθεί ο στρατός του Ζελένσκι και να συνεχιστεί ο ρωσικός εμφύλιος. Παράλληλα, ο Τραμπ και οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε ανοιχτή σύγκλιση με την Ρωσία του Πούτιν και σε δηλωμένη δυσαρέσκεια προς τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ενώ σε λίγους μήνες θα γίνουν και οι προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, με την Λεπέν να έχει, έστω άτυπα, την έγκριση του Λευκού Οίκου ως αποδεκτή λύση.

Μολονότι δεν είμαστε στα κλειστά γραφεία διασκέψεων κορυφής και δεν μπορούμε να εξετάσουμε με σιγουριά τι ετοιμάζουν οι ελίτ εξουσίας, μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια ότι πρέπει να επηρεάζουν κι αυτά τα δεδομένα τον ξεσηκωμό στην Γαλλία. Και είναι σίγουρο ότι η όποια σχέση μπορεί να έχουν οι ζυμώσεις των εξουσιαστικών ελίτ με τις διαδηλώσεις και τους βανδαλισμούς δεν θα λαμβάνει υπόψη την «πανουργία του Λόγου» στην οποία πίστεψαν ο Έγελος, ο Μαρξ και οι ντετερμινιστές επίγονοί τους.

Όσον αφορά τους (μη παραδοσιακούς μαρξιστές) μεταμοντέρνους αριστερούς, περιμένουμε ακόμη να ξεμπλέξουν τους μηρούς τους ανάμεσα στην ταξική παραδοσιακή σοσιαλιστική ανάλυση και τον ατομικιστικό ελευθεριακό νιτσεϊσμό, να αφουγκραστούν τα νοήματα του Ντεριντά προκειμένου να σκεφτούν αν υπάρχει κοινωνική εμπειρία έξω από τις λέξεις του προφορικού λόγου και τις αράδες των βιβλίων, να συμβουλευτούν τον Λακάν για να συμπεράνουν αν οι βανδαλισμοί αποτελούν μέρος της πραγματικότητας ή του πραγματικού και, άρα, βρίσκονται εκτός δομής αντιστεκόμενες στην εξήγηση της πολιτικής ανάλυσης, για να αποφασίσουν αν θα αφήσουν πίσω τις γαλλικές διαδηλώσεις αναγνωρισμένες ως εκφάνσεις ασυνείδητης ανατροπής της πατριαρχίας ή ερμηνευμένες ως εκδηλώσεις λούμπεν συγκεκαλυμμένου καπιταλισμού, προκειμένου να ταξιδέψουν τελικά στην Ελλάδα για να διεκδικήσουν μια θέση ΕΔΙΠ σε κάποιο ίδρυμα κοινωνικών επιστημών και να ψηφίσουν Τσίπρα. Η Γαλλία είναι η πατρίδα της μεταδομιστικής θεωρίας. Μην το ξεχνάμε αυτό.

Φιλελεύθερο κέντρο και ερμηνευτική αδυναμία

Οι κεντρώοι φιλελεύθεροι, ανά την Ευρώπη, βρίσκονται στον ερμηνευτικό αντίποδα. Εστιάζουν μόνο στις ζυμώσεις συγκεκριμένων ελίτ, παραβλέποντας τους υπόλοιπους παράγοντες που συνθέτουν το υπό εξέταση γεγονός. Οι κεντρώοι είναι, παράλληλα, στην πιο δύσκολη θέση. Θυμίζουν τους ομοϊδεάτες τους μνημονιακούς της Ελλάδας, κατά την προηγούμενη δεκατία. Πρέπει να υπερασπιστούν ένα πουλέν του πολιτικού τους χώρου, όπως ο πρόεδρος Μακρόν. Και επειδή δεν έχουν περιθώρια ερμηνευτικής παρηγοριάς, αναπληρώνουν αυτή την έλλειψη με το επικοινωνιακό θράσος.


Η ερεμηνευτική των κεντρώων φιλελεύθερων έχει μια ομοιότητα με εκείνη των ακροδεξιών. Καταλήγει στην συνωμοσιολογία. Σαφώς πιο ραφιναρισμένα και με πολιτικό λόγο που αποφεύγει την χοντροκοπιά της Δεξιάς/ακροδεξιάς. Αλλά, στην ουσία της, η ερμηνευτική των κεντρώων είναι εξίσου συνωμοσιολογική με εκείνη των δεξιών. Τι υποστηρίζουν οι κεντρώοι; Ότι οι βανδαλισμοί είναι ένα σχέδιο της γαλλικής ακροδεξιάς και Αριστεράς, προκειμένου να ευνοηθούν στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές και να προκρίνουν τους υποψήφιούς τους στον δεύτερο γύρο. Η όλη ερμηνευτική περιγραφή των κεντρώων εστιάζει σωστά στις ζυμώσεις των διαφόρων ελίτ, παραβλέπει χονδροειδώς λανθασμένα την εμπλοκή του κοινωνικού, οικονομικού και ταξικού παράγοντα ως κύριου λόγου αφετηρίας των διαδηλώσεων και εκφυλίζει ερμηνευτικά το τελικό της συμπέρασμα, δίνοντάς του επικοινωνιακά σκοτεινές αποχρώσεις. Παρουσιάζει τα γεγονότα ως απόρροιες μιας σκοτεινής συμφωνίας ανάμεσα στον Μελανσόν και την Λεπέν.  

Παραβλέπει, έτσι, ότι μια τέτοια συμφωνία, αν έχει γίνει, αποτελεί μια μόνο πτυχή του όλου φαινομένου. Όσες συμφωνίες κι αν έκαναν η Λεπέν με τον Μακρόν, αν δεν υπήρχε η νεοφιλελεύθερη λιτότητα με τις αντιανθρώπινες συνέπειές της και μια σειρά άλλων ζυμώσεων σε ισχυρούς κύκλους εξουσιαστικών ελίτ του διεθνούς παράγοντα είναι πολύ αμφίβολο αν θα ξεσπούσαν οι ταραχές. Οι κεντρώοι νομίζουν ότι απαντούν στα ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με τις διαδηλώσεις, με το να περιγράφουν την πολιτική πραγματικότητα.

Επίσης, αλλοιώνουν ερμηνευτικά το νόημα των πολιτικών συνεργασιών. Η κάθε Λεπέν και ο κάθε Μελανσόν μπορούν να κάνουν οποιαδήποτε συμφωνία εξασφαλίσει θετικά αποτελέσματα για τις πολιτικές τους παρατάξεις, χωρίς να υπάρχει κάποιο ταμπού που θα τους αποτρέψει. Αντίστοιχη επαφή, δηλωμένη δημόσια μάλιστα, υπάρχει στην πολιτική ζωή της Γερμανίας. Η AFD συνομιλεί με αριστερή παράταξη για να εξασφαλιστούν ποθητοί συσχετισμοί δυνάμεων στις Βουλές τοπικών γερμανικών κρατιδιών. Μόνο που εκεί δεν καίγονται πόλεις. Γιατί η γερμανική οικονομία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να προσφέρει μια βασική, εντός καπιταλιστικών συνθηκών, εργασιακή ασφάλεια, απέναντι στις απαιτήσεις της νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Γιατί εκεί υπάρχει μια διαφορετική ιστορική (μεταπολεμική τουλάχιστον) πολιτική παράδοση στην οποία δεν βρίσκουν (ακόμη) θέση οι εξεγέρσεις και οι βανδαλισμοί. Γιατί εκεί αργούν ακόμη οι εθνικές εκλογές που μπορεί να τραβήξουν την προσοχή του Τραμπ και άλλων μελών της εξουσιαστικής διεθνούς ελίτ. 

                                                                                «Ένας αλήτης πέθανε»

Πέθανε πριν λίγες ώρες ο εφοπλιστής Γιώργος Βαρδινογιάννης και οι ποδοσφαιρόφιλοι έχουμε να θυμόμαστε πολλά από τον «καπετάνιο». Υπήρξε, αναμφίβολα, μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες της ελληνικής ποδοσφαιρικής ζωής. Κάποιοι θα πουν ότι αγαπήθηκε από χιλιάδες φιλάθλους, όπως συμβαίνει συνήθως όταν έχουμε να κάνουμε με την απώλεια μιας ζωής. Ωστόσο, οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι μισήθηκε από περισσότερους.


Η οικογένεια Βαρδινογιάννη έχει πλούσιο παρελθόν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Με πρόγονο πολιτικό του βενιζελικού κέντρου και φιλικά προσκείμενο προς την οικογένεια Παπανδρέου, που συνελήφθη από τους αξιωματικούς του Τρίτου Ράιχ και δραπέτευσε με την βοήθεια των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών. Με άλλο συγγενή που αύξησε την οικονομική δύναμη της οικογένειας συνεργαζόμενος με τον Ωνάση και σπάζοντας το εμπάργκο προς το κράτος των λευκών της Ροδεσίας, το οποίο είχε επιβάλλει ο ΟΗΕ (έχουν δυο λόγους να συμπαθούν την οικογένεια Βαρδινογιάννη τα «γκαρσόνια»), περνώντας τα πλοία του κάτω από την μύτη του βρετανικού πολεμικού ναυτικού (εδώ υποθέτει πολλά ο πονηρός νους) που εκτελούσε την εντολή της διεθνούς κοινότητας. Με αυτά και με πολλά άλλα οι Βαρδινογιάννηδες έγιναν με τον καιρό μια από τις οικονομικά και κοινωνικά ισχυρότερες οικογένειες της Ευρώπης. Έγιναν, ασφαλώς, και μια από τις οικογένειες που μπορεί να εκβιάζει, μέσω ενός αντεθνικού ολιγοπωλίου διυλιστηρίων (η άλλη είναι η οικογένεια Λάτση), το τραγελαφικά δύσμοιρο ελλαδικό κράτος.

Όσοι γνωρίζουν την οικογένεια εκ των έσω θυμούνται ότι δρούσε με όρους αυστηρής ιεραρχίας. Ο πρωτότοκος αναλάμβανε εξολοκλήρου την διαχείριση των επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα αδέρφια είχαν εντελώς βοηθητικό και μη ουσιαστικό ρόλο (αρκούνταν απλώς στο να λαμβάνουν ένα ποσό των τεράστιων κερδών και να «κάνουν την ζωή τους»). Μετά τον θάνατο του μεγάλου του αδελφού, αφεντικό της οικογένειας έγινε ο Βαρδής Βαρδινογιάννης. Ένας σκληρός άντρας, που άνθρωποι του περιβάλλοντός του λένε ότι ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν την κοφτερή του ματιά που ξεπηδούσε κάτω από τα δασώδη φρύδια.

Ο Βαρδής ήταν επιχειρηματίας που εργαζόταν σκληρά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν του άρεσε το life style και ο δημόσιος βίος. Αμείλικτος με τα στελέχη των εταιριών του, έδινε απίθανα μεγάλους μισθούς στους χαμηλόβαθμους εργαζόμενούς του για να εξαλείψει κάθε πιθανότητα συνδικαλιστικής τους δράσης και μιλούσε σαν προϊστάμενος σε πολλούς πολιτικούς. Ωστόσο, κρατούσε πάντα τα προσχήματα με τους πρωθυπουργούς και συμφωνούσε μαζί τους να πραγματοποιεί συγκεκριμένες επενδύσεις που επηρέαζαν το εθνικό ΑΕΠ, όταν τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα ακουμπούσαν το ολιγοπώλιό του.

Ανάμεσα στις επιχειρήσεις του ομίλου Βαρδινογιάννη ήταν και ο Παναθηναϊκός. Ο Βαρδής, εσωστρεφής και σκληρός επιχειρηματίας, δεν γινόταν να καταπιαστεί με την διοίκηση μιας επιχείρησης που απαιτούσε καθημερινή έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας, διαχείριση μαζικών λαϊκών στρωμάτων και μη οικονομικά επωφελή ανταγωνισμό με άλλα επιχειρηματικά συμφέροντα. Μπορεί να ήταν το μεγάλο πορτοφόλι, μπορεί να επισκεπτόταν τους ποδοσφαιριστές του τριφυλλιού πριν τους μεγάλους αγώνες για να δώσει κύρος στις οικονομικές υποσχέσεις της προσδοκώμενης νίκης, μπορεί να παρενέβαινε προκειμένου να επιβάλει τις απαιτήσεις του Παναθηναϊκού επί προέδρων μικρότερων ομάδων και παραγόντων του ελληνικού δημοσίου όταν κρινόταν απαραίτητο. Όμως, την προεδρία και την καθημερινή διοίκηση της ΠΑΕ την είχε αφήσει στα χέρια του αδερφού του Γιώργου.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν διαφορετικός. Οξύθυμος, προκλητικός, με έντονη κοσμική ζωή και τα δημοσιογραφικά φλας επάνω του, σημάδεψε την ταυτότητα του Παναθηναϊκού ως συλλόγου της πλουτοκρατίας και της γκλαμουράτης ελλαδικής ελίτ των 80’s και των 90’s.Η ταυτότητα αυτή ήταν εξαρχής αγκάθι στα μάτια των φανατικών της θύρας 13 και αρκετών οπαδών του τριφυλλιού, που είχαν λαϊκά εργατική και μικροαστική κοινωνική προέλευση.  Όμως, ο «καπετάνιος» ήταν ξερό κεφάλι. Όταν διαπίστωσε ότι η θύρα 13 δεν ήταν συνεργάσιμη, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την διαλύσει. Η μετάβαση της έδρας από το στάδιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στο ΟΑΚΑ έγινε βάσει του παραπάνω σκεπτικού. Ο ΠΑΟ έπρεπε να είναι ευρωπαϊστικά γκλαμουράτος και μακριά από την θύρα 13.


Μόνο που στο αχανές ΟΑΚΑ, οι φανατικοί της θύρας 13 βρήκαν τρόπους να δραστηριοποιηθούν με ασφάλεια. Τότε η προσέγγιση του «καπετάνιου» άλλαξε. Κατάλαβε ότι καλύτερη λύση ήταν ο έλεγχος των φανατικών μέσω των χρημάτων. Με τον καιρό κατάφερε να πάρει με το μέρος του τους επικεφαλείς του πιο σκληρού συνδέσμου οπαδών του Παναθηναϊκού. Οι ηγέτες των Cockneys έγιναν οι πρώτοι φανατικοί και χούλιγκανς υπάλληλοι της Ελλάδας. Μερικά χρόνια αργότερα, θα ακολουθούσαν τον δρόμο τους όλοι σχεδόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων κάθε μεγάλης ελληνικής ομάδας. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος στον τρόπο έμμισθης ενσωμάτωσης ενός συνδέσμου φανατικών στην στρατηγική της διοίκησης μιας ΠΑΕ.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος και σε κάτι άλλο. Ακόμη σημαντικότερο. Βλέποντας, κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του, ότι οι παλιοί πρόεδροι των αντίπαλων ομάδων δοκίμαζαν να κερδίσουν με παραδοσιακές τακτικές, όπως η εξαγορά ενός διαιτητή ή κάποιων αντιπάλων ποδοσφαιριστών, κατάλαβε ότι θα κέρδιζε το στρατηγικό πλεονέκτημα μεταφέροντας την διαπλοκή σε ένα ανώτερο πεδίο. Σε ένα πεδίο εντός του οποίου θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μονοπωλιακά την οικονομική του ανωτερότητα. Όλοι οι πρόεδροι ομάδων της Α Εθνικής Κατηγορίας είχαν την δυνατότητα να επηρεάσουν με δωροδοκία αντίπαλους ποδοσφαιριστές ή διαιτητές. Κανείς όμως, εκτός από τον «καπετάνιο», δεν είχε την ισχύ ώστε να ελέγξει έναν κρατικό θεσμό.


Ο Βαρδινογιάννης κατάλαβε ότι για να έχει συνεχώς την διαιτησία δική του, χωρίς να εμπλέκεται σε επικίνδυνους και συνεχείς ανταγωνισμούς δωροδοκιών ανά Κυριακή, χρειαζόταν απλά να εντάξει στον κύκλο της επιρροής του την ΕΠΟ και τον κρατικό μηχανισμό επιλογής διαιτητών. Έτσι, έστησε την ποδοσφαιρική του αυτοκρατορία βασιζόμενος σε ημιγραφικούς τύπους της εποχής, όπως οι Τριβέλας, Δέδες κλπ. Ο «καπετάνιος», για μια ακόμη φορά, είχε μετατρέψει τις τακτικές του σε μοντέλο οργάνωσης ενός κοινωνικού φαινομένου. Δεν ήταν μόνο η χειραγώγηση του οπαδικού κινήματος και η μετατροπή του σε στρατό επιχειρηματικών συμφερόντων. Ήταν η δόμηση του τρόπου λειτουργίας, που αναπαράγεται μέχρι σήμερα, στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ωστόσο, ο «καπετάνιος» ως πρόεδρος είχε μια κατάληξη που θυμίζει επικεφαλής παραβατικού δικτύου. Το 1997, μια μόλις χρονιά μετά την απόλυτη αποθέωσή του ως προέδρου, έγινε η αρχή του τέλους του από ανθρώπους μιας άλλης κλίκας που χρησιμοποίησαν εναντίον του τις πρακτικές που εκείνος είχε εγκαθιδρύσει. Ο Σωκράτης Κόκκαλης, μετά από τέσσερα χρόνια ποδοσφαιρικών του διασυρμών, βρήκε τον τρόπο να εκπαραθυρώσει τους ανθρώπους του Βαρδινογιάννη από την ΕΠΟ και την διαιτησία, χτίζοντας την δική του αυτοκρατορία και αναγκάζοντας την οικογένεια Βαρδινογιάννη να αποσυρθεί τελικά, μετά από μερικά χρόνια, από το ποδόσφαιρο.

Πολλοί παναθηναϊκοί κατήγγειλαν τον «καπετάνιο» γιατί στις μέρες της προεδρίας του το τριφύλλι δεν κατέκτησε όλους τους τίτλους, μολονότι ο πρόεδρός του είχε τον έλεγχο του ποδοσφαιρικού συστήματος. Ξεχνούν ότι, πρώτον, αντίπαλοι του Βαρδινογιάννη ήταν ισχυροί παίκτες εκείνης της εποχής σαν τον Νταϊφά, τον Κοσκωτά, τους πρώιμους Γιδόπουλο και Μελισσανίδη, οι οποίοι -ακόμη κι αν δεν είχαν την σταθερή δυναμική του «καπετάνιου»- μπορούσαν να προτάξουν ισχυρή παρασκηνιακή αντίσταση κατά καιρούς. Και, δεύτερον, ότι ο Βαρδινογιάννης είχε τα ηνία του ελληνικού ποδοσφαίρου την εποχή που πρωθυπουργός, στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ένας εξίσου ισχυρός παρεμβατικός παράγοντας, που ήθελε να κρατά τα κλειδιά του κράτους σε πολλά επίπεδα. Ο Παπανδρέου, μολονότι οι Βαρδινογιάννηδες ήταν υποστηρικτές του, δεν δίστασε να επιχειρήσει το μεγάλο σχέδιο απαλλαγής του κράτους από εκδότες που προκαλούσαν προβλήματα και του ελληνικού ποδοσφαίρου από την ηγεμονία Βαρδινογιάννη, μέσω του «σχεδίου Κοσκωτά». Σε αντίθεση με την περίοδο της ηγεμονίας του Κόκκαλη η οποία εγκαθιδρύθηκε σε πολύ πιο ευνοϊκό περιβάλλον, όταν η έλευση του Κώστα Σημίτη και του εκσυγχρονισμού μετέτρεψε το ελλαδικό κράτος, απροκάλυπτα, σε οίκο ανοχής των οικείων επιχειρηματιών.


Όσοι είμαστε Ολυμπιακοί ή άλλων ομάδων υποστηρικτές, θυμόμαστε τον «καπετάνιο» σε πολλά σκηνικά τα οποία σημάδεψαν την εφηβεία μας. Διαλύσαμε τις φωνητικές μας χορδές στις μαρμάρινες εξέδρες των παλιών γηπέδων, φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του. Μάθαμε να μισούμε την οικογένεια Βαρδινογιάννη και χαιρόμασταν που οι ομάδες μας παρέμεναν λαϊκές και είχαν σωθεί από το «γκλαμουράτο λουστράρισμα» που αναγκάστηκε να υποστεί το τριφύλλι. Μπορεί να μισούσαμε θανάσιμα τους οπαδούς του Παναθηναϊκού αλλά, ταυτόχρονα, κατανοούσαμε τον πόνο τους. Σεβόμασταν όσους «βαζέλες» στέκονταν απέναντι στο σύστημα Βαρδινογιάννη, διεκδικώντας μια λαϊκή ταυτότητα για την ομάδα τους, μακριά από τις life style φλωριές. Πού να ξέραμε τι θα ερχόταν μετά από λίγα χρόνια; Πού να φανταζόμασταν ότι το «σύστημα Βαρδινογιάννη» θα εξαπλωνόταν σαν καρκίνωμα, μολύνοντας συνολικά το ελληνικό ποδόσφαιρο και μεταστατικά τον οπαδικό κόσμο, σε νέες και πιο επικίνδυνες εκδοχές;

Ο «καπετάνιος» και ο Βαρδής είχαν ένα κακό το οποίο δεν είχαν οι κληρονόμοι της παρασκηνιακής τους τακτικής στο ποδόσφαιρο. Ήταν από εκείνα τα χρόνια «νεοφιλελεύθεροι». Υπέρ της λιτότητας. Ενώ από το 1979 μέχρι το 1985 έφτιαξαν έναν υπερηχητικό Παναθηναϊκό, με καλές και ακριβές μεταγραφές, από την στιγμή που απέκτησαν τον έλεγχο της ΕΠΟ περιορίστηκαν σε αγορές «από τα καλάθια», που έλεγαν και οι παλαιότεροι. Ακόμη και κάποιοι παιχταράδες που αγοράστηκαν από τον Παναθηναϊκό μετά το 1985, όπως οι Βαζέχα, Βάντσικ και Μπορέλι, έτυχε και βγήκαν στον ΠΑΟ. Ως μεταγραφικές επιλογές ήταν τριτοτέταρτοι, φτηνοί και χωρίς αναγνωρισμένη ποδοσφαιρική αξία μέχρι τότε. Αυτό, προφανώς, έστρεφε συχνά μεγάλη μερίδα οπαδών του Παναθηναϊκού εναντίον του «καπετάνιου». Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις ήταν τον Οκτώβριο του 1993, όταν ο ΠΑΟ έχασε 1-4 από την Λεβερκούζεν και 50.000 οπαδοί του φώναζαν στο ΟΑΚΑ το γνωστό, εκείνα τα χρόνια, σύνθημα για τα χρήματα της οικογένειας Βαρδινογιάννη και τον «καπετάνιο».

Πολλές ήταν οι στιγμές που ο εκλιπόντας είχε δείξει την ισχύ του μπροστά στις κάμερες και στις εξέδρες. Αλησμόνητες εκείνες του τελικού κυπέλλου του 1995, στην φισούνα του ΟΑΚΑ, με τον αστυνομικό και η απειλή με περίστροφο του διαιτητή Βοτρό στο ματς εναντίον της Τορίνο το 1985. Όπως και η «αποβολή» κλωτσηδόν του Δημήτρη Μελισσανίδη, εν μέσω γενικευμένης συμπλοκής  μπράβων και παραγόντων, από την εξέδρα των επισήμων του ΟΑΚΑ, σε ντέρμπι με την ΑΕΚ το 1999. Ή η εισβολή στα δημοσιογραφικά θεωρεία εν ώρα ζωντανής μετάδοσης αγώνα κατά του Ηρακλή, κάπου στην δεκαετία του 2000. Ή, πάλι, το ντου μαζί με την top star των τότε ελληνικών γηπέδων Ανδριάνα Μαραγκού και λοιπούς παράγοντες του ΠΑΟ στον διαιτητή Κουκούλα, μετά το τέλος ιστορικού προημιτελικού ενάντια σε έναν ιπτάμενο Θρύλο του Όλεγκ Μπλαχίν, στο ΟΑΚΑ, την άνοιξη του 1992, όταν και ο «καπετάνιος» δήλωσε «αυτός ο διαιτητής έχει τελειώσει από σήμερα για το ελληνικό ποδόσφαιρο» (κάτι που ασφαλώς έγινε πράξη την επόμενη κιόλας ημέρα).


Μπορεί εκείνα τα χρόνια όσοι υποστηρίζαμε τον Θρύλο ή άλλες ομάδες να ζούσαμε και να αναπνέαμε για να βρίζουμε τον «καπετάνιο». Σήμερα, όμως, εγώ τουλάχιστον θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις εποχές. Όχι γιατί ξεχνώ την επί δεκαετίες επίδειξη μεγαλοαστικής αλητείας, εκ μέρους του εκλιπόντα, στους αγωνιστικούς χώρους. Ούτε γιατί παραβλέπω την παρακαταθήκη της μαφιόζικης παρέμβασης των επιχειρηματιών στις ανίσχυρες κρατικές δομές διοίκησης του ελλαδικού ποδοσφαίρου. Ούτε, βέβαια, γιατί δεν συνυπολογίζω την παθογένεια του φτηνού προτύπου ζωής που αναδείχθηκε μέσα από τον καταγεγραμμένο στους δημοσιογραφικούς φακούς δημόσιο βίο του «καπετάνιου», με τις διαδοχικές ερωτικές σχέσεις με νεότερες και τραγελαφικές «στάρλετς». Θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις εποχές γιατί, μολονότι είχαν πρωταγωνιστές ανθρώπους σαν τον «καπετάνιο», ήταν κατά πολύ καλύτερες από αυτές που ακολούθησαν.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν ο κακός της εφηβείας τριών γενιών Ελλήνων. Αλλά στο τέλος έχασε κι εμείς το χαρήκαμε. Αναμφίβολα, μέχρι να το πάθει, μας πρόσφερε στιγμές διασκέδασης. Διασκέδασης, που απέρρεε από την συμπεριφορά του. Μια συμπεριφορά η οποία, μέσα στα πολλά αρνητικά της, απέπνεε κάτι από την παλιά ελληνική κουλτούρα της λαϊκότητας και της καφενειακής μαγκιάς. Ο Γιώργης μπορεί να είχε τα λεφτά για να αγοράσει ένα ολόκληρο κράτος, αλλά συμπεριφερόταν σαν τους τυπικούς μεσήλικες Έλληνες των παλιών καφενείων. 

Ο «καπετάνιος» ήταν αληταράς, χωρίς αμφιβολία. Όπως κι εμείς, οι τότε χούλιγκανς, που τον μισούσαμε. Με την διαφορά ότι εμείς ήμασταν ρομαντικοί, αγνοί οργανωτές της αδιαλλαξίας (όπως έγραφε ένα οπαδικός ιστότοπος), που αγαπούσαμε αφιλοκερδώς τις ομάδες μας. Ενώ εκείνος κινητήριος μοχλός μιας κοινωνικής διαφθοράς και θεσμικής παθογένειας. Ήταν η αλητεία του που τον έκανε να αντιλαμβάνεται τους κώδικες επικοινωνίας του γηπέδου και τον ενέταξε στον κόσμο μας. Έστω και στον μόνιμο ρόλο του κακού.  

                                       Μπαλαντέρ..αλλά στα χέρια ποιου;


Η διαφημιστική εκστρατεία υπέρ του Κασιδιάρη που πραγματοποιείται από τεράστιας δυναμικής δίκτυα κατά τις τελευταίες ημέρες κεντρίζει αναμφίβολα το ενδιαφέρον. Ένας στους δυο Έλληνες που θα ανοίξει το κινητό του τηλέφωνο επισκεπτόμενος την σελίδα του Youtube είναι βέβαιο ότι θα συναντήσει το πρόσωπο του Κασιδιάρη να κάνει δηλώσεις σε προτεινόμενα videos. Ακόμη περισσότερο, δύο στους τρεις χρήστες κοινωνικών μέσων δικτύωσης, όπως το facebook, θα βομβαρδιστούν από διαφημίσεις που προωθούν επικοινωνιακό υλικό του Ηλία. Αν εξαιρέσουμε το δημοσιογραφικό κατεστημένο (τηλεοπτικό, ραδιοφωνικό και αρθρογραφικό) στο οποίο δείχνει να μην έχει αποκτήσει ακόμη πρόσβαση (εφόσον πρέπει να παίξει τον ρόλο του κακού στο πολιτικό σκηνικό της χώρας), όλη η υπόλοιπη επικοινωνιακή δυναμική που έχει αναπτύξει ο Κασιδιάρης θυμίζει το σύστημα που «μπουστάριζε» τον Μητσοτάκη στις εκλογές του 2019.

Και, μάλλον, όχι τυχαία. Έχουμε γράψει παλαιότερα ότι ο Κασιδιάρης φαίνεται να αποτελεί τον εκλεκτό του συστήματος Τραμπ, προκειμένου να οργανώσει τον μαζικό εκλογικό πυρήνα της alt right στην χώρα μας που θα εκφυλίσει οριστικά τον εθνικιστικό χώρο σε ουρά της φιλελεύθερης καπιταλιστικής Δεξιάς. Ο Κασιδιάρης θα εμφανιστεί ως «Πούτιν και Τραμπ της Ελλάδος» για να συγκεντρώσει εκλογικά, σε επίπεδα μαζικής απήχησης, όσους υιοθετούν θέσεις της εθνικιστικής ιδεολογίας. Μα, «για να το πετύχει αυτό πρέπει να έχει εκλογικό ρεύμα στην κοινωνία», θα μας πουν κάποιοι. «Ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού κάτι του βρίσκει που το ελκύει», ενδεχομένως να σκεφτούν ορισμένοι άλλοι. «Κουραφέξαλα», απαντάμε εμείς.

Ο Κασιδιάρης είναι πολιτικά ενεργός από το 2019 και μετά. Στήριξε σε διαδοχικές εκλογές δεξιούς σχηματισμούς της κακιάς ώρας (πχ το κόμμα Εμφιεντζόγλου) με παταγωδώς αποτυχημένα εκλογικά αποτελέσματα. Προώθησε ακροδεξιούς πολιτικούς σχηματισμούς «αυτοφοράκηδων», που κατάφεραν να εισέλθουν στο κοινοβούλιο με μικρά ποσοστά, μα διαλύθηκαν από τους τσάτσους της Δεξιάς στους οποίους τους εμπιστεύτηκε (πχ. Σπαρτιάτες). Κατέβηκε ως υποψήφιος δήμαρχος Αθηναίων στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές χωρίς να λάβει κάποιο ιδιαιτέρως σημαντικό ποσοστό. Και, ως εκ θαύματος, όταν πριν λίγο καιρό δήλωσε ότι ο καρνάβαλος που ακούει στο όνομα Ίλον Μασκ είναι ένας προφήτης του αιώνα μας, άξαφνα όλα άλλαξαν.


Το διαδίκτυο βοά από την πίεση της προώθησης των videos του Κασιδιάρη. Άγνωστοι στον πολιτικό μας χώρο παρουσιαστές τον καλούν για συνεντεύξεις και τα αποσπάσματα των εκπομπών τους καταγράφουν εκατομμύρια θεάσεις. Όλοι μιλούν για την νέα του πολιτική εμφάνιση μετά την καταδίκη. Όμως στην πραγματικότητα ήταν συνεχώς παρών και ενεργός πολιτικά, έχοντας καταγράψει διαδοχικές αποτυχίες (αναμενόμενες σε μεγάλο βαθμό, λόγω του εγκλεισμού). Κυβερνητικά επιτελεία και επικοινωνιακοί μηχανισμοί κομμάτων εξουσίας συζητούν για την δυνητική «μεγάλη επιστροφή του» και για το πώς θα επηρεάσει τα εκλογικά αποτελέσματα. 

Θα έπρεπε κανείς να διερωτηθεί πώς πετυχαίνει τέτοια αποδοχή στα συστημικά social media κάποιος που εμφανίζεται ως αντισυστημικός. Εμείς προσπαθούμε να πληρώσουμε μια διαφήμιση προώθησης των άρθρων της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. στο facebook και η απάντηση είναι πάντοτε αρνητική. Οι διαχειριστές του μας απαντούν ότι το facebook δεν προωθεί πολιτικές που μπορεί να πυροδοτήσουν το μίσος κλπ. Αρνούνται να δεχτούν χρήματα και πληρωμές οι άνθρωποι που ζουν με αυτού του περιεχομένου το εμπόριο, αρκεί να μην αποκτήσει διαφημιστική ώθηση η σελίδα μιας οργάνωσης με την όποια δυναμική και εμβέλεια της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Ωστόσο, την ίδια ώρα, δέχονται να κυκλοφορούν στο μέσο τους μαζικά τα μηνύματα ενός ανθρώπου που, φαινομενικά τουλάχιστον, ξεκινά από το ίδιο πολιτικό περιβάλλον με εμάς, είναι πανελληνίως γνωστός (άρα, υποτίθεται και πιο επικίνδυνος) κι έχει καταδικαστεί και φυλακιστεί για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση (προφανώς εντελώς άδικα μα, για το θέμα που αναλύουμε, τούτο δεν έχει σημασία). Οξύμωρο δεν ακούγεται;

Ο πρώην αρχηγός του Κασιδιάρη και της ΧΑ δήλωσε πρόσφατα ότι την ημέρα που καταδικάστηκαν τα μέλη του εν λόγω κόμματος είδαν άμεσα και τους λογαριασμούς τους στα social media να απενεργοποιούνται. Με εξαίρεση εκείνους του Κασιδιάρη, που παρέμειναν ενεργοί και του πρόσφεραν την δυνατότητα να κρατά επαφή με το εκλογικό του κοινό. Πολύ παράξενα πράγματα φαίνεται ότι συμβαίνουν. Όπως και να έχει, ακόμη κι αν ισχύον αυτά, ο Κασιδιάρης όλα αυτά τα χρόνια ήταν πολιτικά ενεργός, χωρίς να έχει δείξει κάποια ιδιαίτερη εκλογική δυναμική πέρα από την αναμενόμενη. Ωστόσο, μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο και τις δηλώσεις Κασιδιάρη υπέρ του Μασκ, όλα δείχνουν να έχουν αλλάξει.

Υπό αυτές τις συνθήκες ορισμένοι επιχειρούν να εικάσουν τι μέλλει γενέσθαι. Ο Μιχαλολιάκος και διάφοροι άλλοι στον χώρο έχουν αφήσει να εννοηθεί ότι ο Κασιδιάρης μπορεί να βρίσκεται σε μια αφανή, προς το παρόν, επικοινωνία με τον Αντώνη Σαμαρά. Δεν ξέρουμε αν ισχύει κάτι τέτοιο. Πιθανότατα όχι. Τουναντίον, εκείνο που μπορούμε να υποθέσουμε με κάποια ασφάλεια είναι ότι μια επιστροφή του Κασιδιάρη και με την βούλα των δικαστηρίων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να ευνοήσει τον Μητσοτάκη.

Αυτή την περίοδο ο Μητσοτάκης βρίσκεται υπό τον διαρκή εκβιασμό και την πίεση που του ασκεί ο Σαμαράς. Με την Νέα Δημοκρατία να κυμαίνεται γύρω στο 25% στις δημοσκοπήσεις, ο κύριος στόχος του Μητσοτάκη είναι να πιάσει στις εκλογές το 30%. Πριν λίγο καιρό είχε αφήσει να εννοηθεί ότι σε περίπτωση που το εκλογικό ποσοστό είναι κάτω του 27% θα παραιτηθεί από πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Όπως μπορεί να καταλάβει κάθε αναγνώστης, αν ο Σαμαράς τελικά ιδρύσει κόμμα το οποίο θα εισέλθει στην μάχη των ερχόμενων εθνικών εκλογών το ποσοστό που θα λάβει θα προέρχεται, σχεδόν εξολοκλήρου, από την Νέα Δημοκρατία. Τότε ο Μητσοτάκης θα είναι σίγουρα κάτω από το 30% -ενδεχομένως πολύ κάτω.

Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να αντιπαραβάλει ο Μητσοτάκης μέσα από τους μηχανισμούς της Νέας Δημοκρατίας, σε μια τέτοια περίπτωση, απέναντι στον Σαμαρά; Σχεδόν τίποτα. Μετά από οκτώ χρόνια γεμάτα σκάνδαλα, εγκλήματα και νεοφιλελεύθερη αθλιότητα στην εξουσία, οι άλλοτε πανίσχυροι κομματικοί μηχανισμοί της Νέας Δημοκρατίας του Μητσοτάκη έχουν υποστεί εμφανή καταπόνηση. Δεν είναι διαλυμένοι αλλά δεν είναι και σε καλή κατάσταση. Οι καρνάβαλοι της Δεξιάς τύπου Βορίδη, Πλεύρη και Γεωργιάδη, είναι δύσκολο πια να συγκρατήσουν τις ροές απογοητευμένων ψηφοφόρων προς τα δεξιά. Ακόμη και μια επικοινωνιακή αναζωπύρωση της παλιάς στρατηγικής του συνθήματος «προδότη Σαμαρά» θα φανεί παρωχημένη και δεν θα δουλέψει όπως το 1993 (οι συνθήκες είναι σήμερα διαφορετικές). Στην πραγματικότητα ο Μητσοτάκης δεν έχει τρόπο με τους μηχανισμούς της Νέας Δημοκρατίας να εμποδίσει τον Σαμαρά να του κλέψει έστω ένα 3 με 5% ή κάτι παραπάνω. Και το πρόβλημα για τον Μητσοτάκη είναι ότι ακόμη και αν η διαρροή ψήφων προς τον Σαμαρά περιοριστεί στο ελάχιστο 3%, αυτό το ποσοστό μπορεί να αποβεί μοιραίο για το πολιτικό του μέλλον.

Ποια είναι η μοναδική ζημιά που μπορεί να κάνει ο Μητσοτάκης στον Σαμαρά; Να τον περιορίσει εκλογικά σε χαμηλά ή και εξευτελιστικά ποσοστά. Μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο ο ίδιος ο Μητσοτάκης εναντίον του Σαμαρά με την Νέα Δημοκρατία; Όπως προαναφέρθηκε, όχι. Μπορεί, όμως, να το κάνει το κόμμα του Κασιδιάρη. 

Αν ο Κασιδιάρης ξεπεράσει την όποια δικαστική εμπλοκή και λάβει μέρος με κάποιο κομματικό σχήμα στην εκλογική μάχη, ασφαλώς, θα απευθυνθεί -ανάμεσα στις άλλες- και σε μερίδες ψηφοφόρων τις οποίες θα διεκδικήσει και ο Σαμαράς. Ένα άνετο προβάδισμα του κόμματος Κασιδιάρη επί του κόμματος Σαμαρά, θα αποτελέσει μια (ακόμη) εκλογική γελοιοποίηση του πρώην πρωθυπουργού. Σαφώς, κάτι τέτοιο θα ευνοούσε τον Μητσοτάκη ο οποίος θα προτιμούσε οι εκλογικές ροές της Νέας Δημοκρατίας να καταλήξουν μακριά από το κόμμα του Σαμαρά. Πολύ περισσότερο αν και οι ΗΠΑ με το Ισραήλ συμφωνούν με την κατασκευή μιας κομματικής alt right πατσαβούρας, που δεν θα επιτρέπει την ανάπτυξη αυθεντικού εθνικιστικού κινήματος.


Αυτή η εκδοχή γίνεται πιο πιθανή αν αναλογιστούμε ότι στις εκλογές του 2023 η Νέα Δημοκρατία, ως κυβερνών κόμμα, και το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα της αντιπολίτευσης, είχαν καταθέσει υπομνήματα στο Α1 Τμήμα του Αρείου Πάγου κατά της συμμετοχής του Ηλία Κασιδιάρη και των σχηματισμών του. Για τις εκλογές της 21ης Μαΐου 2023 η Νέα Δημοκρατία κατέθεσε πολυσέλιδο υπόμνημα τεκμηρίωσης τριάντα τριών σελίδων, συνοδευόμενο από υλικό τριακοσίων σελίδων και ψηφιακούς δίσκους, κατά της ανακήρυξης του «Εθνικού Κόμματος - Έλληνες». Για τις εκλογές της 25ης Ιουνίου 2023 κατέθεσε εκ νέου υπόμνημα, υπογεγραμμένο από τον πρόεδρό της Κυριάκο Μητσοτάκη, αυτή την φορά κατά της ανακήρυξης του «Συνασπισμού Ανεξαρτήτων Υποψηφίων» με τον οποίο επιχείρησε να πολιτευτεί ο Κασιδιάρης. Θα πράξει, άραγε, κάτι τέτοιο και προσεχώς; Και αν ναι, γιατί δεν το έχει πράξει ακόμη αφού ο Ηλίας Κασιδιάρης έχει ήδη δηλώσει ότι θα είναι, ουσιαστικά, ηγέτης κόμματος στις επόμενες εθνικές εκλογές; Τι περιμένει;

Μήπως η Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη περιμένει τον Αντώνη Σαμαρά; Αν ο Σαμαράς δεν μπει τελικά με ένα νέο δικό του κόμμα στην μάχη των ερχόμενων εκλογών, θα μειωθεί και η χρησιμότητα του Κασιδιάρη στο κυβερνητικό επιτελείο του Μητσοτάκη. Μόνο αν ο Σαμαράς λάβει μέρος στις εκλογές με δικό του κομματικό σχηματισμό η αλυσίδα πολιτικών κινήσεων που περιγράψαμε παραπάνω θα έχει νόημα. Για να γίνουμε πιο σαφείς: Εφόσον ο Σαμαράς ιδρύσει κομματικό σχηματισμό με τον οποίο θα είναι υποψήφιος στις ερχόμενες εκλογές, κάτι μας λέει ότι ο Άρειος Πάγος θα δώσει το πράσινο φως στον Κασιδιάρη να εισέλθει κι αυτός στην εκλογική μάχη με τον δικό του κομματικό φορέα. Όπως και να έχει, ο καιρός γαρ εγγύς. Υγεία να έχουμε και θα δούμε σύντομα τι θα συμβεί. Αν κάποιοι αφελείς βάλουν την ελλαδική δικαστική εξουσία ως ανεξάρτητο παράγοντα στην όλη συζήτηση, απλώς θα μας κάνουν να γελάσουμε.

Εικόνα 1: Φρανθίσκο Γκόγια, Φανταστικό όραμα ή Ασμοδαία

Εικόνα 2: Φρανθίσκο Γκόγια, Δυο γέροι τρώνε σούπα

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.