Ανταπόκριση από την συναυλία των Foreigner (Σάββατο 27/6)
του Σταμάτη Μαμούτου
Είναι δύσκολο να
απαντηθεί το ερώτημα αν οι σημερινοί Foreigner αποτελούν «κανονικό» συγκρότημα ή tribute μπάντα. Αν θέλουμε να είμαστε ουσιαστικοί ίσως
προσανατολιστούμε προς το δεύτερο ενδεχόμενο. Από την άλλη, o Mick Jones χρησιμοποιεί την εξής πατέντα για να κρατά το όνομα του
συγκροτήματος ενεργό και να καμουφλάρει το tribute υπόβαθρό της: Επιλέγει
μουσικούς με τους οποίους έχει συνεργαστεί επί σειρά ετών και όταν η υγεία του
το επιτρέπει δίνει μια συναυλία μαζί τους. Προσφέρει, έτσι, σε αυτούς τους
μουσικούς το βάπτισμα του κανονικού μέλους (εφόσον παίζουν μουσική μαζί του υπό
τον τίτλο του συγκροτήματος Foreigner) και μετά αποσύρεται για την ανάπαυση που απαιτεί η
κλονισμένη υγεία του. Οι υπόλοιποι μουσικοί, όμως, συνεχίζουν να δίνουν
ζωντανές παραστάσεις, χρησιμοποιώντας το όνομα Foreigner. Με αποτέλεσμα, μολονότι στην σύνθεση δεν υπάρχει κανένα
από τα ιστορικά μέλη του συγκροτήματος, οι νεότεροι μουσικοί να περιοδεύουν με
το λογότυπο και το επικοινωνιακό δυναμικό των Foreigner και όχι ως tribute σχήμα.
Επικοινωνιακή στρατηγική
ή πραγματικότητα του παρόντος (τα μέλη της τωρινής σύνθεσης μπορεί να μην ήταν
στις θρυλικές συνθέσεις των δεκαετιών του ΄80 ή του ’90 αλλά έχουν γράψει
αρκετά χρόνια στις μεταγενέστερες συνθέσεις των Foreigner από την δεκαετία του
2000 κι έπειτα); Ο καθένας όπως το κρίνει. Είναι αναμενόμενο να διίστανται οι
απόψεις. Συμβαίνει και στην Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.
Όταν πρότεινα στα παιδιά
της Λέσχης να πάμε στην συναυλία τα περισσότερα αρνήθηκαν, υποστηρίζοντας ότι
αυτοί που θα βλέπαμε δεν θα ήταν πραγματικά οι Foreigner. Δεν κάνουν λάθος. Έτσι έχουν τα πράγματα. Ωστόσο, η
δική μου εκτίμηση ήταν ότι αν περιμέναμε να δούμε τους αυθεντικούς Foreigner δεν θα γινόταν ποτέ
εφικτή αυτή η ευχή. Γιατί οι αυθεντικοί Foreigner είτε εμφανίζονται σε μια
συναυλία ανάμεσα στα υπόλοιπα νέα μέλη κάθε πέντε χρόνια λόγω θεμάτων υγείας,
είτε έχουν αποσυρθεί εδώ και δεκαετίες (πάλι λόγω θεμάτων υγείας). Υπό αυτό το
σκεπτικό αποφάσισα να παρακολουθήσω την πρώτη συναυλία των (τωρινών) Foreigner στην Ελλάδα, που πραγματοποιήθηκε το περασμένο
Σάββατο στο γήπεδο τένις του ΟΑΚΑ. Ούτως ή άλλως, υπήρχε η δυνατότητα του
φθηνού εισιτηρίου (30 ευρώ). Τριάντα ευρώ για να δούμε (έστω αυτούς) τους Foreigner και τον Κώστα Τουρνά να
ανοίγει την συναυλία τους δεν ήταν κακή προσφορά.
Έφτασα στον συναυλιακό
χώρο αφότου είχε ανέβει στην σκηνή ο Κώστας Τουρνάς με το συγκρότημά του. Ο
χώρος του γηπέδου τένις είναι εξαιρετικός για συναυλίες. Οι εξέδρες του είναι
κοντά στην σκηνή και προσφέρουν καλή θέα. Ο ήχος διαχέεται στον χώρο
εξαιρετικά.
Οι εξέδρες και η αρένα
γέμισαν σταδιακά με πέντε χιλιάδες θεατές. Αναμφίβολα, οι Foreigner θα μπορούσαν να
χαρακτηριστούν ως η μπάντα με τους Έλληνες ακροατές ροκάδες των βορείων
προαστίων. Τουλάχιστον σε ό,τι είχε να κάνει με την προχθεσινή συναυλία, ο
μέσος όρος της ηλικίας πρέπει να ήταν λίγο άνω των πενήντα ετών. Ενώ και η
ταξική προέλευση των περισσότερων έδειχνε μεσοαστική.
Ίσως αυτό το δεδομένο,
ίσως η απαράδεκτη νοοτροπία των διοργανωτών, ίσως και τα δύο αυτά συνδυαστικά,
συνέβαλαν σε μια ακόμη αποψίλωση της μαγκιάς και της δυναμικής του παλιού rock κινήματος. Μπορεί να
γνωρίζουμε άπαντες ότι το rock και το heavy metal γίνονται καθημερινά
μουσικές επιλογές των μεσήλικων και σε κάποιες περιπτώσεις των ηλικιωμένων. Οι
νέες γενιές είναι χαμένες οριστικά στο πεδίο της αισθητικής -και όχι μόνο.
Φαίνεται ότι τίποτα δεν μπορεί να αναστρέψει τον εκφυλισμό τους στα κανάλια της
παγκοσμιοποιημένης υπανθρωπιάς (επιτρέψτε μου τον όρο). Αυτό, όμως, δεν
σημαίνει ότι πρέπει να ανεχόμαστε την γελοιοποίηση ενός θρυλικού κινήματος,
όπως είναι το rock. Τουλάχιστον,
οι Foreigner δεν το έκαναν και οφείλω να τους βγάλω το καπέλο.
Τι εννοώ; Ομολογώ ότι
αισθάνθηκα άσχημα όταν εισερχόμενος στο γήπεδο είδα ότι η αρένα ήταν γεμάτη με
αριθμημένα καθίσματα. Μάλιστα! Εκεί φτάσαμε. Κάποτε τα εισιτήρια στην αρένα
ήταν τα φθηνότερα εφόσον προϋπέθεταν ότι οι θεατές θα ήταν όρθιοι. Για αυτό τα
αγόραζαν οι νεαροί και οι ένθερμοι. Οι οικονομικά ασθενέστεροι αλλά και
φανατικότεροι. Αργότερα ξεκίνησαν να γίνονται ακριβότερα και να τέμνουν τις
αρένες σε σημεία πρόσβασης. Στην αρχή με πρόσχημα το ότι οι φανατικότεροι
έβρισκαν τον τρόπο να αγοράσουν τα εισιτήρια των πρώτων σειρών, ακόμη και αν
προέρχονταν από οικονομικά ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Σταδιακά έγιναν
ακόμη πιο ακριβά, αλλοιώνοντας την κοινωνική σύνθεση της αρένας εφόσον
μπορούσαν να τα αγοράσουν μόνο εύποροι ή μεσήλικες. Φτάσαμε, τελικά, στο σημείο
να δοθούν οι αρένες στους μεγαλοαστούς και να γεμίσουν με καρέκλες; Η
μπουζουκοποίηση (εννοώ την κακουγουστιά των νυχτερινών κέντρων διασκέδασης του trend και όχι την λαϊκή
μουσική που σέβομαι απεριόριστα) ισοπέδωσε τα πάντα, καβαλώντας στην ράχη του
τριτοκοσμικού ευρωπαϊσμού; Έτσι φαίνεται.
Όπως και να έχει, βρήκα
την θέση μου στην κερκίδα και άρχισα να παρακολουθώ την συναυλία. Ο Τουρνάς
είναι αγέραστος. Σαν να μην είχε περάσει μια μέρα από την τελευταία φορά που
τον είδα στο Κύτταρο πριν οκτώ ή εννιά χρόνια. Δεν ξέρω γιατί επιλέγει να
παίζει τα τραγούδια του σε υποτονικές pop εκτελέσεις ή γιατί
αφήνει εκτός του set list ύμνους των πρώτων
δίσκων. Όταν αποφασίζει να γεμίσει με την ηλεκτρική κιθάρα τις εκτελέσεις και
να παρουσιάσει τις παλιές progressive συνθέσεις του είναι
εξαιρετικός. Ο συγκεκριμένος συναυλιακός χώρος του πήγαινε. Ταίριαζε με το
μουσικό του ύφος. Τον απολαύσαμε, λοιπόν, σε τραγούδια όπως τα «Όμορφη», «Τι να μας κάνει η νύχτα», «Ο πιο
καλός τραγουδιστής», «Στιγμές», «Όπου φυσάει ο άνεμος», «Άναψε φωτιά», «Άνθρωπε
αγάπα», «Κυρίες και κύριοι», «Ήλιε μου, ήλιε μου», «Μην της το πεις».
Η εμφάνιση του Κώστα
Τουρνά ολοκληρώθηκε κάπου δέκα λεπτά πριν την ώρα που είχε ανακοινωθεί ότι θα
εμφανίζονταν οι Foreigner. Το στάδιο γέμισε και η μεγάλη στιγμή έφτασε. Οι Foreigner ανέβηκαν στην σκηνή και μελωδίες όπως εκείνες των «Double vision» και «Head games» άρχισαν να γεμίζουν τα αυτιά μας. Οι μουσικοί του συγκροτήματος
έδειξαν αμέσως ότι ήταν σε εξαιρετική φόρμα και άριστη φυσική κατάσταση. Ο
τραγουδιστής Luis Maldonado είναι ένας rock star παλιάς στόφας. Γεμάτος ενέργεια,
διονυσιακή πόζα και συνεχή επαφή με το κοινό, μας γύρισε στις μέρες του παλιού
καλού rock. Αξίζει
ένα εύγε και για έναν ακόμη λόγο. Δεν μασάει τα λόγια του. Δεν δρα
υπολογιστικά. Είχε το θάρρος να πει από την σκηνή ότι ζούμε σε έναν κόσμο που
όλα πάνε κατά διαόλου, που φοβάται να βλέπει την κόρη του να μεγαλώνει σε αυτόν
και ότι αν δεν σφυρηλατήσουμε μια κινηματική αλληλεγγύη ως λαϊκή βάση η
κατάσταση θα γίνει ακόμη χειρίτερη για εμάς.
Είχε την παρρησία να
σχολιάσει τους θεατές των πρώτων σειρών και των ακριβών εισιτηρίων, βλέποντάς τους
να σκρολάρουν με τα κινητά τους (συγκεκριμένα είπε στους θεατές, «παιδιά, αν
θέλετε να μάθετε τα νέα της ημέρας ρωτήστε τον κύριο στην δεύτερη σειρά με την
μαύρη μπλούζα, διαβάζει το κινητό του από την στιγμή που βγήκαμε στην σκηνή»).
Πάνω απ’ όλα, σταμάτησε
ένα τραγούδι στην μέση λέγοντας ότι οι Foreigner είναι μια rock μπάντα που θέλει να
παίξει σε ένα κοινό με την φήμη του ελληνικού και όχι σε μια αρένα γεμάτη
καθίσματα. Κάλεσε τους θεατές να πετάξουν στην άκρη τις καρέκλες, να σηκωθούν
και να πλησιάσουν την σκηνή. Κι έτσι έγινε. Σε λίγα λεπτά η αρένα πήρε την μορφή
που έπρεπε (με μόνη παραφωνία τα υπερβολικά αυστηρά μέτρα της ομάδας security με τους «φουσκωτούς»,
που μάλλον είχαν όνειρο της ζωής τους να γίνουν τροχονόμοι και έβγαλαν τα
απωθημένα τους στους θεατές. με διαρκείς παρεμβάσεις). Μετά απ’ όλα αυτά ακόμη
και αν ο Maldonado ήταν άφωνος θα είχε κερδίσει
την αναγνώριση του κάθε αυθεντικού rocker. Πόσο μάλλον που είναι και καλός μουσικός.
Η συναυλία συνεχίστηκε σε πολύ δυνατούς ρυθμούς με τραγούδια όπως τα «Cold as ice», «Waiting for a girl like you», «Blue morning, blue day»,
«Urgent», «Juke box hero», «Long Long way from home», «I want to know what love
is» και «Hot
Blooded». Δεν κατάλαβα γιατί επέλεξαν να διασκευάσουν το «Bridge over troubled water»
των Simon and Garfunkel αντί να προσθέσουν δικούς τους ύμνους όπως το «Say you will» στο set list.
Αν δεν είχαν κάνει αυτή
την παράδοξη επιλογή και αν δεν αρκούνταν σε ένα κλασικά αναμενόμενο χρονικό πλαίσιο
μιάμισης ώρας στο set τους, ίσως και να
μιλούσαμε για μια από τις τρεις κορυφαίες συναυλίες της χρονιάς. Όπως εξήγησαν,
θα παίζουν σε κάθε συναυλία της περιοδείας τους ένα ελαφρώς διαφοροποιημένο set list, προκειμένου να ανανενώνουν το ενδιαφέρον. Ωστόσο, καλύτερα
θα ήταν να αυξήσουν κατά δέκα με δεκαπέντε λεπτά τον χρόνο των συναυλιών τους
συνολικά για να χορέσουν σε κάθε τους εμφάνιση τα τραγούδια που όλοι οι
ακορατές τους θέλουν να ακούνε. Δυστυχώς, αυτό ήταν το μοναδικό αρνητικό σημείο
μιας εξαιρετικής κατά τα άλλα ζωντανής εμφάνισης.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου