Μπορούμε και μόνοι μας (μια άτυπη αποτίμηση του 4ου Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας)

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Μια από τις ανοησίες που τείνει να καταστεί ευρεία λαϊκή πίστη στην Ελλάδα των καιρών μας είναι ότι οι τωρινοί Έλληνες είμαστε λίγο-πολύ άχρηστοι. Ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε αξιόλογο μόνοι μας. Ότι μόνο στο εξωτερικό μπορεί ο Έλληνας να διαπρέψει ενώ στην χώρα μας είναι καταδικασμένος στην μετριότητα, στο πασάλειμμα και στην επιδερμικότητα. Αν, βέβαια, τεθεί το ερώτημα γιατί άραγε να συμβαίνουν όλα αυτά, τότε η συζήτηση σταματά. Αν κάποιος προσπαθήσει να εξηγήσει ότι υπάρχει ένα κοινωνικό περιβάλλον, ένα θεσμικό και ηθικο-πολιτιστικό πλαίσιο στο οποίο πρέπει να ζήσει και να δραστηριοποιηθεί ο μέσος Έλληνας, το οποίο περιβάλλον μπορεί και να είναι συνειδητά οργανωμένο έτσι ώστε να μην του επιτρέπει να δημιουργεί –γιατί, πολύ απλά, η δημιουργικότητα προϋποθέτει μια εθνική και κοινωνική ανεξαρτησία κινήσεων, μια εθνική κουλτούρα και ένα συλλογικό ηθικό πρόταγμα- τότε η συζήτηση κλείνει με περιπαικτικά σχόλια και απαξίωση της αναλυτικής σκέψης. Όλα δείχνουν να είναι διαμορφωμένα στον δημόσιο διάλογο (από τους γνωστούς κύκλους που διαμορφώνουν την μαζική κουλτούρα και τις αντιλήψεις της) με έναν τρόπο που καταλήγει στο αδιαπραγμάτευτο συμπέρασμα ότι οι Έλληνες αυτής της ιστορικής περιόδου είμαστε περίπου άχρηστοι.


Μπορεί να επιτραπεί η καταφυγή σε μια κούφια κομπορρημοσύνη για το ένδοξο αρχαίο μας παρελθόν, αρκεί να γίνεται σαφές ότι αυτή η ικανότητα έχει, με κάποιον τρόπο, αποκλειστεί απ’ το παρόν μας. Πρέπει, σώνει και καλά, να δεχτούμε ότι είμαστε ένας μικρός κρίκος του γενικότερου πλαισίου που αποκαλείται «δυτικός κόσμος». Πρέπει να αφομοιώσουμε μια γενικότερη αντίληψη που μας θέλει κομπάρσους μιας άτυπης πολιτισμικής «δυτικής» ιεραρχίας.

Οι συνέπειες αυτής της επιβεβλημένης κοινωνικής αντίληψης είναι εμφανείς στις περισσότερες συζητήσεις που αφορούν τον πολιτισμό και τις επιστήμες. Αν κάποιος δείξει ότι έχει προοπτικές να δημιουργήσει ή να εφεύρει κάτι ενδιαφέρον, το πρώτο πράγμα που θα τον συμβουλεύσει ο περίγυρος είναι να απευθυνθεί στην Ευρώπη, στο εξωτερικό. Αν, από την άλλη, θελήσει να καταπιαστεί με κάτι που αφορά χειρονακτική ή οικοδομική εργασία πρέπει να απευθυνθεί σε μετανάστες, που «πιάνουν τα χέρια τους». Τα δικά μας χέρια δεν πρέπει να πιάνουν σε τίποτα ενώ η δική μας επιστημονική σκέψη και καλλιτεχνική δημιουργία δεν έχει νόημα δίχως την δυτική οικονομική ενίσχυση ή αναγνώριση.


Αν το καλοσκεφτούμε το διανοητικό και το εργατικό πεδίο της κοινωνικής συμβίωσης είναι, τρόπον τινά, αποκλεισμένα για εμάς σήμερα. Μας επιτρέπεται να καταλαμβάνουμε τα ενδιάμεσα κοινωνικά στρώματα, να είμαστε υπάλληλοι και απασχολούμενοι σε υπηρεσίες. Όχι να βρεθούμε στην κορυφή αλλά ούτε και στην βάση της κοινωνικής συμβίωσης εντός της χυλώδους και αφηρημένης έννοιας του «δυτικού κόσμου».

Το ακόμη μεγαλύτερο κακό είναι ότι αυτή η γενική αντίληψη τείνει να γίνει αδιαπραγμάτευτα αποδεκτή πραγματικότητα. Την αποδεχόμαστε και την αναπαράγουμε. Οι συνέπειές της είναι μπροστά μας σε κάθε κοινωνική διάδραση. Ακόμη και στην πιο απίθανη.


Πρόσφατα αφιέρωσα πολύ χρόνο από την καθημερινότητά μου για να βοηθήσω τα παιδιά της Ομάδας Οργάνωσης του Μεσαιωνικού Φεστιβάλ Ανδραβίδας. Χρειάστηκε να καταβληθεί επίμονη προσπάθεια για να ξεπεραστούν εμπόδια της άθλιας γραφειοκρατίας, ανταγωνιστική ζηλοφθονία ορισμένων που δεν βλέπουν με καλό μάτι την φήμη που αποκτά η Ομάδας Οργάνωσης μέσω της διεξαγωγής μιας εντυπωσιακά επιτυχημένης εκδήλωσης για την οποία κατεβαίνουν θεατές από την Αθήνα, την Πάτρα, την Χαλκίδα, την Κατερίνη και άλλες πόλεις, σε ένα σημείο της χώρας που κάποιοι θεωρούσαν ότι θα μείνει διαχρονικά υπό την κηδεμονία τους σε μια ελεγχόμενη (από αυτούς) παρακμή. Κάθε φορά που συζητούσα τα οργανωτικά θέματα του συγκεκριμένου Φεστιβάλ (που παρεμπιπτόντως πραγματοποιείται σε δημόσιο χώρο με ελεύθερη πρόσβαση για τους θεατές) με συνομιλητές στην Αθήνα ή στην επαρχία άκουγα την ίδια ερώτηση: «μόνοι σας πάτε να το οργανώσετε, πώς είναι δυνατόν αν δεν βοηθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Δήμος ή Περιφέρεια κλπ;». Κάθε φορά που απαντούσα ότι, αν εργαστούμε σοβαρά, μπορούμε να το οργανώσουμε άρτια μόνοι μας ή έστω με μικρές βοήθειες από τους θεσμικούς φορείς, όπως κάνουμε εξάλλου κάθε χρόνο, η απάντηση που έφτανε στ’ αυτιά μου ήταν: «αφού κάνετε κάτι τόσο δύσκολο μόνοι σας, να το πάτε να το δουν και να το ενισχύσουν στην Ευρώπη». Δεν αντιλέγω ότι είναι ευπρόσδεκτη κάθε αναγνώριση ή ενίσχυση αλλά εξακολουθώ να επιμένω ότι πρώτα πρέπει να δημιουργήσουμε και να θεμελιώσουμε κάτι μόνοι μας και μετά να αναζητήσουμε αναγνώριση ή στήριξη από θεσμικούς φορείς. Αυτή είναι η «φυσιολογική» κανονικότητα που τείνει να ξεχαστεί στις μέρες μας.


Για να είμαι ειλικρινής αν είμαι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα κι από τους συνεργάτες μου, λίγο με αφορά η αναγνώριση των επισήμων φορέων. Αν βλέπω τους θεατές και τους συμμετέχοντες να απολαμβάνουν την όλη εμπειρία με χαμόγελα χαραγμένα επί τέσσερις ώρες στα χείλη, με διάθεση να φωτογραφηθούν μαζί μας και να μας μιλήσουν με λόγια χαράς και θαυμασμού, θεωρώ ότι ο στόχος έχει επιτευχθεί και η αναγνώριση εκ μέρους των θεσμικών παραγόντων είναι ένα ακόμη ευπρόσδεκτο χειροκρότημα ανάμεσα στα υπόλοιπα. Το σημαντικότερο όλων είναι ότι αυτό το αποτέλεσμα προκύπτει από πνευματική και σωματική εργασία δική μας. Εμείς το πετυχαίνουμε. Με τις δικές μας ιδέες και τα δικά μας χέρια.


Γράφω τα περιεχόμενα και σκηνοθετώ τα δρώμενα του Φεστιβάλ, συζητώ με τους μουσικούς για τα τραγούδια που παρουσιάζουν ώστε να έχουν θεματική σύνδεση με το περιεχόμενό της εκδήλωσης, μιλώ συνεχώς με τους εμπλεκόμενους στα οργανωτικά ζητήματα. Βλέπω τα παιδιά των αναβιωτικών ομάδων και τους ακροβάτες να δουλεύουν πάνω στα κείμενα με επιμονή, πάθος και ενθουσιασμό, πετυχαίνοντας αυτό που σε κάποιους μπορεί να ακουγόταν απίθανο. Βλέπω τους εκθέτες να διαμορφώνουν τους πάγκους τους σαν σκηνογραφημένες μικρογραφίες ταινιών εποχής. Επαναλαμβάνω ότι μόνοι μας τα πετυχαίνουμε όλα αυτά. Με δικά μας χρήματα, πέρα από ελάχιστες παροχές.


Ναι, είμαστε μια χρεοκοπημένη χώρα, με τα νοικοκυριά να πιέζονται οικονομικά, χωρίς ισχυρές υποδομές. Αλλά είμαστε και μια χώρα με παράδοση χιλιετιών στην γλώσσα και τον πολιτισμό. Με απεριόριστο πολιτιστικό πλούτο που μπορεί να ενεργοποιηθεί ανά πάσα στιγμή. Είμαστε μια χώρα με ορισμένους ακόμη ζωντανούς, ψυχικά και πνευματικά, ανθρώπους, που αν αποφασίσουν να κατανείμουν σωστά τους οργανωτικούς ρόλους, να διαμορφώσουν αυτόνομα τις όποιες ιεραρχήσεις και να αναλάβουν τα κατάλληλα πρόσωπα τις ευθύνες που πρέπει, δύνανται να πετύχουν στόχους αναντίστοιχα υψηλότερους από όσα θα προϋπέθετε η επιβεβλημένη άνωθεν κοινωνική μας αυτοεικόνα. Χωρίς την βοήθεια κανενός. Με τις δικές μας δυνάμεις. Με τα δικά μας χέρια.


Θα σημειώσω κάτι που φρονώ ότι έχει μια κάποια σημασία. Σε όλο το φάσμα των προσώπων που ενεπλάκησαν για να πραγματοποιηθεί αυτή η εκδήλωση, από την οργανωτική ομάδα και τους εξήντα συμμετέχοντες μέχρι τους τεχνικούς και τους εργάτες που τοποθέτησαν τον εξοπλισμό του ήχου και του φωτισμού, υπήρχε εξολοκλήρου ελληνική παρουσία. Προφανώς, αν ενδιαφερόταν κάποιος ή κάποια με προέλευση από άλλη χώρα να εμπλακεί στην όλη οργάνωση του φεστιβάλ τα παιδιά της Ομάδας Οργάνωσης από την Ανδραβίδα πιθανότατα θα τον δέχονταν ευχαρίστως. Όμως, δεν συνέβη κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα όλοι οι εμπλεκόμενοι να είμαστε Έλληνες.

Δεν κάνω την συγκεκριμένη αναφορά για να υποτιμήσω ή να υπερτιμήσω κάποιους (ασχέτως του τι πιστεύω προσωπικά). Την κάνω για να επαναλάβω ότι ο Έλληνας των καιρών μας, που σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη δεν κάνει για τίποτα, αν οργανωθεί με τον κατάλληλο τρόπο και αναθέσει τα πόστα που πρέπει στους κατάλληλους ανθρώπους, φαίνεται ότι μπορεί να πετύχει σημαντικούς στόχους. Στην προκειμένη περίπτωση απέδειξε ότι μπορεί να παρουσιάσει μια τεράστια παραγωγή, η οποία ισορροπεί επιτυχώς ανάμεσα στην μορφωτική διάπλαση, την ψυχαγωγία και την διασκέδαση (θεατής που ζει στον Καναδά μου είπε κατά την διάρκεια της εκδήλωσης ότι το δικό μας φεστιβάλ είναι πολύ καλύτερο σε ιδέες και περιεχόμενα από τα αντίστοιχα αμερικανικά που έχει δει και απλώς υστερεί σε σκηνικά και σε πεδία που απαιτούν μεγαλύτερο budget), με μηδαμινό οικονομικό κόστος και χωρίς να βοηθηθεί ούτε από κονδύλια θεσμών του εξωτερικού ούτε από την πρακτική εργασία άλλων κοινοτήτων. Μπορούμε να πετυχαίνουμε και, μάλιστα, με καλύτερο αποτέλεσμα από λαούς μεγαλύτερων και πλουσιότερων χωρών. Ιδίως στο πεδίο του πολιτισμού. Αρκεί να το θελήσουμε και να το πιστέψουμε. Αρκεί, ασφαλώς, να δράσουμε αυθόρμητα, αυτόνομα και όσο γίνεται μακριά από τις γραφειοκρατικές αντιλήψεις και τις τεχνοκρατικές προϋποθέσεις των μόνιμα δυσλειτουργικών θεσμικών πυρήνων του νεότερου ελληνικού κράτους.


Υπάρχουν και άλλα συμπεράσματα από την όλη εμπειρία που παρουσιάζουν ενδιαφέρον. Όταν ξεκινήσαμε πριν χρόνια να οργανώνουμε το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ Ανδραβίδας, έβλεπα ανθρώπους της περιοχής να αγνοούν επιδεικτικά την σημαντική τοπική μεσαιωνική ιστορία. Τους ρωτούσα αν γνώριζαν κάτι για τα υπέροχα μεσαιωνικά μνημεία που στέκονταν τόσους αιώνες μέσα στις πόλεις της ηλειακής υπαίθρου και εισέπραττα άγνοια και αυτοσαρκασμό. «Ποιος ασχολείται τώρα μ’ αυτά;», «είμαστε μικρή κωμόπολη της επαρχίας», «αν δεν κάνει κάτι ο Δήμος τι περιμένεις από εμάς;» Τέτοιου περιεχομένου ήταν οι απαντήσεις που λάμβανα. Τους απαντούσα τότε, με την σειρά μου, ότι μπορούσε να εκπέσει σε υπεκφυγή το φόρτωμα των ευθυνών στον Δήμο και τους άλλους θεσμούς. Αν δρούσαμε μόνοι μας, αυτόνομα, ως κοινότητα, μπορούσαμε να πετύχουμε πολλά πριν χρειαστεί να απευθυνθούμε στους θεσμικούς παράγοντες. Αρκεί να λάμβαναν υπόψη τις κατευθύνσεις μου και να έπειθαν ορισμένους από τους πολλούς αγροτικούς μεγαλοεπιχειρηματίες της περιοχής να βοηθήσουν με συμβολικά οικονομικά ποσά.


Τελικά ό χρόνος πέρασε, οι μεγαλοεπιχειρηματίες της περιοχής δεν βοήθησαν ποτέ ουσιαστικά, αλλά κάποιοι φίλοι και συγγενείς έλαβαν σοβαρά υπόψη αυτά που τους είπα. Και, όπως ανέμενα, όλα κύλησαν με τον τρόπο που είχα υποθέσει. Οι δυνατότητες της αυτόνομης οργάνωσης από την βάση της κοινότητας ήταν αρκετές για να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο απλός ρεφενές της συλλογικής κινητοποίησης κάλυψε το βασικό προαπαιτούμενο οικονομικό ποσό, η πίεση κάποιων ομάδων της κοινότητας προς τις δημοτικές αρχές απέδωσε καρπούς. Η αρχή στα δύσκολα οικονομικά και γραφειοκρατικά ζητήματα είχε γίνει. Έμενε πλέον σε μένα να αποδείξω ότι μπορούσα να γράψω και να σκηνοθετήσω το φεστιβάλ με τον τρόπο που είχα υποσχεθεί, καθώς και να βρω τους κατάλληλους συνεργάτες (μουσικούς, ηθοποιούς, αναβιωτές και ακροβάτες). Έμενε ακόμη να φανεί αν η ιδέα μου θα απέφερε τα αποτελέσματα που είχα οραματιστεί. Αν, δηλαδή, θα ανέβαζε το πολιτιστικό status της περιοχής και αν θα έφερνε ανάπτυξη.


Σήμερα, μετά από αρκετά χρόνια και τέσσερα πραγματοποιηθέντα Μεσαιωνικά Φεστιβάλ, τα αποτελέσματα μιλούν από μόνα τους. Για μια ημέρα του χρόνου, μια περιοχή της ελληνικής επαρχιακής υπαίθρου, που βρισκόταν ξεχασμένη κάπου ανάμεσα στους αγρούς της δυτικής Πελοποννήσου, κατακλύζεται από ταξιδιώτες που έρχονται από την Αθήνα,την Πάτρα, την βόρεια Ελλάδα και κάθε σημείο της χώρας. Τα δωμάτια των ξενοδοχείων και των airbnb των γύρω περιοχών εξαντλούνται, με αποτέλεσμα θεατές που θέλουν να ταξιδέψουν τις τελευταίες μέρες να μην βρίσκουν φτηνό και κοντινό κατάλυμα. Η πλατεία της Ανδραβίδας γεμίζει από θεατές και τα γύρω καταστήματα πραγματοποιούν εισπράξεις μεγαλύτερες απ’ όλες τις εισπράξεις των υπόλοιπων ημερών της θερινής σεζόν μαζί. 


Καλά όλα αυτά αλλά εμένα με ενδιαφέρει περισσότερο κάτι άλλο. Νομίζω ότι μετά από τέσσερα πετυχημένα φεστιβάλ όλο και περισσότεροι κάτοικοι της περιοχής αρχίζουν να κρατούν λίγο χώρο στην μνήμη τους για την διαπίστωση ότι κατά τον μεσαίωνα κάτι ιστορικά σημαντικό είχε συμβεί στην περιοχή. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι που έχουν γεννηθεί ζήσει και μεγαλώσει σε εκείνα τα μέρη, αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι τα μνημεία έχουν μια δική τους γλώσσα και μιλούν. Μιλούν και διηγούνται κάτι παλιές ιστορίες που τυγχάνει να αποτελούν ψηφίδες του αέναου εθνικού μας πλούτου για τον οποίο οι κάτοικοι της περιοχής δεν άκουσαν εδώ και χρόνια τίποτα από τους εκπαιδευτικούς ενός άθλιου συστήματος εκπαίδευσης, από τους δημοσιογράφους της περιοχής και από τους αιρετούς. Όλο και περισσότεροι πιτσιρικάδες συνδέουν τις εικόνες των μνημείων με τους ιππότες, ζητούν από τους γονείς παιχνίδια με μεσαιωνική αισθητική, ακούνε με λαχτάρα τα παραμύθια του τόπου τα οποία αφηγούμαστε στο Φεστιβάλ και ζητούν να φωτογραφηθούν με τους αναβιωτές μας και με τους αθλητές του ΗΕΜΑ.


Αυτό είναι που αποζητώ. Αυτό είναι που με ενδιαφέρει. Η παράδοση, όχι ως κιτς τουριστικό και κρατικά κατευθυνόμενο φοκλόρ της κακιάς ώρας, αλλά ως αυθεντικός πολιτιστικός θησαυρός να εκβάλει στην καθημερινότητα από τους μαγικούς δρόμους του παραμυθιού, της λαογραφίας και της ίδιας της αποσιωπημένης ιστορίας με όχημα την τέχνη, διεκδικώντας όλο και περισσότερο χώρο στην διαμόρφωση των προτύπων της καθημερινής κουλτούρας. Η παράδοση πλούσια και αρματωμένη, ικανή να σταθεί ως αντίβαρο στην τοξικότητα του καθημερινού κατεστημένου life style, που ερχόμενο από τα πιο σκοτεινά σημεία της οικουμένης δηλητηριάζει μέχρι και το τελευταίο κύτταρο των εθνικών μας κοινοτήτων.


Κλείνοντας, θα παραθέσω ένα ακόμη γεγονός που, με χιουμοριστικό τρόπο, αποτελεί κι αυτό μια ιδιότυπη μαρτυρία του τι μπορεί να πετύχει μια πολιτιστική αντεπίθεση. Οι ενεργοί ακροατές της rock και heavy metal μουσικής που ζουν στον νομό Ηλείας ίσως είναι λιγότεροι των διακοσίων. Μιλώντας για ενεργούς εννοώ αυτούς που ακόμα ενδιαφέρονται να παρακολουθήσουν μια συναυλία ή να ακούσουν κάτι νέο και όχι αυτούς που απλώς κάποτε άκουγαν αυτή την μουσική αλλά σήμερα δεν συμμετέχουν στα της εν λόγω κοινότητας. Διακόσια άτομα χοντρικά, πάνω κάτω, σε όλη την Ηλεία, λοιπόν! Μέσα στην Ανδραβίδα, απ’ ότι μου λένε τα παιδιά, η rock και heavy metal κοινότητα πρέπει να αριθμεί λιγότερους των δέκα ακροατών. Η Ηλεία, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, έχει αφομοιώσει από την μεταπολίτευση και έπειτα μια λατρεία για το ρεμπέτικο και την «λαϊκή» μουσική, η οποία λατρεία, σε πολλές περιπτώσεις, δεν συνοδεύεται από ποιοτικά κριτήρια. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι πάντα οι ποιοτικοί τραγουδιστές της λαϊκής μουσικής που επιβραβεύονται αλλά και τα τριτοκλασάτα σκυλολόγια της πίστας, μπορεί σε αυτή την περιοχή να βρουν μαζικό ακροατήριο και ένθερμη στήριξη.


Η μαζικότητα αυτής της μουσικής και κοινωνικής τάσης έχει κάνει επί σειρά δεκαετιών δύσκολη την ζωή των λίγων rockers και χεβυμεταλλάδων. Συνεπώς, το άκουσμα ότι οι rockers της περιοχής μπορεί να ήθελαν να διοργανώσουν μια μουσική βραδιά σε κάποιο τοπικό μπαρ συνοδευόταν μέχρι πρόσφατα από αδιαφορία στην καλύτερη των περιπτώσεων και από ειρωνεία στην χειρότερη. Εύλογα, οι ελάχιστοι ακροατές του σκληρού ήχου είδαν το Μεσαιωνικό Φεστιβάλ ως την ευκαιρία που έψαχναν για να πραγματοποιήσουν το ετήσιο party τους σε μπαρ της Ανδραβίδας, αμέσως μετά το τέλος του Φεστιβάλ, κατά τα τελευταία τρία έτη. Φαντάζομαι ότι μπορεί κάθε αναγνώστης να καταλάβει ποια είναι η επιρροή του Φεστιβάλ όταν, σε μια περιοχή που σχεδόν κανείς δεν έδινε σημασία στο rock επί δεκαετίες, πλέον οι ιδιοκτήτες των μπαρ μου ζητούν να πείσω τα παιδιά που ακούνε heavy metal και ζουν στην Ανδραβίδα να κάνουν party και στα δικά τους καταστήματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: