- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

           Ο Pierre Clémenti και το Εθνικιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας

                                                                                                    του Φώτη

Αυτό το άρθρο αποτελεί μια πρώτη προσπάθεια για την  παρουσίαση στον ελληνόφωνο πολιτικό μας «χώρο» των αιρετικών της  ταραγμένης περιόδου του μεσοπολέμου. Για αρχή θα  επικεντρωθώ στο Εθνικό Κομμουνιστικό Κόμμα της Γαλλίας και ειδικότερα στην ζωή του ηγέτη του, Pierre Clémenti.

Τα πρώτα χρόνια

Καταγόμενος από μια κορσικανή οικογένεια, ο François-Antoine Clémenti  γεννιέται στις 28 Μαΐου 1910 στο Παρίσι (ο  πατέρας του είναι ένας ταχυδρομικός υπάλληλος). Αυτόν τον πατέρα δεν θα προλάβει να τον γνωρίσει καλά, αφού θα πεθάνει στο μέτωπο κατά την διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, το 1915, όταν ο γιος του ήταν μόλις πέντε ετών. Αυτό το τραγικό γεγονός είχε οδυνηρές οικονομικές συνέπειες: παρά την χορήγηση μιας μικρής σύνταξης χήρας πολέμου, η μητέρα του δυσκολεύτηκε να καλύψει τις ανάγκες τους.

Μετά το  δημοτικό σχολείο, ο François-Antoine πρέπει να εργαστεί. Άλλωστε δεν θα  μπορούσε να κάνει δευτεροβάθμιες σπουδές, μιας και ήταν πολύ  δαπανηρές εκείνη την εποχή και οι σχολικές επιδόσεις του Clémenti δεν του επέτρεπαν να λάβει υποτροφία. Το νεαρό αυτό αγόρι θα γίνει λοιπόν σιδεράς και κατόπιν υπάλληλος τράπεζας. Το πρώτο από αυτά τα δύο  επαγγέλματα τον εξαντλεί (δεν έχει τη σωματική διάπλαση ενός Jacques  Doriot λχ), ενώ το δεύτερο τον απωθεί λόγω του ανιαρού χαρακτήρα και του γραφειοκρατικού του περιεχομένου. Καθώς ενηλικιώνεται, ο François-Antoine αναζητά ένα επάγγελμα ανοιχτό  προς τον κόσμο, προς την ροή των πραγμάτων, προς την ζωή. 


Εκμεταλλευόμενος, λοιπόν, τις πολιτικές του γνωριμίες (η οικογένειά του και, κυρίως, το δημοτικό σχολείο, του έχουν εμφυσήσει πολύ ισχυρές ρεπουμπλικανικές πεποιθήσεις) θα οδηγηθεί προς το ριζοσπαστικό κόμμα, ιδρυτικό κόμμα της Δημοκρατίας, και πιο  συγκεκριμένα προς την αριστερή, ριζοσπαστική και σοσιαλιστική του πτέρυγα, που  εκπροσωπείται τότε από τους Jacques Kayser, Pierre Cot, Gaston Bergery και τους «Νεότουρκους» όπως οι Jean Zay και Pierre Mendès France.  Συνάπτει σχέσεις με αυτόν τον κύκλο, ο οποίος τότε αντιπροσωπεύει την  ανάγκη ανανέωσης του ριζοσπαστικού κόμματος. Χάρη σε αυτές τις σχέσεις, καταφέρνει να εισέλθει στην ριζοσπαστική εφημερίδα La  République, της οποίας αρχισυντάκτης είναι ο Jacques Kayser. Εκεί  εργάζεται στη στήλη των αθλητικών, πράγμα που δεν του είναι καθόλου  δυσάρεστο αφού είναι και ο ίδιος ικανός αθλητής. Είναι σε αυτό το σημείο που ο François-Antoine εγκαταλείπει το πραγματικό του όνομα  για το Pierre, το οποίο θεωρεί πιο ταιριαστό.

Ωστόσο, αυτή η νέα  κατάσταση δεν τον ικανοποιεί διότι παθιάζεται με την πολιτική. Ακόμη  περισσότερο: θα ήθελε πλέον να παίξει ενεργό ρόλο στα δρώμενα της  χώρας του, αλλά όχι μέσω του ριζοσπαστικού κόμματος, μιας και ο ίδιος δεν καταγόταν από κάποιο εύπορο «σαλόνι», όπως οι Joseph Caillaux ή  Camille Chautemps, ριζοσπαστικές προσωπικότητες, ή οι André Tardieu,  Paul Reynaud και Pierre-Étienne Flandin, άνδρες της δεξιάς, είτε να είναι  προϊόν της γαλλικής «δημοκρατικής αξιοκρατίας», ένας λαμπρός άνθρωπος ταπεινής καταγωγής, μορφωμένος, ανυψωμένος και  αναγνωρισμένος από το Πανεπιστήμιο, υψηλά καταρτισμένος, όπως  εκείνοι που αργότερα θα αποκληθούν «οι δύο Édouard» (Herriot και  Daladier), άλλα αστέρια του κόμματος του Clemenceau και του Pelletan. Ο  Pierre Clémenti δεν έχει ούτε καταγωγή ή περιουσία, ούτε  πανεπιστημιακούς τίτλους και είναι απλώς ένας δημοσιογράφος χωρίς κύρος. Μια ενδιαφέρουσα καριέρα εντός του ριζοσπαστικού κόμματος ή της κοινοβουλευτικής δεξιάς του είναι λοιπόν κλειστή.

Στροφή προς τον φασισμό 

Επιπλέον, το ριζοσπαστικό κόμμα τον έχει απογοητεύσει. Δεν είναι πλέον παρά ένα παλιό, ξεπερασμένο κόμμα, διοικούμενο από βουλευτές αποκομμένους από την γενική εξέλιξη του κόσμου. Οι «Νεότουρκοι» απέτυχαν να το ανανεώσουν και ορισμένοι αξιωματούχοι του κόμματος, όπως ο Gaston Bergery ή ο Gabriel  Cudenet, αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και να προσπαθήσουν να  επιβάλουν τις μεταρρυθμιστικές τους ιδέες σε αποσχιστικά σχήματα. Τέλος, ο Clémenti φτάνει στην ενηλικίωση σε μια στιγμή όπου το φασιστικό ρεύμα,  στην Γαλλία και σε όλη την Ευρώπη, επιβεβαιώνεται, αναπτύσσεται,  μεγαλώνει ακατάπαυστα και φτάνει στην εξουσία στην Ιταλία, εμπνέοντας τα καθεστώτα της Πορτογαλίας, της Αυστρίας, της  Ουγγαρίας, της Πολωνίας, των Βαλτικών χωρών, καθώς και διάφορα  εθνικιστικά κινήματα στην Ισπανία, το Βέλγιο, την Γιουγκοσλαβία, την  Ελλάδα και αλλού.

 Ο Clémenti υφίσταται, όπως πολλοί άλλοι, την μεθυστική  επιρροή αυτού του φασιστικού κύματος που ξεσπά ως κραυγή κατά του  σύγχρονου διαφωτιστικού πνεύματος της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Και  την υφίσταται ακόμη περισσότερο μετά την εξεγερσιακή ταραχή της 6ης  Φεβρουαρίου 1934.[1] Είναι, λοιπόν, σε αυτό το ρεύμα που θα τοποθετηθεί  κατά την είσοδό του στην πολιτική. Βλέπει πράγματι στον φασισμό το μόνο επιθυμητό μέλλον, το καθεστώς που θα συμφιλιώσει την εθνική υπερηφάνεια με τις αρχές ενός αντικαπιταλιστικού ηθικού κράτους, μέσω  της εγκαθίδρυσης ενός ισχυρού ηγέτη και μιας κατευθυνόμενης οργάνωσης  της οικονομίας. Αυτή η άποψη είναι συχνή κατά τη δεκαετία του 1930, στους πολιτικούς κύκλους, ιδίως εθνικιστικούς, και στους διανοούμενους, και όχι μόνο στη Γαλλία.

Το Parti français national-communiste (PFNC)

Με βάση αυτή την πεποίθηση, ο Pierre Clémenti ιδρύει, στις 7 Απριλίου  1934, δύο μήνες μετά την εξέγερση της 6ης Φεβρουαρίου, ένα νέο πολιτικό  σχήμα, το Parti français national-communiste (PFNC). Τον πλαισιώνουν δύο δραστήριοι και ικανοί υπαρχηγοί: ο Maurice Maurer[2] και ο Mathieu  Degeilh.[3] Αποκτά επίσης ένα εβδομαδιαίο έντυπο, το Le Pays libre,  το 1936. Φτιάχνει ένα λογότυπο στο κόμμα του: Κύκλος με κόκκινο  φόντο, μέσα στον οποίο εγγράφεται ένας λευκός ρόμβος, στο εσωτερικό του οποίου τέσσερα παχιά σκούρα μπλε βέλη διατεταγμένα σε σταυρό  συγκλίνουν προς τα γράμματα PFNC, τοποθετημένα στο κέντρο της  εικόνας. 

«Parti français national-communiste»: αυτή η ονομασία εκπλήσσει εκ  πρώτης όψεως. Διότι αν, μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων, στην  Γαλλία όπως και αλλού, πολλοί αγωνιστές, πολιτικοί και διανοούμενοι ονειρεύονται μια φασιστική (ή φασίζουσα) συμφιλίωση εθνικισμού και  σοσιαλισμού, εξίσου απομακρυσμένη από τον ανεξέλεγκτο φιλελεύθερο  καπιταλισμό και από τον μαρξισμό, λίγοι είναι αυτοί οι οποίοι τολμούν να  δεχτούν τον όρο «κομμουνιστής»,  και όλοι βλέπουν στον κομμουνισμό,  που τότε ενσαρκώνεται από την ΕΣΣΔ, έναν εχθρό που πρέπει να  πολεμηθεί αποφασιστικά, εξίσου με τον αστικό κοινοβουλευτικό φιλελευθερισμό. Ο Mussolini  και ο Hitler διώκουν τους κομμουνιστές της χώρας τους και χαρακτηρίζουν εύκολα ως  «κομμουνιστές» ακόμη και κάποιους που δεν είναι. Και οι ξένοι μιμητές τους ακολουθούν.


Στην Γαλλία, το Parti franciste français (PFF) παρουσιάζεται απολύτως εχθρικό προς τον μαρξισμό και ο αρχηγός του, Marcel Bucard, επιδεικνύει  την καθολική του πίστη και διεκδικεί έναν μονομερή εθνικισμό δίχως το κατάλληλο υπόβαθρο κοινωνικής ευαισθησίας, παρά την αξίωσή του να εξασφαλίσει κάποια  κοινωνική δικαιοσύνη και συμμετοχή των εργαζομένων στους καρπούς της  οικονομικής δραστηριότητας μέσω ενός κορπορατιστικού συστήματος. Το  1936, ο Jacques Doriot θα δικαιολογήσει την ίδρυση του Parti populaire  français (PPF) με την ανάγκη αποτελεσματικής πάλης κατά του κομμουνιστικού κόμματος. Όσο για τους Croix de Feu του François de La  Rocque ή τις Jeunesses patriotes του Pierre Taittinger, που συχνά θεωρούνται φασιστικοί λόγω της εχθρότητάς τους προς τον  κοινοβουλευτισμό, πολεμούν αποφασιστικά κάθε μορφή σοσιαλισμού. Μόνο ο Clémenti και οι συναγωνιστές του αυτοαποκαλούνται «εθνικοί» και  ταυτόχρονα «κομμουνιστές».

Μια παραδοσιοκρατική και μεσαιωνική αντίληψη του κομμουνισμού

Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, είναι σκόπιμο να μελετηθεί η ίδια η  ιδεολογία αυτού του κόμματος. Η εξέταση αποκαλύπτει ότι ο Pierre Clémenti δεν επιδιώκει καθόλου, αντίθετα με ό,τι αφήνει να εννοηθεί η  ονομασία του κόμματός του, να συνδυάσει τον κομμουνισμό, όπως  παρουσιάζεται εκείνη την εποχή, με τον εθνικισμό, και ότι στην πραγματικότητα δίνει στη λέξη «κομμουνισμός» ένα νόημα πολύ διαφορετικό από την συνήθη σημασία της και από τις επαναστατικές και  εξισωτικές εικόνες και ιδεώδη που αυτή προκαλεί.

Ο Pierre Clémenti εξέθεσε τις πολιτικές του αντιλήψεις στα πολυάριθμα  άρθρα της εβδομαδιαίας εφημερίδας του, Le Pays libre, και σε ένα βιβλίο που αρχικά τιτλοφορούταν Quest-ce que le national-communisme (1938),  το οποίο στα χρόνια της γαλλοου Βισύ και λόγω εντολής των Γερμανών μετονομάστηκε σε Quest-ce que le national-collectivisme. Μια προσεκτική ανάγνωση  αυτών των κειμένων δείχνει ότι, παρά την φαινομενική διεκδίκηση του όρου  «κομμουνιστής», ο Pierre Clémenti τοποθετείται στην πιο καθαρή  παράδοση του γαλλικού εθνικισμού. Ο κομμουνισμός, κατά τον  Clémenti, δεν είναι μαρξιστικός, κάθε άλλο. Αυτό που εννοεί με αυτόν τον  όρο είναι απλώς ένα σχέδιο που αποσκοπεί στην ανασύσταση της οργανικής και πνευματικής κοινωνικής κοινότητας που υπήρξε στην Γαλλία και σε ολόκληρη την Ευρώπη κατά τον Μεσαίωνα, ενωμένη από την χριστιανική πίστη και κυβερνώμενη από μια «Ελεώ Θεού» μοναρχία. Μια  τέτοια κοινότητα αποτελούσε την φυσική κατάσταση των ευρωπαϊκών εθνών και κοινωνιών κατά την συγκρότησή τους πάνω στα ερείπια της Ρωμαϊκής  Αυτοκρατορίας και διατηρήθηκε μέχρι την Αναγέννηση, πριν αρχίσει να  αποσυντίθεται καθ’ όλη τη διάρκεια των Νεότερων Χρόνων, αφήνοντας  ωστόσο μια βαθιά αποτύπωση στην ψυχή των λαών. Γι’ αυτό ο Germain  Chérounaud, μέλος του PFNC, γράφει σε άρθρο με τίτλο «Communisme» στο Le Pays Libre της 20ής Ιουνίου 1937 ότι «ο κομμουνισμός είναι τόσο  παλιός όσο και ο κόσμος»[4] και προσπαθεί να αποδείξει ότι οι μαρξιστές  και άλλοι σοσιαλιστές δεν έχουν κάποια αποκλειστικότητα πάνω σε αυτόν τον όρο, τον οποίο χρησιμοποιούν καταχρηστικά για να σφετεριστούν τον ρόλο του υπερασπιστή της κοινωνικής δικαιοσύνης, ο οποίος ανήκει στην πραγματικότητα στην παλαιά κοινοτική κοινωνία, στο ancient regime και στην Καθολική Εκκλησία.

Πρέπει τότε να εξηγηθούν οι  λόγοι της εξαφάνισης αυτής της κοινοτικής κοινωνικής τάξης. Σχετικά με  αυτό, ο Clémenti δίνει μια εξήγηση που είναι εκείνη ολόκληρης της  αντεπαναστατικής σκέψης. Από την Αναγέννηση και έπειτα ολόκληρη η  ευρωπαϊκή πολιτική και κοινωνική τάξη γνώρισε μια πορεία παρακμής, που  χαρακτηρίζεται από την επικράτηση του κριτικού πνεύματος και, κατά  συνέπεια, από την ολοένα και πιο ανοιχτή αμφισβήτηση της αριστοκρατικής αντίληψης για την αξουσία, την άνοδο του ατομικισμού και την επικράτηση των ταξικών συμφερόντων, υλιστικών εκ των πραγμάτων, πάνω  στην έννοια της τιμής και στον σεβασμό της χριστιανικής ηθικής και της  παράδοσης.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τους εθνικοκομμουνιστές, αυτή η αργή αποσύνθεση εκδηλώθηκε με ένταση και ενισχύθηκε από την Γαλλική Επανάσταση. Η  τελευταία ανέτρεψε την μοναρχία, διαχώρισε την πολιτική από την θρησκεία,  επιχείρησε να θεμελιώσει την εξουσία και όλους τους θεσμούς  αποκλειστικά πάνω στην λογική, κατέστρεψε την πατερναλιστική κοινωνία  του Παλαιού Καθεστώτος, εγκαθίδρυσε μια μόνιμη αντιπαράθεση ανάμεσα  στο άτομο και το Κράτος, κατήργησε τα συντεχνιακά πλαίσια που ρύθμιζαν και οργάνωναν την οικονομική δραστηριότητα και την άσκηση των  επαγγελμάτων αντικαθιστώντας τα με έναν ανεξέλεγκτο φιλελευθερισμό,  επιφέροντας έτσι μια υλιστική ταξική κοινωνία, που, κυριαρχούμενη από  την αστική τάξη, έφερε σε αντιπαράθεση τους εργαζομένους με τους  εργοδότες τους και γέννησε κατ’ αυτόν τον τρόπο το κοινωνικό ζήτημα, το  οποίο γέννησε τα «ουτοπικά» ιδεώδη του σοσιαλισμού.


Όλες αυτές τις οξείες κριτικές για τις συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης,  ο Clémenti τις εκθέτει στο ήδη αναφερθέν βιβλίο του Qu’est-ce que le  national-communisme, καθώς και στα άρθρα της εφημερίδας του Le Pays  libre. Το ίδιο πράττουν και οι οπαδοί του. Ένας από αυτούς, ο Georges  Batault,[5] κατακεραυνώνει την υποτιθέμενη ελευθερία που διακήρυξε η  Επανάσταση και την οποία η Δημοκρατία κατέστησε το πρώτο στοιχείο του  συνθήματός της, παρουσιάζοντάς την ως «την ελευθερία της δυστυχίας», «την ελευθερία για τον διεφθαρμένο Τύπο» και «για τον δημαγωγό  πολιτικό». Σύμφωνα με τον Clémenti και τους ομοϊδεάτες του, η Επανάσταση μετέτρεψε τους Γάλλους σε εγωιστές ατομικιστές, υλιστές, πικραμένους, σιωπηλά εξεγερμένους και στοιχειωμένους από το πιο σάπιο  και διεφθαρμένο ορθολογικό πνεύμα. Ο Georges Batault την κατηγορεί ότι  καθιέρωσε «τον υποχρεωτικό ατομικισμό για όλους».[6] Από την Γαλλική Επανάσταση και έπειτα, οι άνθρωποι βρίσκονται διαρκώς σε αντιπαράθεση με το Κράτος και σε ανοιχτή ή λανθάνουσα εξέγερση απέναντι στην  κυβέρνησή τους, και έχουν γνωρίσει δύο πραξικοπήματα (εκείνα των δύο  Βοναπάρτηδων) και τρεις επαναστάσεις, πριν ζήσουν υπό μια  κοινοβουλευτική Τρίτη Δημοκρατία, διοικούμενη από ανίκανους και στα  χέρια μιας αστικής τάξης που ενδιαφέρεται μόνο για την υπεράσπιση των δικών της συμφερόντων. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο προλεταριάτο και τους εργοδότες διαρκεί, χωρίς καμία δυνατή λύση, και οι Γάλλοι είναι μεταξύ τους εχθροί. Ο καθένας ονειρεύεται τον  προσωπικό πλουτισμό και την κοινωνική άνοδο εις βάρος των άλλων και  οι άνθρωποι είναι διαρκώς αντίπαλοι μεταξύ τους. Η ίδια η Γαλλική  Επανάσταση, εμπνευσμένη από ολόκληρο το ορθολογιστικό, ατομικιστικό και φιλελεύθερο κίνημα του Διαφωτισμού, γέννησε μια  υλιστική κοινωνία βασισμένη στην ταξική πάλη.

Για την αποκατάσταση μιας κοινοτικής πολιτικής και κοινωνικής Τάξης

Δεν πρόκειται, λοιπόν, να οδηγηθεί αυτή (η ταξική πάλη) μέχρι την τελική  της κατάληξη, αλλά, αντίθετα, να ανακοπεί η πλήρης ανάπτυξή της. Ο Clémenti δεν προτείνει μια επανάσταση που θα παρουσιαζόταν ταυτόχρονα ως εθνικιστική και κομμουνιστική, όπως φαντάστηκαν, στις  αρχές της δεκαετίας του 1920, ορισμένα στελέχη του ιταλικού φασισμού και  προσωπικότητες της συντηρητικής επανάστασης, αλλά την εγκαθίδρυση  ενός πολιτικού καθεστώτος που θα αποσκοπεί στην αναθεμελίωση της γαλλικής κοινωνίας πάνω σε θεσμούς ικανούς να εισαγάγουν στο σύνολο  της κοινωνίας και στην οικονομική οργάνωση της χώρας μια μορφή αλληλεγγύης και κοινοτικού πνεύματος, εμποτισμένη με μια θρησκευτική  ηθική, θεμελιωμένη στο αίσθημα του ανήκειν στο έθνος και στα καθήκοντα  που αυτή η συνείδηση επιβάλλει.

Ο Clémenti προτείνει, επομένως, μια νέα εκπαίδευση της νεολαίας, όχι  πλέον ορθολογιστική και αποκλειστικά κοσμική, αλλά πνευματική, ηθική, αλτρουιστική και πατριωτική. Αυτή η εκπαίδευση θα αναδημιουργήσει την  ενότητα του έθνους και θα θέσει τέλος στο εμμονικό και επιβλαβές πνεύμα  της ταξικής πάλης, καθώς και στον ατομικισμό της αστικής τάξης. Και αυτή η ανακτημένη ενότητα θα  εξασφαλίσει την αποτελεσματικότητα και την πλήρη επιτυχία της  κατευθυνόμενης οικονομίας και του συντεχνιακού συστήματος που ο  Clémenti επιδιώκει να εγκαθιδρύσει στην θέση του καθαρού καπιταλιστικού  φιλελευθερισμού. Χωρίς αυτήν, ο κορπορατισμός, στερημένος από ιδανικό, θα παραμείνει μια οικονομική και κοινωνική μηχανική ανίκανη να σβήσει από τον νου των χρηματοπιστωτών, των επιχειρηματιών και  των εργαζομένων, την επιρροή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, με τις  επιζήμιες συνέπειές του. Δεν θα είναι παρά ένα μέσο ελέγχου και περιορισμού των εργαζομένων προς όφελος των εργοδοτών.


Ο κορπορατισμός χωρίς την ηθική, η οποία μεταδίδεται μέσω μιας ανανεωμένης εκπαιδευτικής θεσμικής δομής, είναι ανίσχυρος και στρέφεται εναντίον του εργαζομένου. Ωστόσο, είναι απαραίτητος, διότι και η ηθική μόνη της, ακόμη και αν μεταδοθεί σωστά σε όλους τους Γάλλους μέσω του σχολείου, είναι επίσης ανίσχυρη. Όπως γράφει ο Clémenti στα  άρθρα και στο βιβλίο του, ο καθαρός φιλελεύθερος καπιταλισμός δεν  επιτρέπει σε έναν εργοδότη να εφαρμόσει τον ηθικό νόμο της οργανικής αλληλεγγύης, διότι βρίσκεται παγιδευμένος σε έναν διαρκή στρόβιλο  ανταγωνισμού που θα τον οδηγούσε στη χρεοκοπία αν το επιχειρούσε. Η  οικονομική ζωή της χώρας πρέπει, επομένως, να κατευθύνεται, να  προσανατολίζεται και να οργανώνεται αυστηρά· και οι σχέσεις μεταξύ  εργοδοτών και εργαζομένων πρέπει να αποτελούν αντικείμενο μιας δίκαιης  (και ταυτόχρονα λογικής) νομοθεσίας και μιας αυστηρής συντεχνιακής  ρύθμισης που θα αποκλείει τις εργοδοτικές καταχρήσεις, την ανεργία, αλλά  και την πίεση της απεργίας, η οποία προσομοιάζει σε μια μορφή εκβιασμού  και βλάπτει την οικονομία.

Επίλογος

Αν σταθούμε ψύχραιμα μπροστά σε όλα αυτά τα κείμενα, όχι ως απλοί αναγνώστες μιας ξεχασμένης πολιτικής περιθωριακής φιγούρας, αλλά ως  παρατηρητές μιας βαθύτερης ευρωπαϊκής κρίσης, τότε ο Pierre Clémenti  εμφανίζεται λιγότερο ως ιδιόρρυθμη εξαίρεση και περισσότερο ως  σύμπτωμα. Σύμπτωμα μιας εποχής που ένιωσε ότι κάτι θεμελιώδες είχε  χαθεί: η ενότητα του ανθρώπου με την κοινότητά του, η ηθική τάξη που προϋπήρχε του νόμου, η αίσθηση ότι η κοινωνία δεν είναι σύμβαση αλλά  οργανικό μέρος ενός μεγαλύτερου συνόλου.

Μέσα από τα γραπτά που άφησε πίσω του ο κύκλος του PFNC, διαγράφεται καθαρά μια σκέψη που επιχειρεί να ανατρέψει το ίδιο το νόημα  των λέξεων της νεωτερικότητας. Ο κομμουνισμός του Clémenti δεν είναι η  υπόσχεση ενός μέλλοντος, αλλά η ανάμνηση ενός ενάρετου παρελθόντος, δεν είναι επανάσταση, αλλά αποκατάσταση. Η κοινότητα δεν γεννιέται στο  εργοστάσιο ή στο κόμμα, αλλά πηγάζει από την παράδοση, την οικογένεια   και το αίμα. Και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι προϊόν σύγκρουσης αλλά  έκφραση μιας ήδη υπάρχουσας οργανικής τάξης που έχει διαρραγεί.

Σημείωση του επιμελητή

ΟΙ λύσεις που πρότεινε το συγκκεριμένο κόμμα μέσα από τα έντυπά του να είχαν μια φορμαλιστική πτυχή, εστιάζοντας σε μεγάλο βαθμό στον ρόλο της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Ωστόσο μια ηθική δέσμη που θα παρεχόταν άνωθεν μέσω της κρατικής παιδείας δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα κατάφερνε να αναγεννήσει την παραδοσιακή οργανικότητα. Αν η λαϊκή κουλτούρα δεν διαχέεται αυθόρμητα και από την βάση της κοινωνίας, η άνωθεν παρέμβαση κινδυνεύει να παραμείνει μια απλή πρόθεση που θα καταλήξει σε ένα θεσμικά ισχυρό αλλά πρακτικά αδύναμο γραφειοκρατικό πρόταγμα.

Όμως, αυτή ακριβώς ήταν παράδοση του γαλλικού αντιδιαφωτιστικού συντηρητικού εθνικισμού, από την εποχή της παλινόρθωσης των Βουρβόνων μετά την ήττα του Ναπολέοντα. Η απόπειρα να αποκρουστεί η επέλεαση του νεωτερικού φιλελευθερισμού και των συνεπειών του πραγματοποιήθηκε στην Γαλλία με νόμους που έδιναν την δυνατότητα στην Καθολική Εκκλησία και την μοναρχική εξουσία να διαμορφώσουν την συλλογική ηθική των νέων γενιών μέσα από την θεσμική εκπαίδευση. Όπως αποδείχτηκε, το σχέδιο απέτυχε γιατί ακόμη και αν ανασχέθηκε προσωρινά ο φιλελευθερισμός ως κυρίαρχη ιδέα της πολιτικής πραγματικότητας και του κοινωνικού βίου, δεν ανασχέθηκε ο νεωτερικός καπιταλισμός με αποτέλεσμα να κρατήσει ζωντανό, εντός των πλαισίων πραγματικότητας που διαμόρφωσε, και τον φιλελευθερισμό ως θεμελιώδη ιδεολογική αρχή του. Είναι μάλλον σαφές ότι η άμυνα απέναντι στην επέλαση του νεωτερικού φιλελευθερισμού μπορεί να οργανωθεί αποτελεσματικά μόνο μέσα από την επιρροή της μαζικής, λαϊκής κουλτούρας, που θα αναπαράγεται, συνδεδεμένη με την υψηλή Ιδέα, αυθόρμητα και οριζόντια στα στρώματα της κοινωνίας από τα ίδια τα μέλη της βάσης της, παράλληλα με οικονομικές πολιτικές που θα ανατρέπουν την αχαλίνωτη ελευθερία της αγοράς.

Ακόμη κι έτσι πάντως, μολονότι το συγκεκριμένο κόμμα δεν απέφυγε το «παραδοσιακό λάθος του γαλλικού συντηρητισμού», αποτέλεσε μια ευχάριστη προσθήκη στο βιβλίο της ιστορίας των νεορομαντικών μεσοπολεμικών κινημάτων που έλπισαν ότι μέσα από την φασιστική οδό θα μπορούσε να ανατραπεί η αρρώστια της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να ανατικατασταθεί με έναν γνήσιο και ριζωμένο σε παραδοσαικά σχήματα νέο τρόπο ζωής. Το γεγονός ότι υιοθέτησε τον όρο «κομμουνισμός» αποτελεί μια ακόμη σημαντική παρακαταθήκη γιατί βοηθά τους νεότερους εθνικιστές να καταλάβουν το περιεχόμενο και να θυμηθούν τις ρίζες των πολιτικών τους ιδέων. Ιδίως σήμερα που πραγματοποιείται μια οργανωμένη απόπειρα αποξήρανσής τους από τους λακέδες της καπιταλιστικής alt right και τους ανθρώπους της Δεξιάς που υπηρετούν διαχρονικά τα συμφέροντα του πιο χυδαίου υλισμού και του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου.


[1] https://voiceofyockey.substack.com/p/la-cagoule-the-beginnings-of-revolutionary 

[2] https://fr.wikipedia.org/wiki/Maurice_Maurer [3] Θεωρείται μια από τις επιδραστικότερες πένες του αντισημιτισμού στην μεσοπολεμική Γαλλία.  [4] Le Pays Libre, 20/04/1937  [5] Le Pays libre, 20/03/1937  [6] Ο.π.

    Πανσέληνος του Αυγούστου και αναμνήσεις από την εθνικιστική αυτονομία

Για αρκετές μέρες βομβαρδίστηκαν οι οθόνες των τηλεοράσεων, των κινητών τηλεφώνων και των υπολογιστών μας με διαφημίσεις για τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του υπουργείου πολιτισμού της κυρίας Μενδώνη, που θα πραγματοποιούνταν έχοντας ως αφορμή την πανσέληνο του Αυγούστου. Εντυπωσιακές νυχτερινές φωτογραφίες, επικεφαλίδες με φράσεις του στυλ «Φεγγάρι του Οξύρρυγχου», ατμοσφαιρικές εικαστικές συνθέσεις και υποσχέσεις περί δωρεάν περιηγήσεων σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους συνέθεσαν την επικοινωνιακή καμπάνια του υπουργείου πολιτισμού κατά την προηγούμενη εβδομάδα. Ήταν, όμως, έτσι όπως υποσχέθηκαν οι διαφημίσεις τα πράγματα ή μήπως προσφέρθηκε πανελλαδικά μια κυβερνητική διαφήμιση με εντυπωσιακά επικοινωνιακό περιτύλιγμα αλλά χωρίς πολλή ουσία.


Όντως, ορισμένα μουσεία πρόσφεραν στους επισκέπτες δωρεάν είσοδο. Ωστόσο, τα δυο μεγάλα γεγονότα του κέντρου των Αθηνών που είχαν διαφημιστεί (είσοδος στο μουσείο της Ακρόπολης και συναυλία στον κήπο του νομισματικού μουσείου), αποτέλεσαν ως ενός σημείου τεχνάσματα νεοφιλελεύθερης μπαγαποντιάς. Φαρδιές πλατιές επικεφαλίδες με χοντρά γράμματα μας ενημέρωναν ότι το μουσείο της Ακρόπολης θα έμενε ανοιχτό μέχρι τα μεσάνυχτα. Έχοντας κατά νου παλαιότερες εμπειρίες κάποιοι μπορεί να υπέθεσαν ότι η είσοδος θα ήταν δωρεάν. Ορισμένοι διαδικτυακοί τόποι, μάλιστα, είτε επειδή παρασύρθηκαν είτε για άλλους λόγους, συνόδευσαν τις σχετικές αναρτήσεις με αυτή την πληροφορία. Έπρεπε κανείς να είναι προσεκτικός, υποψιασμένος και με διάθεση να ψάξει λίγο παραπάνω. Τελικά το μουσείο της Ακρόπολης έμεινε ανοιχτό μέχρι τα μεσάνυχτα. Ωστόσο, δωρεάν είσοδο δεν πρόσφερε.


Χιλιάδες επισκέπτες στήθηκαν στην ουρά των εκδοτηρίων, περιμένοντας επί ώρες. Όταν έφτανε η σειρά τους, ενημερώνονταν στα ταμεία ότι δεν θα παραλάμβαναν δελτίο δωρεάν εισόδου. Έπρεπε να πληρώσουν εισιτήριο κόστους είκοσι ευρώ έκαστος (μπορούσαν να επισκεφθούν δωρεάν την περιοδική έκθεση «Αρχαία Ελληνική Τέχνη στην Ιταλία»).


Κάτι αντίστοιχο έγινε και στην συναυλία που πραγματοποιήθηκε το ίδιο βράδυ στο νομισματικό μουσείο.  Η ερμηνεύτρια Έλενα Νάσιου και ο Γιώργος Μωυσιάδης στο πιάνο παρουσίασαν ελληνικά τραγούδια με τζαζ επιρροές. Ο χώρος της αυλής του νομισματικού μουσείου γέμισε ασφυκτικά. Οι καρέκλες για τους θεατές ήταν ελαφρώς λιγότερες των εκατό ενώ οι παρευρισκόμενοι ξεπέρασαν τους τριακόσιους. Μόνο που όσοι κάθονταν στις καρέκλες με τα τραπέζια (στην αρχή της συναυλίας γιατί στην συνέχεια, όταν έπεσε το φως και γέμισε θεατές ο χώρος, χάθηκε ο έλεγχος) μάλλον έπρεπε να παραγγείλουν ένα ποτάκι στην καντίνα του μουσείου.

Όπως και να έχει το συμπέρασμα είναι ότι στις εποχές της νεοφιλελεύθερης μνημονιακής κανονικότητας όταν η εξουσία διαφημίζει κάτι που υποτίθεται ότι είναι δωρεάν τελικά δεν είναι και τόσο δωρεάν. Μπορεί να προσφέρει δωρεάν μια προμετωπίδα όμως στο υπόβαθρο θα εκμεταλλευτεί τις αμέτρητες πτυχές μιας οργανωτικής πρωτοβουλίας ως ευκαιρίες αποκόμισης οικονομικού κέρδους και πλουτισμού. Η τοξική αυτή νοοτροπία έχει μουλιάσει του νου του μέσου Έλληνα των καιρών μας. Γίνεται αυτονόητα αποδεκτή συνθήκη ότι η κερδοσκοπία θα διεισδύσει σε κάθε ιστό της κοινωνικής μας διάδρασης. Ακόμη και στις εορταστικές και τελετουργικές δράσεις δημοσίου χαρακτήρα το εξουσιαστικό σύστημα έχει φροντίσει να κρύψει κάπου την κουλτούρα της (ελεύθερης) αγοράς.


Πάντως, για να ανατρέξουμε λίγο στο ιδεολογικό μας παρελθόν, θυμάμαι ότι η τελευταία φορά που πρόλαβα την αυγουστιάτικη πανσέληνο στην Αθήνα (και δεν ήμουν στο χωρίο μου για τις θερινές διακοπές) ήταν το 2012. Λίγο καιρό πριν από εκείνη την πανσέληνο το πολιτικό στερέωμα είχε κλονιστεί με την κατάρρευση του παλιού δικομματισμού. Λίγες μέρες πριν τα τέλη του Αυγούστου η ελληνική κοινωνία δεχόταν ένα ακόμη ταρακούνημα, καθώς ο μετανάστης Αχμέτ Βακάς είχε βιάσει, ξυλοκοπήσει και αφήσει ανάπηρη την δεκαπεντάχρονη Μυρτώ Παπαδομιχελάκη στην Πάρο.

Κατά την μεταγωγή του Βακάς στην Αθήνα, λίγα μέλη της ΧΑ είχαν επιτεθεί με γροθιές και κλωτσιές στο αστυνομικό όχημα που τον μετέφερε, καθώς αυτό αποβιβαζόταν από το πλοίο στο λιμάνι του Πειραιά. Ήταν περισσότερο μια συμβολική και ανώδυνη διαμαρτυρία. Ίσως ο Μιχαλολιάκος ήθελε να κρατήσει χαμηλούς τόνους για να παρουσιάσει ένα σχετικά ήπιο προφίλ τις πρώτες μέρες της κοινοβουλευτικής του παρουσίας. Ίσως να μην κατάλαβε τον αντίκτυπο που θα είχε το θέμα στην ελληνική κοινωνία. Για κάποιον λόγο που δεν έγινε ποτέ κατανοητός το κόμμα του ΝΓΜ δεν σήκωσε το θέμα ψηλά στην ατζέντα του εκείνη την περίοδο. Έτσι, ο πυρήνας του «εστιάτορα» και του Περίανδρου (εκείνη την περίοδο ήταν συνεργαζόμενοι στο «εστιατόριο») θεώρησε ότι ήταν μια καλή ευκαιρία να καλύψει το κενό, διοργανώνοντας μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος.

Εκείνη την εποχή, με τις κινητοποιήσεις των Αγανακτισμένων ακόμη νοπές, το κλίμα ήταν πολύ ευνοϊκό για τέτοιες πρωτοβουλίες. Η σκέψη τους ήταν σωστή. Μόνο που για να υλοποιηθεί μια σωστή σκέψη χρειάζεται και το κατάλληλο πολιτικό υπόβαθρο. Προφανώς, το ζητούμενο πολιτικό υπόβαθρο δεν είναι δυνατόν να βρεθεί σε κύκλους προσώπων που στην καλύτερη περίπτωση αντιλαμβάνονται την πολιτική με όρους τοπικής καφετέριας και στην χειρότερη ως οδηγία των μυστικών υπηρεσιών. 

Για να μην πλατιάζω, στα τέλη Αυγούστου του 2012 μια ανώνυμη ανακοίνωση που καλούσε τους εθνικιστές να διαμαρτυρηθούν στην πλατεία Συντάγματος, με αφορμή την υπόθεση Βακάς, άρχισε να ταξιδεύει σε υπολογιστές και οθόνες κινητών τηλεφώνων. Οι διοργανωτές εμφανίζονταν, γενικά και αόριστα, ως αυτόνομοι. Υπογραφή κάποιας συλλογικότητας ή μια ένδειξη που να παρέπεμπε σε συγκεκριμένη οργάνωση δεν υπήρχε. Συνηθισμένα πράγματα για τον εθνικιστικό χώρο της μετά 2005 εποχής. Κουκούλα και ανωνυμία. Δειλία στην επώνυμη υποστήριξη ενός δίκαιου αιτήματος, ακόμη και την περίοδο που όλη η Ελλάδα βρισκόταν στα κάγκελα και ο αστικός καθωσπρεπισμός είχε καταρρεύσει.

Αμέσως μόλις η ανακοίνωση έγινε γνωστή, οι αντιφασιστικές ομάδες ακολουθώντας την γνωστή τους τακτική κάλεσαν σε δική τους αντισυγκέντρωση, την ίδια ημέρα, δυο-τρεις ώρες νωρίτερα, στο Μοναστηράκι. Οι αντιφασίστες συμπλήρωναν την ανακοίνωση με την πληροφορία ότι η πορεία τους θα κατέληγε στην πλατεία Συντάγματος με σκοπό να την καταλάβει και να ματαιώσει την συγκέντρωση των εθνικιστών.

Η ημέρα -ή μάλλον το βράδυ- που θα γίνονταν όλα αυτά ήταν εκείνη της πανσελήνου του 2012. Τότε είχε, όντως, προσφερθεί δωρεάν είσοδος για το κοινό στο μουσείο της Ακρόπολης και πολλοί δυνητικοί επισκέπτες διαμαρτύρονταν στα social media γιατί δεν είχε ανοίξει για το κοινό και ο αρχαιολογικός χώρος της Ακρόπολης. Μπαίναμε, βλέπετε, σταδιακά στην αντιανθρώπινα καθωσπρέπει εποχή της μνημονιακής Ελλάδας. Γινόμασταν νεοφιλελεύθεροι και «Ευρωπαίοι». Οι παροχές προς τα λαϊκά στρώματα είχαν αρχίσει να ψαλιδίζονται.

Δεν είχα σκοπό αρχικά να κατέβω στην συγκέντρωση, επειδή ήμουν επιφυλακτικός με την ανωνυμία των διοργανωτών. Μέχρι που ο Στέφανος, ένας παλιός φίλος, με παρότρυνε να πάμε. «Ας πάμε και θα επισκεφθώ αργότερα το μουσείο της Ακρόπολης», σκέφτηκα. Όπως είχαμε γράψει και στο παρελθόν, οι αντιφασίστες ξεκίνησαν νωρίς το απόγευμα την δική τους πορεία. Η Αστυνομία τους εμπόδισε με φραγμό από κλούβες των ΥΑΤ να ανέβουν την Σταδίου και τους κατεύθυνε προς τα Εξάρχεια. Οι ίδιοι έκαναν λόγο για δύο χιλιάδες συμμετέχοντες. Ήταν σίγουρα λιγότεροι. Χίλια άτομα και αν. Πιθανότατα ακόμη πιο λίγοι. Σίγουρα, πάντως, περισσότεροι από εμάς.

Στην αντίπερα πολιτική όχθη, όταν έφτασα στην πλατεία Συντάγματος δεν είδα καμά συγκέντρωση. Η πλατεία ήταν αποκλεισμένη από κλούβες αστυνομικών όμως συγκέντρωση δεν υπήρχε. Άρχισα να περπατώ στην πλατεία κατευθυνόμενος προς την είσοδο του μετρό. Ώσπου άκουσα μια φωνή. «Σταμάτη, εδώ». Ήταν ένας νεαρός skinhead, που εκείνη την περίοδο σπούδαζε στην Θεολογική Σχολή Αθηνών και κυκλοφορούσε ένα Oi! φανζίν.

«Τι έγινε; Που είναι η συγκέντρωση;» τον ρώτησα

«Αυτοί εδώ είμαστε» μου απάντησε και περίπου τριάντα άτομα που υποδύονταν τους περαστικούς κινήθηκαν προς εμένα από τα γύρω από τα παγκάκια.

«Ποιος είναι ο διοργανωτής; Πότε ξεκινά και τι περιλαμβάνει η συγκέντρωση», διερωτήθηκα αλλά κανείς δεν ήξερε να απαντήσει. Τριάντα άτομα είχαν έρθει στο στόμα του λύκου, έπειτα από ένα ανώνυμο διαδικτυακό κάλεσμα και στέκονταν εκεί χωρίς σκοπό. Αφού περίμενα τον Στέφανο, ζύγισα την κατάσταση. Μόλις έφτασε του είπα να με ακολουθήσει. Μάζεψα τους συγκεντρωμένους γύρω μου και τους εξήγησα συνοπτικά ότι αυτά ήταν συνηθισμένα φαινόμενα ακροδεξιάς κυπατζίδικης ανευθυνότητας. Πρόβλεψα ότι δεν θα εμφανιζόταν κανείς εκ των διοργανωτών και τους είπα ότι εφόσον είχαμε παραβρεθεί θα ήταν λάθος και πολιτική πανωλεθρία η αποχώρηση.

«Ακολουθήστε με, θα πάμε απέναντι από την Βουλή και θα αρχίσουμε να φωνάζουμε εθνικιστικά συνθήματα για να μας βλέπουν οι περαστικοί. Θα παρατηρήσουμε πώς θα αντιδράσει η Αστυνομία. Αν μας περικυκλώσει, θα αποχωρήσουμε για να μην μας προσαγάγει. Αν όχι, θα παραμένουμε στον χώρο, θα φωνάζουμε συνθήματα και θα κάνουμε την συγκέντρωση μόνοι μας, χωρίς τους διοργανωτές. Στην τελική, είμαστε αυτόνομοι».

Μέσα σε λίγα λεπτά είχαν γίνει πράξη οι οδηγίες μου. Τα τηλέφωνα πήραν φωτιά. Οι παρευρισκόμενοι ενημέρωναν φίλους ότι η συγκέντρωση ξεκίνησε. Συμμετέχοντες άρχισαν να καταφτάνουν. Οι τριάντα έγιναν σχεδόν τριακόσιοι. Έδινα τα συνθήματα με βοηθό τον νεαρό skinhead. Πέρα από τα αντιμεταναστευτικά που αφορούσαν την άτυχη Μυρτώ, τα υπόλοιπα συνθήματα είχαν στρασσερικό περιεχόμενο. «Κεφάλαιο και ξένοι, φονιάδες ενωμένοι», «Εβραίοι, Αμερικάνοι, καπιταλιστές, τον τάφο σας θα σκάψουμε οι εθνικιστές». Δημοσιογράφοι με τηλεοτπικές κάμερες μου ζητούσαν συνέντευξη, γνωστοί αυτόνομοι και μαυρόκρινοι (ήταν περισσότεροι του ενός εκείνα τα χρόνια) έρχονταν από όλους τους γύρω δρόμους. Κάποια στιγμή μας επιτέθηκε με πέτρες ένας μεμονωμένος φουκαράς από την κάτω μεριά της πλατείας Συντάγματος αλλά το έβαλε αμέσως στα πόδια.


Μετά από λίγες ώρες και όταν οι συγκεντρωμένοι άρχισαν να αραιώνουν οι άντρες των ΥΑΤ ήρθαν μπροστά μας και μας περικύκλωσαν. Ετοιμάζονταν να μας προσαγάγουν ή να μας ψεκάσουν με δακρυγόνα για να διαλυθούμε. Κατάλαβα που πήγαινε η δουλειά και είπα στους εναπομείναντες συγκεντρωμένους να ψάλουμε σε στάση προσοχής τον εθνικό ύμνο και να ολοκληρώσουμε την συγκέντρωση πριν μας διαλύσει η Αστυνομία. Έτσι και έγινε. Μια φαινομενικά χαμένη υπόθεση αποτέλεσε την πρώτη (και μοναδική μέχρι σήμερα) συγκέντρωση αποκλειστικά αυτόνομων εθνικιστών απέναντι από την Βουλή. Τα «εστιατόρια» είχαν κάνει την γνωστή σκοτεινή δουλειά τους αλλά υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο. Πήγαμε στην συγκέντρωση ενώ ούτε ο «εστιάτορας», ούτε ο Περίανδρος ούτε κανένα γκαρσόνι τους εμφανίστηκε, την οργανώσαμε όπως έπρεπε, της δώσαμε στρασσερικό περιεχόμενο και την ολοκληρώσαμε επιτυχημένα, χωρίς καμία απώλεια.

Όταν αποχώρησε και ο τελευταίος πιτσιρικάς πήγα στο στέκι της Λέσχης στην Πλάκα. Ενημέρωσα όσους βρήκα εκεί για το τι είχε συμβεί και όταν γευμάτισα κατευθύνθηκα προς το μουσείο της Ακρόπολης. Το αισθητικά άθλιο μοντέρνο κτίριο είχε φωτιστεί ωραία και έδειχνε εντυπωσιακό, κατάμεστο από εκατοντάδες Αθηναίους που μπαινόβγαιναν δωρεάν σε αυτό.Η ατμόσφαιρα ήταν όντως εορταστική. Μετά τον ανατριχιαστικό βασανισμό της πιτσιρίκας στην Πάρο, το καλοκαίρι του 2012 είχε αποφασίσει να μας αποχαιρετίσει με έναν τελετουργικά όμορφο τρόπο. Δυστυχώς, το μέλλον που περίμενε την Ελλάδα ήταν δυσοίωνο. Αλλά εκείνες τις ημέρες ακόμη πανηγυρίζαμε την εκλογική πτώση της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ και ελπίζαμε ότι η χώρα θα αποχωρούσε από το ευρώ ανακτώντας την οικονομική εθνική της ανεξαρτησία. Οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές και μόνο τότε μπορούσαμε να αποχωρήσουμε από την ευρωζώνη προκαλώντας μεγάλη ζημιά στους λίμπεραλς τοκογλύφους του πλανήτη. Ωστόσο, είχαμε υποτιμήσει τον μεγαλύτερο πολιτικό αλήτη της νεότερης ελληνικής ιστορίας που άκουγε στο όνομα Αντώνης Σαμαράς.

Τουλάχιστον είχα καταφέρει να γελοιοποιήσω τους βαστάζους του εντός του εθνικισιτκιύ χώρου. Έχω την εντύπωση ότι εκείνο το κάζο της συγκέντρωσης στο Σύνταγμα το φυσάνε ακόμη και δεν κρυώνει «εστιατόρια» και «γκαρσόνια». Για αυτό προσπαθούν, όπως πάντα με την προσφιλή τους μέθοδο, να το αποκρύψουν. Η ιστορία όμως γράφεται και με κάποιο τρόπο καταφέρνει συνήθως να μένει στις μνήμες των ανθρώπων. Στο τέλος δικαιώνει τους ενάρετους. Έστω και μόνο σε ότι έχει να κάνει με την ηθική δικαίωση-αν όχι με την υλική. 

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.