Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.
Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.
Αναδημοσίευση του περσινού και αλησμόνητου άρθρου για την 28η
Οκτωβρίου
Ήταν κάπου στα 2009 όταν ο Σταύρος του Μαύρου
Κρίνου επέμενε να μου γνωρίσει τον ιππέα. Επηρεασμένος καθώς ήταν από τις
παλιομοδίτικες, αλλά και επικοινωνιακά άρτιες, ρητορικές τεχνικές του ιππέα, ο
Σταύρος θεωρούσε ότι θα έφερνε κάτι καλό για τον εθνικιστικό χώρο η γνωριμία
μας. Αντιθέτως, εγώ ήμουν επιφυλακτικός με όλους εκείνους που αργότερα
αποκάλεσα ειρωνικά «εθνικιστές της γενιάς του Πολυτεχνείου». Σαφώς αναγνώριζα
στον Τέλη, -έχοντας παρακολουθήσει ορισμένες εμφανίσεις του στην τηλεόραση και
σε δίκτυα, κι έχοντας διαβάσει κάποια κείμενά του-, μια ραφιναρισμένη παρουσία
σε σύγκριση με τον Μιχαλολιάκο, τον Πλεύρη και άλλες φιγούρες του χώρου. Όμως,
από την άλλη, ακόμη και η τηλεοπτική απόσταση ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη
της εικόνας δεν ήταν αρκετή για να κρύψει εντελώς κάτι προβληματικό που ανέδυε
η δημόσια εικόνα αυτού του ανθρώπου. Η επιτηδευμένα avant garde ρητορική, η
αδυναμία αποφυγής της τυπικά φιλολογικής κλασικίζουσας ρητορείας και άλλα
στοιχεία του λόγου του, σε συνδυασμό με τις φήμες που θυμάμαι να τον ακολουθούν
από τότε που ήμουν μαθητής γυμνασίου, ενίσχυαν την επιφυλακτικότητά μου. Όμως,
ο Σταύρος ήταν ανένδοτος. Παρακάμπτοντας τις αρνήσεις μου, κανόνισε να
συναντηθούμε. Δεν ήθελα να του διαταράξω την ευφορία που έβλεπα να τον
διακατέχει, γιατί ήμουν σίγουρος ότι κάποια στιγμή θα δικαιωνόταν η
επιφυλακτικότητά μου και θα καταλάβαινε μόνος του τι πραγματικά συνέβαινε.
Έτσι, η αναμενόμενη συνάντηση πραγματοποιήθηκε.
Μόλις είδα από κοντά τον ιππέα δέχτηκα το
ψυχρό ράπισμα ενός απροσδιόριστου συναισθήματος. Έκπληξη, ανάμικτη με
εκνευρισμό και αμηχανία. Από την μέση και πάνω ήταν ντυμένος «κανονικά» ενώ από
την μέση και κάτω «παράδοξα». Φορούσε ένα γυναικείο κολάν παντελόνι, ανοιχτού
μωβ χρώματος. Ξέρω, μπορεί κάποιοι να διερωτηθούν αν ήταν παντελόνι ιππασίας
και άλλα σχετικά. Όχι παιδιά. Δεν μπορώ να γνωρίζω αν είχε κάποια σχέση με την
ιππασία. Θυμάμαι μόνο ότι ήταν ένα γυναικείο κολάν από το οποίο προεξείχαν, με
μια προκλητικότητα που μου ανέβαζε το αίμα στο κεφάλι, σημεία του σώματός του
που όλοι μπορείτε να υποθέσετε. Είτε λόγω αιφνιδιασμού, είτε λόγω μιας κακώς
νοούμενης συστολής, που με χαρακτήριζε όταν ήμουν μικρότερος, δεν αντέδρασα.
Έμεινα και συζήτησα κοντά δυο ώρες με τον ιππέα και τον Σταύρο, ευτυχώς μακριά
από πολλά βλέμματα.
«Ξέρεις, ο πατέρας μου ήταν ο αρχιτέκτονας
που σχεδίασε το αεροδρόμιο του Ελληνικού», μου είπε ο ιππέας, κάποια στιγμή,
επιδιδόμενος στην γνωστή ψευδολογία του.
«Το πολιτικό ή το στρατιωτικό;» τον ρώτησα.
«Ολόκληρο. Χτίστηκε από τους Γερμανούς επί
Χίτλερ, αλλά ο πατέρας μου σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί τους και κάποια
στιγμή έδωσε τα σχέδια του αεροδρομίου στους Άγγλους. Οι Άγγλοι τα
χρησιμοποίησαν για να το βομβαρδίσουν», απάντησε ο Τέλης.
Είχε αρχίσει να πλέκει μια από τις αφηγήσεις
τις οποίες τα επόμενα χρόνια καθιέρωσε στα social media, αλλά μέχρι τότε
αφιέρωνε αποκλειστικά στους συναγωνιστές που συναντούσε. Το παράξενο ήταν ότι
περιέγραφε με υπερηφάνεια μια υποτιθέμενη αλλαγή στρατοπέδου του πατέρα του,
που στα μάτια ενός λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου θα έπρεπε να αξιολογηθεί ως
προδοσία. Αυτό με έκανε να τον ρωτήσω παραξενεμένος.
«Μια με τους Γερμανούς, την άλλη με τους
Άγγλους, δεν ήρθες σε ρήξη με τον πατέρα σου όταν σου περιέγραφε αυτή του την
στάση;»
«Όχι φυσικά» ήταν η απάντησή του.
«Γιατί;» απόρησα.
«Γιατί στα κρατητήρια του αεροδρομίου ήταν
κλεισμένοι κομμουνιστές. Με τους αγγλικούς βομβαρδισμούς σκοτώθηκαν και
επιτελέστηκε ένα εθνικά ωφέλιμο έργο», αποφάνθηκε ο ιππέας.
Μέσα σε δύο λεπτά είχε αραδιάσει ένα (ακόμα)
ψευδές σενάριο για το οικογενειακό του status και είχε δικαιολογήσει την
εναλλαγή πολιτικών στρατοπέδων, σαν να ήταν πουκάμισα, με την αιτιολογία ότι
μια τέτοια απόφαση είχε ως θετική συνέπεια τον θάνατο κομμουνιστών αιχμαλώτων
από αγγλικούς βομβαρδισμούς. Ο ιππέας δικαίωνε αυτό που είχα αντιληφθεί από
τότε που ήμουν πιτσιρικάς. Πίσω από τον φαινομενικό εθνικοσοσιαλισμό των
«εθνικιστών της γενιάς του Πολυτεχνείου» κρυβόταν ο, κοκκινοπροβίτικος,
αντικομμουνισμός της Δεξιάς. Αυτός ήταν ο καημός τους, αυτό το βαθύτερο κίνητρο
της δράσης τους, αυτή η πραγματική τους πίστη, αυτή η εμμονή τους. Το μίσος
προς τους κομμουνιστές. Τα υπόλοιπα περί Χίτλερ ήταν ρητορικές επενδύσεις.
Το σενάριο με πρωταγωνιστή τον αείμνηστο πατέρα
του ιππέα έφερε την συζήτηση στα περί του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κάποια στιγμή
τον ρωτήσαμε, με τον Σταύρο, πώς αξιολογούσε τον Μεταξά. Ο ιππέας απάντησε ότι
ο Μεταξάς είχε μια αξιοσημείωτη προσφορά στην ιστορία της «αντιδημοκρατικής
σκέψεως», αν και υστερούσε ως προσωπικότητα συγκρινόμενος με ηγέτες των
φασιστικών κινημάτων της κεντρικής και της δυτικής Ευρώπης. Όταν η συζήτηση
έφευγε από τον εαυτό και την οικογένειά του, ο ιππέας μεταμορφωνόταν σε έναν σοβαρό
συνομιλητή, σταματούσε τα ασύστολα ψεύδη, εξέφραζε τις γενικά αποδεκτές απόψεις
του «χώρου» εκείνης της εποχής, καθώς και οξυδερκείς κρίσεις για την πολιτική
ποιότητα των περισσότερων γνωστών προσώπων που τον απάρτιζαν. Τα δυνατά
στοιχεία του νου του ανέρχονταν στην επιφάνεια. Μα, δυστυχώς, δεν μπορούσαν να
χαλιναγωγήσουν επί μακρόν τα αβυσσαλέα πάθη του τοξικού του ψυχισμού. Εκεί
βρίσκεται το κρίσιμο σημείο που σφράγισε την προσωπικότητα του ιππέα. Στην
αδυναμία να συγκρατήσει και να διαχειριστεί με αξιοπρέπεια τις -λίγες ή πολλές-
πτώσεις, που μπορεί να συναντήσουμε στην ζωή κάθε ανθρώπου.
Πάντως, ο ιππέας και οι υπόλοιποι
μπροστάρηδες της γενιάς του διέθεταν κάποιους κοινούς πολιτικούς κώδικες και
ένα πλαίσιο παρόμοιων ιδεολογικών αναφορών, που συνέθεταν αυτό το οποίο
ονομάζαμε «εθνικιστικό χώρο». Η αποτίμηση που παρέθεσε ο Τέλης για τον Μεταξά
ήταν πάνω κάτω αποδεκτή από όλο τον χώρο, τουλάχιστον από το 1990 κι έπειτα.
Ορισμένοι μπορεί να ήταν περισσότερο «μεταξικοί» και να έβρισκαν πιο πολλά
θετικά στον μπαρμπα-Γιάννη, άλλοι να ήταν «χιτλερικοί», άλλοι με τον Χοσέ
Αντόνιο και πάει λέγοντας. Πάντως, άπαντες θεωρούσαν ότι αυτά τα πρόσωπα
ταξινομούνταν σε ένα ενιαίο ιδεολογικό πλαίσιο. Άπαντες θεωρούσαν ότι ανήκαν σε
έναν πολιτικό χώρο με κοινές, λίγο πολύ, ιδέες και πολιτικές προτάσεις. Άπαντες
θεωρούσαν αδιανόητο να καταναλωθεί πολιτική ενέργεια για να γίνουν οργανωμένες
απόπειρες μείωσης της ιστορικής αξίας ορισμένων προσώπων (πχ Μεταξάς) προς
όφελος άλλων (πχ Χίτλερ). Μέχρι και το 2010-11 θα ακουγόταν εξωπραγματική η
επικέντρωση του εθνικιστικού χώρου σε παρόμοιου περιεχομένου εσωτερικά θέματα.
Όποιοι ξεκινούσαν μια τέτοια προσπάθεια θα αντιμετωπίζονταν ως προβοκάτορες ή
παρανοϊκοί και θα απομονώνονταν άμεσα.
Όμως, τότε ήταν ακόμη τα προ-μνημονιακά
χρόνια. Ο εθνικιστικός χώρος αφορούσε ελάχιστους Έλληνες και το σύστημα
εξουσίας τον αντιμετώπιζε ως κάτι παρακμιακό. Δεν τον υπολόγιζε ως παράγοντα
διαμόρφωσης του πολιτικού γίγνεσθαι. Μπορεί οι κυπατζήδες και οι εγκάθετοι της
Δεξιάς να έκαναν τα βρώμικα παιχνίδια τους εντός των πλαισίων του χώρου, αλλά ο
ιδεολογικός του πυρήνας παρέμενε –αδιαμόρφωτα ανεπεξέργαστος ουσιαστικά, αλλά
και- ακέραιος σε ένα στοιχειωδώς αποδεκτό επίπεδο. Η κατάσταση, ωστόσο, άλλαξε
άρδην μετά το 2011. Μέσα από τους Αγανακτισμένους ο εθνικισμός απενοχοποιήθηκε
και σε συνδυασμό με τις εσωτερικές (υποχώρηση ΛΑΟΣ, άνοδος Χρυσής Αυγής) και τις
εξωτερικές (μαζικοποίηση συντηρητικών και εθνικιστικών κινήσεων πανευρωπαϊκά
και ξέσπασμα της ουκρανικής κρίσης λίγο αργότερα) πολιτικές εξελίξεις, το
περιθωριακό πολιτικό περιβάλλον που φιλοξενούνταν μέχρι τότε στον ΛΑΟΣ, στην
ολιγομελή Χρυσή Αυγή και σε ελάχιστες μικρότερες κινήσεις, εκτοξεύτηκε στο
επίκεντρο της πολιτικής ζωής.
Πλέον ο εθνικιστικός χώρος είχε γίνει
κεντρικός ρυθμιστικός παράγοντας της πολιτικής καθημερινότητας. Αυτό σήμαινε
ότι το σύστημα εξουσίας θα τον αντιμετώπιζε με διαφορετικό τρόπο. Έπρεπε να τον
διασπάσει, να αλλοιώσει τις ιδεολογικές αρχές του, μετατρέποντάς τον οριστικά
σε μια ελεγχόμενη ουρά της καπιταλιστικής Δεξιάς, και να υπονομεύσει τις μέχρι
τότε παραδεδομένες αξίες του. Κι επειδή αυτό δεν γινόταν να επιτευχθεί απλά με
μιντιακές επιθέσεις, με επιθετικές μαρξιστικές ρητορικές και με πολιτική
αντιπαράθεση, το κύριο βάρος της εν λόγω προσπάθειας έπεσε στην χρήση των
παλιών και νέων αχυρανθρώπων που θα εμφανίζονταν ως opinion leaders του ίδιου
του εθνικιστικού χώρου και θα δρούσαν εντός των διευρυμένων πια πλαισίων του.
Η αρχή έγινε κάπου στα 2010-11 με τους Φώτη
«εστιάτορα» και Περίανδρο. Το συγκεκριμένο ντουέτο δρούσε στο
«βιβλιοπωλείο-χωρίς βιβλία» του κέντρου των Αθηνών, ξεκινώντας την συνεργασία
του με μια επαναλαμβανόμενη ρητορική επίθεση κατά της Χρυσής Αυγής. Ασφαλώς,
υπήρχαν πολλοί λόγοι για να ασκήσει κανείς κριτική στο κόμμα του Νίκου
Μιχαλολιάκου. Όμως, οι λόγοι αυτοί λίγο ενδιέφεραν το ντουέτο. Εκείνο που
κινούσε τις περισσότερες ενέργειές τους ήταν το προσωπικό μίσος τους για τον
Μιχαλολιάκο λόγω παλιανθρωπικών συμπεριφορών που θεωρούσαν ότι είχε επιδείξει
εναντίον τους στο παρελθόν.
Το μένος ατόμων του «χώρου», που είχαν
προσωπικές φιλοδοξίες και αντιπαθούσαν την Χρυσή Αυγή, ήταν η καλύτερη γέφυρα
για να περάσουν στον «χώρο» οι στρατηγικές της Νέας Δημοκρατίας επί προεδρίας
Αντώνη Σαμαρά, που εκείνη την περίοδο θεωρούσε ότι της άνηκε το μεγάλο εκλογικό
ποσοστό το οποίο έδειχνε να χάνει ο ΛΑΟΣ και να συγκεντρώνει η Χρυσή Αυγή.
Έτσι, μέσα από ένα βιβλιοπωλείο που δεν είχε βιβλία για πώληση αλλά
συγκέντρωνε, για αρκετούς μήνες, όλους τους απογοητευμένους από την ηγεσία τους
χρυσαυγίτες μαζί με αρκετούς ακροδεξιούς αρθρογράφους και bloggers, με έναν
εκδοτικό οίκο που έκανε χρόνια να κυκλοφορήσει την πρώτη του έκδοση, σε έναν
χώρο που ενοικιαζόταν στο κεντρικότερο σημείο των Αθηνών (δίπλα στην πλατεία
Συντάγματος) διαχειριζόμενος από άνεργους μεσήλικες, άνοιξε ο κρουνός της
κατευθυνόμενης από την συστημική Δεξιά ρητορικής εντός του εθνικιστικού χώρου
στην μεταμοντέρνα της εκδοχή.
Την πρώτη περίοδο το
«εστιατόριο»-βιβλιοπωλείο, μέσα από τα social media που διαχειρίζονταν οι
ιδιοκτήτες του, άρχισε ένα λιβελογραφικό σφυροκόπημα της Χρυσής Αυγής. Σε μια
εποχή που η ελληνική κοινωνία βρισκόταν στο πόδι καθημερινά, λόγω του κινήματος
των Αγανακτισμένων, κι απαιτούσε το τέλος της μεταπολίτευσης και την οριστική
ιστορική καταδίκη των κλεπτοκρατών πολιτικών απατεώνων της συστημικής Δεξιάς
και της κεντροαριστεράς με έναν τρόπο που θα έδινε στον εθνικιστικό χώρο ευρεία
δυναμική στο πολιτικό περιβάλλον της νέας εποχής, η παρέα του «εστιάτορα»
επέλεγε να βομβαρδίζει το εθνικιστικό κοινό που επηρέαζε με μονοθεματικό
αντιχρυσαυγιτισμό. Το σχέδιο ήθελε μια φαινομενικά εύλογη αρχή. Η συνέχεια
επιφύλαξε το πιο σοκαριστικό στριπτίζ.
Η πρώτη κλιμάκωση έγινε με αραιές, στην αρχή,
αναρτήσεις κατά του ΣΥΡΙΖΑ, που εκείνη την περίοδο είχε ρίξει όσο ποτέ άλλοτε
τους αντιεθνικιστικούς τόνους και καλούσε σε αντιμνημονιακό μέτωπο όλους τους
πολιτικούς χώρους, σε τέτοιο βαθμό που ακόμη και η οργανωμένη antifa τον είχε
στο στόχαστρο για κλείσιμο ματιού στους φασίστες. Όμως εκείνοι που ήθελαν να
φορέσουν τον φερετζέ του πλέον αδιάλλακτου φασισμού χτυπούσαν πολιτικά τον
αντιμνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ του Λαφαζάνη, της Κωνσταντοπούλου και των λοιπών γνωστών
πολιτευτών εκείνης της περιόδου εξίσου σκληρά με την Χρυσή Αυγή, αφήνοντας στο
απυρόβλητο την μνημονιακή Νέα Δημοκρατία. Οι πλέον αδιάλλακτοι φασίστες έγραψα;
Λάθος. Μετά τον ΣΥΡΙΖΑ μπήκε στο στόχαστρο του «εστιατορίου» και ο φασισμός!! Η
προβοκάτσια περνούσε στα ενδότερα του πυρήνα της.
Εκείνη, όμως, την εποχή, ο πυρήνας των
θαμώνων του «εστιατορίου» δεν περιοριζόταν σε αυτούς που αποκαλούμε σήμερα
«γκαρσόνια». Ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ολόκληρος ο εθνικιστικός χώρος που
συγκροτούσε την, πέρα από την Χρυσή Αυγή, αυτονομία είχε περάσει από εκεί και
λάμβανε υπόψη τις «αναλύσεις» του. Το «εστιατόριο» δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί
ως φωλιά νεοδημοκρατικής προβοκάτσιας και ο εθνικιστικός χώρος δεν φημιζόταν
για τους καλλιεργημένους πολιτικά ανθρώπους που φιλοξενούσε. Η συστημική Δεξιά
έβλεπε ότι έπρεπε να εκμεταλλευτεί αυτή την έλλειψη πολιτικής καλλιέργειας για
να παρουσιάσει στους αυξανόμενους ραγδαία, εκείνα τα χρόνια, εθνικιστές,
ακροδεξιές ρέπλικες του αληθινού εθνικισμού, προκειμένου να τους ελέγχει από
μια ασφαλή απόσταση και να τους απορροφήσει στην κατάλληλη μελλοντική στιγμή
εφόσον αυτοί δεν θα είχαν γαλουχηθεί σε αληθινά εθνικιστικές ιδέες.
Το σχέδιο έδειχνε να αποδίδει κάποιους
καρπούς στις πρώτες φάσεις και δεν άργησε να έρθει η ώρα της εμβάθυνσης.
Σταδιακά δεν γίνονταν μόνο η Χρυσή Αυγή και ο ΣΥΡΙΖΑ στόχοι του «εστιατορίου»
αλλά και αυτός ακόμη ο φασισμός με τον ριζοσπαστικά συντηρητικό εθνικισμό,
συνοδευόμενοι από μια σειρά ιστορικών προσωπικοτήτων. Κάπου στα 2013-14 άρχισε
η επίθεση «εστιατορίων και γκαρσονιών» στους Δραγούμη, Μεταξά, αδελφούς
Στράσσερ, Έβολα, ιταλικό φασισμό, συντηρητική επανάσταση, Σίτσα Καραϊσκάκη, Ζαν
Μαρί Λεπέν, Σαβίτρι Ντέβι, ακόμη και σε όσους από τους πατέρες των εθνικιστικών
ιδεών του Ρομαντισμού είχαν πέσει στην αντίληψή τους. Όλοι και όλα τα παραπάνω
υποτίθεται ότι αποτελούσαν κακές παραλλαγές της ιδέας και εκδοχές
μπολσεβικισμού!! Οι αναλύσεις που οδηγούσαν σε τέτοια συμπεράσματα θα μπορούσαν
να ακουστούν από θαμώνες εκπομπών της Αννίτας Πάνια και ανταγωνίζονταν στην
κακοήθη αλλοίωση νοημάτων κείμενα της ΟΑΚΚΕ. Ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, ο Έβολα,
οι Στράσσερ, ο Χοσέ Αντόνιο αλλά και οι Σπένγκλερ, Κλάγκες, Γιούνγκερ, Φίχτε,
όλοι κοντολογίς οι διανοητές της ιδεολογίας ήταν άχρηστοι ή προδότες και μικροί
μπροστά στον «εστιάτορα», στον Περίανδρο και, κυρίως, στον «Άβαταρ» Χίτλερ.
Αδιάφορο αν σύγκριναν πολιτικούς με διανοητές, αδιάφορο αν δεν είχαν διαβάσει
κανέναν απ’ όσους απέρριπταν ουσιαστικά. Σημασία είχε να γαλουχηθεί το εθνικιστικό
κοινό της χώρας με αυτές τις αντιλήψεις.
Όταν ρωτούσε κανείς εκείνους τους τύπους
ποιους διανοητές αποδέχονταν, απαντούσαν επιλέγοντας (παραδόξως) πρόσωπα που
είχαν ορθολογιστικά τεχνοκρατικό μορφωτικό υπόβαθρο και μια κάποια σύνδεση με
την ελεύθερη αγορά ή με μηχανισμούς που συνδέονταν με την ευρωπαϊκή Δεξιά.
Μπορεί ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, ο Λεπέν, ο Ραούτι, ο Τύνταλ ή ακόμη και
διανοητές όπως ο Φίχτε, ο Λαγκάρντ, ο Μπαρρές και ο Μύλλερ να ήταν άχρηστοι
αλλά έπρεπε να γίνει αποδεκτός ο αριβίστας Καρλ Σμιτ, ο άσχετος με το πεδίο των
πολιτικών κινημάτων του 20ου αιώνα (αλλά σίγουρα καταπληκτικός φιλόσοφος του πολέμου, πολιτικά ρομαντικός και
ποιοτικά σκεπτόμενος) Κλαούζεβιτς, κάθε λοχίας των SS και ορισμένοι ακόμη
συνεργάτες των Γερμανών επί κατοχής στα πλαίσια του δοσιλογισμού. Μαζί με αυτούς,
βέβαια, έπρεπε να γίνουν αποδεκτοί και «φάροι» της πολιτικής ποιότητας και της
ιστορικής επιτυχίας, όπως οι Στυλιανός Παττακός, Γιώργος Παπαδόπουλος, Μίμης
Ιωαννίδης, καθώς και αξιωματικοί κάκιστης φήμης που αναγκάστηκε ο Χίτλερ να
επιστρατεύσει από τις φυλακές όταν δεν έβρισκε άλλους στρατιώτες για να
συνεχίσει τον αγώνα της χώρας του στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ακόμη πιο
παράδοξο; Ανάμεσα στους αποδεκτούς από το «εστιατόριο» άρχισε να αχνοφαίνεται
ότι θα ήταν και ορισμένοι πολιτικοί της φιλελεύθερης παράταξης, όπως οι Παύλος
Γύπαρης και Ελευθέριος Βενιζέλος!!!
Όλα αυτά, επαναλαμβάνω, την περίοδο που ένα
μεγάλο εκλογικό κομμάτι της κοινωνίας στρεφόταν στον εθνικιστικό χώρο για να
βρει απαντήσεις στα προβλήματα της ζωής του, τα οποία προκαλούσε η φιλελεύθερη
πολιτικο-οικονομική μνημονιακή λαίλαπα. Στα αιτήματα του κόσμου που αναζητούσε
λύσεις μέσα από τον εθνικισμό η ατζέντα που διαμόρφωναν οι αχυράνθρωποι εντός
του εθνικιστικού χώρου ήθελε ρητορική αντιχρυσαυγιτική, αντιφασιστική,
μακαρθικά αντικομμουνιστική, αντιδραγουμική, αντιμεταξική, αντιεβολιανή,
αντιεθνικιστική(!!), αντισοσιαλιστική αλλά και δαρβινιστική, απριλιανή και
δοσιλογική. Ο εθνικιστικός χώρος θα εξευτελιζόταν στα μάτια όσων τον έβλεπαν ως
πιθανή λύτρωση από τα προβλήματά τους, θα αναγκαζόταν να υποστεί διασπάσεις που
αναμενόταν να προκαλούσαν αυτές οι γελοιότητες και, ταυτόχρονα, ένας αριθμός
αρρωστημένων μυαλών, που θα έμεναν στον χώρο υιοθετώντας τις παρανοϊκές
κρυφοφιλελεύθερες προβοκάτσιες, θα ήταν άριστα εκπαιδευμένος να επιστρέψει εκλογικά
στην συστημική Δεξιά, ως περιθωριακό ακραίο της κομμάτι, όταν οι συνθήκες το
επέτρεπαν. Η δουλειά για την μνημονιακή παράταξη γινόταν μια χαρά.
Μόνο που ο Σαμαράς, παρότι πρόλαβε να
ισοπεδώσει επικοινωνιακά τον εθνικιστικό χώρο και να ενοχοποιήσει ξανά την
εθνικιστική ιδεολογία με αφορμή την ανοησία των χρυσαυγιτών, δεν κατάφερε να
δρέψει εκλογικά τους καρπούς τέτοιων κινήσεων. Έχασε γρήγορα την πρωθυπουργία
και στην κυβέρνηση βρέθηκε ο Τσίπρας με τον Καμμένο. Η Χρυσή Αυγή είχε μπει
στον δρόμο χωρίς επιστροφή και απλώς κυλούσε αργά προς τον τελικό προορισμό που
της είχε επιφυλάξει το σύστημα εξουσίας. Η πρώτη χοντρή δουλειά είχε γίνει με
επιτυχία. Ωστόσο, υπήρχε και συνέχεια. Ποιος θα μπορούσε να εγγυηθεί ότι σε
εκείνο το ρευστοποιημένο πολιτικό περιβάλλον, με τους πολίτες στα κάγκελα, σε
συνθήκες σκληρής νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δεν θα ξεπηδούσε ένα νέο
ανεξάρτητο εθνικιστικό κίνημα στην θέση της Χρυσής Αυγής; Ο εθνικιστικός χώρος
έπρεπε να χτυπηθεί στην ρίζα του. Και ρίζα ήταν οι ιδέες και οι αξίες οι οποίες
τον συγκροτούσαν, όχι το ανεπαρκές από κάθε άποψη κόμμα του Μιχαλολιάκου.
Συνεπώς, τα «εστιατόρια» είχαν ακόμη πολλή
δουλειά. Το μεγάλο τους αφεντικό δεν ήταν η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά αλλά
συνολικά το σύστημα του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού εκπεφρασμένο από την Ε.Ε,
τις ΗΠΑ και το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο με τις μυστικές τους υπηρεσίες. Η δράση
των «εστιατορίων» συνεχίστηκε μέσα από διαφορετικούς επιμέρους πυρήνες. Πώς
συνέβη αυτό; Χρησιμοποίησα τον πληθυντικό όχι τυχαία. Κάπου εκεί, στα 2013-14,
ο Περίανδρος αποχώρησε από το αρχικό «εστιατόριο», με αποτέλεσμα να τον
ακολουθήσουν όσοι σήμερα αποκαλούνται «περιανδρικοί». Το αρχικό «εστιατόριο»
πέρασε σταδιακά σε παρακμή, υποστηρίζοντας σχιζοφρενικές παρα-μασονικές θεωρίες
που ήθελαν τον Χίτλερ να ήταν μια ενσαρκωμένη θεότητα η οποία θα επέστρεφε σε
κάποια δευτέρα παρουσία της και τα ρέστα. Ωστόσο, οι «περιανδρικοί» άρχισαν να
δραστηριοποιούνται αυτονομημένοι σε πιο νεολαιίστικα περιβάλλοντα, συνεχίζοντας
να αναπαράγουν, όχι ασφαλώς τις παρανοϊκές ιδέες περί θεού Χίτλερ και δευτέρας
παρουσίας, μα τις κύριες αποδομιστικές (για να το γράψω με μεταμοντέρνους
όρους) γραμμές προπαγάνδας, τις οποίες είχαν διδαχθεί στο αρχικό «εστιατόριο».
Ο Δραγούμης, ο Μεταξάς, οι Στράσσερ και πολλοί άλλοι ήταν μπολσεβίκοι και όχι
εθνικιστές!! Οι Ρώσοι δεν είναι λευκοί Ευρωπαίοι αλλά μελαμψοί Μογγόλοι. Οι
Εβραίοι παραμένουν ο κύριος πυλώνας του στρατοπέδου των πολιτικών μας αντιπάλων
και τους εκτοξεύουμε ειρωνικές ατάκες πού και πού, μα ταυτόχρονα καλό θα ήταν
να διατηρούμε μια ευμενή προς αυτούς ουδετερότητα όταν ξεσπούν συγκρούσεις του
Ισραήλ με τους Πέρσες ή με αραβικούς λαούς. Όσον αφορά τις ΗΠΑ μπορεί οι
«σερβιτόροι» να έλεγαν ότι είχαν παρακμάσει λόγω της επικρατούσας ελίτ τους
αλλά, συμπλήρωναν ότι σε κάποιο -μη ακριβώς προσδιορισμένο παρελθόν-
αποτελούσαν τάχα ένα κράτος εργατικών, λευκών ανθρώπων, που είχε οικοδομηθεί με
αξίες και ιδανικά
Αυτές οι αντιλήψεις συναντήθηκαν σε
τηλεοπτικά διαδικτυακά κανάλια με παρόμοια συμπεράσματα αρθρογράφων του Στόχου
και ανθρώπων του περιβάλλοντος Κώστα Πλεύρη. Γνωστός ακροδεξιός «κλόουν» που
αρθρογραφούσε στον Στόχο, ήταν στενός φίλος του Κώστα Πλεύρη και είχε διωχθεί
βιαίως από τον Νίκο Μιχαλολιάκο και μέλη του Ελληνικού Μετώπου (!!) σε
αντίστοιχες εκδηλώσεις κατά το παρελθόν επειδή εμφανίστηκε φορώντας την
αμερικανική σημαία σε γραβάτα, αναπαρήγαγε εντατικά τις θεωρίες που ήθελαν τον
Ίωνα Δραγούμη να ήταν μπολσεβίκος και τον Μεταξά κρυφοκομμουνιστής (ή φιλότουρκος,
μπερδεύτηκα). Πλεύρης, περιανδρικοί, αρθρογράφοι του Στόχου και «εστιατόριο»,
παρά τις επιμέρους διαφορές στις προσεγγίσεις τους, άρχισαν να συγκλίνουν σε
κάποια σημεία, με κυριότερο αυτών την σύγκλιση στο δημοψήφισμα του 2015.
Ο Τσίπρας έδινε την τελευταία του μεγάλη
παράσταση πολιτικής απάτης πριν περάσει οριστικά στο μνημονιακό στρατόπεδο και
ο Σαμαράς έπαιζε την τελευταία του παρτίδα ως αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας,
ελπίζοντας σε μια ήττα της πρότασης του Τσίπρα στο επερχόμενο δημοψήφισμα. Στην
προδημοψηφισματική εκστρατεία το επιτελείο του Σαμαρά χρησιμοποίησε, ανάμεσα
στα δικά του, πολλά από τα επιχειρήματα των «πλεύρηδων» και των «εστιατορίων».
Αν ψηφίζαμε κατά του μνημονίου θα βγαίναμε από την χρυσή αγκαλιά της Ευρωπαϊκής
Ένωσης και θα χαίρονταν οι κομμουνιστές, οι Ρώσοι θα μας καταλάμβαναν (ενώ τώρα
που μας έχουν καταλάβει οι «άριες» ΗΠΑ και η Ε.Ε. είναι εντάξει η κατάσταση),
θα γυρνούσαμε στην δραχμή (την νομισματική μας εθνική ανεξαρτησία, δηλαδή) και
θα καταστρεφόμασταν από τον πληθωρισμό (ενώ τώρα με το ευρώ έχουμε
στασιμοπληθωρισμό, χωρίς λεφτά στην τσέπη), θα αποβαλλόμασταν από την
Ευρώπη(!!) και θα γινόμασταν τριτοκοσμική χώρα. Ευτυχώς, το αποτέλεσμα του
δημοψηφίσματος ήταν αυτό που έπρεπε αλλά οι μοχλοί της Δεξιάς μέσα στον εθνικιστικό
χώρο δεν σταμάτησαν την απόπειρα αποδόμησης της ιδεολογίας μας και αλλοίωσης
του πολιτικού μας χώρου.
Η αποκαθήλωση του Σαμαρά συνοδεύτηκε από την
άνοδο στην ηγεσία της Νέας Δημοκρατίας του φιλελεύθερου καραμανλικού Βαγγέλη
Μεϊμαράκη. Όσον κι αν φαίνεται παράξενο, ακόμη και αυτός βρήκε υποστηρικτές
μέσα στον εθνικιστικό χώρο!! Εκδότης και ιδιοκτήτης γνωστού διαδικτυακού
τηλεοπτικού καναλιού, που σήμερα λανσάρεται ως ανοιχτό σε όλες τις τάσεις του
χώρου, έλεγε στους πελάτες του εκείνη την περίοδο ότι έπρεπε να νικήσει ο
Μεϊμαράκης στις επερχόμενες εθνικές εκλογές τον Τσίπρα για το καλό της
πατρίδας. Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι καραμανλικοί ήταν αρκετά elegan για να
ανοίξουν διαύλους επικοινωνίας με τους αχυρανθρώπους της άκρας Δεξιάς. Για
αυτό, παραδοσιακά, οι τελευταίοι τους αποκαλούν υποτιμητικά (τι άλλο;)
κομμουνιστές.
Όμως, ο Μεϊμαράκης δεν μακροημέρευσε στην
ηγεσία της δεξιάς παράταξης. Οι καραμανλικοί δεν ήταν φανατικοί θιασώτες των
μνημονίων (οι κύριες εφημερίδες τους, Δημοκρατία
και Εστία, έκαναν μάλιστα αγώνα
εναντίον των μνημονίων και εντάσσονταν στο «λαϊκιστικό» μέτωπο). Το διεθνές
εβραϊκό κατεστημένο δεν ήθελε τέτοιους πολιτικούς εκείνη την περίοδο. Έτσι, με
εσωκομματικές εκλογικές απάτες και αλχημείες, ο Μεϊμαράκης έχασε την ηγεσία από
τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αν και στον πρώτο γύρο τον είχε νικήσει με διαφορά.
Ποιοι ήταν εκείνοι που στήριξαν την υποψηφιότητα Μητσοτάκη; Ασφαλώς, ο Σαμαράς
και οι συνεργάτες του (Βορίδης, Γεωργιάδης κλπ), μαζί με τους Γκλίξμπουργκ (που
τότε συνδέονταν και με τον τρίτο υποψήφιο αρχηγό της Νέας Δημοκρατίας,
Τζιτζικώστα). Κι αν με τον έκπτωτο βασιλιά η οικογένεια Μητσοτάκη διατηρούσε
παραδοσιακά καλές σχέσεις, το παλιό μίσος ανάμεσα σε Σαμαρά και οικογένεια
Μητσοτάκη ξεχάστηκε εμπρός στην κοινή τους λατρεία για το εβραϊκό κατεστημένο,
τον εκσυγχρονισμό (του Κώστα Σημίτη) και την νεοφιλελεύθερη μνημονιακή τους
λύσσα. Τα «εστιατόρια» και τα «γκαρσόνια» είχαν βρει, πλέον, νέο πόλο έλξης
στον πυρήνα της συστημικής Δεξιάς.
Κώστας Πλεύρης, περιανδρικοί, Χατζηκλόουν του
(παραδοσιακά σαμαρικού) Στόχου και άλλοι παρομοίων αντιλήψεων έγιναν αστέρες
του τηλεοπτικού διαδικτύου από το 2015 μέχρι το 2019. Την ίδια εποχή η Χρυσή
Αυγή βολόδερνε, με την βουλευτική της ομάδα είτε προφυλακισμένη είτε μόλις
αποφυλακισμένη εν αναμονή του δικαστηρίου, αλλά κρατούσε ένα σημαντικό εκλογικό
ποσοστό. Αδυνατούσε, όμως, να αρθρώσει πολιτικό λόγο ικανό να αποτελέσει
ανάχωμα στις προβοκάτσιες των «εστιατορίων» της Δεξιάς ή να προσφέρει διέξοδο
στα προβλήματα του μέσου ψηφοφόρου της. Όταν ο Σαμαράς της διέκοψε τους
ακτιβισμούς, η Χρυσή Αυγή έπαψε να έχει την δυνατότητα ουσιαστικής πολιτικής
παρέμβασης. Όλα είχαν τελειώσει και απλώς ο χρόνος θα έφερνε το τελικό χτύπημα
για ένα κόμμα που μπορούσε να κάνει μόνο φασαριόζικο ακτιβισμό και τίποτε άλλο.
Η εποχή των Αγανακτισμένων και των λαϊκών δικαστηρίων περνούσε. Ο εθνικιστικός
χώρος χρειαζόταν νέα και προσαρμοσμένα στις καινούργιες συνθήκες επικοινωνιακά
εργαλεία.
Αντί για αυτά είχε τους αποδομιστές
προβοκάτορες των «εστιατορίων» από την μια να μιλάνε για τον «κομμουνιστή
Μεταξά», τον «μπολσεβίκο Δραγούμη» και τους «Ρωσομογγόλους μεταπολεμικούς
εθνικιστές» που έπρεπε να πεταχτούν στην αφάνεια συκοφαντημένοι και από την
άλλη τους απογοητευμένους χρυσαυγίτες, με πρώτο όλων τον Ηλία Κασιδιάρη, που
ήθελαν να κάνει ο ελληνικός εθνικιστικός χώρος στροφή προς την νεοδεξιά alt
right και να ακολουθήσει το υπόδειγμα του Όρμπαν, του Σαλβίνι και αργότερα του
Τραμπ. Ενώ οι opinion leaders του εθνικιστικού χώρου διαπληκτίζονταν για το
ποιος θα αφομοίωνε περισσότερες καπιταλιστικά φιλελεύθερες νεοδεξιές παρλάτες,
τα «εστιατόρια» άρχισαν να λαμβάνουν βοήθεια και από άλλα πολιτικά
περιβάλλοντα.
Ο «ιππέας μας», μην αντέχοντας να μείνει έξω
από το πανηγύρι της κυπατζίδικης (ακρο) Δεξιάς που δηλητηρίαζε τον εθνικιστικό
χώρο, επέστρεψε με ένα ιστολόγιο που διεκδικούσε το βραβείο της έσχατης
ομονοιακής κωμικοτραγικής γελοιότητας, ανατρέποντας ορισμένες μέχρι πρότινος
παραδοχές του και περνώντας στα πλέον hard core menu. Θυμάμαι ότι εκείνη την
εποχή είχα συναντήσει έναν από τους ιδρυτές της Χρυσής Αυγής και παλιό ΕΝΕΚίτη,
που διατηρούσε καφενείο στην Καλλιθέα και με είχε ενημερώσει ότι ο Αριστοτέλης
άνοιξε πολιτικό ιστολόγιο. «Επιτέλους, θέλω να τον δω να συζητά πολιτικά πέρα
από τα καραγκιοζιλίκα στο indymedia, τις αναρτήσεις για τα άλογα και τις
καυστικές κριτικές προς τους υπόλοιπους παλιούς, θέλω να δω τι πραγματικά
πιστεύει για τα προβλήματα της εποχής μας», είχα απαντήσει. Τολμώ να αποκαλύψω
ότι διατηρούσα μια ελπίδα μήπως έγραφε και κάτι που δεν θα ήταν παρμένο από τα
menu της εποχής. Έπρεπε να είχα θυμηθεί το παλιό ρητό «μην εύχεσαι να συμβεί
κάτι που δεν γνωρίζεις καλά».
Αυτό που διαπίστωσα επισκεπτόμενος το
ιστολόγιο ήταν ομολογουμένως πέρα από κάθε φαντασία. Ο Τέλης είχε ξεχειλώσει
την προβοκάτσια σε επίπεδα «Ερωτοδικείου». Υποστήριζε ότι ο Φλαμεράγιερ είχε
δίκιο και πώς οι νεοέλληνες είμαστε νόθοι, ότι ο Παπαρρηγόπουλος ήταν άνθρωπος
του Πατριαρχείου (ασχέτως αν έφτασε λίγο πριν τον αφορισμό από εκείνο λόγω των
εθνικιστικών ρομαντικών ιδεών του), ότι δεν υπήρχε μεσαιωνικός ελληνισμός, ότι
δεν υπήρχε καμία ενότητα στον χρόνο για το ελληνικό έθνος, ότι μόνο αυτός και
οι έχοντας τα ίδια γούστα με εκείνον ήταν γνήσιοι Έλληνες κι άλλα τέτοια ωραία,
συνοδευόμενα από σχόλια σεξοδιαστροφικής χυδαιότητας, φωτογραφίες αντρικών γλουτών
και ακατάσχετη πολιτική διαστροφή ομονοιακής πιάτσας.
Αλλά και περιβάλλοντα της λεγόμενης «τρίτης
θέσης», με αφορμή το ουκρανικό, ενώ στην πρώτη τους ανάρτηση επί του θέματος
έθεταν το εύλογο ερώτημα πού αποσκοπούσε η μακαρθική ρωσοφοβία η οποία απλωνόταν
στον εθνικιστικό χώρο, μέσα σε λίγες μέρες πέρασαν σε μια εντελώς διαφορετική
γραμμή, φέρνοντας το ουκρανικό στο επίκεντρο των συζητήσεων του χώρου και
υποστηρίζοντας μια αντι-ιστορική και αντιρωσική γραμμή. Όταν συζητούσαμε για
την εν λόγω επιλογή η μόνιμη απάντηση ήταν «αυτή είναι η θέση και των Ιταλών
συναγωνιστών». Εννοούσαν (και) αυτούς που πριν λίγο καιρό αντάλλαξαν
τηλεγραφήματα με την αμερικανική πρεσβεία της Ρώμης, συσφίγγοντας σχέσεις με
την altrightπροεδρεία
του Τραμπ. Με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο όλος ο πέραν της Χρυσής Αυγής χώρος
έδειχνε να συντονίζεται, λιγότερο ή περισσότερο, με επιλογές και ιδέες αρεστές
στην φιλελεύθερη Δεξιά.
Έτσι, με την ούτως ή άλλως πολιτικά ανεπαρκή
Χρυσή Αυγή μεταξύ κελιού και τελικής πτώσης και με έναν μεγάλο αριθμό Ελλήνων
να αναζητά ακόμη στον εθνικιστικό χώρο απαντήσεις στα αδιέξοδα της
νεοφιλελεύθερης μνημονιακής κρίσης, το αποτέλεσμα ήταν αυτό που περιέγραψα πιο
πάνω. Ο μέσος Έλληνας αναζητούσε εθνικιστική λύση σε μια από τις σοβαρότερες εν
Ελλάδι κρίσεις της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης και λάμβανε απαντήσεις που τον
ήθελαν να μην ήταν Έλληνας γιατί ο Φαλμεράγιερ είχε δίκιο, να ελέγξει στον
καθρέφτη αν η μύτη του ήταν γρυπή και σε πόση απόσταση βρίσκονταν τα ζυγωματικά
από το στόμα του, να μάθει ότι άντρες που διαμόρφωσαν τις αυθεντικές
εθνικιστικές ιδέες και έδωσαν την ζωή τους για αυτές -όπως ο Ίωνας Δραγούμης-
ήταν τελικά μπολσεβίκοι, να μην γιορτάζει την 28η Οκτωβρίου γιατί ο Μεταξάς δεν
ήταν εθνικιστής αλλά την μια βουλγαροτσολιάς και την άλλη όργανο των Άγγλων, να
εξυμνήσει προπάτορες της σημερινής Δεξιάς και του φιλελεύθερου κέντρου όπως ο
Βενιζέλος και ο Γύπαρης(!!), να χαρεί που τα μνημόνια τον έριχναν στην φτώχεια
για τα επόμενα τριάντα χρόνια γιατί χάρη σ’ αυτά είχε σωθεί ο «άριος ευρωπαϊκός
προσανατολισμός» της χώρας και το ευρώ από τις βλέψεις του Μογγόλου Πούτιν, σε
τελική ανάλυση να συμβιβαστεί με την ιδέα ότι αν και η φιλελεύθερη
παγκοσμιοποίηση σκότωνε το έθνος και τις ζωές μας τουλάχιστον δεν επέτρεπε να
καταλάβουν την χώρα οι κομμουνιστές.
Τα χρόνια πέρασαν, η Χρυσή Αυγή τιμωρήθηκε ως
εγκληματική συμμορία, ο μέσος απογοητευμένος Έλληνας αισθανόμενος αβοήθητος
μετά την στυγνή προδοσία της Αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ και την καταβαράθρωση της
όποιας εναλλακτικής του προσέφερε η Χρυσή Αυγή, αποδέχτηκε την μοίρα του και
πέρασε στην αποχή από τις κάλπες. Το σύστημα Μητσοτάκη, όμως, χρειαζόταν τον
έλεγχο του εθνικιστικού χώρου για να μην χάσει την οριακή εκλογική αυτοδυναμία
και να στείλει οριστικά τους χρυσαυγίτες πολιτευτές στην φυλακή. Έτσι, η δουλειά
των «γκαρσονιών» έπρεπε να συνεχιστεί. Έτσι, ο Κώστας Πλεύρης έπρεπε να
αναγνωρίσει τον Μητσοτάκη ως ηγέτη (σε αντίθεση με τον λαοπλάνο Τσίπρα) και να
τον συγχαρεί για την στρατιωτική συμμαχία της μιας αγοράς (εκ μέρους μας) με
την Γαλλία του Μακρόν(!!). Έτσι, οι φίλοι του Πλεύρη από τον Στόχο, φορώντας
πάλι την αμερικανική σημαία σε γραβάτα, έπρεπε να συνεχίσουν να υποστηρίζουν
μια «ανανέωση» των ιδεών του χώρου που θα απομακρυνόταν οριστικά από το βάρος
των «δραγούμηδων και των μεταξάδων» (κατά δική τους έκφραση) τους οποίους ο
Πλεύρης, όμως, εξακολουθούσε να υμνεί (θα μας τρελάνετε, οέο). Έτσι, οι
περιανδρικοί έπρεπε να συνεχίσουν να αναπαράγουν τα menu του «εστιατορίου», την
ίδια ώρα που στην υποτιθέμενα απέναντι όχθη, εντός του χώρου, οι κύκλοι των
νεοδεξιών εργάζονταν για μια μετατροπή του εθνικιστικού χώρου σε τραμπικό, λαϊκιστικό,
φιλελεύθερο τσίρκο υπό την ηγεσία του Ηλία Κασιδιάρη.
Κάπου στο βάθος όλες αυτές οι φαινομενικά
διαφορετικές αφηγήσεις εφάπτονταν. Όλες επιζητούσαν έναν εκσυγχρονισμό του
εθνικιστικού χώρου. Όλες επιθυμούσαν αντί να αλλάξουν τα ανίκανα πρόσωπα που
τον χαντάκωσαν επί δεκαετίες, να παραμείνουν αυτά στις θέσεις τους και να
αλλάξουν οι εθνικιστικές ιδέες και αξίες. Όλες, κάτω από την επιφανειακή
συνθηματολογία, έβρισκαν κάποια αφορμή για να προκρίνουν την αναπαραγωγή του
εξουσιαστικού φιλελευθερισμού και την πολιτική σύνδεση με την Δεξιά. Ανανέωση
με χιτλερισμό ή με απριλιανούς και εκσυγχρονισμός με δαρβινισμό!! Και στην
γωνία Χατζηκλόουν με αμερικανική σημαία σε γραβάτα να ευχαριστεί τις ΗΠΑ επειδή
«έσωσαν» την χώρα απ’ τους κομμουνιστές. Μαύρη κωμωδία, έτσι;
Δεν νομίζω ότι έχει νόημα να γραφτεί κάτι
παραπάνω για τα «εστιατόρια» που κάνουν το βρώμικο παιχνίδι της Δεξιάς εντός
του εθνικιστικού χώρου. Μιας και είναι 28η Οκτωβρίου θα κλείσω με μερικές
αράδες για το πώς τα δήθεν ε/ς «εστιατόρια» (όχι τα νεοεθνικιστικά) προσπαθούν
να αποδομήσουν τον Ιωάννη Μεταξά. Μας λένε, λοιπόν, ότι ο Μεταξάς ήταν προδότης
και άνθρωπος των Άγγλων, «μεταξοσκώληκας» και υπηρέτης του παλατιού, ότι προετοίμασε
την Ελλάδα για πόλεμο εναντίον των εθνικιστικών κυβερνήσεων της Γερμανίας και
της Ιταλίας προκειμένου να εξυπηρετήσει τα αγγλοεβραϊκά συμφέροντα, ότι ήταν
τέκτονας και πολλά ακόμη συναφή. Στην ουσία παρακάμπτουν όσο μπορούν το
ιδεολογικό υπόβαθρο του Μεταξά, που ήταν φιλικό προς τον εθνικοσοσιαλισμό, και
μεταφέρουν την συζήτηση στο γεωπολιτικό πεδίο, κατηγορώντας τον γιατί δεν
στρατεύτηκε με το μέρος των δυνάμεων του Άξονα.
Τότε, όμως, όλοι αυτοί πρέπει να μας
απαντήσουν γιατί αποτιμούν θετικά την στάση του Βενιζέλου, του Γύπαρη και των
λοιπών φιλελεύθερων, τεκτόνων, κατσαπλιάδων στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στον
Πρώτο Παγκόσμιο οι δυτικοί χρησιμοποίησαν τον Βενιζέλο απροκάλυπτα σαν όργανό τους,
προκειμένου να βγάλουν την Ελλάδα στον πόλεμο χωρίς καμία εγγύηση. Ο Βενιζέλος
υιοθέτησε τα δυτικά θέλω με το επιχείρημα ότι η χώρα έπρεπε να σταθεί στο
πλευρό των δυνάμεων της φιλελεύθερης δημοκρατίας εναντίον του γερμανικού
αυταρχισμού. Μάλιστα, προς το τέλος του πολέμου, δήλωσε στους Γάλλους «δεν διεκδικούμε
τίποτα, μας αρκεί να πολεμήσουμε στο πλευρό σας».
Πώς γίνεται στην αποδεδειγμένη περίπτωση
χρήσης του Βενιζέλου ως οργάνου από τις δυνάμεις του δυτικού, εβραϊκού (κατά
την δική τους προσφιλή ορολογία) καπιταλισμού, προκειμένου να συρθεί η ελληνική
κοινωνία σε έναν πόλεμο που δεν ήθελε, χωρίς καμία ουσιαστική εγγύηση παρά μόνο
με εκφράσεις καλών προθέσεων, να βλέπουν οι «σερβιτόροι» κάτι θετικό (με
πρόφαση την ενσωμάτωση επιμέρους αλύτρωτων εδαφών) ενώ στην αντίστοιχη
περίπτωση του ιδεολογικά εγγύτερου Μεταξά να βλέπουν «μεταξοσκώληκες» και
στοές; Πώς γίνεται να φορτώνουν τον Μεταξά με το κατηγορώ του δυτικόδουλου όταν
οι ίδιοι θεωρούν εκφραστές μιας πτυχής της εθνικιστικής ιδέας (δική τους
δήλωση) καρνάβαλους που φορούν την αμερικανική σημαία σε γραβάτα;
Δεν θα δοθούν ποτέ σοβαρές απαντήσεις σε αυτά
τα θέματα. Γιατί δεν υπάρχει σοβαρή συζήτηση με βάση την προβοκάτσια και με
καρνάβαλους της Δεξιάς ντυμένους με αμερικανικές σημαίες. Δεν θα δοθεί ποτέ
ουσιαστική απάντηση στο αν ο Μεταξάς ήταν συνεπής με την πάγια ελληνική
εθνικιστική θέση της ουδετερότητας από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρκούν για
όλους αυτούς βιταλιστικά συνθήματα παλαιάς κοπής περί του «πολεμικού βιώματος»
που υποτίθεται εξέφρασε ο νταβατζής της Ομόνοιας Γύπαρης στον Μακεδονικό Αγώνα.
Αλλά ξεχνούν ότι ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν έκφραση του «ελληνοθωμανισμού», που
πληρώθηκε και οργανώθηκε από την οικογένεια Δραγούμη. Μέχρι να το αντιληφθούν
και να διαβάσουν την σχετική με τις τρεις εκδοχές της Μεγάλης Ιδέας
βιβλιογραφία, εμείς ευχόμαστε χρόνια πολλά στο έθνος μας. Τα ΟΧΙ θέλουν
ρομαντικούς.
Επεισόδια
στην Γαλλία και ερμηνευτικές προσεγγίσεις
Η
εθνικιστική προσέγγιση κόντρα στην Δεξιά παγίδα
Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται το
τελευταίο διάστημα στην Γαλλία ήταν αναμενόμενο να αποτελέσουν πεδίο πολιτικής
και ερμηνευτικής αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε αριστερούς, (φιλελεύθερους),
κεντρώους (φιλελεύθερους) και δεξιούς ή ακροδεξιούς (επίσης, φιλελεύθερους)
αναλυτές. Με τους εκπροσώπους των δυο πρώτων κατηγοριών δεν είναι δύσκολο να
αντιπαρατεθούμε ως εθνικιστές. Ούτε με τους εκπροσώπους της τελευταίας. Απλώς
σε αυτούς, στους εκπροσώπους της δεξιάς/ακροδεξιάς δηλαδή, θα δώσουμε μια
προτεραιότητα. Γιατί είναι εκείνοι που προσπαθούν, με τον συνηθισμένο ύπουλο
τρόπο τους, να απευθυνθούν στο συντηρητικό ακροατήριο και να χειραγωγήσουν την
εθνικιστική σκέψη. Όσο είμαστε εμείς εδώ όμως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θα
έχουν μπροστά τους ένα μόνιμο εμπόδιο. Ας δούμε τι υποστηρίζουν στην προκειμένη
περίπτωση.
Το κεντρικό επιχείρημα της δεξιάς και
ακροδεξιάς ερμηνευτικής ξεδιπλώνεται σε τρία στάδια. Ξεκινά με την έμφαση στους
βανδαλισμούς που προκαλούν οι διαδηλωτές. Προχωρά στην σύνδεση των βανδαλισμών
με την παρουσία των μαζικών μεταναστευτικών κοινοτήτων μουσουλμανικού
θρησκεύματος στην Γαλλία. Και καταλήγει στην διαπίστωση ότι το μόνο κράτος
δυτικού τύπου που έχει περισσότερους μουσουλμάνους από την Ευρώπη είναι το
Ισραήλ, αλλά εκεί οι Εβραίοι αντιμετωπίζουν με τον κατάλληλο τρόπο τον
μουσουλμανικό κίνδυνο.
Στην ουσία, οι δεξιοί και οι ακροδεξιοί,
ασκούν κριτική στον Μακρόν μόνο για έναν λόγο: Γιατί δεν χρησιμοποιεί
μεγαλύτερη αστυνομική καταστολή κατά των διαδηλωτών και των κουκουλοφόρων βανδάλων. Τα
δεξιά και ακροδεξιά παπαγαλάκια στοχεύουν στο θυμικό των συντηρητικών πολιτών,
προσπαθώντας να τους εγκλωβίσουν στην εικόνα των φλεγόμενων κτιρίων και του
πλιάτσικου. Σκοπός τους είναι να διαφύγει της προσοχής των συντηρητικών πολιτών
ο (διακηρυγμένος τουλάχιστον) λόγος για τον οποίο ξεκίνησαν οι επεισοδιακές
διαδηλώσεις. Δηλαδή, η καθιέρωση της μιζέριας ως μακροχρόνιας κανονικότητας και
η καταστροφή των ζωών την οποία έχει σχεδιάσει η νεοφιλελεύθερη ελίτ της
παγκοσμιοποιημένης λιτότητας για ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι κυβερνώντες της νεοφιλελεύθερης ελίτ, με
τον Μακρόν να αποτελεί χαρακτηριστικό εκφραστή της, ζητούν συνεχώς από τους
Γάλλους, τους Έλληνες, τους Άγγλους, τους Ισπανούς, τους Γερμανούς κλπ να
κάνουν υπομονή, να εντατικοποιούν αενάως τα ωράρια εργασίας και εκπαίδευσης, να
συμβιβαστούν με μια ζωή γεμάτη στερήσεις επειδή τα ελλείμματα πνίγουν τις
νεοφιλελεύθερα παγκοσμιοποιημένες οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών και να
δέχονται κάθε εργοδοτική αλητεία γιατί δεν υπάρχουν πολλές θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα,
ενώ ζητούν από τους πολίτες να εργάζονται με μικρούς μισθούς σε συνθήκες αιώνιου
στασιμοπληθωρισμού, τους ωθούν να χρεώνουν τραπεζικές κάρτες προκειμένου να
ανταπεξέλθουν σε ένα χυδαία απαιτητικό statusζωής, που έχει καθιερώσει το mediaκό lifestyle και οι κρατικές του παραφυάδες (με την
παραπαιδεία το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην Ελλάδα).
Το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι σε αυτό το πολιτικό
και οικονομικό σπιράλ δεν υπάρχει διέξοδος. Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι διαλυμένο
ή ελεγχόμενο σχεδόν πανευρωπαϊκά. Οι περισσότερες πολιτικές παρατάξεις, δεξιές,
αριστερές ή κεντρώες, έχουν συμβιβαστεί με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Όμως, παρά
την μακροχρόνια εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας του νεοφιλελευθερισμού δεν υποχωρεί
η ακρίβεια ενώ η λογιστική αύξηση του ΑΕΠ δεν πληρώνει ρεύμα, νερό και
τηλέφωνο.
Είναι απορίας άξιο πώς οι μάζες των
συντηρητικών πολιτών, που έχουν μικροαστική ή εργατική προέλευση, λαμβάνουν
υπόψη την δεξιά και ακροδεξιά προπαγάνδα που εξοστρακίζει την προσοχή από την
ρίζα του κακού. Όπως είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς υπάρχουν εθνικιστές που
αντί να απολαμβάνουν την, έστω και παροδική, πίεση προς τον υπάλληλο της νεοφιλελεύθερης
παγκοσμιοποίησης Μακρόν, αιχμαλωτίζονται στην επιδερμίδα των βανδαλισμών και
παραβλέπουν το υπόβαθρο που την πυροδοτεί.
Υπάρχουν κάποιες εξηγήσεις για αυτό. Μια
είναι η χρόνια νόθευση του μεταπολεμικού εθνικιστικού κινήματος με έναν
κοκκινοπροβίτικο αταβιστικό αντικομουνισμό/αντιαριστερισμό. Η δεξιά και
ακροδεξιά αφήγηση μας λέει ότι επειδή οι αριστεροί καπελώνουν το λαϊκό κίνημα,
οι εθνικιστές πρέπει να ξεχάσουμε τις ιδεολογικές μας καταβολές, να χαρίσουμε
το λαϊκό κίνημα στην Αριστερά και να γίνουμε ουρά της καπιταλιστικής Δεξιάς. Είναι,
όμως, καιρός να διαλυθεί η ισχύς αυτού του αφηγήματος. Όσοι θέλουμε να είμαστε
εθνικιστές οφείλουμε να φτύσουμε κατά πρόσωπο την Δεξιά, την ακροδεξιά και το
διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο της νεοφιλελεύθερης αλητείας. Όσοι είμαστε εθνικιστές
δεν γίνεται να διαβάζουμε τους μισθωμένους κονδυλοφόρους των συνωμοσιολογικών
εφημερίδων που βλέπουν δάκτυλους αραβικών κρατών πίσω από τα επεισόδια της
Γαλλίας, δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τους δεξιούς που ταυτίζουν την ευρωπαϊκή
ιστορία με τα συμφέροντα του Ισραήλ, δεν πρέπει να ακούμε τους ανόητους που
θεωρούν ότι πολιτισμός είναι η αποδοχή του καπιταλιστικού status. Εκείνοι που υποστηρίζουν τα παραπάνω
και θέλουν να τα επιβάλουν στον εθνικιστικό χώρο φαίνεται ότι έχουν εξασφαλίσει
ένα εύκολο μηνιάτικο από αφανείς πηγές για να παραβλέπουν τις συνέπειες της
παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Και, μάλλον, δεν έχουν καλή επαφή
με την αγορά εργασίας των σημερινών ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Η
ερμηνευτική παραπλάνηση από την Δεξιά και την ακροδεξιά
Ας εξετάσουμε, όμως, αν έχουν βάση όσα
υποστηρίζουν οι δεξιοί/ακροδεξιοί για τους βανδαλισμούς στην Γαλλία και την
σχέση τους με την μαζικότητα της εκεί μεταναστευτικής κοινότητας των
μουσουλμάνων. Τόσο στο ιδεολογικό πεδίο όσο και σε εκείνο των ιστορικών
καταβολών του εν λόγω φαινομένου.
Καταρχάς, καταπατώντας ερμηνευτικά κάθε γνωσιολογικό
δεδομένο της ιστορίας των πολιτικών ιδεών, οι δεξιοί/ακροδεξιοί παραβλέπουν ότι
η μαζική μετανάστευση είναι θεμελιώδης ιδεολογική αρχή του φιλελεύθερου
καπιταλισμού, που έχει σχεδιαστεί, χρηματοδοτηθεί και εφαρμοστεί, ως πολιτικό
πρόγραμμα, από τους μηχανισμούς των κέντρων εξουσίας του. Ζητούν, δηλαδή, οι δεξιοί/ακροδεξιοί
από τον Μακρόν να εξαφανίσει, με ένα μαγικό ραβδί, τους πληθυσμούς που το σύστημα
εξουσίας, το οποίο τον τοποθέτησε στον προεδρικό θώκο, φρόντισε να καταφθάσουν
μαζικά στην χώρα του. Κάπως οξύμωρο δεν ακούγεται όλο αυτό;
Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει και στο πεδίο
της ιστορικής τοπικότητας. Οι μουσουλμάνοι και οι αραπάδες δείχνουν πράγματι
στις φωτογραφίες και τα videos των
ρεπορτάζ να αποτελούν τους περισσότερους από τους καταστροφείς δημόσιων και
ιδιωτικών χώρων στις μαζικές συγκεντρώσεις. Το ίδιο είχε συμβεί και στις
γαλλικές εξεγέρσεις των τελευταίων είκοσι ετών. Μόνο που οι καταστροφές και το
πλιάτσικο δεν είναι γαλλικά φαινόμενα των τελευταίων είκοσι ετών, αλλά μια
παλιά ιστορία η οποία είναι συνυφασμένη με την πολιτική παράδοση που έκανε τον
φιλελευθερισμό κυρίαρχο. Αυτοί που δίδαξαν την καταστροφή και τους βανδαλισμούς
ως εξαγνισμένη πολιτική πρακτική ήταν οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι της Γαλλίας, από
το 1789 και μετά.
Οι υποκριτές δεξιοί και ακροδεξιοί παραβλέπουν
ότι ιδρυτικός μύθος του νεότερου γαλλικού κράτους είναι η καταστροφή της Βαστίλης.
Παραβλέπουν ότι για να εγκαθιδρυθεί ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, που τώρα
θέλουν να υπερασπιστούν ως αδιατάρακτο status, δολοφονήθηκε μια βασιλική οικογένεια
και καταστράφηκαν αμέτρητα κτίρια. Και, μάλιστα, οι καταστροφές ήταν τέτοιας
συχνότητας ώστε οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του νεωτερικού αστισμού, αποφάσισαν να
γκρεμίσουν το Παρίσι την περίοδο 1853-1870 και να αναθέσουν στον κατασκευαστή
Οσμάν (Georges-Eugène Haussmann), υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα Γ, να
οικοδομήσει από την αρχή την πόλη, με τρόπο που θα ευνοούσε την εύκολη
καταστολή των εξεγέρσεων.
Μέχρι τότε το Παρίσι είχε ακόμα την
μεσαιωνική του δομή με τα στενά, δαιδαλώδη και σκοτεινά σοκάκια. Αυτό έκανε την
πόλη ιδανική για τους επαναστάτες, όπως είχε φανεί στις εξεγέρσεις του 1789,
του 1830 και του 1848. Στα μεσαιωνικά δρομάκια οι εξεγερμένοι μπορούσαν να
στήσουν οδοφράγματα μέσα σε λίγα λεπτά, ανατρέποντας απλώς κάρα ή έπιπλα, και
να αποκλείσουν τον στρατό. Στις τεράστιες, ανοιχτές λεωφόρους του νέου Παρισιού, που έχτισε ο Οσμάν, η δημιουργία αποτελεσματικών οδοφραγμάτων ήταν πρακτικά
αδύνατη. Οι μεγάλες λεωφόροι επέτρεπαν στο ιππικό, το πυροβολικό και στις
μεγάλες φάλαγγες του στρατού να μετακινούνται ταχύτατα από τα περίχωρα και τους
στρατώνες προς το κέντρο της πόλης. Οι λεωφόροι σχεδιάστηκαν σκόπιμα ευθείες
ώστε ο στρατός να μπορεί να πυροβολεί με κανόνια σε ευθεία γραμμή εναντίον των διαδηλωτών,
χωρίς να εμποδίζεται από γωνίες.
Οι αντιδράσεις των Παριζιάνων στα έργα του
Οσμάν ήταν έντονες, διχασμένες και σε πολλές περιπτώσεις γεμάτες οργή. Αν και η
αστική τάξη απολάμβανε τις νέες, λαμπερές λεωφόρους, η πλειοψηφία του πληθυσμού
βίωσε μια βίαιη ανατροπή της καθημερινότητάς. Οι κάτοικοι είδαν τα σπίτια
τους, τις αναμνήσεις τους και την μεσαιωνική ιστορία της πόλης να ισοπεδώνονται
από τις μπουλντόζες της εποχής. Το Παρίσι μετατράπηκε σε ένα απέραντο,
θορυβώδες και σκονισμένο εργοτάξιο για σχεδόν δύο δεκαετίες, προκαλώντας τεράστια
κόπωση και εκνευρισμό στους κατοίκους. Οι φτωχοί εργάτες και οι μικροτεχνίτες
που ζούσαν στο κέντρο του Παρισιού εκδιώχθηκαν βίαια. Καθώς τα νέα κτίρια στις
λεωφόρους (τα περίφημα Haussmann κτίρια) ήταν πανάκριβα, οι εργατικές τάξεις
αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στα ανατολικά και βόρεια περίχωρα (όπως η Μπελβίλ
και η Μενιλμοντάν).
Αυτό δημιούργησε έναν βαθύ γεωγραφικό και
ταξικό διαχωρισμό. Το πλούσιο δυτικό και κεντρικό Παρίσι έναντι του φτωχού
εργατικού ανατολικού. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές θρήνησαν την απώλεια του
«παλιού Παρισιού». Ο σπουδαίος ρομαντικός συντηρητικός ποιητής Κάρολος Μπωντλαίρ
έγραψε χαρακτηριστικά στο ποίημά του «Ο Κύκνος». «Το παλιό Παρίσι δεν υπάρχει πια (η μορφή μιας πόλης αλλάζει πιο
γρήγορα, αλίμονο, από την καρδιά ενός θνητού)». Το Παρίσι του «φωτός» που
θαυμάζουν οι ανόητοι δεξιοί και ακροδεξιοί ως λίκνο ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι
μια πόλη με ιστορία μόλις εκατόν πενήντα ετών.
Σε ένα κράτος που επί αιώνες εξαγνίζει θεσμικά
τον βανδαλισμό ως ιδρυτικό του μύθο και τον διαφημίζει ως εργαλείο της δημοκρατίας είναι αναμενόμενο
ο μη θεσμικός βανδαλισμός να καθιερωθεί ως πολιτική συμπεριφορά. Μόνο που η καθιέρωση
αυτή ήταν επί διακόσια είκοσι χρόνια έργο γηγενών Γάλλων. Κάποιες φορές
δικαιολογημένα. Πολλές άλλες όχι. Δεν γεννήθηκε, πάντως, ως πρακτική από μουσουλμάνους μετανάστες.
Οι φιλελεύθεροι και οι προοδευτικοί γηγενείς δίδαξαν στους μετανάστες τα
πολιτικά κόλπα τους και, τώρα, εκείνοι απλώς τα αναπαράγουν λόγω της
πληθυσμιακής τους δυναμικής. Οι καρνάβαλοι της Δεξιάς και της ακροδεξιάς
παραβλέπουν όλα τα παραπάνω κι έρχονται να υπερασπιστούν την ρίζα της ασθένειας
από τα συμπτώματά της.
Προφανώς δεν γίνεται οι εθνικιστές να τους
ακολουθήσουμε σε αυτό τον ερμηνευτικό εξευτελισμό της λογικής μας, σε αυτό το
πανηγύρι της πολιτικής αμορφωσιάς και σε αυτή την κατάφορη προδοσία των
πολιτικών ιδεών μας. Αναμφίβολα μας προκαλούν αποτροπιασμό και αηδία οι
μετανάστες που δεν είναι πρόσφυγες, με το χυδαίο θράσος τους να απαιτούν
δικαιώματα ως λαθραίοι μπουκαδόροι. Η θέση τους είναι στις χώρες καταγωγής τους
ή, αν δοκιμάσουν να μπουκάρουν στην Ευρώπη, στον βυθό της θάλασσας. Αυτό, όμως,
δεν σημαίνει ότι θα τους φορτώσουμε το κακό που έχει σπείρει στην Ευρώπη ο φιλελευθερισμός.
Ούτε ότι θα γαυγίζουμε, σαν εκπαιδευμένοι σκύλοι των συμφερόντων του
Νετανιάχου, ότι η Ευρώπη έχει καταντήσει να κινδυνεύει από το Ισλάμ και από το κάθε τσούρμο των σανδαλιοφόρων λαθρομεταναστών. Η Ευρώπη κινδυνεύει από τον
εξουσιαστικό φιλελευθερισμό της παγκοσμιοποίησης και από τον διεθνή εβραϊσμό.
Η δεδομένη
ερμηνευτική αποτυχία της Αριστεράς
Ας δούμε τι συμβαίνει, όμως, και στο απέναντι
πολιτικό στρατόπεδο. Εκεί βλέπουμε τους πιο παραδοσιακούς μαρξιστές να ερμηνεύουν
το φαινόμενο των επεισοδίων ως ταξική εξέγερση. Αξιολογούν εσφαλμένα το
φαινόμενο, όπως είναι αναπόφευκτο λόγω των μαρξικής προέλευσης ερμηνευτικών
τους εργαλείων, παραβλέποντας ότι οι διαδηλωτές δεν είναι ένα -ενιαίο και
ομοιογενές- εργατικής προέλευσης κοινωνικό σώμα, αλλά αποτελούν σύνθεση
επιμέρους ομαδώσεων διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων (εργατικών, μικροαστικών,
μεταναστευτικά αργόσχολων που ζουν παραβατικά και με επιδόματα της Ε.Ε.).
Επιπλέον, οι μαρξιστές επικαλούνται τα ξεθωριασμένα
πλέον σλόγκαν περί της «πανουργίας του Λόγου» κι άλλες ατάκες του Έγελου για να
κρύψουν κάτω από το χαλί το γεγονός ότι η δράση των κοινωνικών τάξεων, σε
πολιτικά και οικονομικά φαινόμενα όπως αυτό της Γαλλίας, πηγαίνει συνήθως χέρι
χέρι με σχεδιασμούς ισχυρών ελίτ. Σχεδιασμούς με προορισμό ένα μέλλον που
αγνοεί επιδεικτικά της ιστοριστικές ονειρώξεις του Έγελου και του Μαρξ περί,
προοδευτικής χρονικά, κατάκτησης ανώτερων πεδίων χειραφέτησης και
αυτοπραγμάτωσης για τον άνθρωπο.
Ο νεοφιλελευθερισμός βιάζει, από την δεκαετία
του ’90, την σκέψη και τραυματίζει τις ζωές των Ευρωπαίων (πιο πριν
είχε ξεκινήσει από τους Βρετανούς, σε πιο φιλικό περιβάλλον). Ωστόσο, δεν γίνονται κάθε μέρα εξεγέρσεις.
Μολονότι, ιδίως από την δεκαετία του 2010 κι έπειτα, οι συνθήκες είναι κάτι
παραπάνω από ιδανικές. Αν εστιάσουμε στην Γαλλία, τουλάχιστον, θα δούμε ότι το
ξέσπασμα των τελευταίων κινητοποιήσεων συνδέεται χρονικά με μια σειρά γεγονότων
που αφορούν την διεθνή πολιτική σκακιέρα.
Πριν λίγες μέρες οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής
Ένωσης απέρριψαν ένα αίτημα ισχνής βοήθειας προς τα νοικοκυριά των κρατών της
για να αντιμετωπίσουν την κρίση ενέργειας. Την ίδια στιγμή ενέκριναν ένα ακόμη μεγάλο
(για τα δεδομένα της εποχής) πακέτο οικονομικής βοήθειας, προκειμένου να
ενισχυθεί ο στρατός του Ζελένσκι και να συνεχιστεί ο ρωσικός εμφύλιος.
Παράλληλα, ο Τραμπ και οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε ανοιχτή σύγκλιση με την Ρωσία
του Πούτιν και σε δηλωμένη δυσαρέσκεια προς τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Ενώ σε λίγους μήνες θα γίνουν και οι προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, με
την Λεπέν να έχει, έστω άτυπα, την έγκριση του Λευκού Οίκου ως αποδεκτή λύση.
Μολονότι δεν είμαστε στα κλειστά γραφεία
διασκέψεων κορυφής και δεν μπορούμε να εξετάσουμε με σιγουριά τι ετοιμάζουν οι ελίτ
εξουσίας, μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια ότι πρέπει να επηρεάζουν κι αυτά
τα δεδομένα τον ξεσηκωμό στην Γαλλία. Και είναι σίγουρο ότι η όποια σχέση
μπορεί να έχουν οι ζυμώσεις των εξουσιαστικών ελίτ με τις διαδηλώσεις και τους
βανδαλισμούς δεν θα λαμβάνει υπόψη την «πανουργία του Λόγου» στην οποία
πίστεψαν ο Έγελος, ο Μαρξ και οι ντετερμινιστές επίγονοί τους.
Όσον αφορά τους (μη παραδοσιακούς μαρξιστές)
μεταμοντέρνους αριστερούς, περιμένουμε ακόμη να ξεμπλέξουν τους μηρούς τους
ανάμεσα στην ταξική παραδοσιακή σοσιαλιστική ανάλυση και τον ατομικιστικό
ελευθεριακό νιτσεϊσμό, να αφουγκραστούν τα νοήματα του Ντεριντά προκειμένου να
σκεφτούν αν υπάρχει κοινωνική εμπειρία έξω από τις λέξεις του προφορικού λόγου
και τις αράδες των βιβλίων, να συμβουλευτούν τον Λακάν για να συμπεράνουν αν οι
βανδαλισμοί αποτελούν μέρος της πραγματικότητας ή του πραγματικού και, άρα,
βρίσκονται εκτός δομής αντιστεκόμενες στην εξήγηση της πολιτικής ανάλυσης, για
να αποφασίσουν αν θα αφήσουν πίσω τις γαλλικές διαδηλώσεις αναγνωρισμένες ως
εκφάνσεις ασυνείδητης ανατροπής της πατριαρχίας ή ερμηνευμένες ως εκδηλώσεις
λούμπεν συγκεκαλυμμένου καπιταλισμού, προκειμένου να ταξιδέψουν τελικά στην
Ελλάδα για να διεκδικήσουν μια θέση ΕΔΙΠ σε κάποιο ίδρυμα κοινωνικών επιστημών
και να ψηφίσουν Τσίπρα. Η Γαλλία είναι η πατρίδα της μεταδομιστικής θεωρίας.
Μην το ξεχνάμε αυτό.
Φιλελεύθερο κέντρο και ερμηνευτική αδυναμία
Οι κεντρώοι φιλελεύθεροι, ανά την Ευρώπη,
βρίσκονται στον ερμηνευτικό αντίποδα. Εστιάζουν μόνο στις ζυμώσεις
συγκεκριμένων ελίτ, παραβλέποντας τους υπόλοιπους παράγοντες που συνθέτουν το υπό
εξέταση γεγονός. Οι κεντρώοι είναι, παράλληλα, στην πιο δύσκολη θέση. Θυμίζουν
τους ομοϊδεάτες τους μνημονιακούς της Ελλάδας, κατά την προηγούμενη δεκαετία. Πρέπει
να υπερασπιστούν ένα πουλέν του πολιτικού τους χώρου, όπως ο πρόεδρος Μακρόν. Και
επειδή δεν έχουν περιθώρια ερμηνευτικής παρηγοριάς, αναπληρώνουν αυτή την
έλλειψη με το επικοινωνιακό θράσος.
Η ερμηνευτική των κεντρώων φιλελεύθερων έχει
μια ομοιότητα με εκείνη των ακροδεξιών. Καταλήγει στην συνωμοσιολογία. Σαφώς πιο
ραφιναρισμένα και με πολιτικό λόγο που αποφεύγει την χοντροκοπιά της
Δεξιάς/ακροδεξιάς. Αλλά, στην ουσία της, η ερμηνευτική των κεντρώων είναι
εξίσου συνωμοσιολογική με εκείνη των δεξιών. Τι υποστηρίζουν οι κεντρώοι; Ότι οι
βανδαλισμοί είναι ένα σχέδιο της γαλλικής ακροδεξιάς και Αριστεράς, προκειμένου
να ευνοηθούν στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές και να προκρίνουν τους
υποψήφιούς τους στον δεύτερο γύρο. Η όλη ερμηνευτική περιγραφή των κεντρώων
εστιάζει σωστά στις ζυμώσεις των διαφόρων ελίτ, παραβλέπει χονδροειδώς
λανθασμένα την εμπλοκή του κοινωνικού, οικονομικού και ταξικού παράγοντα ως
κύριου λόγου αφετηρίας των διαδηλώσεων και εκφυλίζει ερμηνευτικά το τελικό της συμπέρασμα,
δίνοντάς του επικοινωνιακά σκοτεινές αποχρώσεις. Παρουσιάζει τα γεγονότα ως απόρροιες
μιας σκοτεινής συμφωνίας ανάμεσα στον Μελανσόν και την Λεπέν.
Παραβλέπει, έτσι, ότι μια τέτοια συμφωνία, αν
έχει γίνει, αποτελεί μια μόνο πτυχή του όλου φαινομένου. Όσες συμφωνίες κι αν
έκαναν η Λεπέν με τον Μελανσόν, αν δεν υπήρχε η νεοφιλελεύθερη λιτότητα με τις αντιανθρώπινες
συνέπειές της και μια σειρά άλλων ζυμώσεων σε ισχυρούς κύκλους εξουσιαστικών ελίτ του διεθνούς παράγοντα είναι πολύ αμφίβολο αν θα ξεσπούσαν οι ταραχές. Οι κεντρώοι νομίζουν
ότι απαντούν στα ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με τις διαδηλώσεις, με το να
περιγράφουν την πολιτική πραγματικότητα.
Επίσης, αλλοιώνουν ερμηνευτικά το νόημα των
πολιτικών συνεργασιών. Η κάθε Λεπέν και ο κάθε Μελανσόν μπορούν να κάνουν
οποιαδήποτε συμφωνία εξασφαλίσει θετικά αποτελέσματα για τις πολιτικές τους
παρατάξεις, χωρίς να υπάρχει κάποιο ταμπού που θα τους αποτρέψει. Αντίστοιχη επαφή,
δηλωμένη δημόσια μάλιστα, υπάρχει στην πολιτική ζωή της Γερμανίας. Η AFDσυνομιλεί
με αριστερή παράταξη για να εξασφαλιστούν ποθητοί συσχετισμοί δυνάμεων στις Βουλές
τοπικών γερμανικών κρατιδιών. Μόνο που εκεί δεν καίγονται πόλεις. Γιατί η
γερμανική οικονομία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να προσφέρει μια βασική, εντός
καπιταλιστικών συνθηκών, εργασιακή ασφάλεια, απέναντι στις απαιτήσεις της
νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Γιατί εκεί υπάρχει μια διαφορετική ιστορική (μεταπολεμική τουλάχιστον) πολιτική παράδοση στην οποία δεν βρίσκουν (ακόμη) θέση οι εξεγέρσεις και οι βανδαλισμοί. Γιατί εκεί αργούν ακόμη οι εθνικές εκλογές που μπορεί να τραβήξουν την προσοχή του Τραμπ και άλλων μελών της εξουσιαστικής διεθνούς ελίτ.
«Ένας αλήτης πέθανε»
Πέθανε πριν λίγες ώρες ο εφοπλιστής Γιώργος
Βαρδινογιάννης και οι ποδοσφαιρόφιλοι έχουμε να θυμόμαστε πολλά από τον
«καπετάνιο». Υπήρξε, αναμφίβολα, μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες της
ελληνικής ποδοσφαιρικής ζωής. Κάποιοι θα πουν ότι αγαπήθηκε από χιλιάδες φιλάθλους, όπως
συμβαίνει συνήθως όταν έχουμε να κάνουμε με την απώλεια μιας ζωής. Ωστόσο, οι
παλαιότεροι θυμόμαστε ότι μισήθηκε από περισσότερους.
Η οικογένεια Βαρδινογιάννη έχει πλούσιο
παρελθόν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Με πρόγονο πολιτικό του
βενιζελικού κέντρου και φιλικά προσκείμενο προς την οικογένεια Παπανδρέου, που
συνελήφθη από τους αξιωματικούς του Τρίτου Ράιχ και δραπέτευσε με την βοήθεια των
αγγλικών μυστικών υπηρεσιών. Με άλλο συγγενή που αύξησε την οικονομική δύναμη
της οικογένειας συνεργαζόμενος με τον Ωνάση και σπάζοντας το εμπάργκο προς το
κράτος των λευκών της Ροδεσίας, το οποίο είχε επιβάλλει ο ΟΗΕ (έχουν δυο λόγους
να συμπαθούν την οικογένεια Βαρδινογιάννη τα «γκαρσόνια»), περνώντας τα πλοία
του κάτω από την μύτη του βρετανικού πολεμικού ναυτικού (εδώ υποθέτει πολλά ο
πονηρός νους) που εκτελούσε την εντολή της διεθνούς κοινότητας. Με αυτά και με πολλά άλλα οι
Βαρδινογιάννηδες έγιναν με τον καιρό μια από τις οικονομικά και κοινωνικά
ισχυρότερες οικογένειες της Ευρώπης. Έγιναν, ασφαλώς, και μια από τις
οικογένειες που μπορεί να εκβιάζει, μέσω ενός αντεθνικού ολιγοπωλίου
διυλιστηρίων (η άλλη είναι η οικογένεια Λάτση), το τραγελαφικά δύσμοιρο
ελλαδικό κράτος.
Όσοι γνωρίζουν την οικογένεια εκ των έσω
θυμούνται ότι δρούσε με όρους αυστηρής ιεραρχίας. Ο πρωτότοκος αναλάμβανε
εξολοκλήρου την διαχείριση των επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα αδέρφια είχαν
εντελώς βοηθητικό και μη ουσιαστικό ρόλο (αρκούνταν απλώς στο να λαμβάνουν ένα
ποσό των τεράστιων κερδών και να «κάνουν την ζωή τους»). Μετά τον θάνατο του
μεγάλου του αδελφού, αφεντικό της οικογένειας έγινε ο Βαρδής Βαρδινογιάννης.
Ένας σκληρός άντρας, που άνθρωποι του περιβάλλοντός του λένε ότι ελάχιστοι
μπορούσαν να αντέξουν την κοφτερή του ματιά που ξεπηδούσε κάτω από τα δασώδη
φρύδια.
Ο Βαρδής ήταν επιχειρηματίας που εργαζόταν
σκληρά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν του άρεσε το lifestyleκαι
ο δημόσιος βίος. Αμείλικτος με τα στελέχη των εταιριών του, έδινε απίθανα
μεγάλους μισθούς στους χαμηλόβαθμους εργαζόμενούς του για να εξαλείψει κάθε
πιθανότητα συνδικαλιστικής τους δράσης και μιλούσε σαν προϊστάμενος σε πολλούς
πολιτικούς. Ωστόσο, κρατούσε πάντα τα προσχήματα με τους πρωθυπουργούς και
συμφωνούσε μαζί τους να πραγματοποιεί συγκεκριμένες επενδύσεις που επηρέαζαν το
εθνικό ΑΕΠ, όταν τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα ακουμπούσαν το ολιγοπώλιό του.
Ανάμεσα στις επιχειρήσεις του ομίλου
Βαρδινογιάννη ήταν και ο Παναθηναϊκός. Ο Βαρδής, εσωστρεφής και σκληρός
επιχειρηματίας, δεν γινόταν να καταπιαστεί με την διοίκηση μιας επιχείρησης που
απαιτούσε καθημερινή έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας, διαχείριση μαζικών
λαϊκών στρωμάτων και μη οικονομικά επωφελή ανταγωνισμό με άλλα
επιχειρηματικά συμφέροντα. Μπορεί να ήταν το μεγάλο πορτοφόλι, μπορεί να επισκεπτόταν τους
ποδοσφαιριστές του τριφυλλιού πριν τους μεγάλους αγώνες για να δώσει κύρος στις
οικονομικές υποσχέσεις της προσδοκώμενης νίκης, μπορεί να παρενέβαινε προκειμένου να επιβάλει τις απαιτήσεις του Παναθηναϊκού επί προέδρων μικρότερων ομάδων και
παραγόντων του ελληνικού δημοσίου όταν κρινόταν απαραίτητο. Όμως, την προεδρία
και την καθημερινή διοίκηση της ΠΑΕ την είχε αφήσει στα χέρια του αδερφού του
Γιώργου.
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν διαφορετικός. Οξύθυμος, προκλητικός, με έντονη κοσμική ζωή και τα
δημοσιογραφικά φλας επάνω του, σημάδεψε την ταυτότητα του Παναθηναϊκού ως
συλλόγου της πλουτοκρατίας και της γκλαμουράτης ελλαδικής ελίτ των 80’sκαι
των 90’s.Η
ταυτότητα αυτή ήταν εξαρχής αγκάθι στα μάτια των φανατικών της θύρας 13 και
αρκετών οπαδών του τριφυλλιού, που είχαν λαϊκά εργατική και μικροαστική
κοινωνική προέλευση.Όμως, ο
«καπετάνιος» ήταν ξερό κεφάλι. Όταν διαπίστωσε ότι η θύρα 13 δεν ήταν
συνεργάσιμη, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την διαλύσει. Η μετάβαση
της έδρας από το στάδιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στο ΟΑΚΑ έγινε βάσει του
παραπάνω σκεπτικού. Ο ΠΑΟ έπρεπε να είναι ευρωπαϊστικά γκλαμουράτος και μακριά
από την θύρα 13.
Μόνο
που στο αχανές ΟΑΚΑ, οι φανατικοί της θύρας 13 βρήκαν τρόπους να δραστηριοποιηθούν
με ασφάλεια. Τότε η προσέγγιση του «καπετάνιου» άλλαξε. Κατάλαβε ότι καλύτερη
λύση ήταν ο έλεγχος των φανατικών μέσω των χρημάτων. Με τον καιρό κατάφερε να
πάρει με το μέρος του τους επικεφαλείς του πιο σκληρού συνδέσμου οπαδών του Παναθηναϊκού.
Οι ηγέτες των Cockneysέγιναν
οι πρώτοι φανατικοί και χούλιγκανς υπάλληλοι της Ελλάδας. Μερικά χρόνια αργότερα,
θα ακολουθούσαν τον δρόμο τους όλοι σχεδόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων κάθε μεγάλης ελληνικής ομάδας. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος στον τρόπο έμμισθης ενσωμάτωσης
ενός συνδέσμου φανατικών στην στρατηγική της διοίκησης μιας ΠΑΕ.
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος και
σε κάτι άλλο. Ακόμη σημαντικότερο. Βλέποντας, κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας
του, ότι οι παλιοί πρόεδροι των αντίπαλων ομάδων δοκίμαζαν να κερδίσουν με
παραδοσιακές τακτικές, όπως η εξαγορά ενός διαιτητή ή κάποιων αντιπάλων ποδοσφαιριστών, κατάλαβε ότι θα κέρδιζε το στρατηγικό πλεονέκτημα
μεταφέροντας την διαπλοκή σε ένα ανώτερο πεδίο. Σε ένα πεδίο εντός του οποίου
θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μονοπωλιακά την οικονομική του ανωτερότητα. Όλοι
οι πρόεδροι ομάδων της Α Εθνικής Κατηγορίας είχαν την δυνατότητα να επηρεάσουν
με δωροδοκία αντίπαλους ποδοσφαιριστές ή διαιτητές. Κανείς όμως, εκτός από τον «καπετάνιο»,
δεν είχε την ισχύ ώστε να ελέγξει έναν κρατικό θεσμό.
Ο Βαρδινογιάννης κατάλαβε ότι για να έχει
συνεχώς την διαιτησία δική του, χωρίς να εμπλέκεται σε επικίνδυνους και
συνεχείς ανταγωνισμούς δωροδοκιών ανά Κυριακή, χρειαζόταν απλά να εντάξει στον
κύκλο της επιρροής του την ΕΠΟ και τον κρατικό μηχανισμό επιλογής διαιτητών. Έτσι,
έστησε την ποδοσφαιρική του αυτοκρατορία βασιζόμενος σε ημιγραφικούς τύπους της
εποχής, όπως οι Τριβέλας, Δέδες κλπ. Ο «καπετάνιος», για μια ακόμη φορά, είχε
μετατρέψει τις τακτικές του σε μοντέλο οργάνωσης ενός κοινωνικού φαινομένου. Δεν
ήταν μόνο η χειραγώγηση του οπαδικού κινήματος και η μετατροπή του σε στρατό
επιχειρηματικών συμφερόντων. Ήταν η δόμηση του τρόπου λειτουργίας, που αναπαράγεται
μέχρι σήμερα, στο ελληνικό ποδόσφαιρο.
Ωστόσο, ο «καπετάνιος» ως πρόεδρος είχε μια
κατάληξη που θυμίζει επικεφαλής παραβατικού δικτύου. Το 1997, μια μόλις χρονιά
μετά την απόλυτη αποθέωσή του ως προέδρου, έγινε η αρχή
του τέλους του από ανθρώπους μιας άλλης κλίκας που χρησιμοποίησαν εναντίον του τις
πρακτικές που εκείνος είχε εγκαθιδρύσει. Ο Σωκράτης Κόκκαλης, μετά από τέσσερα
χρόνια ποδοσφαιρικών του διασυρμών, βρήκε τον τρόπο να εκπαραθυρώσει τους ανθρώπους
του Βαρδινογιάννη από την ΕΠΟ και την διαιτησία, χτίζοντας την δική του
αυτοκρατορία και αναγκάζοντας την οικογένεια Βαρδινογιάννη να αποσυρθεί τελικά,
μετά από μερικά χρόνια, από το ποδόσφαιρο.
Πολλοί παναθηναϊκοί κατήγγειλαν τον «καπετάνιο»
γιατί στις μέρες της προεδρίας του το τριφύλλι δεν κατέκτησε όλους τους τίτλους,
μολονότι ο πρόεδρός του είχε τον έλεγχο του ποδοσφαιρικού συστήματος. Ξεχνούν
ότι, πρώτον, αντίπαλοι του Βαρδινογιάννη ήταν ισχυροί παίκτες εκείνης της εποχής
σαν τον Νταϊφά, τον Κοσκωτά, τους πρώιμους Γιδόπουλο και Μελισσανίδη, οι οποίοι -ακόμη κι αν δεν είχαν την σταθερή δυναμική του «καπετάνιου»- μπορούσαν να
προτάξουν ισχυρή παρασκηνιακή αντίσταση κατά καιρούς. Και, δεύτερον, ότι ο
Βαρδινογιάννης είχε τα ηνία του ελληνικού ποδοσφαίρου την εποχή που
πρωθυπουργός, στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ένας εξίσου
ισχυρός παρεμβατικός παράγοντας, που ήθελε να κρατά τα κλειδιά του κράτους σε
πολλά επίπεδα. Ο Παπανδρέου, μολονότι οι Βαρδινογιάννηδες ήταν υποστηρικτές
του, δεν δίστασε να επιχειρήσει το μεγάλο σχέδιο απαλλαγής του κράτους από εκδότες
που προκαλούσαν προβλήματα και του ελληνικού ποδοσφαίρου από την ηγεμονία Βαρδινογιάννη,
μέσω του «σχεδίου Κοσκωτά». Σε αντίθεση με την περίοδο της ηγεμονίας του Κόκκαλη η οποία εγκαθιδρύθηκε σε πολύ πιο ευνοϊκό περιβάλλον, όταν η έλευση του Κώστα Σημίτη και του εκσυγχρονισμού
μετέτρεψε το ελλαδικό κράτος, απροκάλυπτα, σε οίκο ανοχής των οικείων
επιχειρηματιών.
Όσοι είμαστε Ολυμπιακοί ή άλλων ομάδων
υποστηρικτές, θυμόμαστε τον «καπετάνιο» σε πολλά σκηνικά τα οποία σημάδεψαν την
εφηβεία μας. Διαλύσαμε τις φωνητικές μας χορδές στις μαρμάρινες εξέδρες των
παλιών γηπέδων, φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του. Μάθαμε να μισούμε την
οικογένεια Βαρδινογιάννη και χαιρόμασταν που οι ομάδες μας παρέμεναν λαϊκές και
είχαν σωθεί από το «γκλαμουράτο λουστράρισμα» που αναγκάστηκε να υποστεί το
τριφύλλι. Μπορεί να μισούσαμε θανάσιμα τους οπαδούς του Παναθηναϊκού αλλά,
ταυτόχρονα, κατανοούσαμε τον πόνο τους. Σεβόμασταν όσους «βαζέλες» στέκονταν
απέναντι στο σύστημα Βαρδινογιάννη, διεκδικώντας μια λαϊκή ταυτότητα για την
ομάδα τους, μακριά από τις lifestyleφλωριές.
Πού να ξέραμε τι θα ερχόταν μετά από λίγα χρόνια; Πού να φανταζόμασταν ότι το «σύστημα
Βαρδινογιάννη» θα εξαπλωνόταν σαν καρκίνωμα, μολύνοντας συνολικά το ελληνικό
ποδόσφαιρο και μεταστατικά τον οπαδικό κόσμο, σε νέες και πιο επικίνδυνες
εκδοχές;
Ο «καπετάνιος» και ο Βαρδής είχαν ένα κακό το οποίο δεν είχαν οι κληρονόμοι της παρασκηνιακής τους τακτικής στο ποδόσφαιρο. Ήταν από εκείνα τα χρόνια «νεοφιλελεύθεροι». Υπέρ της λιτότητας. Ενώ από το 1979 μέχρι το 1985
έφτιαξαν έναν υπερηχητικό Παναθηναϊκό, με καλές και ακριβές μεταγραφές, από την
στιγμή που απέκτησαν τον έλεγχο της ΕΠΟ περιορίστηκαν σε αγορές «από τα καλάθια»,
που έλεγαν και οι παλαιότεροι. Ακόμη και κάποιοι παιχταράδες που αγοράστηκαν
από τον Παναθηναϊκό μετά το 1985, όπως οι Βαζέχα, Βάντσικ και Μπορέλι, έτυχε
και βγήκαν στον ΠΑΟ. Ως μεταγραφικές επιλογές ήταν τριτοτέταρτοι, φτηνοί και χωρίς
αναγνωρισμένη ποδοσφαιρική αξία μέχρι τότε. Αυτό, προφανώς, έστρεφε συχνά
μεγάλη μερίδα οπαδών του Παναθηναϊκού εναντίον του «καπετάνιου». Μια από τις
πλέον χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις ήταν τον Οκτώβριο του 1993, όταν ο
ΠΑΟ έχασε 1-4 από την Λεβερκούζεν και 50.000 οπαδοί του φώναζαν στο ΟΑΚΑ το
γνωστό, εκείνα τα χρόνια, σύνθημα για τα χρήματα της οικογένειας Βαρδινογιάννη και
τον «καπετάνιο».
Πολλές ήταν οι στιγμές που ο εκλιπόντας είχε
δείξει την ισχύ του μπροστά στις κάμερες και στις εξέδρες. Αλησμόνητες εκείνες του
τελικού κυπέλλου του 1995, στην φισούνα του ΟΑΚΑ, με τον αστυνομικό και η
απειλή με περίστροφο του διαιτητή Βοτρό στο ματς εναντίον της Τορίνο το 1985. Όπως
και η «αποβολή» κλωτσηδόν του Δημήτρη Μελισσανίδη, εν μέσω γενικευμένης συμπλοκής μπράβων και παραγόντων, από την εξέδρα των
επισήμων του ΟΑΚΑ, σε ντέρμπι με την ΑΕΚ το 1999. Ή η εισβολή στα
δημοσιογραφικά θεωρεία εν ώρα ζωντανής μετάδοσης αγώνα κατά του Ηρακλή, κάπου
στην δεκαετία του 2000. Ή, πάλι, το ντου μαζί με την topstarτων
τότε ελληνικών γηπέδων Ανδριάνα Μαραγκού και λοιπούς παράγοντες του ΠΑΟ στον
διαιτητή Κουκούλα, μετά το τέλος ιστορικού προημιτελικού ενάντια σε έναν
ιπτάμενο Θρύλο του Όλεγκ Μπλαχίν, στο ΟΑΚΑ, την άνοιξη του 1992, όταν και ο «καπετάνιος»
δήλωσε «αυτός ο διαιτητής έχει τελειώσει από σήμερα για το ελληνικό ποδόσφαιρο»
(κάτι που ασφαλώς έγινε πράξη την επόμενη κιόλας ημέρα).
Μπορεί εκείνα τα χρόνια όσοι υποστηρίζαμε τον
Θρύλο ή άλλες ομάδες να ζούσαμε και να αναπνέαμε για να βρίζουμε τον «καπετάνιο».
Σήμερα, όμως, εγώ τουλάχιστον θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις εποχές.
Όχι γιατί ξεχνώ την επί δεκαετίες επίδειξη μεγαλοαστικής αλητείας, εκ μέρους
του εκλιπόντα, στους αγωνιστικούς χώρους. Ούτε γιατί παραβλέπω την παρακαταθήκη
της μαφιόζικης παρέμβασης των επιχειρηματιών στις ανίσχυρες κρατικές δομές
διοίκησης του ελλαδικού ποδοσφαίρου. Ούτε, βέβαια, γιατί δεν συνυπολογίζω την παθογένεια
του φτηνού προτύπου ζωής που αναδείχθηκε μέσα από τον καταγεγραμμένο στους δημοσιογραφικούς
φακούς δημόσιο βίο του «καπετάνιου», με τις διαδοχικές ερωτικές σχέσεις με
νεότερες και τραγελαφικές «στάρλετς». Θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις εποχές
γιατί, μολονότι είχαν πρωταγωνιστές ανθρώπους σαν τον «καπετάνιο», ήταν κατά
πολύ καλύτερες από αυτές που ακολούθησαν.
Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν ο κακός της εφηβείας
τριών γενιών Ελλήνων. Αλλά στο τέλος έχασε κι εμείς το χαρήκαμε. Αναμφίβολα,
μέχρι να το πάθει, μας πρόσφερε στιγμές διασκέδασης. Διασκέδασης, που απέρρεε
από την συμπεριφορά του. Μια συμπεριφορά η οποία, μέσα στα πολλά αρνητικά της,
απέπνεε κάτι από την παλιά ελληνική κουλτούρα της λαϊκότητας και της καφενειακής
μαγκιάς. Ο Γιώργης μπορεί να είχε τα λεφτά για να αγοράσει ένα ολόκληρο κράτος, αλλά συμπεριφερόταν σαν τους τυπικούς μεσήλικες Έλληνες των παλιών καφενείων.
Ο «καπετάνιος» ήταν αληταράς, χωρίς
αμφιβολία. Όπως κι εμείς, οι τότε χούλιγκανς, που τον μισούσαμε. Με την διαφορά
ότι εμείς ήμασταν ρομαντικοί, αγνοί οργανωτές της αδιαλλαξίας (όπως έγραφε ένα
οπαδικός ιστότοπος), που αγαπούσαμε αφιλοκερδώς τις ομάδες μας. Ενώ εκείνος κινητήριος
μοχλός μιας κοινωνικής διαφθοράς και θεσμικής παθογένειας. Ήταν η αλητεία του
που τον έκανε να αντιλαμβάνεται τους κώδικες επικοινωνίας του γηπέδου και τον
ενέταξε στον κόσμο μας. Έστω και στον μόνιμο ρόλο του κακού.