Μπέρδεψε τον Όθωνα με τον Τέλη!!
Πριν λίγες μέρες η πρώην ακαδημαϊκός Λένα
Διβάνη ήταν προσκεκλημένη σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΙ. Όταν ο παρουσιαστής την
ρώτησε ποιο είναι το μεγαλύτερο «εθνικό μας αυτογκόλ», η καλεσμένη απάντησε «ο πόλεμος
του 1897». Πρώην ακαδημαϊκός που δίδασκε το μάθημα της ιστορίας είναι, όπως αναμενόταν,
προχώρησε σε ανάλυση του σκεπτικού της. Και κάπου εκεί άρχισε το
καλαμπούρι.
Η ομιλούσα χρέωσε το 1897 στον βασιλιά Όθωνα!!
Δήλωσε, μάλιστα, ότι ως λαϊκιστής που ήταν ο Όθωνας ήθελε να τον αγαπά ο λαός
και για να το πετύχει αυτό καλλιέργησε φρούδες ελπίδες απελευθέρωσης ελληνικών
εδαφών κι έριξε την Ελλάδα σε έναν πόλεμο από τον οποίο βγήκε χαμένη. Ανάμεσα
σε αυτό το «εμπεριστατωμένο» συμπέρασμα δεν παρέλειψε να σχολιάσει, με ύφος
ορθολογικής και φιλελεύθερης ευρωπαϊστριας, ότι ο λαός πρέπει να φοβάται
πολιτικούς που θέλουν να τους αγαπά.
Παρακολουθούμε ξανά και ξανά το σχετικό video και αμφιταλαντευόμαστε αν θα πρέπει να
πέσουμε από την καρέκλα από το πολύ γέλιο ή αν ακούσαμε κάτι λάθος. Δίνουμε
στην καθηγήτρια μερικές ακόμη ευκαιρίες. Ακούμε ξανά τις φράσεις με τις οποίες
απάντησε. Κάποια στιγμή φαίνεται να λέει «ο Όθωνας, ο πρώτος». Σκεπτόμαστε
μήπως έκανε ένα απλό λεκτικό σαρδάμ και εννοούσε τον Γεώργιο Α. Τον βασιλιά,
δηλαδή, που ήταν όντως στον θρόνο όταν έγινε ο πόλεμος του 1897 και έχει νόημα
να τον αποκαλέσει κανείς «πρώτο», καθώς στην δυναστεία των Γκλίξμπουργκ ακολούθησε
κι άλλος συνονόματός του που στέφτηκε βασιλιάς των Ελλήνων. Σε αντίθεση με τον
Όθωνα, που ήταν ο μοναδικός του οίκου των Βίττελσμπαχ ο οποίος βασίλεψε στην
Ελλάδα και δεν έχει νόημα να τον αποκαλέσει κανείς «πρώτο».
Όμως, φαίνεται δύσκολο να ισχύει κάτι τέτοιο.
Γιατί ο Γεώργιος Α είχε ήδη αποδεχτεί σιωπηρά την μείωση εύρους των πολιτικών
παρεμβάσεων κατά την περίοσο που ξέσπασε ο πόλεμος του 1897. Καθώς,
επίσης, και γιατί η περιγραφή της Διβάνη που ακολούθησε –περί λαϊκιστή, αφελούς
και πολεμοκάπηλου ηγέτη- δεν σχετίζεται με τον Γεώργιο και αποδίδεται συνήθως
είτε στον Όθωνα (σκοπίμως και μάλλον λανθασμένα) είτε στον Θεόδωρο Δηλιγιάννη,
τον πρωθυπουργό που οδήγησε την χώρα στον πόλεμο του 1897. Κοντολογίς, όσες
φορές κι αν παρακολουθήσουμε το συγκεκριμένο video φαίνεται ότι αποδεικνύει ότι μια
δημοφιλής καθηγήτρια ιστορίας και συγγραφέας δεκάδων ιστορικών μονογραφιών και
βιβλίων που έχουν κυκλοφορήσει από πανίσχυρους εκδοτικούς ομίλους, αδυνατεί να διακρίνει τον Κριμαϊκό Πόλεμο των ετών 1853–1856 από τον (ατυχή) πόλεμο του 1897, την φουστανέλα από το τέλος του αιώνα, τον Όθωνα από τον Δηλιγιάννη ή τον Τέλη.
Και δεν είναι μόνο αυτό. Το όλο ύφος, η χρήση
φράσεων του τύπου «ήταν γιούχου και ψιλοχαζός ως ηγέτης», η γλώσσα του σώματος, είπαν πολλά περισσότερα.
Τα συμφωνημένα υπονοούμενα ως κώδικας συλλογικής μνήμης αποτελούν τον καλύτερο
κριτή για τέτοιες περιπτώσεις. Αρκεί, ασφαλώς, να είναι ακόμη ενεργά ως φίλτρα
αντίληψης της πραγματικότητας σε όσους ζωντανούς παραμένουν Έλληνες. Γιατί στους
μεταμοντέρνους και στους φιλελεύθερους εκσυγχρονιστές μάλλον δεν λένε κάτι. Λένε,
πάντως, σε εμάς. Για τα χάλια της σύγχρονης Ελλάδας. Για την τραγελαφική
κατάντια των «ανθρώπων της διανόησης» στο παγκοσμιοποιημένο δυστοπικό μας παρόν.
Βέβαια, η όλη κωμωδία δεν σταμάτησε εκεί. Δεν
θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο συνοδοιπόρο της ευρωπαϊστικής life style παρωδίας
κανείς άλλος πέρα από τον εξίσου κωμικοτραγικό πολιτικό μας χώρο. Οι περσόνες της
άκρας Δεξιάς, που τσαλαπατούν με λασπωμένα μυαλά τον ελλαδικό εθνικιστικό
χώρο, έσπευσαν να διεκδικήσουν τον ρόλο του γελωτοποιού της βασίλισσας.
Εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη γνώσεων της ομιλήτριας (σε αυτό το θέμα
τουλάχιστον), οι καρνάβαλοι του χώρου σχολίασαν ότι είναι κομμουνίστρια και πώς
ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει καταρρεύσει επειδή υιοθέτησε μαρξιστικές ιδέες.
Μπορεί σε κάποιον βαθμό να συμβαίνει αυτό –σήμερα πολύ λιγότερο απ’ ότι μέχρι
πριν την επιβολή των μνημονίων- όμως δεν αφορά την Διβάνη.
Τουναντίον, η Διβάνη παραιτήθηκε από την
ακαδημαϊκή της θέση επειδή διάβασε «συνθήματα μίσους» γραμμένα από αναρχικούς
και κομμουνιστές φοιτητές στους τοίχους της νομικής Αθηνών. Δεν μάθαμε ποτέ τι
έλεγαν αυτά τα συνθήματα αλλά για να τα περιγράψει ως συνθήματα μίσους η Διβάνη,
μπορούμε να υποθέσουμε το περιεχόμενό τους. Επιπλέον, μια ματιά
στο βιογραφικό της είναι αρκετό για να διαπιστώσει κανείς ότι ως ερευνήτρια
έχει συνεργαστεί με διεθνείς φορείς φιλελεύθερου προσανατολισμού. Ανάμεσα στα άλλα είχε υπάρξει μελετήτρια
επισκέπτρια στο Βασιλικό Κολλέγιο του Λονδίνου και στην βιβλιοθήκη του ΟΗΕ. Είναι
κάπως δύσκολο να ταιριάξουν όλα αυτά με την κομμουνιστική πολιτική τοποθέτηση.
Προφανώς, θα σκεφτεί κανείς. Όμως, στην
ακροδεξιά πολυκατοικία που έχει χτιστεί αυθαίρετα πάνω στο οικόπεδο της ιδεολογίας
του εθνικισμού, αυτονόητα δεν υπάρχουν. Όταν η Διβάνη έκανε το κωμικό αυτό
λάθος στην εκπομπή που εμφανίστηκε, οι διάφοροι Τέληδες και λοιποί γκροτέσκοι
τύποι του χώρου έσπευσαν να αποδώσουν την έλλειψη γνώσεων στην υποτιθέμενη
κομμουνιστική της ιδεολογία και στο κομμουνιστικό κατεστημένο της ακαδημαϊκής
κοινότητας. Είτε γιατί είναι μισθωμένοι από παρακρατικούς κύκλους προκειμένου
να εκφυλίζουν τον εθνικιστικό χώρο σε γελοία άκρα Δεξιά είτε γιατί όντως έχουν
ακόμη μεγαλύτερη άγνοια για την ιστορία των πολιτικών μας ιδεών απ’ όση έχει η
Διβάνη για το ιστορικό υπόβαθρο του 1897, αυτοί οι τύποι συνεχίζουν να
υιοθετούν τα επιχειρήματα και το γλωσσικό ύφος του Στέλιου Παττακού.
Οι καραγκιόζηδες της ακροδεξιάς παρουσιάζουν τον κάθε διεθνιστή, τον κάθε προοδευτικό, τον κάθε φιλελεύθερο μενουμευρωπαίο, ως «κομμουνιστή». Αποδίδουν στο, σχεδόν νεκρό κι ελάχιστα επικίνδυνο για την πατρίδα σήμερα, κομμουνιστικό κίνημα τις πολιτικές που αποφασίζουν και εφαρμόζουν τα κέντρα του φιλελεύθερου καπιταλισμού και του διεθνούς κεφαλαίου. Προφανώς, τρέμουν στην ιδέα να παραδεχτούν ότι σήμερα (όπως και πάντοτε) ο μεγάλος εχθρός της πατρίδας (αλλά και της ποιότητας του ανθρωπισμού) είναι ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Οι καραγκιόζηδες της ακροδεξιάς αποπροσανατολίζουν την αντιπολιτευτική μας κριτική, γελοιοποιούν τις ιδέες μας και μετατρέπουν τον πολιτικό μας χώρο σε ουρά της Δεξιάς, σε πέμπτη φάλαγγα της αστικής νομενκλατούρας, σε θεματοφύλακα των δυνάμεων που προσχεδιάζουν την εθνική μας παρακμή.
Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα μας λάβει υπόψη όσο
εμφανίζονται ως εκφραστές των ιδεών μας αυτοί οι καρνάβαλοι; Σε ποιου νέου την
ψυχή θα μιλήσει η γλώσσα του Στέλιου Παττακού, πέρα από τους βλάκες και τους κάγκουρες;
Κάποτε πρέπει να πετάξουμε με κλωτσιές τους καραγκιόζηδες από τον πολιτικό μας χώρο.
Για να τον σώσουμε από την γελοιοποίηση. Για να τον κρατήσουμε αυθεντικό και
ταυτόχρονα ενάντιο τόσο σε αριστερούς και κομμουνιστές από την μια όσο και σε
φιλελεύθερους και δεξιούς από την άλλη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου