Εκκλησιασμός στην Αθήνα
του Σταμάτη Μαμούτου
Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στον τόπο
καταγωγής της μητέρας μου κατά την περίοδο της Μεγάλης Εβδομάδας. Όταν ήμουν
μαθητής του δημοτικού κι ακόμη υπήρχαν χωματόδρομοι. Σπίτια πλίθινα με τοίχους
από καλάμια. Ηλικιωμένοι της παλιάς εποχής, με σκούρα ρούχα που ήταν ραμμένα στα
ραφεία της γειτονιάς, χρησιμοποιούσαν ποδήλατα με μεγάλες λεπτές ρόδες για τις
μετακινήσεις τους. Ήταν τα μόνα οχήματα που περνούσαν συχνά στον δρόμο μπροστά
απ’ το πατρικό του παππού μου του Σωτήρη. Αυτά, και τα τρένα που σταματούσαν
στον σιδηροδρομικό σταθμό, είκοσι μέτρα απόσταση από τον πίσω φράχτη του
σπιτιού. Αυτοκίνητα βλέπαμε μια δυο φορές την ημέρα. Ίσως και καθόλου.
Ο δημόσιος δρόμος ήταν γεμάτος παιδιά.
Παίζαμε «κεραμιδάκια», «μήλα», «κρυφτό», «κουτσό», «πόλεμο» και ποδόσφαιρο.
Βάζαμε πρόκες στις γραμμές του τρένου που, όταν οι σιδερένιοι γίγαντες τις
πατούσαν, γίνονταν πλατιές σαν μικρά σπαθιά. Την Μεγάλη Εβδομάδα, αν ο καιρός
ήταν κρύος (είχε κρύα και πολλές βροχές ο χειμώνας της παλιάς Ελλάδας) οι
πιτσιρικάδες της γειτονιάς μαζευόμασταν είτε στον φούρνο του παππού μου -για να
διαβάσουμε Μπλεκ και να παίξουμε το επιτραπέζιο ποδοσφαιράκι με τα ελατήρια ή
και το Subbuteo
που
έφερνα από την Αθήνα, πάνω στην ξύλινη πινακωτή- είτε στο σπίτι που ζούσαν τα
ξαδέρφια μου, ο Γιάννης και η Μαριλένα.
Το σπίτι του Γιάννη και της Μαριλένας ήταν το
τεχνολογικό αβαείο της παραδοσιακής κωμόπολης. Ένα σύγχρονο αρχοντικό με
μεγάλους εσωτερικούς χώρους και αυλή καλυμμένη από γρασίδι. Στον προθάλαμο του
σαλονιού μας περίμεναν μια έγχρωμη τηλεόραση, ένα μηχάνημα αναπαραγωγής ταινιών
video και
κονσόλα ηλεκτρονικών παιχνιδιών Atari. Μικρές
πολυτέλειες που φάνταζαν διαστημικές για τα δεδομένα μιας κωμόπολης σαν την
Ανδραβίδα των μέσων της δεκαετίας του ’80.
Εκείνο το σπίτι αποτελούσε το βασίλειο του
χειμώνα για εμένα, τα ξαδέρφια μου και τα υπόλοιπα παιδιά της γειτονιάς.
Οικοδέσποινα ήταν η αείμνηστη θεία και νονά μου Κατερίνα. Και η κουζίνα της, με
τους όμορφους ξύλινους τοίχους να περιβάλλουν την επίσης ξύλινη τραπεζαρία, ήταν
πάντα γεμάτη με πλούσια εδέσματα και εκατοντάδες βαμμένα αυγά που μας μοίραζε
αφειδώς. Καθώς μεγάλωνα, σε εκείνο το σπίτι έβλεπα σημαντικούς αθλητικούς
αγώνες που τότε πραγματοποιούνταν την Μεγάλη Εβδομάδα. Όπως, για παράδειγμα, το
final four της Γάνδης.
Δίπλα ήταν το ξυλουργείο του, σχετικά
προσφάτως, εκλιπόντα θείου Κώστα. Ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς αν
αποτελούσε ξυλουργείο ή παιδική χαρά. Στον θείο Κώστα καταφεύγαμε για να μας
φτιάξει ξύλινα σπαθιά και τυφέκια. Μέχρι να ολοκληρώσει την κατασκευή των ξύλινων
όπλων ρίχναμε κλωτσιές στα πριονίδια και κάποτε καρφώναμε ταβανόπροκες σε ξύλα
που δεν έπρεπε, ώσπου να μας καταλάβει και να μας πάρει από τα χέρια τα σύνεργα
της δουλειάς. Το μεσημέρι περνούσα από το σπίτι του για να καθίσω στην κουνιστή
ξύλινη πολυθρόνα και να δω με την ξαδέρφη μου, την Έλενα, στην τηλεόραση
ταινίες ή σειρές με θέμα την ζωή του Χριστού.
Όλη αυτή η αχαλίνωτη ανεμελιά, που διαχεόταν
σαν τον άνεμο σε κάθε γωνιά της γειτονιάς, διακοπτόταν απότομα τα απογεύματα
της Μεγάλης Εβδομάδας. Γιατί έπρεπε να συνοδεύσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες
μας στην εκκλησία. Ο εκκλησιασμός ήταν κάτι παραπάνω από μυστικιστικό βίωμα για
τους ηλικιωμένους. Ήταν μακραίωνη παράδοση, σημείο κοινωνικής συναναστροφής,
τελετουργικό ηθικής διάπλασης.
Ο παππούς μου ξάπλωνε στο κρεβάτι το γιγάντιο
κορμί του και με καλούσε να καθίσω δίπλα του για να μου μάθει το εκκλησιαστικό
τελετουργικό της Μεγάλης Εβδομάδος. «Σήμερα Κρεμάται επί Ξύλου», «Αι Γενεαί Πάσαι»,
«Δεύτε Λάβετε Φως» ήταν μερικές από τις φράσεις που επαναλάμβανε ενώ το
μεσημέρι της Μεγάλης Παρασκευής προσπαθούσε να μου μάθει να τραγουδώ το Σήμερα Μαύρος Ουρανός. Όταν τελείωνε το
μάθημα τον συνόδευα στον οικογενειακό τάφο για να καθαρίσουμε το μνήμα των προγόνων
μας και να ανάψουμε το καντήλι. Το βράδυ έπαιρνα το φαναράκι μου και περπατούσα
μέσα στην νύχτα, ανάμεσα σε τάφους και μικρούς χωμάτινους δρόμους, συνοδεύοντας
τον Επιτάφιο στην περιφορά του.
Ο σκοτεινός ουρανός με τα ασημένια του
διαδήματα παρατηρούσε το τελετουργικό. Κι εγώ κοιτούσα μαγεμένος την κοινωνική
ζωή να αλλάζει ρυθμούς, τα θορυβώδη καφενεία και τις ταβέρνες των ξωμάχων της
κωμόπολης να αδειάζουν, την πόλη να συντονίζεται στην ιερότητα της στιγμής και
την κοσμικότητα να υποκλίνεται στο έθος. Όταν επέστρεφα σπίτι περίμενα, πώς και
πώς, την ώρα που θα έσβηναν τα φώτα στο εκκλησιαστικό τελετουργικό της επόμενης
μέρας. Σκοτάδι, απεραντοσύνη, συλλογικό βίωμα αιώνιας ζωής και ενατένιση του
Θείου. Το φως των κεριών μέσα στην βελούδινη σιωπή. «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών»,
φιλιά, ευχές και η μάχη μόλις είχε αρχίσει.
Τα πυροτεχνήματα άπλωναν εκκωφαντικό θόρυβο
και φως σε μια νυχτερινή φαντασμαγορία. Κάποτε, πρέπει να ήταν κάπου στα 1985,
θυμάμαι ότι το σόι μας είχε χωριστεί σε δυο ομάδες, οι οποίες, μετά το πέρας
της Αναστάσιμης λειτουργίας, μετέτρεψαν την γειτονιά σε πεδίο μάχης για το ποια
θα απωθούσε την άλλη με τα πυρομαχικά της. Όλη την εβδομάδα εκπονούνταν σχέδια
μάχης και επιλέγονταν προσεκτικά τα σημεία που θα στήνονταν τα αντίπαλα
«πολυβολεία».
Όμως, τα χρόνια πέρασαν. Οι περισσότεροι από
τους συγγενείς που αναπολώ έχουν φύγει απ’ την ζωή. Η Ελλάδα άλλαξε. Πολύ
περισσότερο η επαρχία της. Οι δρόμοι ασφαλτοστρώθηκαν και άδειασαν από παιδιά,
τα αυτοκίνητα φύτρωσαν σαν αγκαθωτοί θάμνοι στις γειτονιές, ο τόπος γέμισε
κτίσματα από μπετόν. Η επέλαση του εκσυγχρονισμού διέλυσε τους παλιούς δεσμούς.
Έπνιξε τον φημισμένο ανά την υφήλιο εθνικό μας ενθουσιασμό, τον οποίο οι μεγαλύτεροι
θυμόμαστε να μας συνεπαίρνει σε καιρούς αλλοτινούς. Ο εισερχόμενος από την Δύση
ανταγωνιστικός ατομικισμός ροκάνισε σαν το σαράκι σχέσεις και ψυχές. Νέοι
τρόποι ζωής υιοθετήθηκαν. Νέοι πληθυσμοί μπούκαραν από κάθε γωνιά της χώρας,
αλλάζοντας το πληθυσμιακό της περιεχόμενο.
Συνομήλικοί μου και νεότερές γενιές
αντιμετώπισαν την παράδοση σαν άχρηστο ξέφτι. Το night clubbing αξιολογήθηκε
ως κάτι σημαντικότερο από την οργανικότητα της συλλογικής κατάνυξης και από το
ένθεο δέος. Τα κέντρα νυχτερινής διασκέδασης όχι μόνο δεν συντονίζονταν πια με
την παραδοσιακή θρησκευτικότητα μα άρχισαν να γεμίζουν ασφυκτικά την Μεγάλη
Παρασκευή. Αυτή δεν ήταν η Ελλάδα που με μεγάλωσε. Ήταν η Ελλάδα της δεκαετίας
του ’90. Ήταν η απαρχή της σημερινής προδιαγεγραμμένης παρακμής.
Πλέον, εδώ και λίγα χρόνια, μετά τον θάνατο
της γιαγιάς μου της Αθηνάς, κατεβαίνω μόνο τα καλοκαίρια στον τόπο καταγωγής
της μητέρας μου. Βιώνω, έτσι, την Μεγάλη Εβδομάδα στην Αθήνα. Στην συνοικία που
διαμένω η βουή της τσιμεντένιας αστικής ζωής καταπίνει την θρησκευτική
πνευματικότητα και η πολυεθνική κοινωνική σύσταση αποψιλώνει την όποια επιρροή
των παραδοσιακών εθίμων. Όπως συνηθίζω εδώ και αρκετά χρόνια, αναζητώ καταφύγιο
στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών ψάχνοντας κάτι ουσιαστικότερο.
Κάθε κάθε Μεγάλη Πέμπτη περνώ από μια σειρά
εκκλησιών για να παρακολουθήσω την λειτουργία. Από την Αγία Φωτεινή, το Μετόχι
του Παναγίου Τάφου και τον Άγιο Νικόλαο Ραγκαβά στην Πλάκα, κατεβαίνω στην
Μητρόπολη, στην Παναγία την Χρυσοσπηλιώτισσα, στην Αγία Ειρήνη, στην
Καπνικαρέα, στον Άγιο Φίλιππο της Βλασσαρούς και σε άλλους ναούς. Όπου βρω κενό
κάθισμα παραμένω για να παρακολουθήσω την λειτουργία ή μέρος της. Σε όλους, σχεδόν, τους προαναφερθέντες ναούς
βιώνουν οι πιστοί ένα ατμοσφαιρικό τελετουργικό. Οι λειτουργίες της Μεγάλης
Εβδομάδας στους ναούς του κέντρου των Αθηνών μπορούν να αποτελέσουν φωλιές
αισθητικής ανάτασης και ζεστού πνευματικού βιώματος για τους σοβαρούς
ανθρώπους. Αρκεί να τηρηθούν δυο προϋποθέσεις.
Πρώτον, να αγνοηθούν κωμικοτραγικές υπάρξεις
της εκκλησιαστικής γραφειοκρατίας (παπάδες, καντηλανάφτες και λοιποί
υπανθρώπινης στάθμης τύποι) που πιθανολογείται ότι θα παρεμβληθούν πριν ή και
κατά την διάρκεια της λειτουργίας, ως περιφερόμενες σάρκινες εικόνες, ανάμεσα
στον σοβαρό άνθρωπο, την αισθητική των ναών και την θρησκευτική εμπειρία.
Δεύτερον, οι σοβαροί άνθρωποι να αντέχουν
συναισθηματικά την απότομη μετάβαση που σηματοδοτεί η έξοδος από τον ναό, μετά
το πέρας του τελετουργικού, στους δρόμους του κόσμου της εποχής μας. Είναι,
δυστυχώς, επιδραστική η προσγείωση από την ατμόσφαιρα της μεσαιωνικής
αισθητικής μιας λατρευτικής, χριστιανικής, κατανυκτικής λειτουργίας σε δρόμους
γεμάτους πολυεθνικά μπουλούκια νεαρών που αναζητούν τσακωμούς χωρίς λόγο, κορίτσια
με πρόσωπα άκαμπτα και χείλη φουσκωμένα από τις αισθητικές παρεμβάσεις, δυσδιάκριτου
φύλου άτομα με μαλλιά βαμμένα πουά και άσχετους με το περιβάλλον τουρίστες που
παρατηρούν σαν εξωγήινοι το θρησκευτικό τελετουργικό της Ορθόδοξης Χριστιανικής
Εκκλησίας.
Αν κάποιοι αναγνώστες νομίσουν ότι έχω
διάθεση για καυστική κοινωνική κριτική σε ένα άρθρο που αφορά την Μεγάλη
Εβδομάδα, οφείλω να διευκρινίσω ότι η στηλίτευση των φαινομένων της
καθημερινότητας δεν πηγάζει από κάποια προσωπική μου επιλογή ή και εμμονή. Χωρίς
υπερβολή, αυτή που περιγράφω στην παραπάνω παράγραφο είναι η πραγματικότητα που
υποδέχεται όσους αποχωρήσουν από έναν ναό του κέντρου των Αθηνών μετά το πέρας
μιας λατρευτικής τελετής και περπατήσουν στην οδό Ερμού, στην Πλάκα ή στο
Μοναστηράκι. Χρειάζεται να αναπτυχθεί μια ιδιαίτερη ψυχική δυναμική για να
χωνέψει κάθε σοβαρός άνθρωπος αυτές τις μεταμοντέρνα αποκλίνουσες εμπειρίες.
Δυστυχώς, η Μεγάλη Εβδομάδα δεν βρήκε τον
δικό της Ντίκενς για να συντονίσει τον τρόπο ζωής εντός των αστικών κέντρων της
νεωτερικότητας με το παραδοσιακό κατανυκτικό μήνυμά της. Στην Αθήνα η
επικράτηση της παράδοσης γίνεται αισθητή μόνο το βράδυ της Ανάστασης. Ακόμη και
στις τοπικές συνοικίες, το τελευταίο ημίωρο πριν ακουστεί το «Χριστός Ανέστη»,
ο χώρος επιστρέφει στα χέρια των Ελλήνων και το έθιμο καθίσταται επικρατούσα
συνθήκη.
Κατευθυνόμενος το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου
προς την εκκλησία των Αγίων Πάντων της Καλλιθέας, θα δει κανείς στον δρόμο
νεαρά άτομα προερχόμενα από γειτονικές ή άλλες χώρες, να κάθονται προκλητικά σε
παγκάκια και σκαλιά εισόδου πολυκατοικιών. Με τα γνωστά τραπ ρούχα και
κουρέματα, με τα επιθετικά βλέμματα που στάζουν μίσος κάτω από τα επιδεικτικά
ξυρισμένα φρύδια, με κουτάκια μπύρας στα χέρια και τις κοπελιές τους παράμερα. Οι
εν λόγω τύποι νιώθουν ακόμη κυρίαρχοι της πόλης και των δρόμων της, όπως
συμβαίνει στις υπόλοιπες μέρες της μεταμοντέρνας μας καθημερινότητας. Όμως, η
αυξημένη κίνηση δείχνει να τους ανησυχεί. Είναι εύκολο να διαβαστεί η δυσφορία
στην γλώσσα του σώματός τους. Κοιτούν αγριεμένα αλλά οι Έλληνες που κυκλοφορούν
είναι περισσότεροι απ’ ότι συνήθως. Δεν είναι εφικτό να απειληθούν ή να
απομονωθούν. Οι νεαροί μετανάστες αλλάζουν το βλέμμα θυμωμένοι, φτύνουν στο
πεζοδρόμιο, η πολυκοσμία και η γιορτινή διάθεση είναι απειλές για το
μεταμοντέρνο βασίλειο της παρακμής που εκείνοι ορίζουν. Tο -έστω και λειψό σε σύγκριση με το παραδοσιακό τελετουργικό- σκοτάδι της λειτουργίας των Αγίων Πάντων πριν ακουστεί το Χριστός Ανέστη καταπίνει το μαύρο της καθημερινότητας μεταμοντέρνων καιρών μας.
Όσο η ώρα της Ανάστασης πλησιάζει και ο
κόσμος αρχίζει να κατακλύζει τον ναό και τους γύρω χώρους, οι Έλληνες γινόμαστε
περισσότεροι. Γεμίζουμε τους δρόμους του κεντρικότερου σημείου της συνοικίας,
όπως θα έπρεπε να το κάναμε σε καθημερινή βάση αν δεν ζούσαμε στην φυλακή της
νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Οι δημόσιοι χώροι της πόλης γίνονται ξανά
δικοί μας και η ελληνική εθιμοτυπία απλώνει την αισθητική της στο περιβάλλον
του αστικού ιστού. Οι κάγκουρες με τις μπύρες εξαφανίζονται. Κλείνονται στα
σπίτια τους ή χάνονται σε κάποιο σκοτεινό σημείο της πόλης σαν τους καλικάντζαρους
στην θέα του φωτός. Έστω και για λίγη ώρα πριν τα μεσάνυχτα της Ανάστασης, η
κατανυκτική ατμόσφαιρα βασιλεύει. Η πόλη μας συντονίζεται στους απόηχους της
παραδοσιακής εθιμοτυπίας. Μέχρι να περάσουν οι ώρες και να βρεθεί ξανά στις
καθιερωμένες συνθήκες χάους της μεταμοντέρνας συνολικής απορρύθμισης.
Ασφαλώς, δεν διαμαρτύρομαι πλέον. Τείνει να
χάσει κάθε νόημα η διαμαρτυρία στην επικράτεια της περιρρέουσας αλητοκρατίας και
της ισοπεδωτικής παρακμής που ζούμε. Εύχομαι μόνο «μη χειρότερα» και εξακολουθώ
να δίνω την μάχη για την υπεράσπιση της σοβαρότητας μέσα από την κοσμοθεώρηση
του Ρομαντισμού, δίπλα σε λίγους συναγωνιστές και «αδερφούς του σπαθιού».
Προσεύχομαι για τις ψυχές των ανθρώπων που χάνονται καθημερινά, σε κάθε γωνιά
της γης, λόγω αποφάσεων του διεθνούς εξουσιαστικού κτήνους και παραλληλίζω τα
πάθη των ανθρώπων με τα πάθη του Χριστού.
Ας πορευτούμε πολεμώντας το χάος γύρω μας και
μέσα μας, με απώτερο στόχο το φως της Ανάστασης.
Χρόνια Πολλά και καλά σε όλους τους φίλους
της Λέσχης.








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου