Ο Pierre Clémenti και το Εθνικιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας
του Φώτη
Αυτό το άρθρο αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια
για την παρουσίαση στον ελληνόφωνο πολιτικό
μας «χώρο» των αιρετικών της ταραγμένης
περιόδου του μεσοπολέμου. Για αρχή θα
επικεντρωθώ στο Εθνικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας και ειδικότερα
στην ζωή του ηγέτη του, Pierre Clémenti.
Τα
πρώτα χρόνια
Καταγόμενος από μια κορσικανή οικογένεια, ο
François-Antoine Clémenti γεννιέται στις
28 Μαΐου 1910 στο Παρίσι (ο πατέρας του
είναι ένας ταχυδρομικός υπάλληλος). Αυτόν τον πατέρα δεν θα προλάβει να τον
γνωρίσει καλά, αφού θα πεθάνει στο μέτωπο κατά την διάρκεια του Μεγάλου
Πολέμου, το 1915, όταν ο γιος του ήταν μόλις πέντε ετών. Αυτό το τραγικό
γεγονός είχε οδυνηρές οικονομικές συνέπειες: παρά την χορήγηση μιας μικρής σύνταξης
χήρας πολέμου, η μητέρα του δυσκολεύτηκε να καλύψει τις ανάγκες τους.
Μετά το
δημοτικό σχολείο, ο François-Antoine πρέπει να εργαστεί. Άλλωστε δεν
θα μπορούσε να κάνει δευτεροβάθμιες
σπουδές, μιας και ήταν πολύ δαπανηρές
εκείνη την εποχή και οι σχολικές επιδόσεις του Clémenti δεν του επέτρεπαν να
λάβει υποτροφία. Το νεαρό αυτό αγόρι θα γίνει λοιπόν σιδεράς και κατόπιν
υπάλληλος τράπεζας. Το πρώτο από αυτά τα δύο
επαγγέλματα τον εξαντλεί (δεν έχει τη σωματική διάπλαση ενός
Jacques Doriot λχ), ενώ το δεύτερο τον
απωθεί λόγω του ανιαρού χαρακτήρα και του γραφειοκρατικού του περιεχομένου. Καθώς
ενηλικιώνεται, ο François-Antoine αναζητά ένα επάγγελμα ανοιχτό προς τον κόσμο, προς την ροή των πραγμάτων,
προς την ζωή.

Εκμεταλλευόμενος, λοιπόν, τις πολιτικές του
γνωριμίες (η οικογένειά του και, κυρίως, το δημοτικό σχολείο, του έχουν
εμφυσήσει πολύ ισχυρές ρεπουμπλικανικές πεποιθήσεις) θα οδηγηθεί προς το ριζοσπαστικό
κόμμα, ιδρυτικό κόμμα της Δημοκρατίας, και πιο
συγκεκριμένα προς την αριστερή, ριζοσπαστική και σοσιαλιστική του
πτέρυγα, που εκπροσωπείται τότε από τους
Jacques Kayser, Pierre Cot, Gaston Bergery και τους «Νεότουρκους» όπως οι Jean
Zay και Pierre Mendès France. Συνάπτει
σχέσεις με αυτόν τον κύκλο, ο οποίος τότε αντιπροσωπεύει την ανάγκη ανανέωσης του ριζοσπαστικού κόμματος.
Χάρη σε αυτές τις σχέσεις, καταφέρνει να εισέλθει στην ριζοσπαστική εφημερίδα
La République, της οποίας αρχισυντάκτης
είναι ο Jacques Kayser. Εκεί εργάζεται
στη στήλη των αθλητικών, πράγμα που δεν του είναι καθόλου δυσάρεστο αφού είναι και ο ίδιος ικανός αθλητής.
Είναι σε αυτό το σημείο που ο François-Antoine εγκαταλείπει το πραγματικό του
όνομα για το Pierre, το οποίο θεωρεί πιο
ταιριαστό.
Ωστόσο, αυτή η νέα κατάσταση δεν τον ικανοποιεί διότι παθιάζεται
με την πολιτική. Ακόμη περισσότερο: θα
ήθελε πλέον να παίξει ενεργό ρόλο στα δρώμενα της χώρας του, αλλά όχι μέσω του ριζοσπαστικού
κόμματος, μιας και ο ίδιος δεν καταγόταν από κάποιο εύπορο «σαλόνι», όπως οι
Joseph Caillaux ή Camille Chautemps,
ριζοσπαστικές προσωπικότητες, ή οι André Tardieu, Paul Reynaud και Pierre-Étienne Flandin, άνδρες
της δεξιάς, είτε να είναι προϊόν της
γαλλικής «δημοκρατικής αξιοκρατίας», ένας λαμπρός άνθρωπος ταπεινής καταγωγής,
μορφωμένος, ανυψωμένος και αναγνωρισμένος
από το Πανεπιστήμιο, υψηλά καταρτισμένος, όπως
εκείνοι που αργότερα θα αποκληθούν «οι δύο Édouard» (Herriot και Daladier), άλλα αστέρια του κόμματος του Clemenceau
και του Pelletan. Ο Pierre Clémenti δεν
έχει ούτε καταγωγή ή περιουσία, ούτε πανεπιστημιακούς
τίτλους και είναι απλώς ένας δημοσιογράφος χωρίς κύρος. Μια ενδιαφέρουσα
καριέρα εντός του ριζοσπαστικού κόμματος ή της κοινοβουλευτικής δεξιάς του
είναι λοιπόν κλειστή.
Στροφή
προς τον φασισμό
Επιπλέον, το ριζοσπαστικό κόμμα τον έχει
απογοητεύσει. Δεν είναι πλέον παρά ένα παλιό, ξεπερασμένο κόμμα, διοικούμενο
από βουλευτές αποκομμένους από την γενική εξέλιξη του κόσμου. Οι «Νεότουρκοι»
απέτυχαν να το ανανεώσουν και ορισμένοι αξιωματούχοι του κόμματος, όπως ο
Gaston Bergery ή ο Gabriel Cudenet,
αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να προσπαθήσουν να επιβάλουν τις μεταρρυθμιστικές τους ιδέες σε
αποσχιστικά σχήματα. Τέλος, ο Clémenti φτάνει στην ενηλικίωση σε μια στιγμή
όπου το φασιστικό ρεύμα, στην Γαλλία και
σε όλη την Ευρώπη, επιβεβαιώνεται, αναπτύσσεται, μεγαλώνει ακατάπαυστα και φτάνει στην εξουσία
στην Ιταλία, εμπνέοντας τα καθεστώτα της Πορτογαλίας, της Αυστρίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, των Βαλτικών χωρών,
καθώς και διάφορα εθνικιστικά κινήματα
στην Ισπανία, το Βέλγιο, την Γιουγκοσλαβία, την
Ελλάδα και αλλού.
Ο
Clémenti υφίσταται, όπως πολλοί άλλοι, την μεθυστική επιρροή αυτού του φασιστικού κύματος που
ξεσπά ως κραυγή κατά του σύγχρονου
διαφωτιστικού πνεύματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και την υφίσταται ακόμη περισσότερο μετά την
εξεγερσιακή ταραχή της 6ης Φεβρουαρίου
1934.
Είναι, λοιπόν, σε αυτό το ρεύμα που θα τοποθετηθεί κατά την είσοδό του στην πολιτική. Βλέπει
πράγματι στον φασισμό το μόνο επιθυμητό μέλλον, το καθεστώς που θα συμφιλιώσει
την εθνική υπερηφάνεια με τις αρχές ενός αντικαπιταλιστικού ηθικού κράτους,
μέσω της εγκαθίδρυσης ενός ισχυρού ηγέτη
και μιας κατευθυνόμενης οργάνωσης της
οικονομίας. Αυτή η άποψη είναι συχνή κατά τη δεκαετία του 1930, στους
πολιτικούς κύκλους, ιδίως εθνικιστικούς, και στους διανοούμενους, και όχι μόνο
στη Γαλλία.
Το
Parti français national-communiste (PFNC)
Με βάση αυτή την πεποίθηση, ο Pierre Clémenti
ιδρύει, στις 7 Απριλίου 1934, δύο μήνες
μετά την εξέγερση της 6ης Φεβρουαρίου, ένα νέο πολιτικό σχήμα, το Parti français national-communiste (PFNC). Τον πλαισιώνουν δύο δραστήριοι και ικανοί
υπαρχηγοί: ο Maurice Maurer
και ο Mathieu Degeilh.
Αποκτά επίσης ένα εβδομαδιαίο έντυπο, το Le Pays libre, το 1936. Φτιάχνει ένα λογότυπο στο κόμμα του:
Κύκλος με κόκκινο φόντο, μέσα στον οποίο
εγγράφεται ένας λευκός ρόμβος, στο εσωτερικό του οποίου τέσσερα παχιά σκούρα μπλε
βέλη διατεταγμένα σε σταυρό συγκλίνουν
προς τα γράμματα PFNC, τοποθετημένα στο κέντρο της εικόνας.
«Parti français national-communiste»: αυτή η
ονομασία εκπλήσσει εκ πρώτης όψεως.
Διότι αν, μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, στην Γαλλία όπως και αλλού, πολλοί αγωνιστές,
πολιτικοί και διανοούμενοι ονειρεύονται μια φασιστική (ή φασίζουσα) συμφιλίωση
εθνικισμού και σοσιαλισμού, εξίσου
απομακρυσμένη από τον ανεξέλεγκτο φιλελεύθερο
καπιταλισμό και από τον μαρξισμό, λίγοι είναι αυτοί οι οποίοι τολμούν
να δεχτούν τον όρο «κομμουνιστής», και όλοι βλέπουν στον κομμουνισμό, που τότε ενσαρκώνεται από την ΕΣΣΔ, έναν
εχθρό που πρέπει να πολεμηθεί
αποφασιστικά, εξίσου με τον αστικό κοινοβουλευτικό φιλελευθερισμό. Ο
Mussolini και ο Hitler διώκουν τους
κομμουνιστές της χώρας τους και χαρακτηρίζουν εύκολα ως «κομμουνιστές» ακόμη και κάποιους που δεν είναι.
Και οι ξένοι μιμητές τους ακολουθούν.

Στην Γαλλία, το Parti franciste français
(PFF) παρουσιάζεται απολύτως εχθρικό προς τον μαρξισμό και ο αρχηγός του,
Marcel Bucard, επιδεικνύει την καθολική
του πίστη και διεκδικεί έναν μονομερή εθνικισμό δίχως το κατάλληλο υπόβαθρο
κοινωνικής ευαισθησίας, παρά την αξίωσή του να εξασφαλίσει κάποια κοινωνική δικαιοσύνη και συμμετοχή των εργαζομένων
στους καρπούς της οικονομικής
δραστηριότητας μέσω ενός κορπορατιστικού συστήματος. Το 1936, ο Jacques Doriot θα δικαιολογήσει την
ίδρυση του Parti populaire français
(PPF) με την ανάγκη αποτελεσματικής πάλης κατά του κομμουνιστικού κόμματος. Όσο
για τους Croix de Feu του François de La
Rocque ή
τις Jeunesses
patriotes του
Pierre Taittinger, που συχνά θεωρούνται
φασιστικοί λόγω της εχθρότητάς τους προς τον
κοινοβουλευτισμό, πολεμούν αποφασιστικά κάθε μορφή σοσιαλισμού. Μόνο ο
Clémenti και οι συναγωνιστές του αυτοαποκαλούνται «εθνικοί» και ταυτόχρονα «κομμουνιστές».
Μια
παραδοσιοκρατική και μεσαιωνική αντίληψη του κομμουνισμού
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι
σκόπιμο να μελετηθεί η ίδια η ιδεολογία
αυτού του κόμματος. Η εξέταση αποκαλύπτει ότι ο Pierre Clémenti δεν επιδιώκει
καθόλου, αντίθετα με ό,τι αφήνει να εννοηθεί η
ονομασία του κόμματός του, να συνδυάσει τον κομμουνισμό, όπως παρουσιάζεται εκείνη την εποχή, με τον
εθνικισμό, και ότι στην πραγματικότητα δίνει στη λέξη «κομμουνισμός» ένα νόημα πολύ
διαφορετικό από την συνήθη σημασία της και από τις επαναστατικές και εξισωτικές εικόνες και ιδεώδη που αυτή
προκαλεί.
Ο Pierre Clémenti εξέθεσε τις πολιτικές του
αντιλήψεις στα πολυάριθμα άρθρα της
εβδομαδιαίας εφημερίδας του, Le Pays libre, και σε ένα βιβλίο που αρχικά
τιτλοφορούταν Qu’est-ce que le national-communisme (1938), το οποίο στα χρόνια της γαλλοου Βισύ και λόγω
εντολής των Γερμανών μετονομάστηκε σε Qu’est-ce que le national-collectivisme. Μια προσεκτική
ανάγνωση αυτών των κειμένων δείχνει ότι,
παρά την φαινομενική διεκδίκηση του όρου
«κομμουνιστής», ο Pierre Clémenti τοποθετείται στην πιο καθαρή παράδοση του γαλλικού εθνικισμού. Ο
κομμουνισμός, κατά τον Clémenti, δεν
είναι μαρξιστικός, κάθε άλλο. Αυτό που εννοεί με αυτόν τον όρο είναι απλώς ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην
ανασύσταση της οργανικής και πνευματικής κοινωνικής κοινότητας που υπήρξε στην
Γαλλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα, ενωμένη από την χριστιανική
πίστη και κυβερνώμενη από μια «Ελεώ Θεού» μοναρχία. Μια τέτοια κοινότητα αποτελούσε την φυσική κατάσταση
των ευρωπαϊκών εθνών και κοινωνιών κατά την συγκρότησή τους πάνω στα ερείπια
της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και
διατηρήθηκε μέχρι την Αναγέννηση, πριν αρχίσει να αποσυντίθεται καθ’ όλη τη διάρκεια των
Νεότερων Χρόνων, αφήνοντας ωστόσο μια
βαθιά αποτύπωση στην ψυχή των λαών. Γι’ αυτό ο Germain Chérounaud, μέλος του PFNC, γράφει σε άρθρο
με τίτλο «Communisme» στο Le Pays Libre της 20ής Ιουνίου 1937 ότι «ο
κομμουνισμός είναι τόσο παλιός όσο και ο
κόσμος»
και προσπαθεί να αποδείξει ότι οι μαρξιστές και άλλοι σοσιαλιστές δεν έχουν κάποια αποκλειστικότητα
πάνω σε αυτόν τον όρο, τον οποίο χρησιμοποιούν καταχρηστικά για να σφετεριστούν
τον ρόλο του υπερασπιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο οποίος ανήκει στην
πραγματικότητα στην παλαιά κοινοτική κοινωνία, στο ancient regime και στην
Καθολική Εκκλησία.
Πρέπει τότε να εξηγηθούν οι λόγοι της εξαφάνισης αυτής της κοινοτικής
κοινωνικής τάξης. Σχετικά με αυτό, ο
Clémenti δίνει μια εξήγηση που είναι εκείνη ολόκληρης της αντεπαναστατικής σκέψης. Από την Αναγέννηση
και έπειτα ολόκληρη η ευρωπαϊκή πολιτική
και κοινωνική τάξη γνώρισε μια πορεία παρακμής, που χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του
κριτικού πνεύματος και, κατά συνέπεια,
από την ολοένα και πιο ανοιχτή αμφισβήτηση της αριστοκρατικής αντίληψης για την
αξουσία, την άνοδο του ατομικισμού και την επικράτηση των ταξικών συμφερόντων,
υλιστικών εκ των πραγμάτων, πάνω στην
έννοια της τιμής και στον σεβασμό της χριστιανικής ηθικής και της παράδοσης.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τους εθνικοκομμουνιστές,
αυτή η αργή αποσύνθεση εκδηλώθηκε με ένταση και ενισχύθηκε από την Γαλλική
Επανάσταση. Η τελευταία ανέτρεψε την
μοναρχία, διαχώρισε την πολιτική από την θρησκεία, επιχείρησε να θεμελιώσει την εξουσία και
όλους τους θεσμούς αποκλειστικά πάνω στην
λογική, κατέστρεψε την πατερναλιστική κοινωνία
του Παλαιού Καθεστώτος, εγκαθίδρυσε μια μόνιμη αντιπαράθεση ανάμεσα στο άτομο και το Κράτος, κατήργησε τα συντεχνιακά
πλαίσια που ρύθμιζαν και οργάνωναν την οικονομική δραστηριότητα και την άσκηση
των επαγγελμάτων αντικαθιστώντας τα με
έναν ανεξέλεγκτο φιλελευθερισμό, επιφέροντας
έτσι μια υλιστική ταξική κοινωνία, που, κυριαρχούμενη από την αστική τάξη, έφερε σε αντιπαράθεση τους
εργαζομένους με τους εργοδότες τους και
γέννησε κατ’ αυτόν τον τρόπο το κοινωνικό ζήτημα, το οποίο γέννησε τα «ουτοπικά» ιδεώδη του
σοσιαλισμού.

Όλες αυτές τις οξείες κριτικές για τις συνέπειες
της Γαλλικής Επανάστασης, ο Clémenti τις
εκθέτει στο ήδη αναφερθέν βιβλίο του Qu’est-ce que le national-communisme, καθώς και στα άρθρα της
εφημερίδας του Le Pays libre. Το ίδιο
πράττουν και οι οπαδοί του. Ένας από αυτούς, ο Georges Batault,
κατακεραυνώνει την υποτιθέμενη ελευθερία που διακήρυξε η Επανάσταση και την οποία η Δημοκρατία κατέστησε
το πρώτο στοιχείο του συνθήματός της,
παρουσιάζοντάς την ως «την ελευθερία της δυστυχίας», «την ελευθερία για τον
διεφθαρμένο Τύπο» και «για τον δημαγωγό πολιτικό».
Σύμφωνα με τον Clémenti και τους ομοϊδεάτες του, η Επανάσταση μετέτρεψε τους
Γάλλους σε εγωιστές ατομικιστές, υλιστές, πικραμένους, σιωπηλά εξεγερμένους και
στοιχειωμένους από το πιο σάπιο και
διεφθαρμένο ορθολογικό πνεύμα. Ο Georges Batault την κατηγορεί ότι καθιέρωσε «τον υποχρεωτικό ατομικισμό για
όλους».
Από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα, οι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς σε
αντιπαράθεση με το Κράτος και σε ανοιχτή ή λανθάνουσα εξέγερση απέναντι
στην κυβέρνησή τους, και έχουν γνωρίσει
δύο πραξικοπήματα (εκείνα των δύο Βοναπάρτηδων)
και τρεις επαναστάσεις, πριν ζήσουν υπό μια
κοινοβουλευτική Τρίτη Δημοκρατία, διοικούμενη από ανίκανους και στα χέρια μιας αστικής τάξης που ενδιαφέρεται
μόνο για την υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο
προλεταριάτο και τους εργοδότες διαρκεί, χωρίς καμία δυνατή λύση, και οι Γάλλοι
είναι μεταξύ τους εχθροί. Ο καθένας ονειρεύεται τον προσωπικό πλουτισμό και την κοινωνική άνοδο
εις βάρος των άλλων και οι άνθρωποι
είναι διαρκώς αντίπαλοι μεταξύ τους. Η ίδια η Γαλλική Επανάσταση, εμπνευσμένη από ολόκληρο το
ορθολογιστικό, ατομικιστικό και φιλελεύθερο κίνημα του Διαφωτισμού, γέννησε
μια υλιστική κοινωνία βασισμένη στην
ταξική πάλη.
Για την αποκατάσταση μιας κοινοτικής
πολιτικής και κοινωνικής Τάξης
Δεν πρόκειται, λοιπόν, να οδηγηθεί αυτή (η
ταξική πάλη) μέχρι την τελική της
κατάληξη, αλλά, αντίθετα, να ανακοπεί η πλήρης ανάπτυξή της. Ο Clémenti δεν
προτείνει μια επανάσταση που θα παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως εθνικιστική και
κομμουνιστική, όπως φαντάστηκαν, στις αρχές
της δεκαετίας του 1920, ορισμένα στελέχη του ιταλικού φασισμού και προσωπικότητες της συντηρητικής επανάστασης,
αλλά την εγκαθίδρυση ενός πολιτικού
καθεστώτος που θα αποσκοπεί στην αναθεμελίωση της γαλλικής κοινωνίας πάνω σε
θεσμούς ικανούς να εισαγάγουν στο σύνολο
της κοινωνίας και στην οικονομική οργάνωση της χώρας μια μορφή αλληλεγγύης
και κοινοτικού πνεύματος, εμποτισμένη με μια θρησκευτική ηθική, θεμελιωμένη στο αίσθημα του ανήκειν
στο έθνος και στα καθήκοντα που αυτή η
συνείδηση επιβάλλει.
Ο Clémenti προτείνει, επομένως, μια νέα
εκπαίδευση της νεολαίας, όχι πλέον
ορθολογιστική και αποκλειστικά κοσμική, αλλά πνευματική, ηθική, αλτρουιστική
και πατριωτική. Αυτή η εκπαίδευση θα αναδημιουργήσει την ενότητα του έθνους και θα θέσει τέλος στο
εμμονικό και επιβλαβές πνεύμα της ταξικής
πάλης, καθώς και στον ατομικισμό της αστικής τάξης. Και αυτή η ανακτημένη
ενότητα θα εξασφαλίσει την
αποτελεσματικότητα και την πλήρη επιτυχία της
κατευθυνόμενης οικονομίας και του συντεχνιακού συστήματος που ο Clémenti επιδιώκει να εγκαθιδρύσει στην θέση
του καθαρού καπιταλιστικού φιλελευθερισμού.
Χωρίς αυτήν, ο κορπορατισμός, στερημένος από ιδανικό, θα παραμείνει μια
οικονομική και κοινωνική μηχανική ανίκανη να σβήσει από τον νου των χρηματοπιστωτών,
των επιχειρηματιών και των εργαζομένων,
την επιρροή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, με τις επιζήμιες συνέπειές του. Δεν θα είναι παρά
ένα μέσο ελέγχου και περιορισμού των εργαζομένων προς όφελος των εργοδοτών.

Ο κορπορατισμός χωρίς την ηθική, η οποία
μεταδίδεται μέσω μιας ανανεωμένης εκπαιδευτικής θεσμικής δομής, είναι ανίσχυρος
και στρέφεται εναντίον του εργαζομένου. Ωστόσο, είναι απαραίτητος, διότι και η ηθική
μόνη της, ακόμη και αν μεταδοθεί σωστά σε όλους τους Γάλλους μέσω του σχολείου,
είναι επίσης ανίσχυρη. Όπως γράφει ο Clémenti στα άρθρα και στο βιβλίο του, ο καθαρός
φιλελεύθερος καπιταλισμός δεν επιτρέπει
σε έναν εργοδότη να εφαρμόσει τον ηθικό νόμο της οργανικής αλληλεγγύης, διότι
βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν διαρκή στρόβιλο
ανταγωνισμού που θα τον οδηγούσε στη χρεοκοπία αν το επιχειρούσε. Η οικονομική ζωή της χώρας πρέπει, επομένως, να
κατευθύνεται, να προσανατολίζεται και να
οργανώνεται αυστηρά· και οι σχέσεις μεταξύ
εργοδοτών και εργαζομένων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μιας
δίκαιης (και ταυτόχρονα λογικής)
νομοθεσίας και μιας αυστηρής συντεχνιακής
ρύθμισης που θα αποκλείει τις εργοδοτικές καταχρήσεις, την ανεργία,
αλλά και την πίεση της απεργίας, η οποία
προσομοιάζει σε μια μορφή εκβιασμού και
βλάπτει την οικονομία.
Επίλογος
Αν σταθούμε ψύχραιμα μπροστά σε όλα αυτά τα
κείμενα, όχι ως απλοί αναγνώστες μιας ξεχασμένης πολιτικής περιθωριακής
φιγούρας, αλλά ως παρατηρητές μιας
βαθύτερης ευρωπαϊκής κρίσης, τότε ο Pierre Clémenti εμφανίζεται λιγότερο ως ιδιόρρυθμη εξαίρεση
και περισσότερο ως σύμπτωμα. Σύμπτωμα
μιας εποχής που ένιωσε ότι κάτι θεμελιώδες είχε
χαθεί: η ενότητα του ανθρώπου με την κοινότητά του, η ηθική τάξη που προϋπήρχε
του νόμου, η αίσθηση ότι η κοινωνία δεν είναι σύμβαση αλλά οργανικό μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου.
Μέσα από τα γραπτά που άφησε πίσω του ο κύκλος
του PFNC, διαγράφεται καθαρά μια σκέψη που επιχειρεί να ανατρέψει το ίδιο το
νόημα των λέξεων της νεωτερικότητας. Ο κομμουνισμός
του Clémenti δεν είναι η υπόσχεση ενός
μέλλοντος, αλλά η ανάμνηση ενός ενάρετου παρελθόντος, δεν είναι επανάσταση,
αλλά αποκατάσταση. Η κοινότητα δεν γεννιέται στο εργοστάσιο ή στο κόμμα, αλλά πηγάζει από την
παράδοση, την οικογένεια και το αίμα.
Και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι προϊόν σύγκρουσης αλλά έκφραση μιας ήδη υπάρχουσας οργανικής τάξης
που έχει διαρραγεί.
Σημείωση του επιμελητή
ΟΙ λύσεις που πρότεινε το συγκκεριμένο κόμμα
μέσα από τα έντυπά του να είχαν μια φορμαλιστική πτυχή, εστιάζοντας σε μεγάλο
βαθμό στον ρόλο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Ωστόσο μια ηθική δέσμη που θα παρεχόταν
άνωθεν μέσω της κρατικής παιδείας δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα κατάφερνε να
αναγεννήσει την παραδοσιακή οργανικότητα. Αν η λαϊκή κουλτούρα δεν διαχέεται
αυθόρμητα και από την βάση της κοινωνίας, η άνωθεν παρέμβαση κινδυνεύει να
παραμείνει μια απλή πρόθεση που θα καταλήξει σε ένα θεσμικά ισχυρό αλλά
πρακτικά αδύναμο γραφειοκρατικό πρόταγμα.
Όμως, αυτή ακριβώς ήταν παράδοση του γαλλικού
αντιδιαφωτιστικού συντηρητικού εθνικισμού, από την εποχή της παλινόρθωσης των
Βουρβόνων μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Η απόπειρα να αποκρουστεί η επέλεαση
του νεωτερικού φιλελευθερισμού και των συνεπειών του πραγματοποιήθηκε στην
Γαλλία με νόμους που έδιναν την δυνατότητα στην Καθολική Εκκλησία και την
μοναρχική εξουσία να διαμορφώσουν την συλλογική ηθική των νέων γενιών μέσα από
την θεσμική εκπαίδευση. Όπως αποδείχτηκε, το σχέδιο απέτυχε γιατί ακόμη και αν
ανασχέθηκε προσωρινά ο φιλελευθερισμός ως κυρίαρχη ιδέα της πολιτικής
πραγματικότητας και του κοινωνικού βίου, δεν ανασχέθηκε ο νεωτερικός καπιταλισμός
με αποτέλεσμα να κρατήσει ζωντανό, εντός των πλαισίων πραγματικότητας που
διαμόρφωσε, και τον φιλελευθερισμό ως θεμελιώδη ιδεολογική αρχή του. Είναι
μάλλον σαφές ότι η άμυνα απέναντι στην επέλαση του νεωτερικού φιλελευθερισμού
μπορεί να οργανωθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από την επιρροή της μαζικής, λαϊκής
κουλτούρας, που θα αναπαράγεται, συνδεδεμένη με την υψηλή Ιδέα, αυθόρμητα και
οριζόντια στα στρώματα της κοινωνίας από τα ίδια τα μέλη της βάσης της, παράλληλα
με οικονομικές πολιτικές που θα ανατρέπουν την αχαλίνωτη ελευθερία της αγοράς.
Ακόμη κι έτσι πάντως, μολονότι το
συγκεκριμένο κόμμα δεν απέφυγε το «παραδοσιακό λάθος του γαλλικού συντηρητισμού»,
αποτέλεσε μια ευχάριστη προσθήκη στο βιβλίο της ιστορίας των νεορομαντικών μεσοπολεμικών
κινημάτων που έλπισαν ότι μέσα από την φασιστική οδό θα μπορούσε να ανατραπεί η
αρρώστια της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να ανατικατασταθεί με έναν γνήσιο
και ριζωμένο σε παραδοσαικά σχήματα νέο τρόπο ζωής. Το γεγονός ότι υιοθέτησε
τον όρο «κομμουνισμός» αποτελεί μια ακόμη σημαντική παρακαταθήκη γιατί βοηθά
τους νεότερους εθνικιστές να καταλάβουν το περιεχόμενο και να θυμηθούν τις
ρίζες των πολιτικών τους ιδέων. Ιδίως σήμερα που πραγματοποιείται μια
οργανωμένη απόπειρα αποξήρανσής τους από τους λακέδες της καπιταλιστικής alt right και
τους ανθρώπους της Δεξιάς που υπηρετούν διαχρονικά τα συμφέροντα του πιο χυδαίου
υλισμού και του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου.