Ανταπόκριση
από το 4ο Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (μέρος α)
του
Παναγιώτη Μπουρδάκου
Καθώς το μεσοκαλόκαιρο πλησίαζε και οι ζεστές
αθηναϊκές μέρες και νύχτες διαφαίνονταν όλο και πιο κοντά στον ορίζοντα, μια
σύντομη απόδραση από την πόλη αποτελούσε μονόδρομο. Η πρόσκληση ενός φίλου για
μια επίσκεψη στο εξοχικό του ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσε να έρθει.
Πολύ περισσότερο εφόσον το εξοχικό βρισκόταν σε παρακείμενη πόλη του αρχικού
προορισμού που είχα κατά νου. Ο προορισμός μου βρισκόταν στη δυτική Πελοπόννησο
και πιο συγκεκριμένα στην Ανδραβίδα, την πάλαι ποτέ πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου
της Αχαΐας. Δεν θα μπορούσε να υπάρχει καλύτερη αφορμή για την πρώτη μου
επίσκεψη στην πόλη από τη διεξαγωγή του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, το οποίο έλαβε
χώρα για τέταρτη συνεχόμενη φορά στην κεντρική πλατείας της πόλης με φόντο τον
εξαιρετικά φωτισμένο γοτθικό ναο της Αγίας Σοφίας


Συναυλιακές υποχρεώσεις με απέτρεψαν από το
να παρακολουθήσω τις προηγούμενες χρονιές του Φεστιβάλ, αλλά φέτος αυτό ήταν το
πρώτο στη λίστα μου. Η συνεχής ενημέρωση από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης
(Facebook, Instagram) για τα δρώμενα και τους συμμετέχοντες ενέτεινε την
προσμονή μου και αποφάσισα να κάνω έκπληξη στο φίλο μου Σταμάτη Μαμούτο και να
παραβρεθώ σε αυτό για να παρακολουθήσω πώς είχε γράψει τα σενάρια και είχε
σκηνοθετήσει ένα φεστιβαλικό ταξίδι στο χώρο και τον χρόνο. Γιατί, όντως, ήμουν
βεβαιος ότι αυτό που θα σκηνοθετούσε και θα έγραφε ο Σταμάτης θα αποτελούσε ένα
ταξίδι στο χρόνο γεμάτο αναβιωμένους μύθους και θρύλους.
Το Φεστιβάλ παρείχε μια πλήρη πολυθεματική
εμπειρία για περίπου τέσσερις ώρες όπου μουσικοί, ηθοποιοί, ακροβάτες, αθλητές
μεσαιωνικής οπλομαχίας και ομιλητές ανέβηκαν στη σκηνή, ο καθένας στον
προκαθορισμένο ρόλο του, να αναδείξουν μεσαιωνική ιστορική φυσιογνωμία της πόλης μέσα από πολλές και διαοφρετικές θεματικές.
Συμπληρωματικά απέναντι από την σκηνή και την
αλέα που πραγματοποιούνταν τα δρώμενα και οι συναυλίες του Φεστιβάλ υπήρχε και
υπαίθρια αγορά εκθετών comics, επιτραπέζιων
παιχνιδιών, δώρων, μεσαιωνικών ρούχων και κοσμημάτων, ημικυκλικά στημένη
απέναντι από τη σκηνή, ώστε οι επισκέπτες να μπορούν να παρακαλοθούν τα δρώμενα
ταυτόχρονα με τη βόλτα τους στους πάγκους των μικροπωλητών.
Το σκηνικό θύμιζε αγορά μεσαιωνικής πόλης. Το
μόνο που έλειπε ήταν οι ήχοι από τις οπλές των αλόγων και τη σφυρηλάτηση των
μετάλλων. Σημαντική ήταν και η σκηνογραφική συνεισφορά στη συνολική εμπειρία
καθώς η σκηνή, η ηχητική εγκατάσταση και οι πάγκοι των μικροπωλητών ήταν
διακοσμημένοι με υφάσματα, θυρεούς και λουλούδια προσομοιάζοντας, όσο δυνατόν
καλύτερα, το περιβάλλον και την αίσθηση της εποχής.




Στην υπαίθρια αγορά η αίσθηση του
χειροποίητου και του ανεκτίμητου προσωπικού χρόνου για την παρασκευή του πιο
μικρου διακοσμητικού ή της πιο βαριάς κεραμικής ήταν διάχυτη σε όλους τους
πάγκους. Οι μικροπωλητές με τις δημιουργίες τους σε έβαζαν στο δικό τους
μικρόκοσμο, παρουσιάζοντας έργα και προΐόντα εμπνευσμένα από τα προσωπικά τους
ερεθίσματα που παρέπεμπαν σε αισθητικές μιας εποχής αλλοτινής. Η ποικιλία
εκτεινόταν από κεραμικά είδη (π.χ. κούπες, ποτήρια, διακοσμητικά), δερμάτινα
είδη, χειροποίητα επιτραπέζια των αρχαίων και μεσαιωνικών χρόνων (με ιστορική
τεκμηρίωση και επεξέγηση του παιχνιδιού), βιβλία, αρωματικά και σαπούνια καθως
και με σχετίκα μπλουζάκια.




Κάπου στο κέντρο αυτού του άτυπου εμπορικού
ημικυκλίου υπήρχε και μια γωνία για τους μικρούς φίλους όπου αγόρια και
κορίτσια χωρισμένα σε υπερασπιστές και πολιορκητές, άφησαν κατα μέρους της
οθόνες και πήραν θέσεις στις επάλξεις και στους καταπέλτες για να μυηθούν στον
κόσμο του παιχνιδιού «Κάστρα και Πολιορκητές». Αρκέτες μπάλες από βαλίστρες,
καταπέλτες και κανόνια θα κυλούσαν αδέσποτα στην πλατεία μέχρι οι μικροί ήρωες
να εξοικειωθούν με το παιχνίδι.
Όπως λέει ο σοφός μας λαός, η αρχή είναι το ήμισυ
του παντός, και η εναρκτήρια παρέλαση των αναβιωτών ιπποτών άνοιξε με έναν
πομπώδη και μυσταγωγικό τρόπο την εκδήλωση. Προπορεύονταν δυο άλογα με αναβάτες
ντυμένους με τις εσθήτες των Βιλλεαρδουίνων. Ακολουθούσαν οι γκαϊντιέρης και ο
ξυλοπόδαρος, που φορούσαν επληκτικά μεσαιωνικά ρούχα. Πίσω τους ακολουθούσε ο
δικός μας Γιάννης Wannax,
ντυμένος με βυζαντινή εσθήτα και κρατώντας ένα κανονικό ξύλινο ακόντιο με
μεταλλική αιχμή, στο οποίο είχε προσαρμοστεί ο πολεμικός θυρεός της Ανατολικής
Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Από το βάθος της εισόδου του γοτθικού ναού έρχονταν σε
δυάδες ηθοποιοί, αναβιωτές των συλλόγων Sountouched Order Of The Sun και Draconis Societatis, η συμπαρουσιάστρια της
εκδήλωσης και βραβευμένη cosplayer Εύα
Κώτσου και οι αναβιωτές/αθλητές μεσαιωνικής οπλομαχίας των συλλόγων Apocalyptic Knights και
Λέοντες (Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών).
Όταν οι παρελαύνοντες έκαναν τον κύκλο της πλατείας
απέναντι από τον μεσαιωνικό ναό της Αγίας Σοφίας ο γκαϊντιέρης Δημήτρης Αρβανίτης άφησε την
γκάιντα και πήρε στα χέρια του μια θρακική λύρα. Άρχισε να παίζει το
παραδοσιακό τραγύδι «Μαργελεμένε Γεμιτζή» και να συνοδεύει την Εύα κώτσου στην
σκηνή του Φεστιβάλ. Πίσω τους ακολουθούσαν, περπατώντας σαν μεσαιωνική φρουρά,
οι Γιάννης Wannax
και
Μανούσος Μανουσάκης. Η Εύα καλησπέρησε τους θεατές και κάλεσε στην σκηνή τον
Σταμάτη.
Η χημεία μεταξύ της Εύας και του Σταμάτη σε
ρόλους παρουσιαστών / ομιλητών και το μπρα-ντε-φερ των διαλόγων δημιούργησε μια
ευχάριστη ροή αποτρέποντας τυχόν ακαδημαΐκό ύφος στην παρουσίαση. Οι βάσεις
είχαν ήδη τεθεί για μια πολυ καλά οργανωμένη και στοχευμένη βραδιά.
Στο πρώτο τέταρτο του Φεστιβάλ ο Σταμάτης και
η Εύα πραγματοποίησαν μια άτυπη press
conference στην οποία ο Σταμάτης εξήγησε ακροθιγώς κάποιες οργανωτικές
πρακτικές, ανακοίνωσε τους χορηγούς και ανέτρεξε στην μεσαιωνική ιστορία της
περιοχής. Οι ιστορικές αναφορές είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Φεστιβάλ από την
πρώτη χρονιά, για να θυμηθούν ή και να μάθουν όλες οι γενιές την ιστορία του
τόπου τους. Μετά το πρελούδιο, ήρθε και
το κυρίως πολιτιστικό σκέλος με τους μουσικούς και τα θεατρικά δρώμενα να
εναλλάσονται. Ο Σταμάτης κάλεσε στην σκηνή τους Cantistoria. Ένα folk-rock-έντεχνο συγκρότημα με μια καταπληκτική
τραγουδίστρια που ονομάζεται Σοφία Ραφτούλη.

Οι Cantistoria στα μεσοδιαστήματα των
τραγουδιών τους αφηγήθηκαν έναν τοπικό μεσαιωνικό θρύλο που είχε γράψει υπό
μορφή αφήγησης ο Σταμάτης. Όσο οι Cantistoria έπαιζαν τα τραγούδια του set τους
στην σκηνή, μπροστά τους, στην αλέα, οι ηθοποιοί και οι αναβιωτές
αναπαριστούσαν τα κομμάτια της ιστορίας που μόλις πριν είχαν αφηγηθεί οι Cantistoria. Η αναπαράσταση είχε
σκηνοθετηθεί από τον Σταμάτη, Επιτυγχανόταν έτσι μια εντυπωσιακή διάδραση
ανάμεσα σε μουσικούς, ακροβάτες, ηθοποιούς και αναβιωτές. Σαν να παιζόταν ένα
ζωντανό βίντεο κλιπ που βομβάρδιζε μέσω ενός μαγευτικού καλλιτεχνικού
συνδυασμού τις αισθήσεις μας.
Οι τοπικοί μύθοι των Ανήλιαγων και των Δυο
Μητέρων, τοποθετημένοι στην ευρύτερη περιοχή μεταξύ του Κάστρου Χλεμουτσίου και
του Σαντομερίου, πήραν σάρκα και όστα μπροστά στα μάτια μέσω των
αναπαραστάσεων. Ηθοποιοί και συμμετέχοντες ενδεδυμένοι με τις αντίστοιχες
στολές που απαιτούσε ο ρόλος τους, μας δημιούργησαν εικόνες βγαλμένες από τα
παραμύθια και τις επικές σελίδες της φανταστικής και ευρωπαΐκής λογοτεχνίας. Οι
μουσικοί, ντύνοντας με τις μελωδίες τους τις διάφορες σκηνές, δημιούργησαν ένα
άτυπο soundtrack του Φεστιβάλ.
Οι Cantistoria αφηγήθηκαν τον μύθο των δυο
νεράιδων για τον οποίο ο Ανδρέας Καρκαβίτσας είχε γράψει ένα μικρό διήγημα που
μπορεί να αναζητήσει όποιος θέλει σε ελεύθερο αρχείο στο διαδίκτυο. Ο Σταμάτης
χρησιμοποίησε το κείμενο του Καρκαβίτσα κάνοντας τις δικές του παρεμβάσεις και
σκηνοθέτησε ένα δρώμενο που έφερνε τον κινηματογράφο φαντασίας εμπρός στα μάτια
μας σε κάτι που μοιάζει με θεατρική εκδοχή αλλά δεν είναι, μοιάζει με όπερα
αλλά δεν είναι, μοιάζει με πολλά αλλά είναι κάτι νέο. Μια δική του ιδέα
διαδραστικής καλλιτεχνικής έκφρασης. Το set list των Cantistoria περιλάμβανε
τα τραγούδια «Tourdion», «Mrs Mc Grath», «Rokatanc», «Lu Rusciu Te Lu Mare», «Mond Tanz/Child In Time» (στην εκδοχή των Blackmores Night), «Φεγγαροντυμένη» (διασκευή
«The Moon is shining (somewhere over the sea)»), «Αφούσης» (παραδοσιακό της
Κάσου), «Η Ξενιτιά του Έρωτα» (Γιώργος
Καλογήρου) και το «500 Miles» στην
εκτέλεση των The
Hooters.
Οι διασκεδαστές όπως ο ξυλοπόδαρος και ο
ακροβάτης με τις φωτιές κράταγαν ζεστό το ενδιαφέρον του κοινού μεταξύ των
απαραίτητων αλλαγών στη σκηνή ενώ το ίδιο αποτέλεσμά είχαν και οι επιδείξεις
μεσαιωνικής σπαθασκίας και κονταρομαχίας. Ιδιώς, όταν μετά το τέλος της
εμφάνισης των Cantistoria
ο
Σταμάτης και η Εύα κάλεσαν στην αλέα την σχολή μεσαιωνικών πολεμικών τεχνών Apocalyptic Knights για
μια δεκάλεπτη επίδειξη. Ο Γιάννης
Κομπατσιάρης και η Ζωή Κομπατσιάρη με τον αθλητή του Νίκο Πλαστήρα έδειξαν τι
σημαίνει πραγματική μεσαιωνική σπαθασκία και καταχειροκροτήθηκαν από τους 1000
και πλέον θεατές που είχαν κατακλύσει την κεντρική πλατεία της Ανδραβίδας.
.jpg)
Έπειτα ανέβηκαν στην σκηνή οι Γιαννιώτες Bards Guild. Ένα κουαρτέτο βιολιού, πλήκτρων,
ακουστικής κιθάρας και παραδοσιακών κρουστών. Οι Bards Guild παίζουν
folk, neofolk, κομμάτια από
κινηματογραφικά soundtracks
και
heavy metal τραγούδια σε ακουστικές και art folk εκτελέσεις.
Ανάμεσα στα τραγούδια των βάρδων ο Σταμάτης έβγαινε στην αλέα και μας
αφηγούνταν τον δεύτερο μεσαιωνικό θρύλο που παρουσιάστηκε σε δρώμενο. Πρόκειται
για τον μύθο του «βασιλιά Ανήλιαγου».
Όταν ο Σταμάτης διέκποτε την αφήγηση οι bards Guild άρχιζαν
να παίζουν τα τραγούδια τους και οι αναβιωτές να αναπαριστούν όσα είχε αφηγηθεί
μέχρι εκείνη την στιγμή ο Σταμάτης. Το set list των Bards Guild περιλάμβανε τα τραγούδια «Welcome To The Guild» και «Seven Burning Birds» των ίδιων των Bards Guild, «Gently As She Goes
(Robin Wright Beowulf) The Temple Of The King (Rainbow), Flaming Red Hair
(Howard Shore), The Bards Song (Blind Guardian) και Les Egaux De Landrais (Luc
Arbogast).
Μετά την εμφάνιση των Bards Guild ο
Σταμάτης κάλεσε στην σκήνη τον Αντώνη, αθλητή του συλλόγου μεσαιωνικής
Οπλομαχίας «Λέοντες». Ο Αντώνης φορούσε μια ιστορικά ακριβή πανοπλία των
Βαράγγων φρουρών του 11ου αιώνα. Περιέγραψε στους θεατές τα μέρη
στολής και την ιστορία των σώματος των Βαράγγων. Μίλησε για το ΗΕΜΑ και την
σχολή στην οποία προπονείται και έπειτα αποχώρησε για λίγο από την αλέα.
Ήταν η
ώρα να ανέβουν στην σκηνή οι Μελωμυθία με εξαιρετική τραγουδίστρια την Εύα
Παναγιωτοπούλου. Πρόκειται για ένα τριμελές σχήμα με μια ακουστική κιθάρα και πλήκτρα. Οι Μελωμυθία ξεκίνησαν με το «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς»
(Απόστολος Καλδάρας, Πυθαγόρας, πρώτη εκτέλεση Χαρούλα Αλεξίου) και το
«Ακριτικό (Κωνσταντίνος Παπαϊωάννου). Κατά την διάρκεια του τραγουδιού ο
Αντώνης βγήκε ξανά στην αλέα και παρουσίασε μια χορογραφημένη σκιαμαχία του
τρόπου με τον οποίο πολεμούσαν κρατώντας κοντάρι και ασπίδα οι Βαράγγοι.
Οι Μελωμυθία συνέχισαν με το «Ταραντέλα» της
Τάνιας Τσανακλίδου, «To
France» (Maggie Reilly), «Dust in the Wind» (Κansas), Boat On The River των Styxx, ένα γαλλικό τραγούδι του συγγραφέα
Νίκου Βλαντή, «Ήτανε Μια Φορά» (Σταύρος Ξαρχάκος, Κώστας Φέρρης, πρώτη εκτέλεση
Νίκος Ξυλούρης) και το «Θαλλασσινό Τριφύλλι» (Οδυσσεάς Ελύτης, Λίνος Κόκκοτος,
πρώτη εκτέλεση Ρένα Κουμιώτη). Αξίζουν συγχαρητήρια στην Εύα Παναγιωτοπούλου για το μεγάλο εύρος των τραγουδιστών από πολλά διαφορετικά στυλ που τολμά να ερμηνεύσει για να παρουσιάσει μια πλήρη μουσική πρόταση συμβατή με το ύφος του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας.
Δώδεκα η ώρα ανέβηκαν στην σκηνή οι Angelo Perlepes’ Mystery. Η μπάντα του guitar hero Άγγελου
είναι ένα από τα λίγα ελληνικά heavy
metal σχήματα
που μπορεί να ανταποκριθεί άνετα στις ανάγκες ενός μεσαιωνικού φεστιβάλ.
Έχοντας εξαιρετική μουσική παιδεία και τεχνική παίζουν τα κομμάτια τους σε
ακουστικές εκδοχές διατηρώντας έναν κρυσταλλινα καθαρό και επικά ατμοσφαιρικό
ήχο. Όταν οι Mystery
έπαιξαν
τα πρώτα δύο τραγούδια στην σκηνή μέλη του συλλόγου Suntouched έκαναν
σε στυλ σπάρινγκ μονομαχίες με σπαθιά στην αλέα μπροστά από την
σκηνή.
Έπειτα, οι αναβιωτές αποχώρησαν, τα φώτα χαμήλωσαν και άναψαν δεκάδες μικρά κεριά, που ο Σταμάτης και ο Γιάννης είχαν τοποθετήσει σε σχήμα σπαθιού στο
πλακόστρωτο της αλέας. Το συγκρότημα του Άγγελου Περλεπέ έμεινε στην σκηνή γύρω
στην μια ώρα, παίζοντας τα «Visions
Will Find The Way», «(Feels like) I’ ve Done It Before», «Unicorn», «Tales..Of The Unexpected», «Destiny», «My Dark Lord» και «Broken Sword».

Το μουσικό σκέλος του Φεστιβάλ ήταν αυτό που
μίλησε πιο πολύ στην καρδιά μου και ομολογουμένως ευχαριστήθηκα περισσότερο. Τα
τέσσερα συγκροτήματα που ανέβηκαν στη σκηνή επέλεξαν εκτελέσεις άκρως
ταιριαστές με το ύφος του Φεστιβάλ και συμπτωματικά με τα αγαπημένα μου μουσικά
ακούσματα. Ειδικά οι επιλογές των μουσικών κομματιών όπως «The Temple of the
King», «The Bard’s Song (Into the Forrest)» από τους Bard’s Guild, «Child in
Time/Mondtanz», «Φεγγαροντυμένη» από τους Cantistoria και «To France», «Dust In The Wind» από Μελωμυθία ήταν σαν δώρο και δεν
έμεινε στίχος που να μην τραγουδήσω. Θαρρώ πως βρισκόμουν είτε στα Σκωτσέζικα
Highlands, είτε στην Υόρκη της Αγγλίας είτε σε κάποιο από τα γερμανικά κάστρα
του ρομαντικού δρόμου της Βαυαρίας.

Τα τραγούδια σε αγγλικό, ιταλικό ή γαλλικό
στίχο, στα πλαίσια ενός ελληνικού Μεσαιωνικού Φεστιβάλ, δεν ξενίζει αλλά εμπλουτίζει
το μουσικό πρόγραμμα και αντανακλά την ενσωμάτωση των folk στοιχείων στη
διαμόρφωση των rock/metal μουσικών ειδών που είναι απαραίτητα για την διαμόρφωση
του μουσικού σκέλους μιας τέτοιας εκδήλωσης. Εξαλλου, η ισορροπία με ελληνόφωνα
τραγούδια επετεύχθη, μεταξύ άλλων, με τα «Αφούσης», «Η ξενιτειά του Έρωτα» από
τους Cantistoria και «Μαρμαρωμένος Βασιλιάς», «Ακριτικό», «Ταραντέλα» και «Ήταν
μια φορά» από τους Μελωμυθία.



Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια
αναγέννηση ιδιωμάτων όπως το folk rock, το medieval rock ή το renaissance rock
σε χώρες που δεν είχαν δείξει τέτοια δείγματα στο παρελθόν και ελπίζω ότι η
Ελλάδα θα γίνει μια από αυτές. Αν κρίνω από τις μπάντες που είδα και άκουσα
στην Ανδραβίδα το μέλλον είναι ελπιδοφόρο και ταλέντο υπάρχει. Δεν ξέρω,
βέβαια, αν υπάρχει υποστήριξη και δίκτυο ικανό να στηρίξει σχήματα με τόσο
ιδιαίτερο ήχο σε μια εποχή που η φράση «ελληνική μουσική» έχει ταυτιστεί με την
εκφυλισμένη ηχορύπανση που προβάλλουν νυχθημερόν τα τηλεοπτικά και τα
ισχυρότερα ραδιοφωνικά μουσικά ΜΜΕ.
Το μόνο σίγουρο είναι πως και τα τρία folk συγκροτήματα,
οι Έλληνες αυτοί τροβαδούροι, αξίζουν την προσοχή μας και την στήριξή μας για
να μεγαλώσουν ακόμα περισσότερο το αποτύπωμά τους στην εγχώρια σκηνή
υπηρετώντας ένα ιδιαίτερο μουσικό ύφος με καλά κρυμμένους αλλά ένθερμους
υποστηρικτές.
Ως η πρώτη φορά μου στο Φεστιβάλ φρονώ ότι οι
αναμνήσεις που απέκτησα και η χαρά να βλέπω αυτή την εποχή να ξετυλίγεται
μπροστά μου, και κατά μια έννοια να γινόμαστε όλοι κοινωνοί αυτής της προσπάθειας,
ήταν το κορυφαίο σημείο του βιώματος μιας ιδιαίτερης και όμορφης από κάθε άποψη
εκδήλωσης. Συγχαρητήρια στην Ομάδα Οργάνωσης του Φεστιβάλ και στον Σταμάτη που
με το δικό τους χρόνο και κόπο εγκαθιδρύουν έναν πολιτιστικό θεσμό.