Θοδωρής

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Έχει παρέλθει περίπου ένας μήνας από αυτό που θα σας διηγηθώ. Έκανα την καθιερωμένη, πρωινή, σαββατιάτικη βόλτα στο κέντρο των Αθηνών. Βρισκόμουν στο φανάρι της διασταύρωσης των οδών Ακαδημίας και Ιπποκράτους. Κοιτούσα εκνευρισμένος τα απομεινάρια ενός αυτοκόλλητου της Λέσχης, το οποίο κάποιος ιδεολογικός αντίπαλος είχε σκίσει, στο ΚΑΦΑΟ δίπλα απ’ την διάβαση των πεζών. Ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι, κατευθυνόμενος προς την Νεάπολη, όπου θα συναντούσα έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή. Όταν άκουσα μια φωνή να με καλεί.  


Γύρισα να δω ποιος ήταν. Αντίκρισα έναν γέροντα, να κάθεται στην γωνιακή είσοδο του ιστορικού κτηρίου που κάποτε φιλοξενούσε το βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου. Η παλιά γωνιά του βιβλίου έχει ερημώσει καιρό τώρα. Ο γέροντας που με καλούσε καθόταν αναπαυτικά, σαν βασιλιάς των ζητιάνων, μπροστά στην άλλοτε πολυσύχναστη είσοδο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ζητούσε ελεημοσύνη από τους περαστικούς. Το κόκκινο φανάρι είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα και δεν ήθελα να χάσω χρόνο. Βιαζόμουν να φτάσω εγκαίρως στο σημείο της προκαθορισμένης συνάντησης με τον παλιόφιλο. Όμως, η έκκληση του ηλικιωμένου άντρα προς εμένα ήταν επιτακτική. Άρχισε να με καλεί επίμονα με κινήσεις των χεριών όταν η φωνή του πνίγηκε στον θόρυβο του πολυσύχναστου δρόμου. Τον πλησίασα προσεκτικά.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα.

«Βοήθησέ με να σηκωθώ», μου είπε και άπλωσε τα χέρια του προς εμένα.

«Γιατί έκατσες εκεί;», απόρησα.

«Με έχει πεθάνει στον πόνο η μέση μου», απάντησε εκείνος.

Του έδωσα το χέρι και τον βοήθησα να σηκωθεί. Ήταν σαν να κρατούσα ένα τσουβάλι με μεγάλες πέτρες. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και περπατούσε μισό βήμα κάθε λεπτό. Πρέπει να πέρασε τουλάχιστον ένα τέταρτο μέχρι να διασχίσουμε την διάβαση στο φανάρι. Διακόψαμε την ροή των αυτοκινήτων στην οδό Ακαδημίας. Ευτυχώς, δεν έπεσε κανένα επάνω μας. Όταν τα καταφέραμε, τελικά, τον ρώτησα, «πού θες να πάς τώρα;»

«Στο φαρμακείο», αποκρίθηκε.

«Στην Σόλωνος;» διερωτήθηκα, έχοντας κατά νου το κοντινότερο φαρμακείο που βρίσκεται στην διασταύρωση της οδού Σόλωνος με την οδό Ασκληπιού.

«Όχι. Εδώ στην Ιπποκράτους, αριθμό 12», μου είπε εκείνος.

Καθώς στεκόμασταν ακίνητοι, όσο διαρκούσε αυτή η συνομιλία, τον κοίταξα προσεκτικά. Είχαν γίνει όλα τόσο γρήγορα ώστε να μην προλάβω να συγκρατήσω την εικόνα του καθαρά μέχρι εκείνη την στιγμή. Διέκρινα, τότε, ότι φορούσε ένα σκούρο ημίπαλτο μπουφάν, ένα παλιό αλλά καθαρό άσπρο πουκάμισο, καφέ κοτλέ παντελόνι και ένα ταλαιπωρημένο καπέλο στο φαλακρό κεφάλι του. Το ντύσιμό του ταίριαζε σε κάποιον αξιοπρεπή μικροαστό ή και μεσοαστό. Όχι σε κάποιον γεροντάκο με μειωμένη αντίληψη.

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα σε αυτά που έλεγε. Στον αριθμό 12 της οδού Ιπποκράτους δεν φαινόταν κανένα φαρμακείο. Το θυμόμουν αλλά μπορούσα και να το διαπιστώσω, καθώς βρισκόμασταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα πιο κάτω, και η ματιά μου έφτανε στο σημείο που ο ηλικιωμένος άντρας σκόπευε να πάει. Λίγες στιγμές αργότερα ο νέος μου φιλαράκος άρχισε να καταρρέει. Βούλιαζε προς το κράσπεδο και αναγκάστηκα να τον αρπάξω σε μια λαβή της ελληνορωμαϊκής πάλης για να μην σωριαστεί χάμω. Κάποιοι περαστικοί γύρω μου βοήθησαν, συγκρατώντας λίγο από το βάρος του.

Όταν τον φέραμε κάπως στα ίσα του, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου που ρωτούσε αν είχα φτάσει στο σημείο συνάντησης. Του απάντησα σύντομα, «έλα στην διασταύρωση της Ιπποκράτους με την Ακαδημίας. Απέναντι από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Σου έχω μια έκπληξη».


Μετά από λίγα λεπτά ο Ανδρέας έφτασε στο σημείο, βλέποντάς με να κρατώ αγκαλιά τον γέροντα που άρχιζε πάλι να βυθίζεται προς το έδαφος. Ήταν τυχερός μέσα στην ατυχία του. Δυο εύσωμοι άντρες μπορούσαμε να τον κουμαντάρουμε καλύτερα. Τον βάλαμε τελικά να καθίσει σε μια καρέκλα που δανειστήκαμε από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Έδειχνε να παίρνει λίγες ανάσες αλλά ο πόνος της μέσης δεν υποχωρούσε. Ο ηλικιωμένος άντρας αδυνατούσε να κάνει το παραμικρό βήμα χωρίς να υποφέρει. Συζητήσαμε για λίγο μαζί του, καθώς ξεκουραζόταν στην καρέκλα. Μας είπε ότι τον έλεγαν Θοδωρή, πώς ήταν ενενήντα ενός ετών, ότι εργάστηκε για τρεις δεκαετίες στο κράτος της Νότιας Αφρικής και ότι δεν είχε οικογένεια.

«Πώς ήταν στο South Africa;», τον ρωτήσαμε.

«Κι εκεί χάλια και εδώ χάλια», απάντησε και συνέχισε, «όταν είσαι μακριά από την χώρα σου, γίνεται να είσαι καλά;»

«Το θέμα είναι ότι δεν βλέπω κανένα φαρμακείο εδώ γύρω» είπα στον Ανδρέα, αλλάζοντας την συζήτηση, αλλά εκείνος με καθησύχασε, δίνοντας στο πρόσωπό του μια από τις γνωστές, από τότε που ήμασταν συμφοιτητές, επιτηδευμένα κυνικές εκφράσεις, οι οποίες αποτελούσαν κάτι σαν σήμα κατατεθέν του μαύρου χιούμορ του.

«Κατάλαβα που θέλει να πάει. Δούλευα στον Τσιγαρίδα κάποτε και έρχονταν αρκετοί που έψαχναν αυτό που θέλει ο κύριος. Ετοιμάσου για αποκάλυψη». Ο Ανδρέας στράφηκε στον γέροντα και τον ρώτησε.

«Μήπως θες να πας στον τρίτο όροφο του αριθμού 12, της οδού Ιπποκράτους;»

«Ναι, ναι! Εκεί πηγαίνω», απάντησε ο Θοδωρής με τραυματισμένο ενθουσιασμό.

«Είναι φαρμακείο εκεί πάνω;» απόρησα.

«Όχι φίλος. Είναι το κατάστημα του Βελόπουλου. Ο Κάδμος. Πουλάει κεραλοιφές», διευκρίνισε ο Ανδρέας.

Έμεινα για μια-δυο στιγμές ακίνητος κι έπειτα άρχισα να γελώ. Ο Ανδρέας με συνόδευσε με το γνωστό σαρδόνιο χαμόγελό του, μα αντέδρασε πιο συγκρατημένα. 

«Σε αυτό το φαρμακείο θες να πας;» ρώτησα τον Θοδωρή.

«Ναι», μου απάντησε.

«Θες να αγοράσεις φάρμακο για την μέση σου;»

«Ναι. Να πάρω μια αλοιφή», είπε μέσα απ’ τα δόντια συνεχίζοντας να πονά.

«Έχεις ξαναπάρει από εκεί φάρμακα;»

«Βέβαια» αποκρίθηκε ο γέροντας.

«Μάλιστα», απάντησα και άρχισα να σκέφτομαι πώς θα γινόταν εφικτό να τον περάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο και να τον ανεβάσουμε στον τρίτο όροφο.

Τελικά, τα καταφέραμε. Μετά από είκοσι, περίπου, λεπτά πρέπει να βρεθήκαμε στον τρίτο όροφο της παλιάς δαιδαλώδους πολυκατοικίας. Για κακή μας τύχη, από τον ανελκυστήρα μέχρι τα γραφεία του Κάδμου, έπρεπε να διασχίσουμε έναν διάδρομο περίπου είκοσι μέτρων. Με τον Θοδωρή να στηρίζεται στους ώμους μας, φτάσαμε τελικά στην Ιθάκη μας μετά κόπων και βασάνων.

«Και τώρα τι θα τον κάνω εγώ;», διερωτήθηκε δικαιολογημένα η πωλήτρια του Κάδμου.

«Δώσε του αυτό που θέλει και κάλεσε ένα ταξί να τον μεταφέρει στο σπίτι του», της είπα, ενόσω ο Ανδρέας βόλευε τον Θοδωρή σε μια καρέκλα του καταστήματος.

«Παιδιά, εδώ πουλάμε τα προϊόντα του κυρίου Βελόπουλου. Το ξέρετε, έτσι;» μας ρώτησε η πωλήτρια, δίνοντας να καταλάβουμε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το πιθανότερο ήταν να μην έβρισκε ο γέροντας κάποιο προϊόν που θα έκανε τους πόνους του να υποχωρήσουν.

Απαντήσαμε καταφατικά κι αφού είδαμε ότι παρέμενε ακλόνητος στην επιλογή του προϊόντος που είχε κατά νου, χαιρετήσαμε τόσο εκείνη όσο και τον Θοδωρή και αποχωρήσαμε.

 «Να δω ποιοι θα μαζέψουν εμάς από τους δρόμους αν φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και χρειαστούμε βοήθεια», διερωτηθήκαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, με τον Ανδρέα, καθώς ανεβαίναμε στα Εξάρχεια.

«Αν κρίνουμε από τα σημερινά δεδομένα το πιθανότερο είναι ότι εφόσον καταφέρουμε να φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και βρεθούμε σε παρόμοια θέση, θα μας χτυπήσουν, θα μας ληστέψουν και θα μας παρατήσουν στο πεζοδρόμιο τα πολυεθνικά μπουλούκια των νεολαίων εκείνης της εποχής», σκεφτήκαμε, φλερτάροντας -με λίγες δόσεις ειρωνείας- μια δυστοπία που δεν μοιάζει και τόσο απίθανη.

Προς το παρόν εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι στα θεμέλια που χτίζεται αυτή η δυστοπία του μέλλοντος, ανάμεσα στα άλλα, βρίσκεται και η κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος. Μια κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος που συνεπάγεται την ήττα της σύγχρονης ιατρικής και την διάλυση των δημόσιων συστημάτων υγείας στις αστικές χώρες του «δυτικού κόσμου». Η επιλογή του ενενηντάχρονου φιλαράκου να καταφύγει στα γιατροσόφια του Βελόπουλου και όχι στο νοσοκομείο ή στο φαρμακείο ενώ υπέφερε από τον πόνο, ίσως να μην αποτελεί μια γεροντική ιδιοτροπία.

Δεν χρειάζεται να γράψω πολλά περί του τι σημαίνει για την δημόσια υγεία να ζει κανείς στην μνημονιακή Ελλάδα, έπειτα από πενήντα δύο χρόνια μεταπολίτευσης, με επτά χρόνια κυβέρνηση Μητσοτάκη -κι ενώ έχουν προηγηθεί κυβερνήσεις Τσίπρα και Σαμαρά, με υπουργό υγείας τον Άδωνι-Σπυρίδωνα Γεωργιάδη. Αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετός για να καταλάβει ακόμη και εξωγήινος ότι είναι ευκολότερο να ταξιδέψει κανείς στο διάστημα παρά να γίνει δέκτης ουσιαστικής ιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα των καιρών μας. Ωστόσο, η υποχώρηση της δημόσιας και της ιδιωτικής υγείας δεν έχει να κάνει μόνο με τα προφανή παραπάνω. Φρονώ ότι έχει να κάνει με βαθύτερους λόγους, που σχετίζονται με την εγγενή αρρώστια του διανοητικού μοντέλου της φιλελεύθερης και ορθολογιστικής νεωτερικότητας.

Το διανοητικό μοντέλο στο οποίο θεμελιώθηκε το νεωτερικό οικοδόμημα, με τον ορθό λόγο να αντικαθιστά την μεταφυσική στον πυρήνα της πνευματικής συγκρότησης και την επιστήμη να υποσκελίζει την θρησκεία, την παράδοση και την τέχνη τόσο στην γενική αποτίμησή τους ως «πεδία σοφίας» όσο και στον τρόπο με το οποίο επηρέασαν τον ιστορικό προσανατολισμό των κοινωνιών, πνέει τα λοίσθια στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα της εποχής μας. Ο εργαλειακός ορθολογισμός αποδείχτηκε ένα διανοητικό καρυδότσουφλο, που εργαλειοποιήθηκε από τις δυνάμεις του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού για τους πολιτικούς τους σκοπούς.

Θυμάμαι ότι, πριν μερικά χρόνια, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, συνοδευόμενος από την κουστωδία των ορθολογιστών σφουγγοκωλάριων της εγχώριας αστικής νομενκλατούρας που υποδύονται τους επιστημονικούς συμβούλους, επισκέφθηκε ένα μικρό λιμάνι μιας επαρχιακής πόλης. Οι ορθολογιστές συστημικοί επιστήμονες είχαν διαβεβαιώσει τον πρωθυπουργό ότι το έργο που ξεκινούσε ήταν απαραίτητο για την ασφάλεια των καϊκιών και των πλωτών μέσων που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι. Για κακή τους τύχη, καθώς έκαναν την τηλεοπτική τους παράτα, ένας ψαράς, που είχε άριστη εμπειρική γνώση του συγκεκριμένου χώρου, τους προειδοποίησε την ώρα της ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης ότι οι τεχνοκράτες που σχεδίασαν και άρχισαν να υλοποιούν το έργο είχαν αγνοήσει μια σειρά δεδομένων της τοπικής ιδιομορφίας του λιμανιού. Ο ψαράς είπε στον πρωθυπουργό και τους ορθολογιστές γραβατάκηδες που τον συνόδευαν ότι το έργο δεν θα προλάβαινε να ολοκληρωθεί γιατί τα κύματα της θάλασσας θα κατάπιναν τις σκαλωσιές. Ο πρωθυπουργός, με την άνετη βεβαιότητα του ορθολογιστή λίμπεραλ, αστειεύτηκε με τον ψαρά, λέγοντάς του ότι αν το έργο ολοκληρωνόταν ο ψαράς θα τον κερνούσε μια μπύρα ενώ αν συνέβαινε το αντίθετο θα κερνούσε τον ψαρά ο ίδιος. Τελικά, μετά από λίγο καιρό, ο ψαράς δικαιώθηκε. Όπως επισήμαναν δημοσιογραφικά δημοσιεύματα, τα κύματα της θάλασσας κατάπιαν τις σκαλωσιές και γκρέμισαν το έργο που είχε εκπονηθεί από την επιστημονική ελίτ του συγκεκριμένου κλάδου.

Δεν μάθαμε ποτέ αν ο πρωθυπουργός κέρασε τον ψαρά την μπύρα που είχε στοιχηματίσει. Επιβεβαιώσαμε, όμως, ότι ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης δεν είναι ο τρόπος σκέψης που μονοπωλεί την λογική, όπως οι υποστηρικτές του διατυμπανίζουν. Ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης είναι ένας τρόπος σκέψης που κλείνει την επιστημονική έρευνα σε όσα το πείραμα μιας αλληλουχίας επιβεβαιωμένων συνειρμών αποδεικνύει ότι ισχύουν. Όμως, οι ορθολογιστές ξεχνούν συχνά ότι αν το πείραμα της επιστήμης δεν μπορεί να αποδείξει πως κάτι υπάρχει αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όντως δεν υπάρχει. Ίσως να υπάρχει αλλά το πείραμα αδυνατεί να το αποδείξει.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα για κάποιες ασθένειες ή το ότι δεν έχουν βρεθεί ιατρικές εξετάσεις που να εντοπίσουν ορισμένες παθήσεις άμεσα και με σαφήνεια δεν σημαίνει ότι οι ασθένειες και οι παθήσεις αυτές δεν υπάρχουν. Κάπου εκεί γεννιέται η ορθολογιστική αλαζονεία.  Με αποτέλεσμα να αφήνει εκτός του πεδίου των επιστημών πτυχές της ανθρώπινης διανόησης που είχαν αναπτυχθεί επί αιώνες, πριν την έλευση της νεωτερικότητας, και περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις σοφίας τις οποίες αδυνατεί να απορροφήσει και απαξιώνει η ορθολογιστική σκέψη. Ο ορθολογισμός δεν είναι απλώς ένας τρόπος οργανωμένης σκέψης. Είναι ένα συστημικό σκεπτικό που αναπαράγει την εικόνα του κόσμου τον οποίο θέλει να διαμορφώσει ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός και οι υπόλοιπες προοδευτικές πολιτικές ιδέες της νεωτερικότητας. 

Έτσι, τριακόσια περίπου χρόνια μετά τις διακηρύξεις των Διαφωτιστών, που διαβεβαίωναν ότι ένα λαμπρό μέλλον ανοιγόταν για την ανθρωπότητα εφόσον η απελευθέρωση της ανθρώπινης σκέψης από την μεταφυσική, μέσω του ορθολογισμού, θα αποδέσμευε τις δυνάμεις της επιστήμης, με προοπτική να λυθούν τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπινου βίου (ανάμεσα σε αυτά και εκείνα της υγείας), η ιστορία φαίνεται ότι έχει άλλη γνώμη. Στην περίοδο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας που διανύουμε, παρά τις μεγάλες εξαγγελίες και τις δημοσιογραφικές φανφάρες, η επιστήμη δείχνει να έχει νικηθεί κατά κράτος από τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας τα οποία γίνονται όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο περίπλοκα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Εφόσον ο ορθολογισμός ως σχήμα σκέψης αποτελεί παρακλάδι των προοδευτικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας είναι αναμενόμενο να αντανακλά την νεωτερική αντίληψη για την ζωή. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με τον Νίτσε ο οποίος υποστήριζε ότι η επιστήμη είναι ένα σκουλήκι που ψαχουλεύει μεμψίμοιρα, ό,τι βρει, στα μεσοδιαστήματα των γιγάντων της φιλοσοφίας. 

Η επιστήμη, εγκλωβισμένη καθώς είναι στα όρια του προδιαγεγραμμένου πεδίου γνώσης των ορθολογιστών, είναι εύλογο να αναπαράγει τις αντιφάσεις, τις ασυνέχειες, τις παθογένειες και τους περιορισμούς της νεωτερικής εξουσίας. Ένας ολόκληρος κόσμος οδηγείται στην καταστροφή, η ανθρωπότητα βιάζεται καθημερινά για να χωρέσει σε κουτιά που την ακρωτηριάζουν, επειδή η εξουσιαστική ελίτ του διεθνούς φιλελευθερισμού πρέπει, σώνει και καλά, να πείσει την οικουμένη ότι αυτή την απελευθέρωσε (από τι, είναι άλλο ερώτημα), ότι το πλαίσιο ζωής που προσφέρει είναι το μοναδικό που στηρίζεται στην λογική, ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για ολόκληρο τον πλανήτη από το να υιοθετήσει τις ιδέες που γέννησε ο φιλελεύθερος Διαφωτισμός, ότι υπάρχει κάποιο συμβόλαιο με την ιστορία που επιτάσσει την επιβολή του δυτικού νεωτερικού μοντέλου παγκοσμίως ως τελικό προορισμό της ιστορίας (να που και οι ορθολογιστές υιοθετούν μια κάπως μεταφυσική διάσταση σκέψης). Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα εξουσιαστικής αλητείας και διαψευσθέντων υποσχέσεων αγκομαχά και η ιατρική επιστήμη της εποχής μας.

Πριν κάποια χρόνια είχα την ατυχία να προσβληθώ από ένα σπάνιο νόσημα. Στην εποχή μας έχει γίνει μόδα να αποκαλούν οι γιατροί αυτές τις παθήσεις «αυτοάνοσες». Έμεινα σχεδόν έναν χρόνο κλινήρης. Πονούσα και αδυνατούσα να μετακινηθώ σε μεγάλες αποστάσεις. Επισκέφθηκα την ελίτ της ελλαδικής ιδιωτικής ιατρικής φροντίδας (αν ήθελα να κλείσω ραντεβού σε γιατρό δημόσιου νοσοκομείου θα χρειαζόταν να περιμένω μερικούς μήνες). Με εξέτασαν γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων. Χειρουργοί, γαστρεντερολόγοι, δερματολόγοι, ακτινολόγοι, παθολόγοι.

Στην εκάστοτε πρώτη συνάντηση ο κάθε γιατρός έριχνε στον άλλο την ευθύνη της αποτυχίας εύρεσης της κατάλληλης θεραπείεας και συνιστούσε να κάνω νέες εξετάσεις (μαγνητικές τομογραφίες, κολονοσκοπήσεις κλπ) σε άλλους γιατρούς, με τους οποίους συνεργαζόταν, γιατί δεν εμπιστευόταν τους γιατρούς που είχαν πραγματοποιήσει τις εξετάσεις μέχρι τότε. Η περιφορά μου για νέες εξετάσεις σε κάθε κύκλο γιατρών που εισερχόμουν, συνεπαγόταν επιπλέον μεγάλα οικονομικά κόστη. Όταν, τελικά, και η νέα ομάδα αποτύγχανε να με θεραπεύσει, η αφήγηση άλλαζε. Προσπαθούσαν να με πείσουν πώς ήταν ιδέα μου ότι πονούσα και στην πραγματικότητα δεν είχα τίποτα. Αν κυκλοφορούσε η φήμη ότι απέτυχαν να θεραπεύσουν ασθενή η ελεύθερη αγορά μπορεί να τους τιμωρούσε. Θα έχαναν πελάτες. Όμως, εγώ συνέχιζα να πονώ.

Καθηλωμένος στο κρεβάτι επωφελήθηκα από την περίοδο της πρώτης καραντίνας για τον covid, προκειμένου να μην καταστραφώ από την αδυναμία μου να αναπτύσσω κοινωνικές συναναστροφές για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Διάβασα μεγάλο μέρος της ιατρικής βιβλιογραφίας που είχε να κάνει με την πάθησή μου. Μια μέρα τηλεφώνησα σε έναν γιατρό που είχαμε αναπτύξει φιλική σχέση και τον ρώτησα μήπως πάσχω από ένα νόσημα το οποίο διάβασα στην βιβλιογραφία ότι ταίριαζε με τα συμπτώματά μου. Ο γιατρός απάντησε ότι για να διαπιστώσουμε αν ήταν αυτό που με ταλαιπωρούσε έπρεπε να πάρω δοκιμαστικά ένα χάπι. Μάλιστα, αυτό το φάρμακο δεν χρειαζόταν καν συνταγή γιατρού. Το έκανα και μέσα σε μια εβδομάδα ήμουν ξανά στα πόδια μου έπειτα από οκτώ περίπου μήνες.

Το μεγάλο πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι καθυστερήσαμε τόσο πολύ να βρούμε τι συνέβαινε ώστε η όλη δυσλειτουργία του οργανισμού να τραυματίσει το παχύ μου έντερο με τρόπο που μάλλον θα με συντροφεύσει μέχρι το τέλος της ζωής μου. Η συμπλοκή της υποταγής των ιατρικών μεθόδων στα δεδομένα της ελεύθερης αγοράς δεν σηματοδότησε μόνο τον υποβιβασμό του ασθενούς σε πελάτη (ταχύτητα, τυποποίηση, περιορισμένος χρόνος κ.α) αλλά και την ανικανότητα των γιατρών να βγουν από το μπετοναρισμένο σκεπτικό ή να σπάσουν την οξειδωμένη αλυσίδα του εργαλειακού ορθολογισμού. Δεν τολμούν να σκεφτούν ότι υπάρχει ζωή και προβλήματα πέρα από τα επιτρεπτά όρια της ορθολογιστικής αφήγησης και μέχρι να βρεθεί μια νέα εξέταση που να εντοπίζει ένα φάσμα ασθενειών θεωρούν βολικά ότι οι ασθένειες αυτές δεν υπάρχουν. Αλίμονο σε όσους έχουν την ατυχία να προσβληθούν από τέτοια σπάνια νοσήματα.

Κάπου εκεί εμφανίζονται οι απατεώνες. Ακριβώς επειδή η ελίτ του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού γνωρίζει την διανοητική αναπηρία της ορθολογιστικής νεωτερικότητας, προκειμένου να μην αναζητήσει η ανθρωπότητα καταφύγιο σε έναν πιο πλούσιο τρόπο σκέψης, που θα λαμβάνει υπόψη την παράδοση, θα σέβεται την ιστορική εμπειρία και θα αναζητά ένα ολιστικό πνευματικό πλαίσιο, στο οποίο (ολιστικό πλαίσιο) το μεταφυσικό και το υλικά πραγματικό θα επικοινωνούν μέσω της φαντασίας, το σύστημα εξουσίας επιτρέπει να εμφανίζονται ως υποκατάστατα της έλλειψης ρομαντικής πνευματικότητας οι κατσαπλιάδες, οι απατεώνες, οι λαοπλάνοι της κοινωνικής ζωής που δήθεν υποδεικνύουν εναλλακτικές οδούς. New age σαρδανάπαλοι και εναλλακτικοί θεραπευτές (που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ημιπαράφρονες ή φαρσέρ).

Τις τελευταίες δεκαετίες όλη αυτή η «συνομοταξία» της παρακμής έχει βρει δίοδο και (που άλλου;) στον εθνικιστικό χώρο. Είναι κάτι αναμενόμενο. Μια ενδεχόμενη μαζική αντίδραση προς την αποτυχία του ορθολογισμού πρέπει να μην διαχυθεί προς την αντιορθολογική πνευματικότητα του Ρομαντισμού αλλά να καταλήξει στους κωμικοτραγικούς συνωμοσιολόγους. Μιλώντας με πολιτικούς όρους, για να μην υπάρξουν εθνικιστές κατασκευάζονται οι Βελόπουλοι.

Υπό αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνω τον γέροντα Θοδωρή. Είναι ένα από τα θύματα της εποχής μας που αναζητά μια άμυνα απέναντι στον πόνο, σε ένα σημείο που το ορθολογιστικό σύστημα ερμηνείας των πραγμάτων (ιατρικών και μη) αδυνατεί να φτάσει. Δυστυχώς, δεν θα την βρει. Είναι καταδικασμένος να βουλιάξει στις υποσχέσεις του εκάστοτε Βελόπουλου ενώ οι θιασώτες του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού θα συνεχίσουν να αναπαράγουν την ορθολογιστική εξουσία τους απερίσπαστοι. 

Ακόμη και οι οραματιστές γιατροί που εργάζονται σε ερευνητικούς τομείς πρέπει να δράσουν στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς. Αν τα ποσά που δαπανούνται για να κατασκευαστούν gadgets όπως τα κινητά τηλέφωνα, προϊόντα αντιγήρανσης, ομορφιάς και άλλες τέτοιες αηδίες -και πολύ περισσότερο υλικό για τις πολεμικές επιχειρήσεις του Νετανιάχου, του Τραμπ και του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου- παραχωρούνταν στην ιατρική έρευνα και τον πολιτισμό, η ζωή θα ήταν σίγουρα καλύτερη.


Ωστόσο, για σκεφτείτε το λίγο. Αν βρεθούν φάρμακα για ασθένειες που απαιτούν χιλιάδες χειρουργικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, πώς θα ζήσουν μετά οι χειρουργοί; Δεν θα διαταραχθεί η ισορροπία των αγορών; Ποια είναι η προτεραιότητα στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού; Η ανθρώπινη ζωή, η υγεία ή αυτό που η εξουσιαστική ελίτ αντιλαμβάνεται ως ορθά ισορροπημένη οικονομική λειτουργία των ελεύθερων αγορών;

Σκεφτείτε ακόμη κάτι. Η αναμενόμενη ανάπτυξη της ρομποτικής θα αποβάλει τον άνθρωπο από χιλιάδες θέσεις εργασίας. Μετά τι θα απογίνει, άραγε, ο άνθρωπος σε ένα σύστημα που θέτει σε δεύτερη μοίρα την ζωή του και σε πρώτη το οικονομικά μετρήσιμο όφελος; Πώς θα καλυφθεί αυτή η ανεργία και σε τι θα χρησιμεύσει (εντός του επικρατούντος χρησιμοθηρικού συστήματος) το πλεονάζον ανθρώπινο υλικό; Ίσως μελλοντικά η ελίτ του διεθνούς εξουσιαστικού καπιταλισμού αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο επιβολής ελέγχου στον επιτρεπτό αριθμό γεννήσεων. Κι εμείς αναζητούμε ακόμη περίθαλψη και ιατρική φροντίδα. Τόσο παλαιομοδίτες και συντηρητικοί είμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: