- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν.   

                              Σύνοψη συμπερασμάτων για τις ευρωεκλογές

Δεν μας αρέσει να επιβεβαιώνουμε τους εαυτούς μας και να θυμίζουμε ότι αυτά που σας είχαμε γράψει επαληθεύονται. Αναγκαζόμαστε να το κάνουμε γιατί η έλλειψη κρίσης, μνήμης και -σε τελική ανάλυση- ικανότητας σκέψης που μαστίζουν τον πολιτικό μας χώρο, προϋποθέτουν γερά ταρακουνήματα. Μήπως και κάποτε συνέλθουν ορισμένοι, αρχίσουν να σκέπτονται και να θυμούνται.

 


Α) Είχαμε γράψει μετά τις περσινές εκλογές ότι στις ευρωεκλογές του 2024 θα γινόταν η αρχή του τέλους της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Κάποιοι είχαν σπεύσει να μας αμφισβητήσουν εν μέσω νεοφιλελεύθερων πανηγυρισμών. Τώρα τι έχουν να πουν; Ότι συντήρησαν την μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα; Ναι την συντηρήσατε, αν και η ψαλίδα ήταν αισθητά μικρότερη από εκείνη των δημοσκοπήσεων. Μην μας πείτε ότι περιμένατε το 28%; Αυτό το ψέμα θα το καταλάβουν ακόμη και οι αδαείς. Κανείς υποστηρικτής της κυβέρνησης δεν πίστευε ότι το ποσοστό θα ήταν κάτω από 30%. Αλλά τελικά ήταν. Και, μάλιστα, αρκετά κάτω.

Δεν έχουμε αυταπάτες. Υπάρχουν περιθώρια συσπείρωσης για την Νέα Δημοκρατία. Ψηφοφόροι αποκομμάτων τύπου Λατινοπούλου μπορούν να επιστρέψουν στην Νέα Δημοκρατία εντός λίγων ωρών, όταν υπάρξει η κατάλληλη πολιτική επικοινωνία από την κυβερνητική παράταξη. Ενδεχομένως και η ίδια η πρόεδρος του συγκεκριμένου (από)κόμματος. Το ίδιο και ορισμένοι από τους ψηφοφόρους των υπόλοιπων κομματιδίων της άκρας Δεξιάς. Όμως, αυτοί δεν φαίνεται να αποτελούν πλέον κρίσιμο πολιτικό παράγοντα. Το σημαντικό είναι ότι η Νέα Δημοκρατία, ιδίως αν αναλογιστούμε ότι σε εθνικές εκλογές η αποχή δεν θα είναι τόσο μεγάλη, απομακρύνεται αρκετά από το 40% και αισθάνεται τον κίνδυνο απώλειας της αυτοδυναμίας, ακόμη και αν καταταγεί πρώτη σε επόμενες εκλογές. Απώλεια αυτοδυναμίας σημαίνει και απώλεια κυβέρνησης.

 

Β) Οι ανόητοι του ΣΥΡΙΖΑ έχασαν μια μοναδική ευκαιρία να ρίξουν τον Μητσοτάκη σε πολιτικό ναρκοπέδιο. Αν είχαν συγκεντρώσει ένα ποσοστό γύρω στο 19%, κάτι που δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο στην περίπτωση που ανέβαζαν προεκλογικά τους τόνους και πλασάριζαν στυλιζαρισμένο επικοινωνιακό «αντισυστημικό πολακισμό», αύριο θα μπορούσαν να βάλουν τον Μητσοτάκη στα σχοινιά. Θα είχαν μειώσει την διαφορά κάτω από τις δέκα μονάδες και θα ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την σφαλιάρα που αποτέλεσε για την Δεξιά το φτωχό για τις προσδοκίες της 28%, με το να ανεβάσουν τους τόνους και να ασκήσουν αποτελεσματική αντιπολιτευτική πίεση. Αντιθέτως, υιοθέτησαν χαμηλούς τόνους στην προεκλογική τους εκστρατεία για να μην στοχοποιηθούν από τους εκσυγχρονιστές, καθωσπρέπει μενουμευρωπαίους, και από τους φιλελεύθερους αριστερούς της «κουβελικής οδού», ως λαϊκιστές. Όμως αυτούς θα τους έχουν απέναντι, ούτως ή άλλως.

Οι Συριζαίοι προτιμούν να δέχονται μια ήπια -αλλά και απαξιωτική συνάμα- κριτική από έναν πολιτικό πόλο που διαθέτει ισχύ εντός του συστήματος εξουσίας αλλά μικρή κοινωνική απήχηση και ταυτόχρονα να μην προσεγγίζουν αγανακτισμένα μαζικά κοινωνικά στρώματα, από το να προσεγγίσουν τα μαζικά αγανακτισμένα στρώματα και να δεχτούν επιθετικότερη κριτική από τον πόλο εξουσίας που ποτέ δεν θα τους στηρίξει. Είναι αυτή η στρατηγική Τσίπρα, που κάνει τους επικοινωνιολόγους να σκίζουν τα πτυχία τους. Ένα κόμμα εξουσίας παρακαλά εδώ και δέκα χρόνια το «σύστημα Σημίτη» να δεχτεί τις υπηρεσίες του και το «σύστημα Σημίτη» τις αρνείται.  

Θετικό το γεγονός ότι έμεινε εκτός η εκπρόσωπος της «αστυνομίας σκέψης στήριξης εκδοχών του μεταμοντέρνου αριστερού φιλελευθερισμού» Σοφία Μπεκατώρου. Ακόμη πιο θετικό το εκλογικό στριπτίζ της Νέα Αριστεράς. Οι τύποι που ψήφισαν μνημόνια, που εφάρμοσαν πολιτικές νεοφιλελεύθερης λιτότητας, που σύρθηκαν πίσω από την τρόικα, από  τον Σημίτη και τις ΗΠΑ του Τραμπ (εδώ πέφτει το πιο σαρκαστικό γέλιο), θυμήθηκαν ότι χάθηκε η ταυτότητα του κόμματός τους όταν απώλεσαν την ηγεσία του μέσω εκλογών που οι ίδιοι θα μπορούσαν να είχαν οργανώσει με σοβαρότερες προϋποθέσεις!! Το 2,4% που έλαβαν ήταν μάλλον πολύ. Η θέση τους είναι στο 0,3%.

 

Γ) Η ελλαδική Δεξιά είναι η παράταξη των πολιτικά καθυστερημένων. Άνθρωποι βαθύτατα συμπλεγματικοί, ανίκανοι να φανταστούν ότι υπάρχουν έννοιες όπως η αυτεξουσιότητα, η τιμή, η αξιοπρέπεια και η εθνική ανεξαρτησία, υπηρετούν οποιαδήποτε κατοχική δύναμη της πατρίδας μας ως επιστάτες. Μασκαρεύουν το αντανακλαστικό της υποτέλειας που έχουν εσωτερικεύσει με το ένδυμα του πολιτικού ρεαλισμού, της ορθολογικότητας, του εκσυγχρονισμού, του ευρωπαϊσμού και της υπευθυνότητας. Είναι αυτοί που αρνούνται να σκεφτούν ότι μπορεί να υπάρξει άλλο πολιτικό περιβάλλον πέρα από εκείνο που σερβίρουν ως μοναδική λύση, δηλαδή τον δυτικό φιλελεύθερο καπιταλισμό, τα κράτη μαφίες των ΗΠΑ, της ΕΕ και του Ισραήλ που διαφεντεύουν την πατρίδα μας. Είναι τα αφιονισμένα και άβουλα πιστά εργαλεία που πηγαίνουν στις κάλπες να ψηφίσουν Νέα Δημοκρατία, τόσο μηχανικά και επαναλαμβανόμενα, σαν να πηγαίνουν το πρωί στην εργασία τους. Ωστόσο, οφείλουμε να τους αναγνωρίσουμε ότι μετά από πενήντα και πλέον χρόνια πoλιτικής αλητείας, έκαναν και κάτι καλό. Εξέλεξαν ευρωβουλευτή έναν Έλληνα που πολιτεύτηκε για το συμφέρον της Βορείου Ηπείρου. Κατά τα άλλα, έστειλαν στην ευρωβουλή προσωπικότητες με αδιαμφισβήτητη πολιτική καλλιέργεια και κατάρτιση όπως ο Ελεονόρα Μελέτη και ο Γιώργος Αυτιάς. Κρίμα που δεν τα κατάφεραν ισάξιας ποιότητας στελέχη όπως η Νόνη Δούνια, η Μαρία Σπυράκη, η Εύη Χριστοφιλοπούλου, η Βίκυ Φλέσσα και ο Γιώργος Μουρούτης.

 

Δ) Εάν υπάρχει έστω και μισός ψηφοφόρος ο οποίος επέλεξε το κόμμα της μποτοξαρισμένης ημιπολιτικού που λανσάρει το προφίλ της χαζοξεκωλοΔΑΠίτισας και έχει το θράσος να νομίζει ότι είναι εθνικιστής, καλύτερα να μην τον πετύχουμε πουθενά.

 

Ε) Το γεγονός ότι εκπροσωπούν κοινοβουλευτικά τον εθνικιστικό χώρο κόμματα όπως αυτά του Βελόπουλου και του Νατσιού αποτελεί όχι μόνο ΝΤΡΟΠΗ για κάθε Έλληνα εθνικιστή αλλά και μια μεγάλη νίκη της άθλιας (άκρας) Δεξιάς επί των εθνικιστικών ιδεών μας. Ο Κυριάκος Βελόπουλος, μπορεί να υιοθετεί την γνωστή κωμικοτραγική ρητορική του τηλεπωλητή, η οποία του ταιριάζει ιδεολογικά και αισθητικά, αλλά δεν παύει να είναι ένας εύστροφος πολιτικός. Όχι μόνο καταφέρνει να εκμεταλλεύεται τις συγκυρίες αλλά και εστιάζει σε σημαντικές λεπτομέρειες. Είναι ο μοναδικός που ανακινεί, έστω και χλιαρά, το θέμα της Singular Logic και την ευρύτερη αλλοίωση των εκλογικών αποτελεσμάτων που, όποιος έχει μάτια και βλέπει, μπορεί να εντοπίσει σε διαδοχικές εκλογές από το 2015 κι έπειτα. Απ’ ότι υποστήριξε, ο Βελόπουλος διαθέτει στοιχεία για εκτενή νοθεία αποτελεσμάτων υπέρ της Νέας Δημοκρατίας, τα οποία θα καταθέσει στον εισαγγελέα.

Δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι η νοθεία είναι υπαρκτή, επαναλαμβανόμενη, όχι μόνο υπέρ της Νέας Δημοκρατίας αλλά, υπέρ και κατά, όσων επιλέγει η πρεσβεία των ΗΠΑ (το είχαμε γράψει και στις περυσινές εκλογές). Όπως δεν έχουμε καμία αμφιβολία ότι είναι τουλάχιστον αστείο να πιστεύει κάποιος ότι η φωλιά της μνημονιακής και αμερικανικής αλητείας, που συνιστά η ελλαδική δικαιοσύνη, θα προχωρήσει σε ουσιαστική έρευνα τέτοιων υποθέσεων.

 

Στ) Τα μικρότερα ακροδεξιά κόμματα μας πρόσφεραν στιγμές γέλιου. Μεγάλη εκλογική μάχη πραγματοποιήθηκε ανάμεσα σε κολοσσούς της πολιτικής, όπως το ΛΑΟΣ, το Κίνημα 21, η Ελλήνων Συνέλευσις και το κόμμα των Ελλήνων Συντηρητικών για το ποιο απ’ όλα θα ξεπερνούσε το 0,25%, σε εκλογές με αποχή 60%!! Λίγο πιο πάνω κατατάχθηκε η συμμαχία του Ηλία Κασιδιάρη και του Πρόδρομου Εμφιετζόγλου, η οποία έλαβε το 1,4%. Άλλη μια στρατηγική επιλογή του μεγάλου μανιτού των «νεοθνικιστών» Ηλία Κασιδιάρη είχε την κατάληξη που της έπρεπε.

Στον αντίποδα ο έτερος μεγάλος διεκδικητής της ηγεσίας του εθνικιστικού χώρου, Φίλιππος Καμπούρης, κατάφερε να καταταχθεί τρίτος σε ψήφους στο ψηφοδέλτιο του κόμματός του, πίσω από την ενενηντάχρονη (δεν αστειευόμαστε, αυτή είναι η ηλικία της) Βέφα Αλεξιάδου και λίγο πάνω από το γνωστό μοντέλο Εύη Βατίδου. Είναι ο μοναδικός ηγέτης τον οποίο δεν ψήφισε ούτε το κόμμα του!! Φοβόμαστε ακόμη και να υποθέσουμε τι θα συνέβαινε αν ο κύριος Καμπούρης είχε πείσει να πολιτευτούν στο ψηφοδέλτιο του ΛΑΟΣ δημοφιλή πρόσωπα των εκπομπών του, όπως ο «Εθνικός Σταρ» και ο «Μίστερ Μπούτιας». Ο κίνδυνος να κατέληγε πέμπτος σε ψήφους εντός του συνδυασμού του θα ήταν, αν μη τι άλλο, ορατός. Ακόμη λιγότερες ψήφους σε αυτό τον συνδυασμό έλαβε ο κύριος Φαίδων Βόβολης, ο γιατρός που πριν δυο-τρία χρόνια, την εποχή των κινητοποιήσεων κατά των εμβολίων, γνωστές gossip και συνωμοσιολαγνικές φυλλάδες της ζητωπατριωτικής (άκρας) Δεξιάς παρουσίαζαν ως μελλοντικό ηγέτη του εθνικιστικού χώρου.

Ωστόσο, ιδιαίτερο σχολιασμός χρειάζεται για την περίπτωση του Εθνικού Μετώπου. Ένα κόμμα που μπήκε στο μάτι του κυκλώνα για την επιλογή να κατεβάσει υποψήφιο τον άνθρωπο που κορόιδεψε επί δεκαετίες τον εθνικιστικό χώρο, παριστάνοντας όχι μόνο τον εθνικιστή (ενώ δε ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά ένας τυπικός Δεξιός με ρητορικές φυλετιστικές εξάρσεις) αλλά και τον θεωρητικό του χώρου (ενώ αγνοεί ακόμη και τις πλέον θεμελιώδεις αρχές της ιστορίας των εθνικιστικών ιδεών), Κώστα Πλεύρη. Στο ίδιο ψηφοδέλτιο συμμετείχαν γνωστά πρόσωπα του εθνικιστικού χώρου και, κοντολογίς, άτομα που συγκροτούσαν τον πιο κοντινό στον εθνικισμό συνδυασμό αυτών των εκλογών. Το Εθνικό Μέτωπο έλαβε 7.500 ψήφους και ποσοστό 0,19%.

Δεν θα σχολιάσουμε αρνητικά ένα κόμμα με το οποίο δεν έχουμε κάτι, πέρα από το ότι το θεωρούμε αδιάφορο. Θα γράψουμε μόνο μια παρατήρηση που έχει να κάνει με τον «εκλεκτό καλεσμένο» του στις ευρωεκλογές. Ο Πλεύρης αντιμετωπίστηκε όπως του άξιζε από τους ψηφοφόρους. Μπορεί και λίγο ελαστικά. Κανονικά έπρεπε να συγκεντρώσει τις λιγότερες ψήφους από όλους τους υπόλοιπους υποψηφίους. Θα πρέπει να είναι πολύ ευχαριστημένος με τις 1300 ψήφους που έλαβε. Ίσως τον βοήθησαν οι δικτυώσεις του στον κόσμο του αστικού life style προκειμένου να βρει δεξαμενές ψηφοφόρων ώστε να κατακτήσει την πρωτιά.

Άσχετα, πάντως, από το μαύρο χιούμορ μας, έχει σημασία να υπογραμμίσουμε ότι προβλέψαμε σωστά όσα είχαμε πει σε πρόσφατες συζητήσεις με αφελείς ακροδεξιούς που ζητούσαν να στηρίξουμε δικούς τους υποψηφίους στο ίδιο ψηφοδέλτιο, προκειμένου να ξεπερνούσαν τον Πλεύρη σε ψήφους. Όπως ακριβώς τους είχαμε πει -και όπως, ασφαλώς, ήταν αναμενόμενο- ο Πλεύρης πήρε περίπου τετρακόσες ψήφους περισσότερες από τους συνυποψήφιούς του που ακολούθησαν. Δηλαδή, ακόμη και αν γινόταν ένα θαύμα ώστε το συγκεκριμένο κόμμα να έπιανε το πολυπόθητο 3%, όσοι μας έλεγαν βλακωδώς να στηρίξουμε άλλους υποψηφίους για να μην βγει ο Πλεύρης πρώτος, θα τον είχαν στείλει με τις ψήφους τους στην ευρωβουλή. Αυτή την ικανότητα πολιτικής αντίληψης και αξιολόγησης των συνθηκών διαθέτουν άνθρωποι που επί δεκαετίες λειτουργούν ως παράγοντες του χώρου. Έτσι, για να καταλαβαίνουν κάποτε και οι τελευταίοι ανόητοι τι έχει συμβεί όλα αυτά τα χρόνια και γιατί ο χώρος αποτελεί τσίρκο και ουρά της Δεξιάς.

 

Ζ) Η Λεπέν και η Μελόνι αποτελούν δείγματα του μεταμοντέρνου εκφυλισμένου νεοεθνικισμού, που έχει διατηρήσει μόνο την παλιά εθνικιστική αντιμεταναστευτική ρητορική ενώ σε όλα τα υπόλοιπα ιδεολογικά σημεία έχει αποκηρύξει τον εθνικισμό και έχει προσχωρήσει στις θέσεις του κλασικού Δεξιού φιλελευθερισμού. Οι δυο κυρίες υιοθετούν σχεδόν τις ίδιες ιδεολογικές αρχές. Ωστόσο μόλις φάνηκε ότι η Λεπέν έχει κάποιες πιθανότητες να προωθηθεί στο κέντρο του πολιτικού συστήματος της Γαλλίας, ορδές αντιφασιστών κάγκουρων ξεχύθηκαν στους δρόμους, καίγοντας την Γαλλία και δημιουργώντας κοινωνική αναταραχή. Αντιθέτως για την Μελόνι δεν κουνήθηκε φύλλο μέχρι να γίνει πρωθυπουργός.

Θα μας πει κανείς, άλλες οι συνθήκες στη Ιταλία. Η Γαλλία έχει αποικιοκρατικό παρελθόν, μεγάλες μεταναστευτικές κοινότητες τρίτης γενιάς με δικαίωμα ψήφου κλπ. Όμως και η Ιταλία είχε κάποτε πολύ ισχυρή αριστερή παράδοση. Ενώ ακόμη διαθέτει κάποιους ενεργούς αντιφασιστικούς πυρήνες, κυρίως σε εξέδρες οργανωμένων οπαδών. Γιατί λοιπόν η Μελόνι έγινε πρωθυπουργός εν μέσω γενικευμένης ευφορίας ενώ στην Γαλλία υπάρχει εμφυλιακό κλίμα με την προοπτική να πάει καλά η Λεπέν στις προσεχείς εκλογές; Μήπως γιατί οι ΗΠΑ, το Ισραήλ και η ΕΕ έχουν βρει στην Ιταλία την πρωθυπουργό- δεξιό γκαρσόνι, που έκανε την δουλειά την οποία της ανέθεσαν; Μήπως γιατί η Μελόνι εφάρμοσε την πιο νατοϊκή και αστική πολιτική, καταφέρνοντας να ενσωματώσει μεγάλο μέρος δυσαρεστημένων ψηφοφόρων με την ψευτοπατριωτική της ρητορική σε ένα καθόλα συστημικό κόμμα; Μήπως οι ΗΠΑ, η ΕΕ και το Ισραήλ έχουν ακόμη κάποιες επιφυλάξεις για την σχέση της Λεπέν με την Ρωσία και για τα στοιχεία κοινωνικού κράτους που περιλαμβάνει η ρητορική της; Μήπως υπάρχει κάποιο αφανές νήμα που συνδέει τους μετανάστες αντιφασίστες κάγκουρες με τις κουκούλες, οι οποίοι βανδαλίζουν δημόσιους χώρους και καταστήματα στην Γαλλία, με τον αμερικανικεβραϊκό παράγοντα; Μήπως υπάρχει προφανής αισθητική ομοιότητα και αφανή νήματα ανάμεσα στους κουκουλοφόρους κάγκουρες της Γαλλίας με εκείνους άλλων χωρών; Ρητορικά τα ερωτήματα. 

                                             Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

                              Τζων Ράσκιν Παραδοσιοκρατικός Σοσιαλισμός

                                                                              Συλλογή πολιτικών κειμένων από τα έργα:

                                          Στεφάνι από αγριελιά, Οι δυο δρόμοι, Ο χρόνος και η παλίρροια, Βέλη κυνηγιού, Fors Clavigera 

μετάφραση Εύα Παναγιωτοπούλου / Αχιλλέας

επιμέλεια Σταμάτης Μαμούτος

 

Το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος φέρει τον τίτλο Παραδοσιοκρατικός Σοσιαλισμός και αποτελεί μια συλλογή πολιτικών κειμένων του Τζων Ράσκιν (1819 -1890). Η συλλογή κειμένων αυτή, σε μετάφραση των Εύας Παναγιωτοπούλου και Αχιλλέα και σε επιμέλεια του Σταμάτη Μαμούτου, αποτελεί μια σύνοψη της πολιτικής και οικονομικής σκέψης του Τζων Ράσκιν. Αν λάβουμε υπόψη ότι ελάχιστα έργα του Ράσκιν κυκλοφορούν μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος αποτελεί μια απόπειρα εισαγωγής στο σύνολο της πολιτικής και οικονομικής σκέψης του ρομαντικού διανοητή, καθώς περιλαμβάνει κείμενα από επιμέρους έργα του.


Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο Παραδοσιοκρατικός Σοσιαλισμός του Τζων Ράσκιν από τα παρακάτω βιβλιοπωλεία.

Αθήνα

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3)

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)

Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)



Απόσπασμα από το εισαγωγικό κείμενο του βιβλίου

Ο Ράσκιν έγραψε λογοτεχνικά κείμενα, κριτικά και πολιτικά δοκίμια. Έδωσε διαλέξεις και υπερασπίστηκε τις ρομαντικές ιδέες σε μια μεταβατική περίοδο για το ρομαντικό κίνημα. Η εποχή της συγγραφικής του δραστηριότητας παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί εκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1830 μέχρι και το 1889.  Κατά την διάρκεια αυτής της ιστορικής περιόδου το καπιταλιστικό σύστημα είχε σταθεροποιηθεί και δεν αντιμετώπιζε σοβαρή αμφισβήτηση ή επικίνδυνους κραδασμούς. Όμως, οι αρνητικές συνέπειες της επικράτησης του καπιταλισμού είχαν γίνει ορατές στον Ράσκιν.

Ο Ράσκιν έβλεπε τον βιομηχανικό καπιταλισμό να αναπλάθει, κατ’ εικόνα του, τις πόλεις, την ύπαιθρο και την κοινωνία της Αγγλίας.[1] Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο Ράσκιν ήταν ένας μοναχικός ρομαντικός που ασκούσε δριμεία κριτική στον φιλελεύθερο καπιταλισμό από την ρομαντικά αντιδιαφωτιστική σκοπιά. Για τον Ράσκιν η πολιτική πάλη των κομμάτων του βρετανικού πολιτικού συστήματος ήταν ένα παιχνίδι διαμορφωμένο με τους όρους της αστικής τάξης και των καπιταλιστών. Καλούσε τους εργάτες να απαξιώσουν ως αίτημα το δικαίωμα ψήφου. Ο ίδιος δεν ψήφισε ποτέ. Προσπάθησε να βρει εναλλακτικές οδούς για να εκφράσει τις ιδέες του. Το 1871 πρωτοστάτησε στην ίδρυση της «Συντεχνίας του Αγίου Γεωργίου». Ήταν μια ένωση επηρεασμένη από την παράδοση των μεσαιωνικών συντεχνιών.  Οι εταίροι της κατέβαλαν μέρος των εισοδημάτων τους για να αποκτήσουν αγροτική γη και εργαστήρια, προκειμένου να υλοποιήσουν τις αρχές της συλλογικής και χειροτεχνικής εργασίας. Η «Συντεχνία του Αγίου Γεωργίου» άρχισε να λειτουργεί το 1875 αλλά γρήγορα απογοήτευσε τον Ράσκιν. Μολονότι εργάστηκε συστηματικά για τους σκοπούς της «Συντεχνίας», αποχώρησε σταδιακά από τις δραστηριότητές της κατά την δεκαετία του 1880. Ήταν μια προσπάθεια που δεν κατάφερε να εκπληρώσει τις προσδοκίες του.[2]

Όπως παρατήρησε ο Παναγιώτης Κονδύλης, μια απ’ τις κεντρικές ιδέες του Ράσκιν ήταν ότι μεταξύ τέχνης και κοινωνίας υφίσταται μια αναγκαία συνάρτηση. Τόσο η τέχνη είναι ένα κοινωνικό φαινόμενο όσο και η κοινωνία, στην ιδανική της περίπτωση, πρέπει να είναι ένα έργο τέχνης.  Αυτό σημαίνει ότι η κριτική της τέχνης και η κριτική της κοινωνίας είναι όψεις του ίδιου νομίσματος. Στην σκέψη του Ράσκιν ο άσχημος και υλιστικός κόσμος του φιλελεύθερου καπιταλισμού δεν επιτρέπει την δημιουργία αληθινής τέχνης. Συνεπώς, η ανάγκη για καλλιτεχνική δημιουργία πρέπει να προκαλέσει την εξέγερση εναντίον του καπιταλισμού και το αίτημα για μια νέα εποχή. Η ιδανική κοινωνία είναι μια κοινωνία που διαμορφώνεται βάσει αισθητικών προτύπων και στηρίζεται σε μια δίκαιη ιεράρχηση.


Ο Ράσκιν συνδύασε τον αντιματεριαλιστικό Ρομαντισμό, την λατρεία της ομορφιάς, την έμφαση στην καλοσύνη και την ιεραρχική αντιδημοκρατική οργανική κοινότητα. Συνέδεσε το νόημα της τέχνης με την βελτίωση της ηθικής, καθώς και με την κριτική της αταξίας του καπιταλιστικού παρόντος.[3]  Ο Ράσκιν αναγνώρισε μια τομή στο διανοητικό του έργο. Κατά τις δεκαετίες 1840 και 1850 εστίασε στην αισθητική κριτική. Στις δεκαετίες του 1860, ’70 και ’80 πραγματοποίησε μια στροφή προς την ανάλυση της πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Η συλλογή δοκιμίων Unto this Last, που άρχισε να κυκλοφορεί περιοδικά το 1860, αποτέλεσε το σημείο καμπής της στροφής του προς την κοινωνική κριτική. Ωστόσο η συγκεκριμένη τομή δεν διατάραξε την ενότητα της σκέψης και του έργου του. Όπως επισημαίνουν οι Löwy και Sayre, «αν και δεν μπορούμε βέβαια να αρνηθούμε μια εξέλιξη του Ράσκιν σε ένα πλήθος επιπέδων, ούτε την ύπαρξη παραλλαγών και αντιφάσεων στις θέσεις του, δεν παύει να είναι αλήθεια ότι, μ’ ένα τρόπο θεμελιώδη, ο άνθρωπος και το έργο του παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ενότητα».[4]

Ο Ράσκιν διάβασε την ιστορία ως μια σταδιακή πτώση της ανθρωπότητας από μια αρχική στιγμή πληρότητας. Ως αρχή του τέλους ερμήνευσε το λυκόφως του Μεσαίωνα ενώ στην Αναγέννηση διέγνωσε την ανάπτυξη της ματαιοδοξίας των ανθρώπων. Όμως, το οριστικό τέλος επήλθε στην νεωτερικότητα. «Στο Unto this Last […] καταγγέλλει την οριστική Πτώση των αγγέλων στον αιώνα της «πολιτικής οικονομίας, της βασισμένης στο εγωιστικό συμφέρον»».[5]  Ο Ράσκιν έδειξε να στρέφει τον ρομαντική του νοσταλγία σε συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους που αντιπαρέθεσε στην νεωτερική πραγματικότητα. Θαύμαζε την αρχαία Ελλάδα της ομηρικής εποχής και την Σπάρτη. Λάτρευε τον γοτθικό μεσαίωνα. Αναπολούσε την αγροτική οικογένεια των συνόρων ανάμεσα στην Αγγλία και την Σκωτία και τον γοήτευαν οι παλιές πατριές των ληστών που δρούσαν στα Highlands. Σε αυτά προσέθετε και την φροντίδα για την διαφύλαξη του πνεύματος της παιδικής ηλικίας που μπορεί να επιβιώνει στην ψυχή ορισμένων ανθρώπων, το οποίο διατηρεί στοιχεία της χαμένης πληρότητας.[6] Μέσω μιας επιλεκτικής χρήσης σημείων του προνεωτερικού παρελθόντος, ο Ράσκιν εστίασε στην παράδοση για να δείξει ότι εκεί μπορούσαν να βρεθούν οι αρχέγονοι προσανατολισμοί και το νόημα της ανθρώπινης ζωής που διασαλεύτηκαν σε ορθολογιστικές περιόδους της ιστορίας και αντιστράφηκαν ολοσχερώς με την επικράτηση των ιδεών του Διαφωτισμού στην νεωτερικότητα.         

Υπάρχουν αποκλίσεις στις προσεγγίσεις της πολιτικής σκέψης του Ράσκιν. Ορισμένοι τον είδαν ως πρωτοφασίστα, άλλοι ως υποστηρικτή του κράτους-πρόνοιας, κάποιοι ως φανατικό συντηρητικό ενώ ο Τζωρτζ Μπέρναρντ Σω ως κομμουνιστή και πρόδρομο του Λένιν.[7] Πρόκειται για μια αβεβαιότητα η οποία χαρακτηρίζει όλους τους διανοητές που συνδύασαν τον συντηρητικό εθνικισμό με τον σοσιαλισμό στην πολιτική τους σκέψη. Ο Ράσκιν συντηρούσε συνειδητά την επαφή της πολιτικής του σκέψης τόσο με τον συντηρητισμό όσο και με τον σοσιαλισμό. Στην συλλογή κειμένων που φέρει τον τίτλο Fors Clavigera, από την οποία περιλαμβάνονται δύο κείμενα σε αυτή την έκδοση, αυτοπροσδιορίστηκε τόσο ως ακραίος συντηρητικός όσο και ως ακραίος κομμουνιστής. Διευκρινίζοντας, όμως, ότι ήταν συντηρητικός όχι όπως οι Τόρηδες, αλλά όπως ο Όμηρος και ο Ουόλτερ Σκοτ και, ταυτόχρονα, κομμουνιστής όχι όπως οι νεότεροι κομμουνάροι, αλλά όπως ο Οράτιος και ο Τόμας Μορ. Ο Ράσκιν θεωρούσε ότι ο τυπικός δεξιός συντηρητικός είναι φοβικός απέναντι στην ανατροπή. Ο ίδιος επιθυμούσε να γίνει καταστροφέας (τη Νέα Υόρκη θα την κατέστρεφε ευχαρίστως για αισθητικούς λόγους)[8] και ανανεωτής.[9] Ο Ράσκιν αναζητούσε ένα πολιτικό σχήμα στο οποίο μια μορφή αντικαπιταλιστικού συντηρητικού εθνικισμού θα συνόδευε μια ιδιότυπη εκδοχή σοσιαλισμού.


Ο Ράσκιν έδειχνε δύσπιστος προς την αστική δημοκρατία και την αντιλαμβανόταν ως εξάρτημα του φιλελεύθερου καπιταλισμού. Θεωρούσε ότι η δημοκρατική πρακτική ήταν δύσκολο να αποφέρει μια αποτελεσματική διοίκηση. Όμως, αναγνώριζε ότι το πατριαρχικό καθεστώς που οραματιζόταν έπρεπε να βασιστεί σε αξίες ήθους γιατί διαφορετικά θα μετατρεπόταν σε τυραννία. Η αριστοκρατία του έπρεπε να είναι μια εργαζόμενη αριστοκρατία που τα μέλη της θα έπαιρναν γη από το κράτος (και όχι κληρονομικά) επειδή θα είχαν αποδείξει ότι μπορούσαν να την καλλιεργήσουν και να την διαχειριστούν καλύτερα από τους εργάτες. Το ανώτερο στρώμα της ιεραρχίας θα απαρτιζόταν από κατόχους και εργάτες γης. Τα βιομηχανικά και τεχνικά επαγγέλματα θα διανέμονταν από το κράτος στους λιγότερο ικανούς.

Η αρχική ιδέα για την οικονομία και την παραγωγή που υιοθέτησε ο Ράσκν ήταν αυτή του οργανικού έθνους που ζει ως συλλογικό σώμα σε συνθήκες κοινοτικής ομοιομορφίας. Πώς, όμως, θα γινόταν εφικτό να επιτευχθεί αυτός ο εθνικά κοινοτικός βίος σε συνθήκες όπως αυτές της φιλελεύθερης και βιομηχανικής νεωτερικότητας; Οι ρομαντικοί αντιδιαφωτιστές αναζήτησαν την απάντηση σε αυτό το ερώτημα με την διαμόρφωση και την υποστήριξη ενός συντηρητικού σοσιαλισμού. Στον συντηρητικό σοσιαλισμό των ρομαντικών διανοητών η αυτονομία και η ελευθερία του οικονομικού στοιχείου περιορίζεται. Το οικονομικό υποτάσσεται στο κοινωνικό και το πολιτικό. Η αγορά παύει να είναι ελεύθερη και να μετατρέπει την κοινωνία σε εργαλείο της. Καθίσταται αυτό που ήταν στα αρχαία και τα μεσαιωνικά χρόνια. Μια απλή διεργασία που εξυπηρετεί τις συναλλαγές των προσώπων.

Στο πλαίσιο μιας ρομαντικής συντηρητικής πολιτικής οικονομίας η αγορά δεν διαμορφώνει τις συνθήκες της οικονομικής δραστηριότητας και πολύ περισσότερο δεν καθορίζει την κοινωνική πραγματικότητα. Τον τελευταίο λόγο για την οικονομία έχει ένας εποπτικός φορέας πατερναλιστικής εθνικής εξουσίας. Τα μεμονωμένα πρόσωπα και οι εταιρείες που δρουν οικονομικά δεν ανταγωνίζονται, όπως προϋποθέτει το φιλελεύθερο μοντέλο, αλλά συντονίζονται άνωθεν. Ενώ και οι κοινωνικές τάξεις δεν συγκρούονται, όπως προϋποθέτει η μαρξιστική ανάλυση, αλλά συνεργάζονται. Η ιδιωτική ιδιοκτησία δεν καταργείται, αλλά εποπτεύεται. Η κοινωνική ιεραρχία δεν ισοπεδώνεται, όπως υποστηρίζει ο κλασικός σοσιαλισμός. Αναδιαρθρώνεται και αποκτά μια νέα μορφή που δεν βασίζεται στον πλούτο, όπως συμβαίνει στο φιλελεύθερο μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας, αλλά στην ηθική και πρακτική αξιοσύνη που απορρέουν από ένα έθνος το οποίο επιτελεί τον ιστορικό του ρόλο σαν οργανικά δεμένη πατριά με όρους στρατιωτικής κουλτούρας.[10]    

Σε αντίθεση με τον συντηρητικό σοσιαλισμό της ταξικής συνεργασίας εντός ενός πατερναλιστικού εθνικού κράτους, που οραματίστηκε ο Ράσκιν, το μοντέλο του φιλελεύθερου καπιταλισμού όχι μόνο υποτάσσει τις κοινωνίες στην υλιστική και διεθνιστική οικονομία της ελεύθερης αγοράς, αλλά και καθιστά το χρήμα κινητήρια δύναμη της ζωής. Πρόκειται για μια επιλογή που ανοίγει την θύρα στην εισβολή των πλέον ανίερων δυνάμεων της ανηθικότητας στην ιστορία. Η επιθυμία συσσώρευσης χρήματος και το βαθύτερο περιεχόμενο του οικονομικού φιλελευθερισμού, σύμφωνα με τον Ράσκιν, νομιμοποιούν την κλοπή του κόπου των αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων από την τάξη των καπιταλιστών και των αριστοκρατών συνεργατών τους.

Ο Ράσκιν, ως ριζοσπάστης συντηρητικός εκπρόσωπος της ιδεολογίας του ρομαντικού αντιδιαφωτισμού, δεν χαρίστηκε στους αριστοκράτες της εποχής του που θεώρησε ότι είχαν απαρνηθεί τα ηθικά γνωρίσματα της πολεμικής τους τάξης και είχαν συμβιβαστεί με την αστική νοοτροπία και την τεμπελιά. Όπως θα φανεί στα κείμενα που περιλαμβάνει αυτή η έκδοση, ο Ράσκιν θεωρούσε ότι ο τρόπος που συμπεριφέρονταν οι μεγαλοαστοί και οι συμβιβασμένοι αριστοκράτες εντός των πλαισίων του βιομηχανικού καπιταλισμού συνιστούσε την θεσμική νομιμοποίηση της κλοπής του μόχθου των εργατών και των αγροτών.


Η ρίζα του κακού της φιλελεύθερης οικονομίας, κατά τον Ράσκιν, βρίσκεται στην στρεβλή της αντίληψη για την χρησιμότητα της οικονομίας. Στον φιλελεύθερο καπιταλισμό ο σκοπός της οικονομίας είναι να παράγει πλούτο σε νομισματικούς και υλικούς όρους. Πρόκειται για έναν ολικό αποπροσανατολισμό από τον αληθινό σκοπό της ανθρώπινης ζωής. Σύμφωνα με τον Ράσκιν η οικονομία θα έπρεπε να είναι ένα ακόμη εργαλείο προκειμένου ο άνθρωπος να ρυθμίζει με τον καλύτερο τρόπο την καθημερινότητά του στην αέναη προσπάθειά του να ζήσει έναν ακέραιο βίο. Έναν βίο με υλική επάρκεια αλλά χωρίς υλιστικές παρεκτροπές.

 «Για τον Ράσκιν στόχος της οικονομικής δραστηριότητας […] είναι […] η παραγωγή όλων όσων χρειάζεται το σώμα, η ψυχή και το πνεύμα του τέλειου τύπου ανθρώπου».[11] Το κρίσιμο δεδομένο για την σωστή χρήση της οικονομίας είναι τι θέλουν να πετύχουν οι άνθρωποι. Αν οι άνθρωποι θέλουν να πετύχουν νομισματικές συσσωρεύσεις και υλικές απολαβές, σημαίνει ότι έχουν επηρεαστεί από τις λάθος ιδέες του φιλελευθερισμού και ότι έχουν παρασυρθεί από την ηθική έκλυση του «μαμωνισμού». Αν, όμως, οι ανθρώπινες σχέσεις οριστούν βάσει ηθικών αξιών και παραδοσιοκρατικών ιδεών τότε οι τελικοί στόχοι της οικονομικής δραστηριότητας θα αλλάξουν. «Το κρίσιμο ερώτημα για ένα έθνος δεν είναι πόση εργασία χρησιμοποιείται αλλά πόση ζωή παράγεται, διότι πιο πλούσιο απ’ όλα είναι το έθνος που μπορεί να θρέψει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ευγενών και ευτυχισμένων ανθρώπων».[12] 

Η χρηματική διάρθρωση του καπιταλιστικού συστήματος ήταν, σύμφωνα με τον Ράσκιν, η αιτία μιας ακόμη παθογένειας. Αποσπούσε από το επίκεντρο της οικονομικής ζωής τους προαιώνιους παράγοντες με τους οποίους ήταν συνυφασμένη η ανθρώπινη ιστορία από την αρχαιότητα. Δηλαδή, το έδαφος, τους φυσικούς πόρους και την ανθρώπινη εργασία. Η τεχνολογία έπρεπε να προσαρμοστεί στην ιστορία του ανθρώπου και να ενσωματωθεί σε ένα ηθικά ακέραιο και αισθητικά άρτιο πλαίσιο ζωής. Όχι ο άνθρωπος να εγκαταλείψει τις αξίες ζωής που είχε διαμορφώσει ανά τους αιώνες για να προσαρμοστεί στις τεχνολογικές προόδους, όπως επιδίωκαν οι καπιταλιστές κερδοσκόποι. Η ανθρώπινη εργασία και η επαφή με το έδαφος της γης, η γεωργία και οι αγροτικές δουλειές, σε ένα ιδανικό κράτος έπρεπε να μείνουν στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας[13] γιατί εμπεριείχαν ένα ηθικό κέντρο βάρους που απουσίαζε από τον βιομηχανικό καπιταλισμό και την τεχνοκρατική οικονομία.  


[1] Michael Löwy-Robert Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία. Ο ρομαντισμός στους αντίποδες της νεωτερικότητας, μτφ. Δέσποινα Καββαδία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1999, σελ. 265.. [2] Ο.π., σελ 294-295. [3] Παναγιώτης Κονδύλης, Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ.525-526. [4] Michael Löwy-Robert Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία. Ο ρομαντισμός στους αντίποδες της νεωτερικότητας, μτφ. Δέσποινα Καββαδία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1999, σελ. 270. [5] Ο.π., σελ. 276. [6] Ο.π., σελ. 277. [7] Michael Löwy-Robert Sayre, Εξέγερση και Μελαγχολία. Ο ρομαντισμός στους αντίποδες της νεωτερικότητας, μτφ. Δέσποινα Καββαδία, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 1999, σελ. 273. [8] Παναγιώτης Κονδύλης, Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 529.[9] Ο.π. [10] «[…] ο πλούσιος ή ο εργοδότης πρέπει να εκτελεί την εργασία του παραιτούμενος από ιδιοτελείς στόχους όπως ακριβώς ένας ιερέας ή στρατιώτης. Ο εργάτης λαμβάνει από αυτόν ένα δίκαιο μισθό, δηλαδή λαμβάνει ακριβώς τον ίδιο χρόνο εργασίας και την ίδια εργατική δύναμη που έδωσε ο ίδιος».  Παναγιώτης Κονδύλης, Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 528-529. [11] Ο.π., σελ. 528.[12] Ο.π. [13] Ο.π., σελ 531.

                                                   Λίγο πριν τις εκλογές 2

 

Παραχρυγαυγίτες και κασιδιαρικοί

Καθώς πλησιάζει η μέρα των ευρωεκλογών η κατάσταση στον (εντός πολλών εισαγωγικών) ελλαδικό εθνικιστικό χώρο αρχίζει να υπερβαίνει τα όρια του γελοίου. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι τι άλλο μπορεί να υπάρχει πέρα από την γελοιότητα. Δεν φαίνεται να έχουμε ακόμη ξεκάθαρη απάντηση. Το μόνο ξεκαθαρισμένα σίγουρο είναι ότι αν υπάρξει οτιδήποτε πιο ακραίο απ’ την γελοιότητα, οι ακροδεξιοί που παριστάνουν τους εθνικιστές στην χώρα μας θα καταφέρουν να το προσεγγίσουν. Και, μάλιστα, με χαρακτηριστική ευκολία.


Οι ερχόμενες ευρωεκλογές έδωσαν την αφορμή για την αποκαθήλωση και του δικτύου Κασιδιάρη. Σας είχαμε γράψει πέρυσι τι θα συνέβαινε στους Σπαρτιάτες μετά την είσοδο την Βουλή. Πέσαμε 100% μέσα. Δεν ήταν και δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι ο Κασιδιάρης θα αντιμετωπιζόταν από την Δεξιά όπως ο Γιώργος Παπαδόπουλος. Θα του έκλεβαν το κόμμα εφόσον, όντας άδικα στην φυλακή, δεν θα μπορούσε να το διευθύνει. Παλιά και δοκιμασμένη συνταγή.

Ο Κασιδιάρης αποδεικνύει ότι είναι αυτό που γνωρίζαμε όσοι έχουμε περάσει όλες τις δεκαετίες της ζωής μας στον εθνικιστικό χώρο και διαθέτουμε την ικανότητα της σκέψης. Ένας τυπικός, χαμηλού πολιτικού επιπέδου, χρυσαυγίτης, με το (πολιτικά μεταμοντέρνο λαϊκιστικό) χάρισμα να εκφέρει λόγο σε τηλεοπτικές εκπομπές χωρίς να τον επηρεάζουν οι διακοπές των δημοσιογράφων. Αυτό είναι το «μεγάλο χάρισμα» του συγκεκριμένου πολιτικού. Να μιλά στην τηλεόραση σαν να παίζει κασέτα σε παλιό κασετόφωνο, λέγοντας μηχανικά αυτό που έχει προγραμματίσει να πει χωρίς να επικοινωνεί με τους συνομιλητές και καταφέρνοντας να αποφύγει τις διακοπές των δημοσιογράφων. Ένα κασετόφωνο θα παίξει την κασέτα όσο και να φωνάζουν κάποιοι από πάνω του. Αυτό είναι το πολιτικό γνώρισμα του Κασιδιάρη που οι αδαείς ψηφοφόροι του πολιτικού μας χώρου εκτίμησαν ώστε να τον αναγάγουν σε αρχηγό. Δεν χρειάζεται να γράψουμε τίποτε παραπάνω για το χάλι του χώρου. Το τηλεοπτικό κριτήριο αξιολόγησης είναι αρκετό.        

Στην πράξη ο Κασιδιάρης είχε μια δύσκολη αποστολή. Να διαχειριστεί το δίκτυο των υποστηρικτών του από την φυλακή. Όπως ήταν αναμενόμενο, απέτυχε. Όντας πολιτικός μικρού βεληνεκούς, παρασύρθηκε από επιτήδειους, άδειασε ή υποβάθμισε πιστούς σε αυτόν υποστηρικτές, έχασε συνεργάτες που είχαν ένα κάποιο κοινωνικό status, μέχρι που κατέληξε να προτείνει την στήριξη ενός κόμματος-παρατράγουδου στις ερχόμενες ευρωεκλογές. Δεν θα σταθούμε περαιτέρω στον Κασιδιάρη, στο κόμμα-παρατράγουδο του Εμφιετζόγλου ή σε αυτό τον τύπο που πρόκρινε ω υποψήφιο (για τον οποίο μιλούν άπαντες με πολύ αρνητικά σχόλια). Θα σταθούμε σε κάτι που παραβλέπουν ή αποσιωπούν ακόμη και οι πρώην υποστηρικτές του Κασιδιάρη που πλέον του ασκούν εύστοχη κριτική. Θα σταθούμε στην ιδεολογία του όλου εγχειρήματος.

Εκεί είναι το μεγάλο πρόβλημα. Ένα πρόβλημα που θα γινόταν ακόμη πιο επικίνδυνο αν ο Κασιδιάρης πετύχαινε τον πολιτικό του στόχο. Κάτω από το πρόσχημα της υπέρβασης των παθογενειών της οικογένειας Μιχαλολιάκου, το εγχείρημα του Κασιδιάρη πραγματοποιήθηκε με στόχο να οργανωθεί ένα κόμμα τύπου alt right, μια νεοδεξιά μελονική πατσαβούρα. Ένα σχήμα που, πέρα από την επιδερμική ρητορική για πατρίδα, θρησκεία και εθνική ταυτότητα, θα έπρεπε να απαντήσει σε ουσιώδη ιδεολογικά ερωτήματα. Ποιες οι θέσεις του για την οικονομία και τον συνδικαλισμό, για την παραδοσιοκρατία και την μόδα, για τα μνημόνια και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για το ΝΑΤΟ και το Ισραήλ, για το εθνικό νόμισμα και την παραγωγή, για τον υλιστικό καπιταλιστικό τρόπο ζωής και για την τιμωρία του διεφθαρμένου πολιτικο-οικονομικού συμπλέγματος της ελλαδικής ελίτ εξουσίας; Αυτά είναι ερωτήματα που δεν αφορούν μόνο τον Κασιδιάρη. Αφορούν τους υποστηρικτές του. Νυν και πρώην. Όλους εκείνους που μιλούν για τον εθνικισμό με ύφος χιλίων καρδιναλίων, παραδεχόμενοι ότι μπήκαν στον χώρο το 2012.

Αν πρόκειται για νεαρά παιδιά, μπορεί να γίνει κάπως κατανοητό. Αν, όμως, μιλάμε για μεσήλικες τότε, παίδες, πρέπει να το πάρετε αλλιώς. Μπήκατε στον χώρο στα τριάντα και τα σαράντα σας, όταν κάποιοι έχουμε περάσει σε αυτόν όλη μας την ζωή. Και, μάλιστα, μπήκατε στον πολιτικό μας χώρο όταν αυτός είχε αποκτήσει κοινοβουλευτική ισχύ και μαζικότητα. Δεν βιώσατε στο πετσί σας τι σημαίνει να κατεβαίνουμε στον δρόμο πενήντα άνθρωποι και να έχουμε απέναντί μας χιλιάδες. Δεν βιώσατε τι σημαίνει να σε βάζουν στο στόχαστρο οι καθηγητές στο σχολείο, να φοβάσαι μήπως σε απολύσουν από την δουλειά, τις κοπελιές να σε κοιτούν σαν εξωγήινο, τους γονείς να φωνάζουν στο σπίτι γεμάτοι αγωνία. Όσοι δεν έχετε εμπειρία τέτοιων βιωμάτων πάρτε το αλλιώς με το ύφος σας, ακόμη και αν τώρα ασκείτε σωστή κριτική στον Κασιδιάρη. Αν μη τι άλλο, ένα από τα αίσχη του Μιχαλολιάκου ήταν ότι σας έβαλε όλους στον χώρο χωρίς να σας περάσει την «βασική εκπαίδευση» των εθνικιστικών ιδεολογικών αρχών. Σας άφησε να θεωρήσετε ότι εθνικιστής μπορεί να είναι ένας πατριώτης, απογοητευμένος δεξιός. Σας άφησε να νομίσετε ότι ο εθνικισμός είναι κάτι κοντινό στην Δεξιά. Αυτά πληρώνει σήμερα ο πολιτικός μας χώρος και είναι πολύ σοβαρότερα από τον κάθε Κασιδιάρη. 

Καλό θα ήταν, λοιπόν, να απαντήσετε στα παραπάνω ερωτήματα. Τι είναι ο εθνικισμός; Είστε σίγουροι ότι γνωρίζετε; Είναι απλά μια ρητορική περί πατριωτισμού και εθνικής ταυτότητας; Αυτή την ρητορική μπορεί να την υιοθετήσουν ο Βελόπουλος με τον «πατριάρχη» και τον  Άδωνι. Είναι και αυτοί εθνικιστές; Όχι βέβαια. Είναι εθνικίστρια η Μελόνι, όπως συχνά υποστηρίζετε; Εθνικίστρια που εντάσσεται στο διεθνές σύστημα της παγκοσμιοποίησης και της ελεύθερης αγοράς; Εθνικίστρια υπέρ του ΝΑΤΟ, του Ζελένσκι και του Ισραήλ; Εθνικίστρια που πετάει ως επικοινωνιακή πομφόλυγα μια συμφωνία επαναπροώθησης μερικών δεκάδων μεταναστών, την ίδια ώρα που στην Ιταλία βρίσκονται εκατομμύρια (λαθρο)μετανάστες και, κυρίως, εκατομμύρια αμερικανοεβραϊκών κεφαλαίων της μαφίας που σε συνεργασία με το Βατικανό ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις; Αν περιμένατε να κάνετε κάτι παρόμοιο στην Ελλάδα με τον Κασιδιάρη και να το ονομάσετε εθνικιστικό, θα σας το χαλάγαμε ούτως ή άλλως (εμείς οι κανονικοί εθνικιστές). Αφήστε που έχει προλάβει η Δεξιά με «Βορίδηδες και Αδώνηδες» να καπαρώσει μέρος αυτής της αφήγησης. Αυτοπροσδιοριστείτε δεξιοί, νεοδεξιοί, alt right ή ό,τι άλλο θέλετε. Εθνικιστές, πάντως, δεν είστε.


Εκτός και αν σκύψετε με ευλάβεια στην ιστορία των ιδεών του πολιτικού μας χώρου και αντιληφθείτε τι είναι εθνικισμός, τι είναι παραδοσιοκρατία, τι είναι συντηρητικός σοσιαλισμός, κοντολογίς τι είναι πολιτικός Ρομαντισμός. Εκτός και αν απαντήσετε, βάσει των ιδεολογικών μας αρχών και με σοβαρότητα, αυτά που πρέπει για το μνημόνιο, για την ανεργία, για το μεταναστευτικό, για τον άθλιο σύγχρονο τρόπο ζωής του μέσου ανθρώπου στην μαζική κοινωνία, για την εξωτερική και την εσωτερική μας πολιτική και πάνω απ’ όλα για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι προδότες και οι γκάνγκστερς της πολιτικο-οικονομικής ελλαδικής ελίτ από ένα εθνικιστικό κίνημα. Αυτά για να είμαστε εξηγημένοι. Ή θα γίνετε εθνικιστές ή, διαφορετικά, πάρτε τον κάθε Κασιδιάρη σας και εμπρός ολοταχώς για την Δεξιά. Οι Έλληνες εθνικιστές έχουμε μάθει να είμαστε λίγοι. Δεν μας πτοεί η μοναχικότητα.


Συνηθισμένες ακροδεξιές γελοιότητες

Συζητούσα πριν λίγες μέρες με γνωστό παράγοντα του «χώρου». Καλός άνθρωπος, αλλά εκνευριστικά ακροδεξιός. Της τάσης του «ελληνικού εθνικισμού», όπως βλακωδώς αρέσκεται να λέει ο μικρός πυρήνας του. Χωρίς να χάσει χρόνο μου πρότεινε την στήριξη ενός φίλου του (εξίσου παλιού και γνωστού στον «χώρο»), που κατεβαίνει υποψήφιος ευρωβουλευτής του Εθνικού Μετώπου. Όταν απάντησα ότι θεωρώ το συγκεκριμένο κόμμα πολύ λίγο και ότι θα ρίξω στην κάλπη ένα φυλλάδιο της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. δέχτηκα μια ομοβροντία επιχειρημάτων από την ομήγυρη που βρισκόταν στο κατάστημά του. «Αν δεν συμμετέχουμε στις εκλογές, δεν έχουμε λόγο να ασχολούμαστε με την πολιτική», «αν δεν ψηφίσουμε, θα φανεί αναλογικά μεγαλύτερο το ποσοστό του Μητσοτάκη», «αν δεν ψηφίσουμε αυτό τον υποψήφιο, θα βγει πρώτος σε ψήφους ο «πατριάρχης»», «πρέπει να ψηφίσουμε ή το Μέτωπο ή το κόμμα του Νατσιού», «είσαι ελιτιστής και κρίνεις με την πένα σου χωρίς να μπαίνεις στην φωτιά της πολιτικής», αυτά και άλλα σχετικά επιχειρήματα άρχισαν να εκτοξεύονται με δυνατές φωνές στα αυτιά μου.

Μάταια προσπάθησα να απαντήσω στην περιρρέουσα ανοησία. «Όταν εγώ δίνω μάχη στο πανεπιστήμιο, πού βρίσκονται οι εθνοσωτήρες της τετραετίας;», «γιατί δεν είναι πολιτική μάχη η αφισοκόλληση, η ενημερωτική δράση, η συγκέντρωση συναγωνιστών και η απότιση τιμής, αλλά είναι μάχη η ζητιανιά ψήφων από την στιγμή που δεν υπάρχει σοβαρό εθνικιστικό κόμμα στις κάλπες;», «όλα τα προηγούμενα χρόνια που η Χρυσή Αυγή είχε κοινοβουλευτική παρουσία, τι πέτυχε ο εθνικιστικός χώρος εφόσον δεν διέθετε κοινωνική παρουσία με συνδικάτα, δημοσιογράφους και κοινωνικές οργανώσεις;». Όπως ήταν αναμενόμενο τα λόγια μου προσέκρουαν σε τοίχους από μπετόν λιωμένων μυαλών. Είτε μιλούσα είτε δεν μιλούσα ο διακόπτης του νου τους είχε κολλήσει και αναπαρήγαγε συνθήματα υπό την μορφή επιχειρημάτων.

«Αφού είστε έτσι θα το πάμε στα άκρα, μάγκες», σκέφτηκα. Άρχισα, λοιπόν, να προβοκάρω. «Ωραία, αν είναι να ψηφίσω θα το ρίξω σε ένα κόμμα τύπου ΕΠΑΜ. Είναι πιο κοντά στον εθνικισμό απ’ ότι η Δεξιά. Ο Λεπέν έκανε λάθος που πρότεινε την στήριξη αριστερών σχηματισμών ή την αποχή, όταν έμενε εκτός από τον δεύτερο γύρο;» Οι ακροδεξιοί άρχισαν να στραβοκαταπίνουν. Κάποιοι έφυγαν για την τουαλέτα ενώ ο επικεφαλής συνέχισε να συζητά μαζί μου, προσπαθώντας να με πείσει ότι η συμμετοχή στις εκλογές είναι απαραίτητη. Πάνω στην συζήτηση του ξέφυγε και η αλήθεια.

Ενώ το αρχικό τους επιχείρημα ήταν να προτιμήσουμε την συμμετοχή για να μην χρησιμοποιήσει την αποχή ως όπλο ο Μητσοτάκης, καθώς προχωρούσε η κουβέντα είπε αυτό που πίστευε πραγματικά. «Στις δημοτικές εκλογές της Αθήνας που είχαν τεθεί αντιμέτωποι ο Καμίνης με τον Νικήτα Κακλαμάνη, ζήτησα να στηρίξουμε τον Κακλαμάνη γιατί ήξερα τι θα ακολουθούσε. Ο Καμίνης έδωσε το κτίριο του στρατού που βρίσκεται δίπλα από τον σταθμό Λαρίσης σε ίδρυμα του Σόρος», επιχειρηματολόγησε ο γνωστός του «χώρου». Του απάντησα τότε ότι «ο Καμίνης, όμως, έκλεισε την Βίλα Αμαλίας, την οποία ο Κακλαμάνης επί τέσσερα χρόνια δεν είχε τολμήσει να ακουμπήσει».

Ο συνομιλητής μου βραχυκύκλωσε. Τον είχα χτυπήσει στο μαλακό υπογάστριο. Άρχισε να τραυλίζει αστείες δικαιολογίες προκειμένου να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα. Κάτι είπε για έναν νόμο που ήταν αναγκασμένος να εφαρμόσει ο Καμίνης χωρίς ο ίδιος να το θέλει, αλλά το «επιχείρημα» πνίγηκε ανάμεσα σε κομπιάσματα και λαρυγγισμούς νευρικότητας. Είχα αρχίσει να χαμογελάω σκωπτικά. Γύρισα την πλάτη και φώναξα έναν επίλογο. «Αν είναι να ψάχνουμε με τον μεγεθυντικό φακό για να βρούμε επικοινωνιακά ψίχουλα πατριωτισμού στην Δεξιά, να είσαι σίγουρος ότι θα τα βρούμε και στην Αριστερά. Όμως οι εθνικιστές είμαστε διαφορετικοί τόσο από τους Δεξιούς όσο και από τους Αριστερούς. Ας εργαστούμε, λοιπόν, καθημερινά για να χτιστεί ένα εθνικιστικό κίνημα. Έτσι ώστε σε κάποιες επόμενες εκλογές να υπάρχει και εθνικιστικό κόμμα. Εθνικιστικό, όμως. Ούτε δεξιό, ούτε «πατριωτικό», ούτε «εθνικοπατριωτικό», ούτε τίποτα άλλο».


«Εργαζόμαστε κάθε μέρα. Τι άλλο να κάνουμε;», ρώτησε ο συνομιλητής μου καθώς αποχωρούσα.

«Να πάτε στο σπίτι σας και να με αφήσετε να οργανώσω εξαρχής, μαζί με αυτούς που πρέπει, τον εθνικιστικό χώρο», θέλησα να του απαντήσω. Αλλά θεώρησα καλύτερο να κλείσω την συζήτηση με πιο διπλωματικό τρόπο.

Στάθηκα με μισογυρισμένη την πλάτη και του είπα, «να κάνετε αυτό που πρέπει. Για να μπορέσω κι εγώ να κάνω πράξη, χωρίς εσωτερικά εμπόδια, αυτά που χρειάζεται ο «χώρος»».

                  Κυκλοφόρησε το τεύχος 2 (23) της Φανταστικής Λογοτεχνίας

Η αλήθεια είναι ότι έχει περάσει πολύς καιρός από το 2018, όταν κυκλοφόρησε το τελευταίο τεύχος του περιοδικού Φανταστική Λογοτεχνία. Αυτό που μας επιφύλαξε η συνέχεια ήταν δύσκολο να προβλεφθεί και ακόμη πιο δύσκολο να το αντέξουμε. Ο covid και οι εγκλεισμοί, κοινωνικοπολιτικές μεταβολές, ασθένειες μελών της λέσχης, μεγάλες αυξήσεις στις τιμές των τυπογραφικών υλικών, κοντολογίς μια σειρά από γεγονότα δεν επέτρεψαν την κυκλοφορία νέου τεύχους του περιοδικού μας. Τέσσερα χρόνια και μερικοί μήνες ήταν αναμφίβολα πολλοί. Μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα έγιναν και κάποια θετικά βήματα. Με κυριότερο εξ αυτών την ίδρυση του εκδοτικού οίκου μας, των εκδόσεων Κλέος.

 


Πλέον, έφτασε η στιγμή της επιστροφής. Το νέο τεύχος της Φανταστικής Λογοτεχνίας κυκλοφορεί. Με περισσότερες σελίδες, με τον γνωστό πλούτο των αρθρογραφικών θεματικών, με καλύτερης ποιότητας χαρτί και με την παραδοσιακή προσήλωση στην ερμηνεία των πραγμάτων που βασίζεται στην κοσμοθεώρηση του Ρομαντισμού. Η τιμή του περιοδικού είναι αναγκαστικά διαφοροποιημένη από εκείνη του 2018. Οι αυξήσεις των πρώτων υλών δεν μας άφησαν περιθώρια όσο και αν θέλαμε να αποφύγουμε  ανατιμήσεις. Ωστόσο, η τωρινή τιμή των 4,9 ευρώ εκτιμούμε ότι εξακολουθεί να είναι αρκετά καλή για τα δεδομένα της περιόδου που διανύουμε. Η ύλη του νέου τεύχους περιλαμβάνει άρθρα που είχαν γραφτεί και συνεντεύξεις που είχαν δοθεί για το τεύχος που θα κυκλοφορούσε λίγο πριν την πανδημία και τελικά ματαιώθηκε, καθώς επίσης και πρόσφατα κείμενα που γράφτηκαν αποκλειστικά για το νέο τεύχος.

 


Η Φανταστική Λογοτεχνία που μόλις κυκλοφόρησε περιλαμβάνει τα εξής άρθρα που ελπίζουμε να απολαύσετε.

-Το Κέρας (εισαγωγικό), του Σταμάτη Μαμούτου

-Τα Νίσε της Σουηδής ζωγράφου J. E. Nyström ως αισθητικά πρότυπα της καθιερωμένης εικόνας του Αγίου Βασίλη, του Αριστείδη Χριστοφοράκη

-War Flag of the Sun (μόνιμη στήλη), του Sun Knight

-Ο ιππότης, ο διάβολος και ο θάνατος. Το μυθιστόρημα του Jean  Cau με τους υπαινικτικούς συμβολισμούς, του Κωνσταντίνου Μποβιάτσου

-Ο βασιλιάς Μπόχους και η αδελφότητα των Τσέχων εθνικιστών του Ράινερ Μαρία Ρίλκε,  του Σταμάτη Μαμούτου

-Ὁ παράδεισος τῶν προφητῶν, τοῦ Ρόμπερτ Γουίλλιαμ Τσέημπερς, Ἀπόδοσις: Εὐστράτιος Εὐ. Σαρρῆς

-Συνέντευξη του Στάθη Παυλάντη των Reflection, του Χρήστου Νάστου

-Στο Ναό των  Ασωμάτων Δυνάμεων (διήγημα), του Flammentrupp

-Ιδέες του νεορομαντικού διανοητικού κινήματος της γενιάς του 1890 στο έργο του Έντγκαρ Ράις Μπάροουζ. Η περίπτωση του Ταρζάν, του Σταμάτη Μαμούτου

-Fallout. Η σάτιρα του σύγχρονου κόσμου, του Αριστείδη Χριστοφοράκη

-Συνέντευξη του δημιουργού comics Νίκου «Malk» Γιαμαλάκη, του Σταμάτη Μαμούτου

-Πολύτιμα Μέταλλα (μόνιμη μουσική στήλη), των Σταμάτη Μαμούτου και Flammentrupp

-Το Δρύινο Ράφι (μόνιμη στήλη βιβλιοπαρουσιάσεων), του Σταμάτη Μαμούτου

-Πεζοδρομιακός Ρομαντισμός στα  ελληνικά ‘80’s! Δυο εκ των παλαιότερων Ελλήνων skinheads μας παραχώρησαν συνέντευξη 

-Η χώρα του δύοντος ηλίου, του Αχιλλέα

 


Το νέο τεύχος της Φανταστικής Λογοτεχνίας φέρει τον τίτλο Η ιδεολογία του μύθου. Μπορείτε να το προμηθευτείτε από τα παρακάτω καταστήματα

Αθήνα

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3)

Comiconshop (Σόλωνος 128)

Βιβλιοπωλείο Πατάκη (Ακαδημίας 65) 

Λαβύρινθος (Ιπποκράτους 108)

Αλληλεγγύη των φίλων (Χαριλάου Τρικούπη 14)

Metalera (Εμ. Μπενάκη 22)

Περίπτερα διανομής τύπου

Πανεπιστημίου 39, ακριβώς απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη και μπροστά από την στοά Νικολούδη

Φιλελλήνων κα Μητροπόλεως γωνία (Σύνταγμα), μπροστά από την αφετηρία της γραμμής λεωφορείων 040


Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)


Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)

 

Τις επόμενες μέρες θα ανακοινωθούν επιπλέον σημεία διανομής.