«Ο Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο», του Αχιλλέα και «Ψυχρός Εκτελεστής», του Σταμάτη
Ο Σιωπηλός Άνδρας με το Περίστροφο
του Αχιλλέα
Υπάρχει
ένα «είδος» οργής που ανήκει στον άνθρωπο ο οποίος έκανε τα πάντα «σωστά» βάσει
των δεδομένων μιας αστικής, φιλελεύθερης και δυτικού τύπου κοινωνίας. Πλήρωσε
τους φόρους του. Μεγάλωσε τα παιδιά του. Τήρησε τον νόμο, πίστεψε ό,τι του
είπαν να πιστεύει για την πρόοδο, την ανοχή και τη «στοργική» αγκαλιά του
«ευνομούμενου» και «ουμανιστικού» αστικοφιλελεύθερου κράτους. Και κάποια
στιγμή, όταν ο ίδιος χρειαζόταν βοήθεια, αυτό το κράτος της «προόδου», της
«αλληλεγγύης» και των υποσχέσεων του west
way of life δεν βρισκόταν πουθενά.
Αυτή
είναι η οργή που βρίσκεται στον πυρήνα του Death Wish, της ταινίας του
1974, με πρωταγωνιστή τον Τσαρλς Μπρόνσον. Είναι η ίδια οργή που έμελλε να
εκραγεί δέκα χρόνια αργότερα, δύο μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1984, σε έναν
συρμό του μετρό του Μανχάταν, όταν ένας λεπτοκαμωμένος ξανθός
ηλεκτρολόγος-μηχανικός, ονόματι Μπέρναρντ Γκετς, τράβηξε ένα Smith & Wesson
και το άδειασε πάνω σε τέσσερις αφροαμερικανούς νεαρούς που τον απειλούσαν αν
δεν τους έδινε πέντε δολάρια. Είναι η οργή που ξαναρχίζει σήμερα να κοχλάζει
κάτω από την επιφάνεια των ευρωπαϊκών κοινωνιών, σε πόλεις όπου το υποτιθέμενο
«κοινωνικό συμβόλαιο» έχει διαρραγεί.
Για
να κατανοήσουμε τι βιώνουμε τώρα, στην Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις της
Ελλάδας, πρέπει να στραφούμε στη Νέα Υόρκη των αρχών της δεκαετίας του ’70. Όχι
γιατί η Αμερική είναι, ή πρέπει ποτέ να γίνει, πρότυπό μας αλλά γιατί το
πρότυπο είναι διδακτικό. Ό,τι συνέβη εκεί ήταν μια πρόβα για όσα συμβαίνουν
μερικά χρόνια αργότερα στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και κυρίως στην ολοκληρωτικά
αμερικανοκρατούμενη Ελλάδα.
Το
1974 η Νέα Υόρκη - γνωστή τότε και ως “Fear City” - ήταν στην πραγματικότητα ένα “failed state” με ουρανοξύστες και εμπορικά κέντρα.
Το μετρό, κάποτε ορόσημο υπερηφάνειας του μέσου Νεοϋορκέζου για το ότι
αποτελούσε το διαμάντι της πόλης που «δεν κοιμάται ποτέ», είχε γίνει το πιο
επικίνδυνο σύστημα μαζικής μεταφοράς στον κόσμο, καθώς τελούνταν σε αυτό πάνω
από 250 κακουργηματικές πράξεις την εβδομάδα (!!) μέχρι το 1979.[i] Την
άνοιξη του 1975 η πόλη ήταν σχεδόν χρεοκοπημένη, η αστυνομική δύναμη
συρρικνωνόταν και στους δρόμους κυβερνούσαν οι συμμορίες τσογλανιών που ελέγχονταν
αφανώς από πέντε οικογένειες της οργανωμένης ιταλικής μαφίας. Τη νύχτα της 13ης
Ιουλίου 1977, καθώς είχε πέσει το ρεύμα, μέσα σε λίγα λεπτά λεηλατήθηκαν
ολόκληρες αντιπροσωπείες αυτοκινήτων στο Μπρονξ.[ii] Και
βάσει των δεδομένων της εποχής, κανείς δεν το θεώρησε παράξενο.
Το
πρωτότυπο υλικό για την ταινία Death Wish ήταν ένα μυθιστόρημα του
1972 γραμμένο από τον Μπράιαν Γκάρφιλντ. Η έμπνευσή του ήταν καθημερινά
περιστατικά της Νέας Υόρκης: είχαν κλέψει την τσάντα της γυναίκας του και σε
μία άλλη περίπτωση του είχαν σχίσει την οροφή του αυτοκινήτου του. Είχε εξοργιστεί
λόγω των παραπάνω περιστατικών. Τελικά δεν σκότωσε κανέναν, εμπνεύστηκε όμως
την συγγραφή ενός βιβλίου.
Στο
μυθιστόρημα πρωταγωνιστής είναι ένας πασιφιστικά σκεπτόμενος, πολιτικά φιλελεύθερος,
λογιστής, ονόματι Πολ Μπέντζαμιν. Τρεις τοξικομανείς μπαίνουν στο διαμέρισμά
του, σκοτώνουν τη γυναίκα του και αφήνουν την κόρη του σε κώμα. Οι
υπόλοιπες τριακόσιες σελίδες απαρτίζονται από την σταδιακή διάλυση της ψυχοσύνθεσης
ενός πάλαι ποτέ ισορροπημένου και ευτυχισμένου ανθρώπου. Όλο το νόημα του
βιβλίου ήταν ότι ο Πολ Μπέντζαμιν δεν είναι ήρωας, αλλά ένας άνθρωπος που
καταστρέφει, αργά αλλά σταθερά, τον εαυτό του. Η «επιθυμία θανάτου»(death wish) του τίτλου, αφορά τον ίδιο.
Μετά
την εμπορική επιτυχία του βιβλίου ακολούθησε η μεταφορά του στην μεγάλη οθόνη.
Η ταινία ήταν μία πλήρης αντιστροφή του μυθιστορήματος. Η
πρώτη ταινία αποτέλεσε εμπορικό θρίαμβο καθώς ένας πολίτης (Τσαρλς Μπρόνσον)
παίρνει τον νόμο στα χέρια του ενάντια στους εγκληματίες της Νέας Υόρκης. Το
κοινό του 1974 χειροκροτούσε. Ο συγγραφέας του βιβλίου, όμως, έφριξε·
χαρακτήρισε την ταινία «εμπρηστική» και τα σίκουελ «άσκοπα και σάπια μέχρι το
μεδούλι».[iii] Ο
σκηνοθέτης Μάικλ Γουίνερ του απάντησε αποκαλώντας τον «ηλίθιο». Και οι δύο
είχαν εν μέρει δίκιο. Ο Γκάρφιλντ είχε δίκιο στο ότι η ταινία άλλαξε το
βαθύτερο ηθικό νόημα του βιβλίου του και μετέτρεψε σε απόλαυση τον βίαιο θάνατο. Ο Γουίνερ είχε δίκιο στο ότι ο Γκάρφιλντ
είχε «σκοντάψει» πάνω σε κάτι που η ελευθεριακή κοσμοθεασή του αρνιόταν: όταν
το αστικό κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να προστατεύσει τους αθώους, οι
αθώοι ή πρέπει να περιμένουν τον πόνο, τον εξευτελισμό και τον θάνατο τους ως
πρόβατα επί σφαγή ή να ακούσουν την φωνή της βαθύτερης ανθρώπινης φύσης, της
αληθινής ανθρωπιάς, και να δώσουν στους κακοποιούς το μάθημα που τους αξίζει
καταφεύγοντας στους άγραφους νόμους της παράδοσης.
Πώς
συνδέονται, όμως, η ταινία και το βιβλίο με την περίπτωση του Γκετς; Μία από τις
διαδεδομένες απόψεις είναι ότι το Death Wish «ενέπνευσε» τον Μπέρναρντ
Γκετς όταν εκείνος πυροβόλησε τους έγχρωμους κάγκουρες που πήγαν να τον
ληστέψουν. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ή μάλλον, τον ενέπνευσε με τον ίδιο τρόπο
που ένα σπίρτο προκαλεί μια δασική πυρκαγιά κατά την διάρκεια του θέρους. Το
σπίρτο είναι το τυχαίο γεγονός. Αν πέσει αναμμένο σε ένα δάσος μια βροχερή
χειμωνιάτικη μέρα το πιθανότερο είναι να μην προκαλέσει ιδιαίτερο πρόβλημα. Οι
συνθήκες που δημιουργεί το θέρος είναι το κύριο πρόβλημα.
Ο
Γκετς, ηλεκτρολόγος-μηχανικός στο Μανχάταν, είχε δεχθεί αναίτια επίθεση σε
σταθμό του μετρό, τον Ιανουάριο του 1981, από τρεις εφήβους. Η επίθεση του είχε
προκαλέσει μόνιμη βλάβη στο γόνατο. Από τους τρεις συνελήφθη μόνο ένας, ο
οποίος και αφέθηκε ελεύθερος λίγες ώρες αργότερα –μόνο συμπωματική δεν είναι η
επανάληψη του συγκεκριμένου φαινομένου με τα «καλόπαιδα» των πολυφυλετικών μπουλουκιών
των Αθηνών, έχουμε το ίδιο πολιτικό και κοινωνικό σύστημα βλέπετε. Ο Γκετς,
τρομοκρατημένος πλέον, έκανε αίτηση για άδεια οπλοφορίας η οποία και
απορρίφθηκε. Το παραπάνω γεγονός δεν τον σταμάτησε. Αγόρασε τελικά ένα τριανταοχτάρι
περίστροφο στη Φλόριντα και το μετέφερε παράνομα στη Νέα Υόρκη.[iv]
Το
απόγευμα της 22ης Δεκεμβρίου του 1984, τέσσερις νεαροί τον περικύκλωσαν σε
συρμό της γραμμής 2, με έναν από αυτούς να του λέει, «…δώσε μου πέντε δολάρια».
Ο Γκετς αντί αν βγάλει το πορτοφόλι τράβηξε το περίστροφο έχοντας προαποφασίσει να πυροβολήσει «…από
αριστερά προς τα δεξιά». Και οι τέσσερις αφροαμερικανοί επέζησαν. Ο Ντάρελ
Κέιμπι δέχτηκε σφαίρα στη σπονδυλική στήλη και έμεινε παράλυτος· στον Κέιμπι ο
Γκετς φέρεται να είπε, «δεν φαίνεσαι και τόσο άσχημα, πάρε άλλη μία»
πριν τον πυροβολήσει ξανά εξ επαφής.[v]
Ήταν
μια πράξη βιτζιλαντισμού. Ήταν επίσης - και εδώ βρίσκεται η πληροφορία που τα media (αριστερών και δεξιών αποχρώσεων) προσπαθούν
να αποκρύψουν επί τέσσερις δεκαετίες - τρομερά δημοφιλής. Η δημοσκόπησή της
Daily News-WABC, τον Ιανουάριο του 1985, έδειξε ότι το 49% των Νεοϋορκέζων
ενέκρινε την πράξη. Μόνο το 31% διαφωνούσε. Και, κυρίως, «…μεγάλες πλειοψηφίες
τόσο λευκών όσο και έγχρωμων ερωτηθέντων έτρεφαν συμπάθεια για τον εκδικητή του
μετρό».[vi] Όλοι έμπαιναν
σε αυτά τα βαγόνια. Όταν το επίπλαστο και νομιναλιστικό «κοινωνικό συμβόλαιο»
καταρρέει, ένας άνδρας που κραδαίνει to όπλο εντός του μετρό γίνεται, στα μάτια εκατομμυρίων όχι
δολοφόνος αλλά τιμωρός. Ο Γκετς τελικά αθωώθηκε για την κατηγορία της απόπειρας
ανθρωποκτονίας και εξέτισε οκτώ μήνες μόνο για την παράνομη οπλοκατοχή.
Δεν
μεγάλωσα στη Νέα Υόρκη. Μεγάλωσα στην Ελλάδα. Και όλα όσα μόλις περιέγραψα - η
αργή διάβρωση των πόλεων μας, η αδιαφορία των αρχών, η στιγμή που οι
καθημερινοί άνθρωποι συνειδητοποιούν ότι αυτοί που ορκίστηκαν να τους
προστατεύσουν δεν θα το κάνουν - αποτελούν, πλέον, αναπόσπαστο κομμάτι της
καθημερινότητάς μας. Το 2023 η ΕΛ.ΑΣ. συνέλαβε 6.150 ανήλικους δράστες. Το
2024, 8.978 - αύξηση περίπου 50% σε έναν χρόνο. Ο υπουργός Προστασίας του
Πολίτη ομολόγησε επισήμως ότι «οργανώνονται σε συμμορίες και επιτίθενται σε
άλλα παιδιά».[vii]
Οι εμπλοκές ανηλίκων σε οργανωμένες ομάδες τριπλασιάστηκαν μέσα σε μια τριετία.
Από 47 το 2023, σε 142 το 2024.[viii]
Ποια
είναι αυτά τα «παιδιά»; Εν μέρει είναι οι απόγονοι των αλβανικών, πακιστανικών,
αφγανικών και άλλων ροών μαζικής μετανάστευσης των τελευταίων τριάντα ετών -αστυνομική
πραγματικότητα όπως αποτυπώνεται στις δικογραφίες των δικαστηρίων της Αθήνας.
Αλλά αυτά τα παιδιά είναι επίσης Ελληνόπουλα. Το πρόβλημα, πλέον, δεν έχει να
κάνει μόνο με τις γενιές μεταναστών είναι και βαθιά πολιτισμικό. Και στις μέρες
μας το κύριο μέσο έκφρασης, διάδοσης και ωραιοποίησης αυτής της «ασθένειας» είναι
η ελεεινή, ηχορυπαντική, εξευτελιστική προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, «μουσική»
που ακούγεται από τα ηχεία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων. Η γνωστή σε όλους μας
«τραπ».
Η
τραπ είναι υποείδος της αμερικανικής χιπ-χοπ που γεννήθηκε στα γκέτο της
Ατλάντα στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Η λέξη “trap”, στην αργκό εκείνων
των περιοχών, σημαίνει κυριολεκτικά σπίτι που χρησιμοποιείται αποκλειστικά για
την πώληση ναρκωτικών. Ολόκληρη η αισθητική - στίχοι, βιντεοκλίπ, πόζες – κινείται
γύρω από την ηρωοποίηση του εμπορίου ναρκωτικών και του ίδιου του εγκληματία
που τα διακινεί. Εάν θέλουμε να είμαστε ακριβολόγοι πρόκειται για την απόλυτη
στιχουργική και αισθητική παρακμή - το καλλιτεχνικό προϊόν ενός πολιτισμού που αποσυντίθεται.
Δεν
θέλω να δω τον Τσαρλς Μπρόνσον να περπατάει στους δρόμους της Κυψέλης με
περίστροφο. Δεν θέλω τον Μπέρναρντ Γκετς στο μετρό της Θεσσαλονίκης. Ο
Γκάρφιλντ είχε δίκιο τελικά: η βιαιοπραγία «καταπίνει» τον βίαιοπραγούντα. Κάθε
σοβαρή ανάγνωση της Ιλιάδας, του Αισχύλου ή των Ευαγγελίων κάνει το παραπάνω
αυταπόδεικτο. Ο Αχιλλέας – αν και το απόλυτο σύμβολο γενναιότητας και ηρωισμού
– βρίσκει ατιμωτικό θάνατο, σε μεταγενέστερους μύθους, λόγω του αλόγιστου θυμού
του. Ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες. «Εμοί εκδίκησις, εγώ
ανταποδώσω, λέγει Κύριος» αναφέρει η Προς Ρωμαίους και η Προς Εβραίους
επιστολή.
Αλλά
στην ίδια την Ιλιάδα καθίσταται και ως γεγονός ότι μια «πόλις» που δεν μπορεί
να προστατεύσει τους πολίτες της δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νόμιμη» - ο
Αριστοτέλης δεν είναι διφορούμενος σε αυτό, ούτε ο Πλάτωνας, ούτε κανένας
στοχαστής καθ’ όλη την διάρκεια ύπαρξης του ελληνικού έθνους μέχρι και τον
Παπαδιαμάντη. Ένα κράτος που βλέπει τις συλλήψεις ανηλίκων να εκτοξεύονται
κατά 50% σε έναν χρόνο· ένα κράτος που αφήνει συμμορίες αλλοδαπών να φτιάχνουν άβατα ελεύθερα στην πρωτεύουσα - έχει ήδη χάσει κάθε έννοια «νομιμότητας». Είναι θέμα
χρόνου μέχρι αρκετοί καθημερινοί άνθρωποι να αρχίσουν να συμπεριφέρονται
«παράνομα».
Το
χειρότερο δυνατό επακόλουθο όλων των παραπάνω, δεν είναι ένα ελληνικό Death
Wish. Το χειρότερο δυνατό επακόλουθο είναι ένα ελληνικό Death Wish, όπου
ταυτόχρονα οι συνθήκες που το γέννησαν παραμένουν ως έχουν - το κράτος να
συνεχίζει να υπολειτουργεί, τα δικαστήρια να αποπέμπουν δολοφόνους βάζοντάς
τους σε εμπορικές πτήσεις και οι τράπερ να συνεχίζουν να γράφουν το soundtrack που
θα συνοδεύει ξυλοδαρμούς μαθητών.
Η
απάντηση δεν είναι ένας Τσαρλς Μπρόνσον. Η απάντηση βρίσκεται στην «αποκατάσταση»
της πόλεως. Σε μία κυβέρνηση που υπερασπίζεται τον λαό που την εμπιστεύθηκε. Σε
δικαστήρια που κρατούν τους δολοφόνους σε κελιά. Σε σύνορα που είναι ουσιαστικά
οριοθετημένα. Σε γονείς που όσο κουρασμένοι και εάν είναι, προτιμούν να
περάσουν δέκα λεπτά με τα παιδιά τους για να μην νιώθουν μόνα, και δεν τους
πετάνε ένα κινητό ή ένα τάμπλετ μπροστά τους έτσι ώστε να τα μεγαλώσει το YouTube και το TikTok. Η απάντηση
βρίσκεται σε μια κουλτούρα υψηλής αισθητικής που θα κάνει τα νεαρά άτομα να
θέλουν να γίνουν αξιότερα των παππούδων τους. Σε μια Εκκλησία που δεν
διοικείται από την Ουάσιγκτον ή το Τελ Αβίβ, αλλά από την «Ουράνια Ιερουσαλήμ»
που ο Θεός μας έχει υποσχεθεί. Χωρίς αυτά, είναι θέμα χρόνου να υπάρξει ο
Έλληνας Γκετς. Και η αλήθεια είναι ότι, όπως το 1984, ο άντρας με το περίστροφο
δεν ήταν ούτε ήρωας, ούτε εγκληματίας. Ήταν σύμπτωμα. Η ασθένεια είναι η
καθημερινότητα και οι νόρμες της φιλελεύθερης κοινωνίας.
Ψυχρός
Εκτελεστής
του Σταμάτη
Πιάνω
το νήμα από το σημείο που το αφήνει ο Αχιλλέας. Είχαμε καταλήξει στην επιλογή
αυτού του άρθρου έπειτα από πρόσφατη συζήτηση. Η πολιτική και φιλοσοφική ανάλυση συνοδευόμενη
από την αισθητική και την λογοτεχνική κριτική συνθέτει το γνωστό νεορομαντικό μοτίβο των
προβληματισμών της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. από το οποίο προκύπτουν τα άρθρα των εντύπων μας.
Όπως είναι αναμενόμενο, συμφωνώ με τα κύρια συμπεράσματα της ανάλυσης του
Αχιλλέα. Θέλω, ωστόσο, να διαφοροποιηθώ στην ερμηνεία του μοναχικού άντρα που
σηκώνει στους ώμους το βάρος του χρέους της τιμωρίας.
Δεν
αμφιβάλω ότι σε μια παρηκμασμένη κοινωνία, όπως είναι αυτή του φιλελεύθερου,
μεταμοντέρνου, αστικού κράτους, είναι πολύ πιθανό αν κάποιος αποφασίσει να
παίξει τον ρόλο του κοινωνικού τιμωρού να το κάνει επειδή είναι διαταραγμένος
ψυχικά ή και διεστραμμένος ηθικά. Καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στις ΗΠΑ και την
δυτική Ευρώπη τέτοια φαινόμενα αφορούν συνήθως νεαρά άτομα που πυροβολούν
αδιακρίτως συμμαθητές, απελπισμένους ανθρώπους που υιοθετούν ιδέες των
τζιχαντιστών και λοιπούς προβληματικούς τύπους. Στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα
-όπως συμβαίνει με τις περισσότερες έννοιες- η ιδέα του
κοινωνικού τιμωρού χάνει το παλιό περιεχόμενο της ουσίας της και εκφυλίζεται σε
απλή παθογένεια της αμερικανικής κοινωνίας, η οποία (παθογένεια) κάνει
μετάσταση στα ευρωπαϊκά κοινωνικά δρώμενα λόγω της παγκοσμιοποίησης.
Ωστόσο,
η αρχική ιδέα του κοινωνικού τιμωρού που αναλαμβάνει δράση όταν η εξουσία είναι
διεφθαρμένη και αδύνατη να επιβάλει συνθήκες στοιχειώδους δικαιοσύνης δεν ήταν
πάντοτε κάτι επικίνδυνα γελοίο, όπως συμβαίνει σήμερα. Κάποτε αναδυόταν στον δημόσιο διάλογο ως κάτι γοητευτικό,
μυστηριώδες, ως μια ευγενής ιδέα εκπεφρασμένη από χαρακτήρες με γνωρίσματα «ρομαντικού
ήρωα». Η ρομαντική φανταστική λογοτεχνία και ο κινηματογράφος βρίθουν τέτοιων
ηρώων στους οποίους οφείλουμε αρθρογραφικές αναλύσεις σε μελλοντικά άρθρα. Ο Ζορρό,
το Κοράκι, ο Μπάτμαν, ακόμη και ο Ταρζάν με τον Κόναν, αποτέλεσαν πτυχές αυτού
του αρχετύπου. Το ίδιο, βέβαια, και οι χαρακτήρες που υποδύθηκαν ο Τσαρλς
Μπρόνσον, ο Κλιντ Ίστγουντ και άλλοι ηθοποιοί στην μεγάλη οθόνη.
Ο
Αχιλλέας έκανε παραπάνω μνεία στην θερμή υποδοχή που επιφύλαξε το κοινό στον
χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Τσαρλς Μπρόνσον, καθώς και στον άντρα που επηρεάστηκε
από την ταινία για να προστατεύσει τον εαυτό του από τσογλάνια που επιχείρησαν
να τον ληστέψουν και να τον χτυπήσουν στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αν μη τι άλλο αυτό είναι κάτι
παρήγορο. Δείχνει ότι εκείνη την περίοδο επιζούσε κάτι από την παραδοσιακή
ανθρώπινη φυσικότητα κάτω από την επιφάνεια της αντιανθρώπινα «προοδευτικής»
επικρατούσας ιδεολογίας, που διαμορφώνει τις κυρίαρχες τάσεις των αστικών
κοινωνιών. Ενδεχομένως να επιζεί και σήμερα, όπως μαρτυρούν σχόλια θεατών σε αποσπάσματα των
συγκεκριμένων ταινιών που έχουν αναρτηθεί στο Youtube.
Η
υπεράσπιση της σωματικής ακεραιότητας και, κυρίως, η διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας
είναι κάτι που η φιλελεύθερη πολιτεία της Δεξιάς και οι πολιτικές δυνάμεις της
Αριστεράς θέτουν σε δεύτερη μοίρα. Για τον φιλελεύθερο, τον δεξιό, τον
αριστερό, τον αναρχικό, για οποιονδήποτε θέτει ως βάση της πολιτικής του σκέψης τις θεμελιώδεις αρχές
του Διαφωτισμού, ο ανθρωπισμός ταυτίζεται με την προτεραιότητα
της ατομικότητας (η οποία υποτίθεται ότι δύναται να πετύχει την αυτοπραγμάτωση αν η συνείδησή της διαμορφωθεί βάσει κάποιων αφηρημένων φυσικών δικαιωμάτων). Κάποιος μπορεί να δολοφονεί και να
ασκεί σωματική βία για να αποκομίσει υλικά οφέλη ή απλώς για να διασκεδάσει με
τον πόνο και την ταπείνωση του θύματος (όπως συμβαίνει πολλάκις σήμερα με την
βία των ανηλίκων). Όμως ξέρει ότι, ακόμη και αν καταπατήσει την αξιοπρέπεια
άλλων ανθρώπων στον έσχατο βαθμό, θα έχει ως ασπίδα τις μοντέρνες
και μεταμοντέρνες ιδέες που διαμορφώνουν το νεωτερικό νομικό και θεσμικό πλαίσιο.
Αριστεροί,
δεξιοί, αναρχικοί και κομμουνιστές διαμορφώνουν μια κοινωνική συνθήκη και ένα
νομικό πλαίσιο που θεωρητικά δίνει την δυνατότητα στον κακοποιό να αναστοχαστεί τις
πράξεις του και να βρει τον δρόμο προς το «καλό» ή το κοινωνικά αποδεκτό. Ακόμη
και αν ο κόσμος της φυλακής είναι πεδίο στο οποίο η αστική υποκρισία διοχετεύει
όλη την καμουφλαρισμένη ανάλγητη σκληρότητα που την διέπει, η αρχική ιδέα βάσει
της οποίας κινείται ο νομοθέτης είναι σαφής. Το άτομο έχει προτεραιότητα σε
σχέση με την κοινότητα και με το ήθος. Ακόμη και αν διαπράττει αίσχη ή προκαλεί
ανείπωτο πόνο σε σώματα και εξευτελισμό στην αξιοπρέπεια άλλων ανθρώπων, η
τιμωρία του (αν και όταν αυτή επιβληθεί) διαμορφώνεται βάσει της προτεραιότητας
να βρει έναν καλύτερο δρόμο στην ζωή του.
Εμείς, όμως, δεν είμαστε ούτε δεξιοί, ούτε αριστεροί, ούτε προοδευτικοί, ούτε φιλελεύθεροι. Και κατανοούμε ότι, πράγματι, μπορεί ορισμένοι από τους κακοποιούς να βρουν, όντως, τον δρόμο προς την καλοσύνη αν γεράσουν, αν ωριμάσουν, αν σωφρονιστούν. Όμως, δεν είναι αυτή η προτεραιότητά μας. Δεν μας ενδιαφέρει και τόσο η πιθανότητα σωφρονισμού οποιουδήποτε ανθρώπου που για λόγους οικογενειακούς ή προσωπικούς έχει χάσει τον προορισμό της ζωής και καταλήγει να κακοποιεί συστηματικά ή ηδονοθηρικά συνανθρώπους του, αν μέχρι να επιτευχθεί ο σωφρονισμός ο θύτης έχει διασαλεύσει την κοινωνική συνοχή κι έχει καταστρέψει τις ζωές αθώων ανθρώπων. Θεωρούμε ότι οι φορείς των προοδευτικών ιδεών πάσχουν από κάποια ιδεολογική διαστροφή που συγγενεύει με την ηθική έκλυση των κακοποιών, εφόσον δίνουν προτεραιότητα στην ατομικότητα του καθάρματος και όχι στην ατομικότητα του θύματος ή ακόμη περισσότερο στην κοινωνική συνοχή και στην αέναη αναπαραγωγή των μεγάλων ηθικών αξιών που διαφυλάσσει με ευλάβεια το σώμα της εθνικής παράδοσης.
Εμείς
είμαστε ρομαντικοί, αντιδιαφωτιστές και παραδοσιοκράτες. Είμαστε, ασφαλώς, και
νεοφασίστες, σύμφωνα με την ορολογία του δημοσιογραφικού λόγου. Για αυτό
αντιλαμβανόμαστε την έμφυτη ανθρωπιά που περιέχει ως πράξη η τιμωρία του
καθάρματος. Για αυτό κατανοούμε την δυναμική αποκατάστασης της κοινωνικής
ισορροπίας, που φέρει η πράξη εκδίκησης ενός αποτρόπαιου εγκλήματος. Για αυτό
αναγνωρίζουμε το ένθεο περιεχόμενο μιας πράξης που υπερασπίζεται την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια. Αυτά ακριβώς τα συμπεράσματα αναδύονται στις συνειδήσεις των
ανθρώπων της κοινής γνώμης όταν απολαμβάνουν τον Κλιντ Ίστγουντ ή τον Τσαρλς
Μπρόνσον στον κινηματογράφο. Όταν χειροκροτούν τον άντρα που πυροβόλησε τα
κλεφτρόνια στον σταθμό του μετρό. Όταν διαβάζουν τις περιπέτειες του Ζορρό, του
Μπάτμαν και το Κοράκι.
Ασφαλώς,
η ιστορική εμπειρία μας διδάσκει ότι η κοινή γνώμη, ακόμη και όταν συλλαμβάνει ενστικτωδώς
αλήθειες, δεν μπορεί τις αναλύσει περαιτέρω ή δεν έχει το σθένος να καταστεί
ανατροπέας των συνθηκών που καθιστούν τις αλήθειες ανεκπλήρωτες. Αυτό μπορούν να το κάνουν οι ήρωες, σύμφωνα με τον
ρομαντικό Καρλάιλ, ή και οι πρωτοπορίες, σύμφωνα με τα επαναστατικά ρεύματα των
σοσιαλιστών. Αυτό μπορούμε να το κάνουμε εμείς. Να δώσουμε, δηλαδή, θεωρητικό
σχήμα και ξεκάθαρη πολιτική υπόσταση στην παραδοσιακή αλήθεια που έχει
αλυσοδέσει ο φιλελεύθερος ορθολογισμός και η προοδευτική ατομικιστική (ψευδο)
ηθική. Να κάνουμε πολιτική την παραδοσιοκρατία. Να πούμε ευθαρσώς γιατί
αντιλαμβανόμαστε ότι ο κοινωνικός τιμωρός μπορεί να είναι ένα ευγενές πρόσωπο,
υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και όχι πάντοτε ένας διαταραγμένος εγκληματίας
που απλώς αναπαράγει το χάος μασκαρεμένος σε φορέα αυτοδικίας.
Η
ελληνική παράδοση είναι γεμάτη ιστορικά παραδείγματα αυτοδικίας. Ιδίως σε
περιοχές όπως η Κρήτη και η Μάνη, Δεν είναι αυτό που θεωρώ ως πρότυπο ιδέας και
συμπεριφοράς. Η «βεντέτα» μπορεί να εξαπολύσει ένα ασταμάτητο κοινωνικό χάος
και να αποτελέσει συμπεριφορά διασάλευσης της δημόσιας τάξης. Το ελληνικό
παράδειγμα δεν είναι πρότυπο και ο κύριος λόγος για αυτό είναι η επιβίωση μιας ιδιότυπης μακράς αναρχίας στην ζωή του ελληνικού έθνους. Αυτή η ελευθερία της
πολυκεντρικότητας ήταν ίσως μια από τις κατάρες του ελληνισμού. Από την
αρχαιότητα η έλλειψη ενιαίας κρατικής αρχής οδήγησε τους προγόνους μας στην
ρωμαϊκή σκλαβιά. Όταν, κατά τον μεσαίωνα, αποκτήσαμε ενιαίο κέντρο πολιτικής
τάξης, στην πραγματικότητα, το κλέψαμε από τους Ρωμαίους. Η έλευση της
τουρκοκρατίας μας επανάφερε σε μια κατάσταση ελλιπούς δημόσιας τάξης. Δεν είναι
αυτό ένα από τα στοιχεία της ελληνικής παράδοσης που επιλέγουμε για τον
σχηματισμό της παραδοσιοκρατικής ιδεολογίας μας.
Η
βεντέτα είχε να κάνει πρώτον με την έλλειψη ισχυρού κεντρικού πόλου δημόσιας
τάξης επί μακρόν στην Ελλάδα και δεύτερον με την έλλειψη της μεταφυσικής ιδεολογικής συνοχής του -κατά
τον Κονδύλη- μεσαιωνικού ιδεολογικού συντηρητισμού τον οποίο ενστερνίστηκε η
ευρωπαϊκή αριστοκρατία. Ο συντηρητισμός της societas civilis ήταν
ένας νεοπλατωνικός χριστιανισμός που διαμόρφωσε συνθήκες δημόσιας τάξης και
συλλογικής οργανικότητας στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μέρος του οποίου
κληρονομήθηκε στις νεότερες εποχές. Στην Ελλάδα δεν υπήρξε κάτι τέτοιο. Η πτώση
της Πόλης και η κατάληψη των ελληνικών εδαφών σήμανε την γενίκευση του
οθωμανικού χάους. Η βεντέτα ήταν απόρροια αυτού του χάους. Δεν ήταν
αποκατάσταση τάξης ή δικαιοσύνη, μα ατελεύτητη ροή εγκλήματος.
Παρομοίως
και στην παρούσα συνθήκη δεν υιοθετώ μια μονολιθική ηθικολογική καταδίκη της
εκάστοτε ποινικής πράξης. Ο έμπορος ναρκωτικών μπορεί να είναι ένα κάθαρμα που
εμπλέκεται σε δολοφονίες και άλλες αισχρές πράξεις. Μπορεί, όμως, και να είναι
ένας άνθρωπος που κατέληξε ποινικός έπειτα από την αδυναμία του να ξεπεράσει
ανυπέρβλητα αδιέξοδα της αστικής κοινωνίας. Δεν έρχεται ποτέ να δώσει ναρκωτικά
σε κάποιους άλλους ανθρώπους με το ζόρι. Αυτοί στους οποίους πουλά τον θάνατο
έχουν αποφασίσει να τον προσεγγίσουν. Δεν πρέπει να παραλείπουμε αυτή την
λεπτομέρεια. Το σύστημα του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού, με τα δίκτυα
πολιτιστικής διαμόρφωσης της νεολαίας που διαθέτει (μουσικά, καλλιτεχνικά ή
άλλα), ίσως είναι περισσότερο ένοχο για την ραφιναρισμένα ύπουλη επιβολή των
ναρκωτικών, ως μέρος του σύγχρονου life style, από έναν έμπορο ναρκωτικών που, πέρα από αυτή την
ποινικά κολάσιμη πράξη, δεν εμπλέκεται σε άλλες ανήθικες δραστηριότητες.
Δεν
ισχύει το ίδιο, όμως, για έναν κλέφτη που προκειμένου να αποκομίσει
συναισθηματικό ή υλικό όφελος κακοποιεί και εξευτελίζει συνανθρώπους του. Μερικά
νεαρά τσογλάνια που θα σπάσουν στο ξύλο τυχαίους περαστικούς για να τους
ληστέψουν ή θα μπουκάρουν σε σπίτια και πριν πάρουν την μπάζα τους θα
κακοποιήσουν τους ενοίκους είναι σαφώς χειρότεροι εγκληματίες από τον έμπορο
ναρκωτικών, για όσους κρίνουμε τα πράγματα βάσει του ήθους των παραδοσιακά
ανθρώπινων αξιών. Γιατί προκαλούν μεγαλύτερο πόνο, πολλαπλή διασάλευση της
δημόσιας τάξης και τεράστια φθορά στην αξιοπρέπεια ή την ψυχική υγεία των
συνανθρώπων τους. Το γεγονός ότι παραμένουν ακόμη αρτιμελείς και ακμαίοι οι
τύποι της συμμορίας του Αλβανού Λεκοτσάι αποτελεί ένα ακόμη όνειδος για το εθνοντροπιαστικό
σύστημα εξουσίας της ύστερης μεταπολίτευσης και νοηματοδοτεί την πολιτική
υπόσχεση εκ μέρους μας προς τα θύματα για την σωστή επανεξέταση
της υπόθεσης, αν ποτέ ευλογήσει ο Θεός την πατρίδα μας και το αληθινό, ρομαντικό, εθνικιστικό κίνημα καταστεί η ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας.
Ένα
από τα θέματα στο οποίο οφείλω να είμαι ξεκάθαρος είναι κι εκείνο της
οπλοκατοχής. Στις ΗΠΑ η επιδερμικότητα του κατεστημένου φιλελευθερισμού
αξιολογεί, σε αρκετές περιπτώσεις, ως δυνατότητα νόμιμης άμυνας τον ατομικό
οπλισμό. Υποκρισία και συνηθισμένη προοδευτικάρια ψευτιά. Οι Αμερικανοί
ενδιαφέρονται για τα κέρδη των επιχειρήσεων πώλησης οπλισμού και τίποτε άλλο.
Ακόμη και αν νομιμοποιηθεί η οπλοκατοχή, οι συμμορίες των κακοποιών θα είναι
καλύτερα εξοπλισμένες από τον απλό πολίτη. Και, μάλιστα, με την βούλα της
νομιμότητας. Η δύναμή τους έγκειται στην μαζικότητα και την συλλογική οργάνωση
που ο μέσος πολίτης ενός φιλελεύθερου κράτους δεν μπορεί να αντισταθμίσει ακόμη
και αν κουβαλά επάνω του πέντε πιστόλια. Μπορεί να τους αιφνιδιάσει, όπως έκανε
ο Γκετς στο μετρό της Νέας Υόρκης. Αλλά, εφόσον συμβεί αυτό, η εμπειρία θα
διδάξει τους υπόλοιπους κακοποιούς. Και στην επόμενη «φέρμα» τους, θα είναι κι
αυτοί οπλισμένοι ή κατάλληλα προετοιμασμένοι.
Ο
μοναχικός, απλός, νομοταγής πολίτης δεν μπορεί να νικήσει τους κακούς. Εκτός
και αν έχει τις ικανότητες του Μπάτμαν και του Ζορρό. Εκτός και αν αποφασίσει
να κάνει στόχο της ζωής του τις καταδρομικές εφορμήσεις εναντίον των κακοποιών,
όπως έκανε ο κινηματογραφικός Τσαρλς Μπρόνσον. Ναι, ομολογώ ότι μου αρέσει να
διαβάζω και να βλέπω τέτοιους άντρες στην λογοτεχνία και τον κινηματογράφο.
Ασφαλώς, θα τους αξιολογούσα αναλόγως αν ζούσαν ανάμεσά μας (εδώ διαφωνώ με τον
Αχιλλέα). Όμως, φοβάμαι ότι η εποχή μας τους έχει ξεχάσει κι αυτούς. Ο
φιλελεύθερος υλισμός κάνει τις φασματικές μορφές των χάρτινων ηρώων αδύναμες,
αχνές, μη ικανές να αφήσουν ίχνος στον κόσμο της υλικής εμπειρίας, όσο και αν φωτοβολούν
στον κόσμο των ιδεών. Πλέον, ο «κοινωνικός τιμωρός» είναι μια ιδέα που οφείλει
να ενσωματωθεί ως αίτημα και πολιτική πρακτική στην συλλογικότητα ενός λαϊκού κινήματος. Η τιμωρία των καθαρμάτων μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω της
υπεράσπισης των κοινωνιών από εθνικιστικά κινήματα (εδώ συμφωνώ με τον
Αχιλλέα). Από κινήματα που θα δίνουν προτεραιότητα στην δημόσια τάξη του
συνόλου έναντι της υποτιθέμενης προστασίας του (ατόμου ως) πολίτη.
Όπως συμβαίνει σε κάθε πτυχή του δημόσιου βίου, έτσι και στην ερμηνεία της εγκληματικότητας, ο φιλελευθερισμός και οι προοδευτικές ιδέες φανερώνονται ως εκφυλισμένοι αντίποδες της πρωταρχικά ανθρώπινης αντίληψης επί των πραγμάτων. Σε αυτό τον εκφυλισμό η φανταστική λογοτεχνία, ως ρεύμα που στην νεωτερική εποχή ξεπήδησε από την ευρύτερη κοσμοθεώρηση του Ρομαντισμού, έδωσε την απάντησή του. Κράτησε ζωντανό μέσα από απολαυστικά έργα το πρότυπο του μοναχικού τιμωρού. Και μαζί του, την αίσθηση ότι υπάρχουν αξίες βαθιά ανθρώπινες που η καπιταλιστική νεωτερικότητα θέλει να ξεριζώσει από την ουσία των υπάρξεών μας και να δαιμονοποιήσει επικοινωνιακά. Θα της το επιτρέψουμε;
[i] https://thehill.com/opinion/criminal-justice/510168-ghosts-of-the-70s-fear-city-assumptions-about-crime-and-defunding/ [ii] https://www.mercatus.org/marginal-revolution-podcast/1970s-crime-wave [iii] https://deathwish.fandom.com/wiki/Brian_Garfield [iv] https://www.britannica.com/biography/Bernhard-Goetz [v] https://famous-trials.com/goetz/133-home. Βλ. επίσης People v. Goetz, Court of Appeals of New York, 1986: https://www.nycourts.gov/reporter/archives/p_goetz.htm [vi] https://www.abajournal.com/magazine/article/dec-22-1984-subway-vigilante-bernhard-goetz-wounds-4-in-nyc [vii] https://www.thetoc.gr/politiki/article/xrusoxoidis-gia-parabatikotita-anilikon-50-auxisi-stis-sullipseis-alla-meiosi-sta-peristatika---euthunes-kai-stous-goneis/ [viii] https://iraklionews.gr/367982-neaniki-egklimatikotita-pio-neoi-pio-viaioi-kai-pio-organomenoi-oi-anilikoi-drastes/







1 σχόλιο:
Ο Μιχαλολιάκος έπαθε Καλέντζη. Γράφει στον εαυτό του.
https://xrisiavgi.com/2026/04/24/14/169983/
Δημοσίευση σχολίου