- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                     Χαιρετισμούς στα αστέρια φίλε Γιώργο

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Ο Γιώργος Πισσαλίδης ήταν μια πολύ χαρακτηριστική φυσιογνωμία του «χώρου». Με το ογκώδες εξωτερικό του παρουσιαστικό, που θύμιζε τον Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, και ένα αθώο χαμόγελο μόνιμα χαραγμένο στο πρόσωπο με το παιδικό ύφος (baby face, το λένε στην υβριδική «καθομιλουμένη» της εποχής μας), με καλούσε αιφνιδιαστικά στο τηλέφωνο, μου έλεγε γρήγορα αυτό που ήθελε, αρχίζαμε να συζητάμε για αρκετή ώρα πάνω στο θέμα που τον προβλημάτιζε και ξαφνικά πέταγε έναν χαιρετισμό και διέκοπτε αστραπιαία την τηλεφωνική σύνδεση.


Ο Γιώργος είχε ένα ομολογουμένως παράξενο βιογραφικό. Ξεκίνησε την δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ως καλλιτεχνικός συντάκτης στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και σε ευπώλητα μουσικά περιοδικά, όπως τα Ποπ&Ροκ, Δίφωνο, ΟΖ, Folk Roots και Global Rhythm. Όλα έδειχναν ότι θα ακολουθούσε μια επιτυχημένη δημοσιογραφική διαδρομή σε μαζικής κυκλοφορίας έντυπα. Κι, όμως, ενώ είχε κάνει το πρώτο σημαντικό βήμα, κάποια στιγμή ήρθε η ολική ανατροπή στην καριέρα του. Ανοίχτηκε πολιτικά στον εθνικιστικό χώρο και, μάλιστα, σε μια εποχή κατά την οποία ο χώρος βρισκόταν υπό διάλυση με μόνη μαζική έκφραση το κωμικοτραγικό ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη. Απρόσμενα ο Πισσαλίδης άρχισε να αρθρογραφεί σε διάφορα έντυπα (ο Θεός να τα κάνει) του χώρου. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι θύρες των μαζικής κυκλοφοράς εντύπων έκλεισαν οριστικά για εκείνον.

«Ήταν η μαλακία της ζωής μου», μου έλεγε όταν τον ρωτούσα τι είχε συμβεί εκείνα τα χρόνια.

«ΤΙ συνέβη;» του έλεγα, προσπαθώντας να τον κάνω να μιλήσει για αυτό το θέμα περισσότερο.

«Τίποτα ιδιαίτερο», απαντούσε. «Κάποια στιγμή σταμάτησαν να με καλούν να γράφω τα μεγάλα έντυπα, έμεινα ανενεργός για ένα χρονικό διάστημα, θεώρησα την δεκαετία του 2000 ότι ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός θα ισχυροποιούνταν πανευρωπαϊκά, λόγω της παγκοσμιοποίησης, και αποφάσισα να ανοιχτώ στα έντυπα του χώρου. Δεν υπήρχε κανείς να γράφει στο στυλ μου και υπέθεσα ότι με λίγη υπομονή σε μερικά χρόνια θα αρθρογραφούσα σε μεγάλα έντυπα ενός μαζικού κινήματος. Κοντολογίς, την πάτησα».

«Μάλιστα», του απαντούσα εγώ και επανερχόταν.

«Να σου κάνω κι εγώ τώρα μια ερώτηση; Πώς γίνεται να σταματήσουν να φαίνονται στο google τα άρθρα που έχω γράψει για τις φυλλάδες του χώρου; Θέλω να κάνω μια οποιαδήποτε σοβαρή δουλειά και φοβάμαι να χτυπήσω πόρτες για συνεντεύξεις, γιατί όταν με ψάχνει κανείς πέφτει πάνω σε αυτά».

Καμία από τις φορές που μου έθεσε αυτό το ερώτημα δεν είχα απάντηση. Το μοιραίο λάθος είχε γίνει. Και αυτή ήταν η συνέπεια.

Μολονότι, αν δεν με γελά η μνήμη μου, τον είχα γνωρίσει την εποχή των Αγανακτισμένων, σε γνωστό καφέ του κέντρου, όπου ήπιαμε τα ποτά μας εγώ, ο Γιώργος και ο Σταύρος του Μ. Κρίνου (πάντα με επιφύλαξη γιατί δεν είμαι εντελώς σίγουρος), ο Γιώργος δεν ήταν ούτε ακραίος εθνικιστής, ούτε ριζοσπάστης. Ήταν ένας αρκετά ήπιος παραδοσιοκράτης. Ένας τυπικός συντηρητικός, ηπειρωτικού, παλαιού τύπου (αν και του άρεσαν στοιχεία της αγγλοσαξονικής παράδοσης). Μολονότι έβλεπε με συμπάθεια ορισμένες αριστοκρατικές πολιτειακές προτάσεις, ποτέ δεν απέρριψε την δημοκρατία. Παρά το ότι ήταν λάτρης της λογοτεχνίας του φανταστικού και του Ρομαντισμού, ταυτόχρονα σκεπτόταν ρεαλιστικά και έδειχνε σαφώς προσγειωμένος στα δεδομένα της πολιτικής πραγματικότητας. 

Η μόνη ριζοσπαστική πολιτική κίνηση της ζωής του ήταν το άνοιγμα στον εθνικιστικό χώρο, που προέκυψε πάνω στην απόγνωση της δημοσιογραφικής απραξίας. Και το πλήρωσε. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί γνωρίζω πολύ καλά τι σκεφτόταν για τα πρόσωπα και τα ζητωπατριωτικά έντυπα του χώρου. 


Ασφαλώς, το δημοσιογραφικό παιδί και το magnum opus του Γιώργου ήταν το site πολιτιστικών ειδήσεων Avalon Of The Hearts. Το Άβαλον ήταν ένας όμορφος διαδικτυακός τόπος με ενδιαφέρουσες αναλύσεις λογοτεχνικών, μουσικών, κινηματογραφικών ή θεατρικών έργων και με πολλές συνεντεύξεις καλλιτεχνών. Δυστυχώς, τα οικονομικά προβλήματα και ο μικρός αριθμός συνεργατών έκαναν τον Γιώργο να αναστείλει για λίγα χρόνια την τακτική αρθρογραφία στο Άβαλον. Απ’ ότι μου έλεγε, τους τελευταίους μήνες ετοίμαζε την μεγάλη επιστροφή. Με τακτική αρθρογραφία και νέες συνεργασίες. Αλλά, δυστυχώς, η μοίρα είχε άλλα σχέδια.

Θα θυμάμαι πολλά από τον Γιώργο. Ένα από αυτά είναι σίγουρα μια συναυλία στο Ηρώδειο, πριν δυο ή τρία χρόνια. Πηγαίνω τακτικά στο Ηρώδειο αλλά συνήθως -για τους ευνόητους λόγους- δεν καταφέρνω να εξασφαλίσω κάποιο από τα εισιτήρια των πρώτων σειρών. Κι, όμως, ξεπέρασα με τον πλέον θριαμβευτικό τρόπο αυτή την αδυναμία, χάρη στον Γιώργο.


«Έλα ρε», μου είπε, όπως πάντοτε με τον χαρακτηριστικό τόνο της φωνής του, όταν απάντησα στην τηλεφωνική του κλήση. Αυτή την φορά δεν θα διαφωνούσαμε για τις ομάδες μας (Ολυμπιακός εγώ, Παναθηναϊκός αλλά χαλαρός εκείνος). «Έχω δυο δωρεάν προσκλήσεις για την βραδινή συναυλία στο Ηρώδειο. Βαριέμαι να τρέχω μόνος και ψάχνω παρέα. Αν δεν βρω κάποιον, το πιθανότερο είναι να μην πάω ούτε εγώ. Έρχεσαι;», με ρώτησε.

«Έρχομαι», του απάντησα.

Οι προσκλήσεις δεν ήταν απλώς σε καλές θέσεις. Ήταν στην πρώτη σειρά. Εκεί που κάθονται οι πρωθυπουργοί και οι πρόεδροι των κρατών. Στις θέσεις με την μαρμάρινη πλάτη. Ήταν η μοναδική φορά μέχρι σήμερα που έχω παρακολουθήσει συναυλία κλασικής μουσικής από θέση επισήμου στο Ηρώδειο. 


Είναι μια ανάμνηση που θα συνοδεύει στην μνήμη μου την εικόνα του γίγαντα με την ψυχή μικρού παιδιού. Γιατί ο Γιώργος έφυγε από την ζωή πριν λίγες μέρες, σε ηλικία εξήντα τεσσάρων ετών, λόγω θέματος υγείας που είχε να κάνει με την καρδιά του.


Καλό ταξίδι στα αστέρια και τους ουρανούς, Γιώργη. Αναπαύσου στην αγκαλιά του Θεού, μαζί με την μητέρα σου που έχασες πριν λίγα χρόνια. Θα σε θυμάμαι όσο κουβαλάω την ζωή μου στον μάταιο τούτο κόσμο.

 


                                              Η περίπτωση του David Allan Coe

                                                                                                        του Φώτη

Ο θάνατος του David Allan Coe δεν μπορεί να διαβαστεί όπως οι συνήθεις απώλειες της μουσικής βιομηχανίας από εμάς. Ο Coe ήταν μια προσωπικότητα που ταυτίστηκε με το λεγόμενο «outlaw» κύμα της country μουσικής όσο κανείς άλλος. Υπήρξε μουσικός εκφραστής μιας νοοτροπίας που αποκρυστάλλωσε την παλιά κουλτούρα της επαρχία των νότιων πολιτειών της Αμερικής με τον πιο ενδεικτικό τρόπο. Ο Coe δεν ανήκε ποτέ πραγματικά στο Nashville[1]. Ανήκε στα μικρά μπαρ, στις φυλακές, στα άκρα του χάρτη, εκεί όπου η κοινωνία δεν οργανώνεται και δεν λειτουργεί βάσει της φιλελεύθερης μηχανιστικής κουλτούρς, αλλά με ηθικές πυξίδες και αξιακούς κώδικες βγαλμένους από περαμένες εποχές. Ήταν, με έναν τρόπο σχεδόν αρχαϊκό, ένας άνθρωπος πριν από την «πολιτική», πριν από την «κουλτούρα» όπως την εννοούμε σήμερα.


Αν στα τέλη του 40' ο Hank Williams Senior έδωσε φωνή στην folk κουλτούρα της deep south Alabama, ο Coe, στα τέλη του 70,' αντιπροσώπευσε το πιο επαναστατικό και συνάμα αντικοινωνικό μέρος της γεμάτης οργής νεολαίας του αμερικανικού Νότου. Η Lost Cause θεματολογία, η σχεδόν ιπποτική θεώρηση του αρχετύπου του Gentleman [2] και η ταύτιση με την εργατική τάξη ή την περιθωριακή υποκουλτούρα των outlaw bikers, οδήγησε τον Coe σε έναν μουσικό νεορομαντισμό ο οποίος δεν δίστασε να εξυμνήσει νοσταλγικά ακόμη και τον ιστορικό βίο της Συνομοσπονδίας των Νοτίων.


Για να κατανοήσει κανείς τον Coe, πρέπει να ξεκινήσει από την παραδοχή ότι η αγροτική Αμερική δεν ήταν πολιτιστικά ένα ακόμα μέρος της απέραντης καπιταλιστικής αυτοκρατορίας των ΗΠΑ. Εκείνη την περίοδο, πέραν της ακμής που έχαιρε η southern rock και η αναβίωση της CSA, εξακολουθούσαν να υπάρχουν οι τελευταίες «σοδειές» των σπόρων που άφησε η postbellum εποχή και τα διάφορα αγροτικά κινήματα του Νότου. Η ελευθερία δεν ήταν ένα αφηρημένο φιλελεύθερο δικαίωμα αλλά μια συνεχής προσ καθημερινή πάλη. Ο Coe ενσάρκωσε αυτό το γεγονός, όχι ως ιδεολόγος κάποιας ξεχασμένης παλαιοσυντηρητικής φράξιας, αλλά ως βίωμα. Κάθε του τραγούδι αποτελούσε ένα μικρό μανιφέστο επιβίωσης και αυταπάρνησης του, επιβεβλημένου από το ανερχόμενο εκείνη την περίοδο νεοφιλελεύθερου lifestyle, «υλιστικού ατομικού εγώ». Στον κόσμο του Coe, η κοινωνία δεν είναι σύμβαση — είναι σύγκρουση με τις δύνάμεις τις χαοτικής νεωτερικότητας. Εκεί ακριβώς γεννιέται ένας αφηρημένος και εμβρυακός ρομαντισμός: ο Ρομαντισμός του ανθρώπου που αρνείται να ενσωματωθεί σε μια κοινωνία που λυσσαλέως πολεμά τα αρχέτυπα της παιδικής σου ηλικίας.


                                                                                   Ο Παράνομος ως Ρομαντικός Τύπος

Η outlaw country δεν είναι απλά ένα μουσικό ρεύμα. Είναι η τελευταία φορά που ο μουσικός ορθώνει ανάστημα στις πολυεθνικές εταιρείες της μουσικής παραγωγής. Ο Coe, όπως και ο Waylon Jennings ή ο Willie Nelson, έδωσαν φωνή σε έναν κόσμο που δεν μπορούσε να μιλήσει άνετα μέσα από τα θεσμικά πεδία. Όμως, σε αντίθεση με άλλους, ο Coe δεν εξευγενίστηκε ποτέ, δεν εκμεταλλεύτηκε την απήχησή του για να αποκτήσει φωνή μέσα από τα τηλεοπτικά mediaκά μεγαθήρια, όπως ο Hank Williams Jr λ.χ. Παρέμεινε ασυμβίβαστος, συνεχίζοντας τα tours σε παρακμιακά παρωχημένα saloon, δίπλα σε μηχανόβιους, κουρασμένους φορτηγατζήδες και πληγωμένους νέους. Και αυτό έχει σημασία, διότι ο ρομαντισμός, μέσα από τις οργισμένες παραδόσεις που ενσωμάτωσε και διέδωσε, όταν είναι αληθινός, δεν είναι συμβιβασμένος με την ασφάλεια. Δεν τον ενδιαφέρει η αποδοχή. Δεν είναι «πολιτισμένος». Είναι πάντα στα όρια των ανθρώπινων σταθερών κρυφοκοιτάζοντας το υπερβατικό ως βίωμα και θεωρία. Νοσταλγός μιας εποχής που κατέχει στην ψυχή αλλά ποτέ δεν έζησε. Ο Coe ήταν ένας τέτοιος τύπος μέσα στον 20ό αιώνα.



                                                                                Οι Παλιές Αρχές σε έναν Νέο Κόσμο

Ο θάνατός του, σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο: την οριστική υποχώρηση ενός ηθικού σύμπαντος. Ενός σύμπαντος που βασιζόταν στις αρχές των πρώτων τεξανών rangers, των πρώτων ανταρτών της μετεμφυλιακής εποχής, των σκληραγωγημένων βιοπαλαιστών περιοχών ξεχασμένων από όλους και όλα, στο έλεος των τσογλανιών και των μπράβων της εκάστοτε πετρελαϊκής εταιρείας. Ο Coe δεν ανήκε στον κόσμο που τον γέννησε και γι’ αυτό ποτέ δεν τον αποδέχτηκε. Όπως ο χωρικός που τραγουδά χωρίς να ξέρει ότι δημιουργεί τέχνη, έτσι και ο Coe εξέφραζε κάτι βαθύτερο από τις προσωπικές απόψεις του εαυτού του. Εξέφραζε μια ακατέργαστη αντεπίθεση των τελευταίων αγέρωχων μύθων βγαλμένων από τα σπλάχνα των απλών λαϊκών ανθρώπων της αμερικανικής υπαίθρου.


                                                                                 Η Σχέση με τον Μύθο της Αμερικής

Αυτή η Αμερική δεν εμφανίζεται στα σχολικά βιβλία. Όμως, είναι αυτή που γέννησε το rockabilly, το hillbily, την μπλουζ, την κάντρι, το rockn roll. Σήμερα, αυτή η Αμερική πεθαίνει. Από τους λίμπεραλς και τους ρεπουμπλικάνους, από τους μεταμοντέρνους alt right απατεώνες και από τους φιλελεύθερους διανεμιστιστές Από τον κινηματογράφο, το νομικό σύστημα και την εκπαίδευση του αμερικανικού Λεβιάθαν. Επειδή δεν μπορεί πλέον να αναπαραχθεί ως τρόπος ζωής. Ο θάνατος του Coe δεν είναι μόνο βιολογικός. Είναι και συμβολικός.


David Allan Coe (06/09/1939-29/04/2026)

[1] Το «κέντρο» της μουσικοβιομηχανίας country μουσικής. για τους λόγους της αποστασιοποίησης πολλών μουσικών βλέπε:  https://digitalcommons.liberty.edu/doctoral/6016/

[2] Για τους κώδικες τιμής των νοτίων και την, άθελά τους πολλές φορές, σχέση με το ιπποτικό πνεύμα της προνεωτερικής Ευρώπης, βλέπε το έργο του Richard Weaver: «Southern Tradition at Bay» και συγκεκριμένα σ. 33-40.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.

                            Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

                 Κάρολος Μπωντλαίρ- Sun Knight- Σταμάτης Μαμούτος: Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας 

                                            

Το νέο βιβλίο των εκδόσεών μας μόλις κυκλοφόρησε. Και είναι δύσκολο να το κατατάξει κανείς στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ξεκινά με μια σύνοψη των πολιτικών κι αισθητικών αντιλήψεων του Μπωντλαίρ. Ο Μπωντλαίρ ήταν ένας αντιδιαφωτιστής ρομαντικός λογοτέχνης και κριτικός τέχνης, που συνήθως επικαλούνται κινήματα και πολιτικοί χώροι με τους οποίους τον χώριζε ιδεολογική άβυσσος. Το εισαγωγικό σημείωμα, έχοντας ως επίκεντρο την ιδέα του Μπωντλαίρ για την σημασία της αέναης παιδικότητας και της φαντασίας στην ρομαντική οπτική επί των πραγμάτων, αποτελεί μια απόπειρα να θυμηθούμε ποιες ήταν οι κεντρικές ιδέες της πολιτικής σκέψης και της αισθητικής του Γάλλου λογοτέχνη, ώστε να επαναξιολογηθεί ως διανοητής από τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται σήμερα να κατανοήσουν τον Ρομαντισμό ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών.


Μετά το εισαγωγικό κείμενο του Σταμάτη Μαμούτου ακολουθεί το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, που φέρει τον τίτλο Η Ηθική του Παιχνιδιού. Σε αυτό το δοκίμιο ο Μπωντλαίρ παρουσίασε την αισθητική και διανοητική σημασία του παιδικού παιχνιδιού υπό το πρίσμα της ρομαντικής του κοσμοθεωρίας. Την μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου έχει αναλάβει η Εύα Παναγιωτοπούλου.

Ακολουθούν έξι επεξεργασμένα κείμενα του γνωστού στους ακροατές της heavy metal μουσικής -και παλαιότερα διευθυντή σύνταξης του ελληνικού Metal Hammer- συγγραφέα, που αρθρογραφεί εδώ και χρόνια με το ψευδώνυμο Sun Knight. Εξίσου δύσκολο είναι να κατηγοριοποιηθούν και τα κείμενα του Sun Knight. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποτελούν δοκίμια. Γιατί έχουν στοιχεία του δοκιμιακού λόγου. Όμως, είναι πολύ σύντομα. Κι, επιπλέον, διαθέτουν έναν λογοτεχνικό παλμό που αποπνέει εκείνο το γνώρισμα το οποίο οι ρομαντικοί αποκαλούν «ποίηση», χωρίς απαραίτητα να εννοούν το λογοτεχνικό είδος ως φόρμα. Ας αρκεστούμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα του Χάρη (Sun Κnight), που φιλοξενούνται σε αυτό το βιβλίο, αποτελούν καλογραμμένα άρθρα ενός συγγραφέα εντυπωσιακά ικανού να γράφει ως «ρομαντικός». Και ας έχουμε κατά νου ότι είναι η πρώτη φορά που κείμενα του Χάρη δημοσιεύονται όχι σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο.

Τέλος η νέα μας κυκλοφορία ολοκληρώνεται με τέσσερα διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας, τα οποία έγραψε πριν λίγα χρόνια ο Σταμάτης.

Τι είναι αυτό που συνδέει τα τρία μέρη του βιβλίου; Το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, τα άρθρα του Sun Knight και τα διηγήματα του Σταμάτη, έχουν ένα κοινό θέμα. Τα παιχνίδια των μικρών και μεγάλων παιδιών, ιδωμένα μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης. Ευχόμαστε να το απολαύσετε.

Περιεχόμενα:

-Ο ρομαντικός Κάρολος Μπωντλαίρ, του Σταμάτη Μαμούτου

-Η ηθική του παιχνιδιού, Κάρολος Μπωντλαίρ (μετάφραση Εύα Παναγιωτοπούλου)

-Έξι μικρά κείμενα για παλιά παιχνίδια, του Sun Knight

       Το μυστικό δωμάτιο

       Table Soccer

       Submarino Lost

       Plastic Knights

       The Evzones NO. 196

       Space Patrol

-Τέσσερα διηγήματα φαντασίας με θέμα τα παιχνίδια, του Σταμάτη Μαμούτου

      Κάστρα και πολιορκητές

      Κένταυρος

      Στον θόλο

      Τέσσερα παιχνίδια


Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας, στα παρακάτω σημεία διανομής.

Αθήνα

Βιβλιοπωλεία

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3) (υπόγειο, στο ράφι της κλασικής λογοτεχνίας)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3) (υπόγειο, στο ράφι της λογοτεχνίας του φανταστικού)

Comiconshop (Σόλωνος 128)

Περίπτερα διανομής τύπου

Πανεπιστημίου 39, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη και μπροστά από την στοά Νικολούδη

Δισκοπωλεία

Δισκοπωλείο Metalera (Εμ. Μπενάκη 22)


Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)

 

Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)