Καποδίστριας

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα την, πασίγνωστη πλέον, ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει ως θέμα της την ζωή και την πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια. Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεκινήσει κανείς να γράφει κάτι για το συγκεκριμένο θέμα μετά τα όσα έχουν διαδραματιστεί από την πρώτη μέρα της προβολής. Δεν ξέρει που να εστιάσει. Στην ταινία ή στις δημόσιες διενέξεις του σκηνοθέτη με τους κριτικούς; Στην πολιτική διάσταση της εν λόγω ταινίας ή στην σημασία της ιστοριογραφικής κινηματογραφίας; Το συμπέρασμα είναι ότι αποτελεί κάτι αδύνατο για τα δεδομένα ενός διαδικτυακού άρθρου μια ανάλυση όλων των παραπάνω. Θα αρκεστώ, λοιπόν, σε μια συνοπτική αλλά και επικεντρωμένη περιγραφή της δικής μου γνώμης, η οποία μπορεί να διατρέξει ορισμένες από τις παραπάνω θεματικές δίχως όμως να σταθεί αναλυτικά σε αυτές.



Καταρχάς, ο Καποδίστριας είναι μια σημαντική εμπορική επιτυχία. Μετά από δυο μήνες προβολών έφτασα σε έναν κινηματογράφο (συγκεκριμένα στον ΣΙΝΕΑΚ, τον ωραίο δημοτικό κινηματογράφο του Πειραιά), το προαύλιο του οποίου ήταν γεμάτο θεατές, που περίμεναν σε μια βροχερή βραδιά να τους επιτραπεί η είσοδος στην μεγάλη σκοτεινή αίθουσα. Αν μη τι άλλο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Σμαραγδή ότι, είτε με την ταινία του είτε με τις δημόσιες διενέξεις του, κατάφερε να στείλει ξανά στις αίθουσες ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας που έχει απομακρυνθεί εδώ και δεκαετίες από την μεγάλη οθόνη.


Στα της ταινίας τώρα. Δεν ξέρω τι λένε διάφοροι κριτικοί, ηθοποιοί της τηλεόρασης και παρατρεχάμενοι της διαλυμένης ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Εγώ θεωρούσα ανέκαθεν τον Σμαραγδή ως σκηνοθέτη ωραίων κινηματογραφικών κάδρων. Οι κινηματογραφικές του εικόνες μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Κάδρα αρμονικά, χρώματα ομοιόμορφα και προσεγμένα, ατμόσφαιρα μεγαλοπρέπειας και, ταυτόχρονα, γλυκά μελαγχολικής νοσταλγίας. Αυτή είναι η προμετωπίδα της κινηματογραφικής πρότασης του Σμαραγδή. Ασφαλώς, μπορεί σε κάποιους, πολλούς ή λίγους, να μην αρέσει. Εγώ, πάντως, την βρίσκω γοητευτική. Ο Καποδίστριας είναι μια ακόμη ταινία του Σμαραγδή με αυτό το γνώρισμα να κυριαρχεί. Μια ακόμη πρόταση ενός κινηματογραφικού κλασικιστικού ρομαντισμού.  

Θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί ο Ρομαντισμός να μένει στο επίπεδο του ακαδημαϊκού κλασικισμού ή των λυρικών μελοδραμάτων και να μην εισέρχεται στα θυελλώδη βάθη των πιο έντονων χρωματικών συνδυασμών σκοταδιού και εκλάμψεων, των γοτθικών ψυχικών και αισθητικών δυναμικών και των συναισθηματικών εξάρσεων. Η απάντηση είναι σαφής. Γιατί σκηνοθετεί ο Σμαραγδής. Όχι ο Κλάιστ. Αυτή είναι η επιλογή του, αυτός είναι ο προσανατολισμός του, ενδεχομένως αυτές είναι και οι δυνατότητές του. Ασφαλώς, σε κάποιους μπορεί να μην αρέσουν. Κι εγώ θα προτιμούσα έναν βαθύ και επιθετικό Ρομαντισμό. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μηδενίζεται η αξία της σκηνοθετικής του πρότασης. Τουλάχιστον, από όσους είμαστε ρομαντικοί. Αυτό θέλει, αυτό μπορεί, αυτό κάνει ο Σμαραγδής. Προσωπικά δεν το θεωρώ αισθητικά λίγο. Τουναντίον, είναι αξιόλογο και ενδιαφέρον.

Δεν γνωρίζω αν ο Καποδίστριας γυρίστηκε με μικρό προϋπολογισμό και αν αυτό επηρέασε τις τεχνικές δυνατότητες που θα απαιτούνταν προκειμένου να διαμορφωθεί άρτια η ατμόσφαιρα μιας ταινίας εποχής. Ακόμη και αν συνέβη κάτι τέτοιο το δικό μου μάτι δεν συνέλαβε ιδιαίτερες αδυναμίες σε αυτό το σημείο (μικρή εξαίρεση ενδεχομένως τα μαλλιά και τα ρούχα του Κολοκοτρώνη ή η έλλειψη σκηνών μάχης). Οι εικόνες της ταινίας με ταξίδεψαν νοερά στον 19ο αιώνα, τα κοστούμια ήταν καλά, η φωτογραφία έκανε την δουλειά της -σαφώς όχι τόσο καλά όσο στην ταινία Ελ Γκρέκο αλλά και σε αυτό το έργο δεν ήταν άσχημο το αποτέλεσμα. Μολονότι άκουσα διάφορους πεπειραμένους κριτικούς κινηματογράφου να κάνουν λόγο για «νηστικό μάτι», το δικό μου, τουλάχιστον, έφυγε από την αίθουσα χορτασμένο. Σε γενικές γραμμές το αισθητικό μέρος της ταινίας που έχει να κάνει με την εικόνα είναι άρτιο. Θεωρώ ότι εκπλήρωσε τις προσδοκίες του σκηνοθέτη και ικανοποιεί τους θεατές.



Δυστυχώς, δεν υπάρχει το ίδιο καλό αποτέλεσμα στο σενάριο και τους διαλόγους. Φρονώ ότι η μεγάλη φασαρία και οι δημόσιες διενέξεις γύρω από το έργο έχουν να κάνουν με αυτό το πεδίο. Οι κουρδισμένα κακοπροαίρετοι ήταν αναμενόμενο να παραβλέψουν τα παραπάνω και να σταθούν στο συγκεκριμένο σημείο. Για δυο, κυρίως, λόγους. Τόσο γιατί το αποτέλεσμα ήταν όντως προβληματικό όσο και γιατί μέσα από το πεδίο αυτό προσπάθησε να περάσει το πατριωτικό του μήνυμα ο σκηνοθέτης.

Ασφαλώς, δεν χρειάζεται η σαπουνόπερα και η απλοϊκή αγιογραφία για να αναδειχθούν πατριωτικές ανησυχίες. Το σπουδαίο είναι (οι πατριωτικές ανησυχίες) να βγαίνουν μέσα από ωραίους διαλόγους και σενάρια με ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ο Σμαραγδής είχε την ευκαιρία να αφήσει το πατριωτικό μήνυμα να γεννηθεί, να αναδευθεί και να αναδυθεί αβίαστα μέσα από ένα σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ, με σκηνές σκοτεινές και βαθιές νοηματικά. Ωστόσο, δεν έκανε κάτι τέτοιο.

Χωρίς υπερβολή, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σκηνή η προσέγγιση του κεντρικού ήρωα ήταν απλοϊκά αγιογραφική. Ο περίγυρός του τον έβλεπε σαν τον εκλεκτό άντρα της ιστορίας του Τόμας Καρλάιλ και το ανακοίνωνε επαναλαμβανόμενα. Οι διπλωματικές επιτυχίες που τον έφεραν στο επίκεντρο της διπλωματικής ζωής των αρχών του 19ου αιώνα παρουσιάζονταν σαν σχολικά τεχνάσματα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες επιτηδευμένα έτοιμοι να πεισθούν ότι τα σχολικά αυτά τεχνάσματα ήταν μεγαλοφυείς συλλήψεις. Η τελευταία απόπειρα να μεταπεισθεί ο Μέττερνιχ υπέρ της Ελλάδας σε ένα διπλωματικό ραντεβού παρουσιάστηκε ως έκκληση στα συναισθήματα ενός φοιτητή αριστερής νεολαίας και όχι βασισμένη στην σκληρή διπλωματική γλώσσα της διαπραγμάτευσης. Ο Καποδίστριας όρκιζε και οργάνωνε μέλη της Φιλικής Εταιρίας με ορθάνοιχτες πόρτες ενώ έξω από το κτίριο παραμόνευαν Βρετανοί και Αυστριακοί αστυνομικοί της ασφάλειας.

Στο ζήτημα της ιστορικής συνέπειας, σε γενικές γραμμές, το σενάριο στάθηκε καλά μολονότι ο Σμαραγδής φαίνεται να έχει υιοθετήσει θεωρίες που κυκλοφορούν στον πολιτικό μας χώρο από συνωμοσιολόγους δημοσιογράφους, σύμφωνα με τις οποίες οι επιστολές του Καποδίστρια στον πατέρα του ήταν συνθηματικές και περιλάμβαναν κωδικοποιημένες πληροφορίες για την οργάνωση των Φιλικών. Η σοβαρή ιστορική έρευνα δεν λαμβάνει υπόψη τέτοιες ερμηνείες που βασίζονται σε μεγάλη δόση αυθαιρεσίας. Ο Καποδίστριας δεν είχε καμία οργανωτική σχέση με τους Φιλικούς. Κάποια αφελή στερεότυπα που θέλουν τους Γερμανούς να μας μισούν χωρίς να ξέρουν γιατί ή τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μονοδιάστατα κακό φαίνονται στην ροή της υπόθεσης αλλά όχι σε ενοχλητικό βαθμό και αποτελούν ενσωματωμένα στοιχεία του δράματος. Κατά τα άλλα, σε γενικές γραμμές, η ταινία είναι συνεπής με την ιστορία του Καποδίστρια.


Οι ηθοποιοί των κύριων ρόλων στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Οι ερμηνείες ήταν ισορροπημένες σε μια ταινία που οι χαρακτήρες θα μπορούσαν εύκολα να υποπέσουν σε ερμηνευτικό ρομάντζο της φουστανέλας. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Συμπερασματικά, η ταινία έχει δυο καλά σημεία, τις εικόνες και τις περισσότερες ερμηνείες. Έχει και ένα σοβαρό μειονέκτημα. Το σενάριο και τους διαλόγους. Πάντως, δεν χάνει τον χρόνο του ο θεατής. Είναι μια ταινία ανάμεσα στις άλλες που προβάλλονται αυτή την περίοδο και προσφέρει στους θεατές ένα σχετικά ευχάριστο δίωρο. Αρκεί, ασφαλώς, οι θεατές που θα την δουν να αρέσκονται στις ταινίες εποχής, στα πολιτικά θρίλερ και στις κινηματογραφικές βιογραφίες. Αν αυτοί που θα την δουν προτιμούν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο ή σκηνοθέτες όπως πρώιμος ο Λάνθιμος είναι εύλογο ότι θα θεωρήσουν χαμένο τον χρόνο και τα χρήματά τους. Το ερώτημα είναι γιατί να την δουν και να την κατακρίνουν αυτοί οι θεατές. Θα έβλεπαν μια αντίστοιχη ταινία ενός μη Έλληνα σκηνοθέτη; 

Πέρα από τα πατήματα για σχολιασμό που σαφώς δίνει το σενάριο με τους διαλόγους, έχω την εντύπωση ότι η όλη φασαρία έχει προκληθεί επειδή οι προοδευτικοί της χώρας μας -φιλελεύθεροι, μεταμοντέρνοι και όχι μόνο οι αριστεροί, όπως υποστηρίζει ο Σμαραγδής- ζουν με το σύμπτωμα της μεταπολίτευσης και αρνούνται να δεχτούν ότι μπορούν να υπάρξουν και μη προοδευτικές παρουσίες στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αυτή είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αντιπαράθεση. Ειδάλλως, θα προσπερνούσαν την ταινία αδιάφορα. Σαν να υπάρχει ένα ελατήριο στις συνειδήσεις τέτοιων ανθρώπων όταν έρχονται σε επαφή με συντηρητικές ιδέες ή προτάσεις. Αυτός είναι ο πρωταρχικός λόγος της όλης φασαρίας και δένει στο, πανελλαδικά εμφανώς, εκρηκτικό μίγμα με την διάθεση του σκηνοθέτη να απαντά θορυβωδώς στα τηλεπαράθυρα.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: