- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

               Fantasy Guild 2 – Το Φεστιβάλ Φαντασίας, όπως πρέπει να είναι

                                                                                                     του Southman

Το Σαββατοκύριακο 7 & 8 Μαρτίου, διεξήχθη στην Θεσσαλονίκη, στο ξενοδοχείο Queen Olga, το 2ο Φεστιβάλ Φανταστικού Fantasy Guild. Οι αναγνώστες του ιστολογίου μας θα θυμούνται ότι το περσινό Φεστιβάλ Fantasy Guild, που είχε διεξαχθεί τον Απρίλιο του 2025, ήταν μια από τις αγαπημένες μου εκδηλώσεις του Φανταστικού λόγω του όμορφου κλίματος και της μικρής σχετικά κλίμακας, η οποία επέτρεπε την ουσιαστική επαφή μεταξύ συμμετεχόντων και κοινού, την ανάδειξη της πολιτιστικής πρότασης της διοργάνωσης και την δημιουργία μιας πραγματικής κοινότητας του Φανταστικού, μακριά από την fast food εμπορευματοποίηση της Φαντασίας και τις λογικές της μαζικής κατανάλωσης. Με την ταυτότητα αυτή, το Fantasy Guild είχε δώσει μια «υπόσχεση» στο κοινό του: Να υπηρετήσει την Φαντασία στην πιο καθαρή της μορφή, να δώσει βήμα στους αληθινούς εκπροσώπους της και να ικανοποιήσει τις προσδοκίες που το ίδιο δημιούργησε στο κοινό του, για την μορφή και το περιεχόμενό του.


Φέτος λοιπόν, στην δεύτερη διοργάνωσή του που πραγματοποιήθηκε στον ίδιο φιλόξενο χώρο, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, το Fantasy Guild τήρησε στο ακέραιο την υπόσχεση αυτή. Από άποψη περιεχομένου, είχε όλα εκείνα για τα οποία έγινε γνωστό και αγαπητό. Ομιλίες, παρουσιάσεις, έκθεση δημιουργών και εκδοτικών οίκων μεγαλύτερη από πέρυσι, επίδειξη card games, επίδειξη επαγγελματικού μακιγιάζ φαντασίας βασισμένο σε ιστορικά πολεμικά χρώματα και μοτίβα, φωτογραφίσεις cosplayers, εργαστήριο κατανόησης της εραλδικής τέχνης και παραγωγής φανταστικών οικοσήμων, παρουσίαση νέων ελληνικών προσπαθειών στον χώρο των παιχνιδιών ρόλων και των επιτραπέζιων παιχνιδιών, δραστηριότητες για παιδιά και γενικά δραστηριότητες για όλη την οικογένεια που θα επέλεγε να το επισκεφτεί.


Η διοργάνωση ήταν και πάλι άψογη, με τήρηση των χρόνων των ομιλιών, με καλή χωροθέτηση των εκθετών και με γρήγορη επίλυση όποιων μικρών προβλημάτων παρουσιάστηκαν, όπως γίνεται αναπόφευκτα σε κάθε τέτοια διοργάνωση. Από άποψη εκθετών και ομιλητών, η λέξη που χαρακτήρισε όλους τους συμμετέχοντες ήταν «ποιότητα», σε ό,τι παρουσίασαν και διέθεσαν προς το κοινό, σε όλες τις ομιλίες τους, σε όλες τις δραστηριότητες, σε όλα τα προϊόντα που τέθηκαν προς επίδειξη και πώληση. Επίσης, οι συμμετέχοντες έδειξαν σεβασμό στον χώρο, στην διοργάνωση, στους άλλους συμμετέχοντες και στους επισκέπτες.  Όπως και πέρυσι, το Φεστιβάλ απευθύνθηκε πρωτίστως στο κοινό της Βόρειας Ελλάδας που το τίμησε, αλλά είχε συμμετοχές και επισκέπτες κι από άλλες περιοχές, από την Αθήνα αλλά ακόμα και από την Πελοπόννησο και την Στερεά Ελλάδα, ενδεικτικό της απήχησης που αρχίζει να αποκτά.


Το σημαντικό είναι ότι το Fantasy Guild 2 διατήρησε την δομή του ως χώρος ισότιμης ανταλλαγής γνώσεων, ικανοτήτων και διαλόγου μιας κοινότητας και όχι ως ex cathedra «διδασκαλίας» πραγμάτων που «όφειλες να ξέρεις» (το έχω ζήσει αυτό το συναίσθημα σε συγκεκριμένες ομιλίες παλαιοτέρων άλλων φεστιβάλ, που έχουν αναστείλει την λειτουργία τους) και πουθενά δεν ήταν πιο εμφανές αυτό από τις ομιλίες. Κύριο γνώρισμα των ομιλιών σεμιναρίων στο Fantasy Guild 2 ήταν ότι, αποτέλεσαν όχι διαλέξεις αλλά συζητήσεις μιας παρέας ανθρώπων γύρω από ένα θέμα που το ξέρουν και το αγαπούν, με το κοινό να γίνεται μέρος αυτής της παρέας και οι ομιλητές μέρος του κοινού, με ανταλλαγή ερωτήσεων και απαντήσεων, παρεμβάσεων, σχολίων και αστεϊσμών, που όμως δεν εκτροχίασαν την συζήτηση. Βοηθούσε σε αυτό ότι οι ομιλίες και τα σεμινάρια διεξάγονταν, όπως και πέρυσι, σε κλειστές αίθουσες, μακριά από το χώρο των εκθετών, κάτι που εξαφάνιζε πλήρως τον θόρυβο και πιθανούς περισπασμούς.

Οι ομιλίες και οι παρουσιάσεις ήταν και φέτος ενδιαφέρουσες. Η ομιλία της επιμελήτριας Κατερίνας Καλογήρου, πολύ μεστή και στοχευμένη γύρω από την επιμέλεια, λογοτεχνική και φιλολογική, γεμάτη πληροφορία και χιούμορ. Η ομιλία του συγγραφέα Αλέξανδρου Λειβαδιώτη, που ανέλυσε τη διαδικασία της κοσμοπλασίας από το μηδέν, με παράδειγμα τον φανταστικό κόσμο του Μόντεγιορτ που έχει δημιουργήσει ο ίδιος, καθώς κι εκείνη του συγγραφέα Χρήστου Κεσκίνη για όλο το ταξίδι ενός βιβλίου, από την συγγραφή, την επιμέλεια, την επικοινωνία με εκδοτικούς οίκους μέχρι και την διανομή ήταν κιβωτοί πληροφοριών.

Θαυμάσια η παρουσίαση του Στέφανου Καράμπαλη, για το λογοτεχνικό είδος των LitRPG και της δικής του δουλειάς στο πεδίο. Εξαιρετική και η ομιλία του συγγραφέα Μιχαήλ Σιδηρόπουλου με θέμα το πώς η Ελληνική Μυθολογία έχει επηρεάσει την παγκόσμια λογοτεχνία, την παγκόσμια Ποπ Κουλτούρα και τα έργα της. Ο Καράμπαλης παρέθεσε έναν εκτενέστατο κατάλογο έργων που περιλαμβάνει και το δικό του λογοτεχνικό πόνημα, το οποίο αναφέρεται στον ελάχιστα εξερευνημένο μυθικό χαρακτήρα του Αυτόλυκου, παππού του Οδυσσέα. Σημαντική ήταν η ομιλία του συγγραφέα και ερευνητή Πολυδεύκη Ανδριαννού που μίλησε για την βορειοευρωπαϊκή παράδοση, την εξέλιξή της και την πρόσληψή της, με αφορμή την έκδοση της ποιητικής Έδδας σε πεζό λόγο, στα ελληνικά, που μετέφρασε, συνέθεσε και επιμελήθηκε ο ίδιος. Εξίσου σημαντική ήταν η ομιλία του υποψ. διδάκτορα Μανώλη Φραγκίδη για την Εραλδική Τέχνη και παράδοση, η οποία εστάισε και στην χρήση των εραλδικών σχημάτων και τεχνικών σε σημερινά λογότυπα, σε design, διαφήμιση και marketing.


Αξίζει να αναφερθούμε στην συζήτηση με τους Νίκο Θεοχάρη και Ελπίδα Πέτροβα, οικοδεσπότες γνωστού λογοτεχνικού podcast, για τα ζόμπι και τους βρικόλακες στην παλαιότερη παράδοση και στην σύγχρονη ποπ Κουλτούρα και τα εξελισσόμενα χαρακτηριστικά τους ως κοινωνικά σύμβολα, που αποτέλεσε μαζί με την ομιλία του Μανώλη Φραγκίδη το καλύτερο δείγμα αυτής της προσέγγισης των παρουσιάσεων ως «παρεΐστικες συζητήσεις» που χαρακτήρισε το Fantasy Guild αλλά και στην παρουσίαση της συγγραφικής πλατφόρμας του Urnovl από τον Τάσο Τσιπίδη και τους συνεργάτες του, που ανανεώθηκε πλήρως και έχει σκοπό να φιλοξενήσει τα κείμενα ερασιτεχνών και επαγγελματιών συγγραφέων και συγγραφικών ομάδων, με διεθνή πια προσανατολισμό. Ειδική μνεία θα θέλαμε να κάνουμε και στον εξαιρετικό καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και δημιουργό παιχνιδιών δημιουργικής αφήγησης κ. Αλέξανδρο Μυροφορίδη, που συμμετείχε σε τρεις παρουσιάσεις αναλύοντας θεωρητικά θέματα με άπειρα και γλαφυρά παραδείγματα, ενώ η δική του παρουσίαση επικεντρώθηκε στην μεταποκαλυπτική δυστοπία και τον κόσμο της σειράς παιχνιδιών Fallout.

Τέλος, ξεχωριστή ήταν η παρουσίαση του νέου λογοτεχνικού περιοδικού Πανδαιμόνιο αλλά και της λογοτεχνικής και καλλιτεχνικής ομάδας πίσω από αυτό που έχει έδρα στην Δυτική Ελλάδα, από μερίδα των συντελεστών του, όπως οι συγγραφείς Zephy Ross και Κωνσταντίνος Πάτρας αλλά και η παρουσίαση για το Οικοσύστημα της Ποπ Κουλτούρας στην Ελλάδα από τον Γιάννη Παπαδημητρόπουλο, παλιό μέλος της Λέσχης μας και τον συγγραφέα και επιμελητή Βαγγέλη Ιωσηφίδη.


Όπως είχα γράψει και πέρυσι, η διαφορά του συγκεκριμένου, μικρού αλλά πολλά υποσχόμενου, Φεστιβάλ από άλλα αντίστοιχα είναι ότι η ομάδα των συντελεστών, που κάθε χρόνο όλο και αυξάνεται, έχει ένα σαφές όραμα για αυτό που θέλει να υπηρετήσει, ένα όραμα που θέτει όρια σε πράγματα που απέχουν πολύ από την έκφραση της καθαρής Φαντασίας και δεν δέχεται να μετατρέψει το χώρο και το χρόνο του Φεστιβάλ σε μια εμποροπανήγυρη προϊόντων κάθε είδους που μερικά λίγη σχέση έχουν με την λογοτεχνία του φανταστικού. Δεν έχουμε να κάνουμε με ένα από τα συνηθισμένα μαζικά φεστιβάλ όπου οι ομιλίες και η ανταλλαγή γνώσεων δεν είναι εγγενές μέρος του προγράμματος αλλά κάτι που γίνεται «παρεμπιπτόντως» με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πραγματική επαφή κοινού και καλλιτεχνών, ούτε αλληλεπίδραση των θεατών, ούτε ασφαλώς συζήτηση και ανακάλυψη κοινών κωδίκων επικοινωνίας. Θα επαναλάβω σχεδόν αυτούσιο αυτό που έχουμε πει πολλάκις στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ., ότι κάποια από τα μεγάλα Φεστιβάλ που γίνονται στον ελλαδικό χώρο έχουν απολέσει την δυνατότητα καλλιέργειας της «κοινότητας» που διατείνονται ότι υπηρετούν. Έχουν μετατραπεί, στην καλύτερη περίπτωση, σε προσωπικά οχήματα δημοσίων σχέσεων κάποιων εκ των διοργανωτών τους, στην χειρότερη σε μηχανές παραγωγής οικονομικού αποτελέσματος αλλά και προαγωγής των προοδευτικών ιδεολογιών των μελών των οργανωτικών τους επιτροπών, κάτι που τα βοηθάει να προσελκύουν τις ευμεγέθεις χορηγίες των γνωστών και μη εξαιρετέων «πολιτιστικών ιδρυμάτων», πρεσβειών και Μέσων Ενημέρωσης. Μέσα από εντελώς άσχετες εκδηλώσεις, παρουσίες και συμμετοχές, προσπαθούν στον βωμό της «πολυσυλλεκτικότητας» να χωρέσουν κάτω από την ίδια στέγη πράγματα ασύνδετα μεταξύ τους ή και εμφανώς αντιθετικά, με μόνο μέλημα την μεγιστοποίηση της προσέλευσης.


Στην αντίπερα όχθη στάθηκε και φέτος το Fantasy Guild. Τα εύσημα για την προσπάθεια και το αποτέλεσμα ανήκουν σε όλη την ομάδα των διοργανωτών και εθελοντών, αλλά κυρίως στους συν-διοργανωτές Φώτη Δούκα, ιδιοκτήτη του site Greek Fantasy Atlas και Αλέξανδρο Τριανταφύλλου, εκδότη των εκδόσεων Black Griffin Books. Ο Αλέξανδρος είναι ο «πατέρας» του Fantasy Guild, ο άνθρωπος που είχε εξ αρχής το όραμα για το τι θα ήταν και τι δεν θα ήταν το Φεστιβάλ και το διοργάνωσε πέρυσι δίνοντάς του το ξεχωριστό του χρώμα. Ο Φώτης  φέτος εισήλθε στον πυρήνα της οργανωτικής ομάδας, φέρνοντας δυναμικές ιδέες και εμπειρία στην διοργάνωση μεγάλων εκδηλώσεων που όμως ευθυγραμμίστηκαν απόλυτα με την ουσία του Fantasy Guild. To αποτέλεσμα ήταν αυτή η όμορφη "μάζωξη", όπως ο Φώτης λέει και έχει δίκιο, γιατί μάζωξη ήταν (στα μεσαιωνικά αγγλικά θα ήταν ένα “moot”), μια μάζωξη φίλων και μελλοντικών φίλων, που μαζεύτηκαν για να συζητήσουν τα κοινά τους ενδιαφέροντα και να διασκεδάσουν.


Το Fantasy Guild ως ιδέα είναι ένα «σχεδιάγραμμα» του πώς δημιουργείται ή πρέπει να δημιουργείται, μια πραγματική κοινότητα του Φανταστικού που δεν την νοιάζει η ποσότητα των επισκεπτών αλλά η ποιότητα της εμπειρίας τους, ούτε εστιάζει στην ποσότητα των εκθετών/ομιλητών αλλά στην αρτιότητα και την θεματική συνάφεια της πολιτιστικής τους πρότασης. Άλλα μέρη της Ελλάδας με ισχυρές κοινότητες του Φανταστικού, και βέβαια οι γειτονιές της Αθήνας, θα ήταν καλό να κοιτάξουν προς το φεστιβάλ αυτό και να το μιμηθούν, δημιουργώντας μικρές, ανόθευτες κυψέλες Φαντασίας, που θα φέρουν κοντά ομονοούντες ανθρώπους, θα σφυρηλατήσουν και θα συσφίξουν σχέσεις και θα δώσουν την ευκαιρία σε νέους αναγνώστες και ιχνηλάτες του «αληθινού» Φανταστικού (δεν είναι όσο οξύμωρο ακούγεται) να γνωρίσουν τους κόσμους του σε μια προσωπική και «ζεστή» εμπειρία, μακριά από τη φασαρία και τα χιλιάδες άσχετα ερεθίσματα. Τηρουμένων των θεματικών αναλογιών, αυτό είναι κάτι που ξεκίνησε από το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας (θεματικά διαφέρουν, αλλά η φιλοσοφία είναι η ίδια) και με χαρά βλέπω να επεκτείνεται σαν πρακτική.

Την πρώτη φορά πέρυσι, το Φεστιβάλ Fantasy Guild πέτυχε γιατί προσέφερε ακριβώς κάτι καινούργιο και ουσιαστικό, την σύμπηξη των δεσμών μιας κοινότητας, πέρα από την άκρατη εμπορευματοποίηση, με την ποιότητα των συμμετεχόντων και τον σεβασμό στο κοινό. Την δεύτερη, φέτος, το Φεστιβάλ ακολούθησε την ήδη επιτυχημένη συνταγή του, την διάνθισε με νέες καινοτομίες και ανέδειξε νέες πτυχές, κρατώντας τον πυρήνα αυτού που το έκανε ξεχωριστό. Την τρίτη φορά του χρόνου, και ελπίζουμε εις το διηνεκές, το Fantasy Guild θα είναι πια ένας καθιερωμένος θεσμός, από ανθρώπους που αγαπούν και υπηρετούν την Φαντασία για ανθρώπους που την αγαπούν εξίσου. Καλά να είμαστε και ευχόμαστε να έχουμε ανταποκρίσεις από το ιδιαίτερο αυτό Φεστιβάλ Φανταστικού για πολλά χρόνια ακόμα!

                                                Εκκλησιασμός στην Αθήνα

                                                                                               του Σταμάτη Μαμούτου

Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στον τόπο καταγωγής της μητέρας μου κατά την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας. Όταν ήμουν μαθητής του δημοτικού σχολείου κι ακόμη υπήρχαν χωματόδρομοι. Σπίτια πλίθινα με τοίχους από καλάμια. Ηλικιωμένοι της παλιάς εποχής, με σκούρα ρούχα που ήταν ραμμένα στα ραφεία της γειτονιάς, χρησιμοποιούσαν ποδήλατα με μεγάλες λεπτές ρόδες για τις μετακινήσεις τους. Ήταν τα μόνα οχήματα που περνούσαν συχνά στον δρόμο μπροστά απ’ το πατρικό του παππού μου, του Σωτήρη. Αυτά, και τα τρένα που σταματούσαν στον σιδηροδρομικό σταθμό, είκοσι μέτρα απόσταση από τον πίσω φράχτη του σπιτιού. Αυτοκίνητα βλέπαμε μια δυο φορές την ημέρα. Ίσως και καθόλου.

Ο δημόσιος δρόμος ήταν γεμάτος παιδιά. Παίζαμε «κεραμιδάκια», «μήλα», «κρυφτό», «κουτσό», «πόλεμο» και ποδόσφαιρο. Βάζαμε πρόκες στις γραμμές του τρένου που, όταν οι σιδερένιοι γίγαντες τις πατούσαν, γίνονταν πλατιές σαν μικρά σπαθιά. Την Μεγάλη Εβδομάδα, αν ο καιρός ήταν κρύος (είχε κρύα και πολλές βροχές ο χειμώνας της παλιάς Ελλάδας) οι πιτσιρικάδες της γειτονιάς μαζευόμασταν είτε στον φούρνο του παππού μου -για να διαβάσουμε Μπλεκ και να παίξουμε το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι με τα ελατήρια ή και το Subbuteo που έφερνα από την Αθήνα, πάνω στην ξύλινη πινακωτή- είτε στο σπίτι που ζούσαν τα ξαδέρφια μου, ο Γιάννης και η Μαριλένα.

Το σπίτι του Γιάννη και της Μαριλένας ήταν το τεχνολογικό αβαείο της παραδοσιακής κωμόπολης. Ένα σύγχρονο αρχοντικό με μεγάλους εσωτερικούς χώρους και αυλή καλυμμένη από γρασίδι. Στον προθάλαμο του σαλονιού μας περίμεναν μια έγχρωμη τηλεόραση, ένα μηχάνημα αναπαραγωγής ταινιών video και κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών Atari. Μικρές πολυτέλειες που φάνταζαν διαστημικές για τα δεδομένα μιας κωμόπολης σαν την Ανδραβίδα των μέσων της δεκαετίας του ’80.

Εκείνο το σπίτι αποτελούσε το βασίλειο του χειμώνα για εμένα, τα ξαδέρφια μου και τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς. Οικοδέσποινα ήταν η αείμνηστη θεία και νονά μου Κατερίνα. Και η κουζίνα της, με τους όμορφους ξύλινους τοίχους να περιβάλλουν την επίσης ξύλινη τραπεζαρία, ήταν πάντα γεμάτη με πλούσια εδέσματα και εκατοντάδες βαμμένα αυγά που μας μοίραζε αφειδώς. Καθώς μεγάλωνα, σε εκείνο το σπίτι έβλεπα σημαντικούς αθλητικούς αγώνες που τότε πραγματοποιούνταν την Μεγάλη Εβδομάδα. Όπως, για παράδειγμα, το final four της Γάνδης.

Δίπλα ήταν το ξυλουργείο του, σχετικά προσφάτως, εκλιπόντα θείου Κώστα. Ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς αν αποτελούσε ξυλουργείο ή παιδική χαρά. Στον θείο Κώστα καταφεύγαμε για να μας φτιάξει ξύλινα σπαθιά και τυφέκια. Μέχρι να ολοκληρώσει την κατασκευή των ξύλινων όπλων ρίχναμε κλωτσιές στα πριονίδια και κάποτε καρφώναμε ταβανόπροκες σε ξύλα που δεν έπρεπε, ώσπου να μας καταλάβει και να μας πάρει από τα χέρια τα σύνεργα της δουλειάς. Το μεσημέρι περνούσα από το σπίτι του για να καθίσω στην κουνιστή ξύλινη πολυθρόνα και να δω με την ξαδέρφη μου, την Έλενα, στην τηλεόραση ταινίες ή σειρές με θέμα την ζωή του Χριστού.

Όλη αυτή η αχαλίνωτη ανεμελιά, που διαχεόταν σαν τον άνεμο σε κάθε γωνιά της γειτονιάς, διακοπτόταν απότομα τα απογεύματα της Μεγάλης Εβδομάδας. Γιατί έπρεπε να συνοδεύσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας στην εκκλησία. Ο εκκλησιασμός ήταν κάτι παραπάνω από μυστικιστικό βίωμα για τους ηλικιωμένους. Ήταν μακραίωνη παράδοση, σημείο κοινωνικής συναναστροφής, τελετουργικό ηθικής διάπλασης.

Ο παππούς μου ξάπλωνε στο κρεβάτι το γιγάντιο κορμί του και με καλούσε να καθίσω δίπλα του για να μου μάθει το εκκλησιαστικό τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδος. «Σήμερα Κρεμάται επί Ξύλου», «Αι Γενεαί Πάσαι», «Δεύτε Λάβετε Φως» ήταν μερικές από τις φράσεις που επαναλάμβανε ενώ το μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής προσπαθούσε να μου μάθει να τραγουδώ το Σήμερα Μαύρος Ουρανός. Όταν τελείωνε το μάθημα τον συνόδευα στο νεκροταφείο για να καθαρίσουμε το μνήμα των προγόνων μας και να ανάψουμε το καντήλι. Το βράδυ έπαιρνα το φαναράκι μου και περπατούσα μέσα στο σκοτάδι, ανάμεσα σε τάφους και μικρούς δρόμους, συνοδεύοντας τον Επιτάφιο στην περιφορά του.

Ο σκοτεινός ουρανός με τα ασημένια του διαδήματα παρατηρούσε το τελετουργικό. Κι εγώ κοιτούσα μαγεμένος την κοινωνική ζωή να αλλάζει ρυθμούς, τα θορυβώδη καφενεία και τις ταβέρνες των ξωμάχων της κωμόπολης να αδειάζουν, την πόλη να συντονίζεται στην ιερότητα της στιγμής και την κοσμικότητα να υποκλίνεται στο έθος. Όταν επέστρεφα σπίτι περίμενα, πώς και πώς, την ώρα που θα έσβηναν τα φώτα στο εκκλησιαστικό τελετουργικό της επόμενης μέρας. Σκοτάδι, απεραντοσύνη, συλλογικό βίωμα αιώνιας ζωής και ενατένιση του Θείου. Το φως των κεριών μέσα στην βελούδινη σιωπή. «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών», φιλιά, ευχές και η μάχη μόλις είχε αρχίσει.

Τα πυροτεχνήματα άπλωναν εκκωφαντικούς θορύβους και εντυπωσιακά φώτα σε μια νυχτερινή φαντασμαγορία. Κάποτε, πρέπει να ήταν κάπου στα 1985, θυμάμαι ότι το σόι μας είχε χωριστεί σε δυο ομάδες, οι οποίες, μετά το πέρας της Αναστάσιμης λειτουργίας, μετέτρεψαν την γειτονιά σε πεδίο μάχης για το ποια θα απωθούσε την άλλη με τα πυροτεχνήματά της. Όλη την εβδομάδα εκπονούνταν σχέδια μάχης και επιλέγονταν προσεκτικά τα σημεία που θα στήνονταν τα αντίπαλα «πολυβολεία». 

Όμως, τα χρόνια πέρασαν. Οι περισσότεροι από τους συγγενείς που αναπολώ έχουν φύγει απ’ την ζωή. Η Ελλάδα άλλαξε. Πολύ περισσότερο η επαρχία της. Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν και άδειασαν από παιδιά, τα αυτοκίνητα φύτρωσαν σαν αγκαθωτοί θάμνοι στις γειτονιές, ο τόπος γέμισε κτίσματα από μπετόν. Η επέλαση του εκσυγχρονισμού διέλυσε τους παλιούς δεσμούς. Έπνιξε τον φημισμένο ανά την υφήλιο εθνικό μας ενθουσιασμό, τον οποίο οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε να μας συνεπαίρνει σε καιρούς αλλοτινούς. Ο εισερχόμενος από την Δύση ανταγωνιστικός ατομικισμός ροκάνισε σαν το σαράκι σχέσεις και ψυχές. Νέοι τρόποι ζωής υιοθετήθηκαν. Νέοι πληθυσμοί μπούκαραν από κάθε γωνιά της χώρας, αλλάζοντας το πληθυσμιακό της περιεχόμενο.

Συνομήλικοί μου και νεότερές γενιές αντιμετώπισαν την παράδοση σαν άχρηστο ξέφτι. Το night clubbing αξιολογήθηκε ως κάτι σημαντικότερο από την οργανικότητα της συλλογικής κατάνυξης και από το ένθεο δέος. Τα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης όχι μόνο δεν συντονίζονταν πια με την παραδοσιακή θρησκευτικότητα μα άρχισαν να γεμίζουν ασφυκτικά την Μεγάλη Παρασκευή. Αυτή δεν ήταν η Ελλάδα που με μεγάλωσε. Ήταν η Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Ήταν η απαρχή της σημερινής προδιαγεγραμμένης παρακμής.


Πλέον, εδώ και λίγα χρόνια, μετά τον θάνατο της γιαγιάς μου της Αθηνάς, κατεβαίνω μόνο τα καλοκαίρια στον τόπο καταγωγής της μητέρας μου. Βιώνω, έτσι, την Μεγάλη Εβδομάδα στην Αθήνα. Στην συνοικία που διαμένω η βουή της τσιμεντένιας αστικής ζωής καταπίνει την θρησκευτική πνευματικότητα και η πολυεθνική κοινωνική σύσταση αποψιλώνει την όποια επιρροή των παραδοσιακών εθίμων. Όπως συνηθίζω εδώ και αρκετά χρόνια, αναζητώ καταφύγιο στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών ψάχνοντας κάτι ουσιαστικότερο.


Κάθε Μεγάλη Πέμπτη περνώ από μια σειρά εκκλησιών για να παρακολουθήσω την λειτουργία. Από την Αγία Φωτεινή, το Μετόχι του Παναγίου Τάφου και τον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά στην Πλάκα, κατεβαίνω στην Μητρόπολη, στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα, στην Αγία Ειρήνη, στην Καπνικαρέα, στον Άγιο Φίλιππο της Βλασσαρούς και σε άλλους ναούς. Όπου βρω κενό κάθισμα παραμένω για να παρακολουθήσω την λειτουργία ή μέρος της.  Σε όλους, σχεδόν, τους προαναφερθέντες ναούς βιώνουν οι πιστοί ένα ατμοσφαιρικό τελετουργικό. Οι λειτουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας στους ναούς του κέντρου των Αθηνών μπορούν να αποτελέσουν φωλιές αισθητικής ανάτασης και ζεστού πνευματικού βιώματος για τους σοβαρούς ανθρώπους. Αρκεί να τηρηθούν δυο προϋποθέσεις.


Πρώτον, να αγνοηθούν κωμικοτραγικές υπάρξεις της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας (παπάδες, καντηλανάφτες και λοιποί υπανθρώπινης στάθμης τύποι) που πιθανολογείται ότι θα παρεμβληθούν πριν ή και κατά την διάρκεια της λειτουργίας, ως περιφερόμενες σάρκινες εικόνες, ανάμεσα στον σοβαρό άνθρωπο, την αισθητική των ναών και την θρησκευτική εμπειρία.


Δεύτερον, οι σοβαροί άνθρωποι να αντέχουν συναισθηματικά την απότομη μετάβαση που σηματοδοτεί η έξοδος από τον ναό, μετά το πέρας του τελετουργικού, στους δρόμους του κόσμου της εποχής μας. Είναι, δυστυχώς, επιδραστική η προσγείωση από την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής αισθητικής μιας λατρευτικής, χριστιανικής, κατανυκτικής λειτουργίας σε δρόμους γεμάτους πολυεθνικά μπουλούκια νεαρών που αναζητούν τσακωμούς χωρίς λόγο, κορίτσια με πρόσωπα άκαμπτα και χείλη φουσκωμένα από τις αισθητικές παρεμβάσεις, δυσδιάκριτου φύλου άτομα με μαλλιά βαμμένα πουά και άσχετους με το περιβάλλον τουρίστες που παρατηρούν σαν εξωγήινοι το θρησκευτικό τελετουργικό της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας.


Αν κάποιοι αναγνώστες νομίσουν ότι έχω διάθεση για καυστική κοινωνική κριτική σε ένα άρθρο που αφορά την Μεγάλη Εβδομάδα, οφείλω να διευκρινίσω ότι η στηλίτευση των φαινομένων της καθημερινότητας δεν πηγάζει από κάποια προσωπική μου εμμονή. Χωρίς υπερβολή, αυτή που περιγράφω στην παραπάνω παράγραφο είναι η πραγματικότητα που υποδέχεται όσους αποχωρήσουν από έναν ναό του κέντρου των Αθηνών μετά το πέρας μιας λατρευτικής τελετής και περπατήσουν στην οδό Ερμού, στην Πλάκα ή στο Μοναστηράκι. Χρειάζεται να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη ψυχική δυναμική για να χωνέψει κάθε σοβαρός άνθρωπος αυτές τις μεταμοντέρνα αποκλίνουσες εμπειρίες.


Δυστυχώς, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν βρήκε τον δικό της Ντίκενς για να συντονίσει τον τρόπο ζωής εντός των αστικών κέντρων της νεωτερικότητας με το παραδοσιακό κατανυκτικό μήνυμά της. Στην Αθήνα η επικράτηση της παράδοσης γίνεται αισθητή μόνο το βράδυ της Ανάστασης. Ακόμη και στις τοπικές της συνοικίες, το τελευταίο ημίωρο πριν ακουστεί το «Χριστός Ανέστη», ο χώρος επιστρέφει στα χέρια των Ελλήνων και το έθιμο καθίσταται επικρατούσα συνθήκη.


Κατευθυνόμενος το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου προς την εκκλησία των Αγίων Πάντων της Καλλιθέας, θα δει κανείς στον δρόμο νεαρά άτομα προερχόμενα από γειτονικές ή άλλες χώρες, να κάθονται προκλητικά σε παγκάκια και σκαλιά εισόδου πολυκατοικιών. Με τα γνωστά τραπ ρούχα και κουρέματα, με τα επιθετικά βλέμματα που στάζουν μίσος κάτω από τα επιδεικτικά ξυρισμένα φρύδια, με κουτάκια μπύρας στα χέρια και τις κοπελιές τους παράμερα. Οι εν λόγω τύποι νιώθουν ακόμη κυρίαρχοι της πόλης και των δρόμων της, όπως συμβαίνει στις υπόλοιπες μέρες της μεταμοντέρνας μας καθημερινότητας. Όμως, η αυξημένη κίνηση δείχνει να τους ανησυχεί. Είναι εύκολο να διαβαστεί η δυσφορία στην γλώσσα του σώματός τους. Κοιτούν αγριεμένα αλλά οι Έλληνες που κυκλοφορούν είναι περισσότεροι απ’ ότι συνήθως. Δεν είναι εφικτό να απειληθούν ή να απομονωθούν. Οι νεαροί μετανάστες αλλάζουν το βλέμμα θυμωμένοι, φτύνουν στο πεζοδρόμιο, η πολυκοσμία και η γιορτινή διάθεση είναι απειλές για το μεταμοντέρνο βασίλειο της παρακμής που εκείνοι ορίζουν. Tο -έστω και λειψό σε σύγκριση με το παραδοσιακό τελετουργικό- σκοτάδι της λειτουργίας των Αγίων Πάντων,  που απλώνεται στο εσωτερικό του ναού πριν ακουστεί το Χριστός Ανέστη, καταπίνει το μαύρο της καθημερινότητας των μεταμοντέρνων καιρών μας.


Όσο η ώρα της Ανάστασης πλησιάζει και ο κόσμος αρχίζει να κατακλύζει τον ναό και τους γύρω χώρους, οι Έλληνες γινόμαστε περισσότεροι. Γεμίζουμε τους δρόμους του κεντρικότερου σημείου της συνοικίας, όπως θα έπρεπε να το κάναμε σε καθημερινή βάση αν δεν ζούσαμε στην φυλακή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Οι δημόσιοι χώροι της πόλης γίνονται ξανά δικοί μας και η ελληνική εθιμοτυπία απλώνει την αισθητική της στο περιβάλλον του αστικού ιστού. Οι κάγκουρες με τις μπύρες εξαφανίζονται. Κλείνονται στα σπίτια τους ή χάνονται σε κάποιο σκοτεινό σημείο της πόλης σαν τους καλικάντζαρους στην θέα του φωτός. Έστω και για λίγη ώρα πριν τα μεσάνυχτα της Ανάστασης η κατανυκτική ατμόσφαιρα βασιλεύει. Η πόλη μας συντονίζεται στους απόηχους της παραδοσιακής εθιμοτυπίας. Μέχρι να περάσουν οι ώρες και να βρεθεί ξανά στις καθιερωμένες συνθήκες χάους της μεταμοντέρνας συνολικής απορρύθμισης.


Ασφαλώς, δεν διαμαρτύρομαι πλέον. Τείνει να χάσει κάθε νόημα η διαμαρτυρία στην επικράτεια της περιρρέουσας αλητοκρατίας και της ισοπεδωτικής παρακμής που ζούμε. Εύχομαι μόνο «μη χειρότερα» και εξακολουθώ να δίνω την μάχη για την υπεράσπιση της σοβαρότητας μέσα από την κοσμοθεώρηση του Ρομαντισμού, δίπλα σε λίγους συναγωνιστές και «αδερφούς του σπαθιού». Προσεύχομαι για τις ψυχές των ανθρώπων που χάνονται καθημερινά, σε κάθε γωνιά της γης, λόγω αποφάσεων του διεθνούς εξουσιαστικού κτήνους και παραλληλίζω τα πάθη των ανθρώπων με τα πάθη του Χριστού.

Ας πορευτούμε πολεμώντας το χάος γύρω μας και μέσα μας, με απώτερο στόχο το φως της Ανάστασης.

Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους τους φίλους της Λέσχης.

         Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. τίμησε και φέτος την μνήμη του Περικλή Γιαννόπουλου

 

Ανάμεσα στους κίονες του νεοκλασικού κτιρίου που θεμελιώθηκε το 1839, σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Χανς Κριστιάν Χάνσεν, για να στεγάσει το κεντρικό κτίριο του πανεπιστημίου των Αθηνών, τα τελευταία χρόνια, τέτοια εποχή, η λέσχη μας περιμένει το σινιάλο των ανοιξιάτικων ηλιαχτίδων προκειμένου να αποτίσει τον καθιερωμένο φόρο τιμής στον νεορομαντικό μυστικιστή του αττικού φωτός, flâneur λογοτέχνη και εισηγητή της εθνικιστικής ιδεολογίας στους διανοητικούς κύκλους της εποχής του, Περικλή Γιαννόπουλο.


Ο Περικλής Γιαννόπουλος είναι σημαντικός για εμάς γιατί μετά την ιστορική καταιγίδα που σάρωσε το ελληνικό έθνος κατά την δεκαετία του 1890 (πτώχευση του κράτους, διεθνής οικονομικός έλεγχος, κρητική επανάσταση και ατυχής πόλεμος του 1897), με την ελληνική κοινωνία να έχει περιπέσει σε μια συλλογική απογοήτευση, να έχει αποδεχτεί την μοίρα της ως παρακμιακή αποικία του δυτικού φιλελεύθερου αξιακού και πολιτισμικού κοσμοειδώλου και να έχει πιστέψει ότι τα σύνορα του ελληνικού κράτους δεν θα υπερέβαιναν την Θεσσαλία, εκείνος βρήκε πρώτος το θάρρος να υιοθετήσει και να προκρίνει στον δημόσιο διάλογο ιδέες του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος είναι σημαντικός για εμάς γιατί αγάπησε την λογοτεχνία του φανταστικού, μετάφρασε στα ελληνικά τον Έντγκαρ Άλαν Πόε και άλλους ρομαντικούς συγγραφείς.


Ο Περικλής Γιαννόπουλος είναι σημαντικός για εμάς γιατί η μεγαλύτερη παρακαταθήκη ιδεών του στο εθνικιστικό κίνημα ήταν ο ρομαντικός τρόπος ζωής του.

Ο Περικλής Γιαννόπουλος είναι σημαντικός για εμάς γιατί μέσα από την όμορφη ιδιορρυθμία της προσωπικότητάς του τόλμησε να προτείνει έναν ρομαντικό τρόπο ζωής, βασισμένο σε αξίες διαχρονικά ιερές, αναλλοίωτα αληθινές και αποσταγμένες από τον μαγικό ασκό της ρομαντικής φαντασίας, οι οποίες βρίσκονται στους αντίποδες του ατομικιστικού υλισμού και του προοδευτικού διεθνισμού της καπιταλιστικής νεωτερικής εξουσίας. 


Ο Περικλής Γιαννόπουλος είναι ένας από τους πνευματικούς μας πατέρες. Ακόμη και αν διαφωνούμε σε σημεία των αναλύσεών του, ακόμη και αν αναγνωρίζουμε την επιθετική μεγαλοστομία της ρητορικής του, ακόμη και αν αποδεχόμαστε την άγουρη αναλυτική δυναμική της νεορομαντικής πολιτικής του σκέψης.


Ο Περικλής Γιαννόπουλος ήταν ένας από εμάς. Είναι ένας από εμάς. Ζει μαζί μας, μέσα από τα κείμενά του, μέσα από τα κείμενα όσων των γνώρισαν, μέσα από τις αφηγήσεις όσων τον έζησαν που φτάνουν ως τις μέρες μας υπό μορφή γραπτών κειμένων.


Μετά την απότιση τιμής στην μνήμη του Περικλή Γιαννόπουλου, που πραγματοποιήθηκε από τα μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. στα προπύλαια των Αθηνών, ακολούθησε παρουσίαση και προβολή βιβλίων του που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Νέα Θέσις, σε παρακείμενο στέκι της συλλογικότητάς μας.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.