«Ένας αλήτης πέθανε»

Πέθανε πριν λίγες ώρες ο εφοπλιστής Γιώργος Βαρδινογιάννης και οι παλιοί ποδοσφαιρόφιλοι έχουμε να θυμόμαστε πολλά από τον «καπετάνιο». Υπήρξε, αναμφίβολα, μια από τις πρωταγωνιστικές φυσιογνωμίες της ελληνικής ποδοσφαιρικής ζωής. Κάποιοι θα πουν ότι αγαπήθηκε από χιλιάδες φιλάθλους, όπως συμβαίνει συνήθως όταν έχουμε να κάνουμε με την απώλεια μιας ζωής. Ωστόσο, οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι μισήθηκε από περισσότερους.


Η οικογένεια Βαρδινογιάννη έχει πλούσιο παρελθόν στην πολιτική και κοινωνική ζωή της χώρας. Με πρόγονο πολιτικό του βενιζελικού κέντρου και φιλικά προσκείμενο προς την οικογένεια Παπανδρέου, που συνελήφθη από τους αξιωματικούς του Τρίτου Ράιχ και δραπέτευσε με την βοήθεια των αγγλικών μυστικών υπηρεσιών. Με άλλο συγγενή που αύξησε την οικονομική δύναμη της οικογένειας συνεργαζόμενος με τον Ωνάση και σπάζοντας το εμπάργκο προς το κράτος των λευκών της Ροδεσίας το οποίο είχε επιβάλλει ο ΟΗΕ (έχουν δυο λόγους να συμπαθούν την οικογένεια Βαρδινογιάννη τα «γκαρσόνια»), περνώντας τα πλοία του κάτω από την μύτη του βρετανικού πολεμικού ναυτικού (εδώ υποθέτει πολλά ο πονηρός νους) που εκτελούσε την εντολή του ΟΗΕ. Με αυτά και με πολλά άλλα οι Βαρδινογιάννηδες έγιναν με τον καιρό μια από τις οικονομικά και κοινωνικά ισχυρότερες οικογένειες της Ευρώπης. Έγιναν, ασφαλώς, και μια από τις οικογένειες που μπορεί να εκβιάζει, μέσω ενός αντεθνικού ολιγοπωλίου διυλιστηρίων (η άλλη είναι η οικογένεια Λάτση), το τραγελαφικά δύσμοιρο ελλαδικό κράτος.

Όσοι γνωρίζουν την οικογένεια εκ των έσω θυμούνται ότι δρούσε με όρους αυστηρής ιεραρχίας. Ο πρωτότοκος αναλάμβανε εξολοκλήρου την διαχείριση των επιχειρήσεων και τα υπόλοιπα αδέρφια είχαν εντελώς βοηθητικό και μη ουσιαστικό ρόλο (αρκούνταν απλώς στο να λαμβάνουν ένα ποσό των τεράστιων κερδών και να «κάνουν την ζωή τους»). Μετά τον θάνατο του μεγάλου του αδελφού, αφεντικό της οικογένειας έγινε ο Βαρδής Βαρδινογιάννης. Ένας σκληρός άντρας, που άνθρωποι του περιβάλλοντός του λένε ότι ελάχιστοι μπορούσαν να αντέξουν την κοφτερή του ματιά που ξεπηδούσε κάτω από τα δασώδη φρύδια.

Ο Βαρδής ήταν επιχειρηματίας που εργαζόταν σκληρά μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Δεν του άρεσε το life style και ο δημόσιος βίος. Αμείλικτος με τα στελέχη των εταιριών του, έδινε απίθανα μεγάλους μισθούς στους χαμηλόβαθμους εργαζόμενούς του για να εξαλείψει κάθε πιθανότητα συνδικαλιστικής τους δράσης και μιλούσε σαν προϊστάμενος σε πολλούς πολιτικούς. Ωστόσο, κρατούσε πάντα τα προσχήματα με τους πρωθυπουργούς και συμφωνούσε μαζί τους να πραγματοποιεί συγκεκριμένες επενδύσεις που επηρέαζαν το εθνικό ΑΕΠ, όταν τον διαβεβαίωναν ότι δεν θα ακουμπούσαν το ολιγοπώλιό του.

Ανάμεσα στις επιχειρήσεις του ομίλου Βαρδινογιάννη ήταν και ο Παναθηναϊκός. Ο Βαρδής, σοβαρός και σκληρός επιχειρηματίας, δεν γινόταν να καταπιαστεί με την διοίκηση μιας επιχείρησης που απαιτούσε καθημερινή έκθεση στα φώτα της δημοσιότητας, διαχείριση μαζικών λαϊκών στρωμάτων και μη οικονομικά επωφελή ανταγωνισμό με άλλους επιχειρηματίες. Μπορεί να ήταν το μεγάλο πορτοφόλι, μπορεί να επισκεπτόταν τους ποδοσφαιριστές του τριφυλλιού πριν τους μεγάλους αγώνες για να δώσει κύρος στις οικονομικές υποσχέσεις της προσδοκώμενης νίκης, μπορεί να παρενέβαινε στην επιβολή των πολιτικών του Παναθηναϊκού επί προέδρων μικρότερων ομάδων και παραγόντων του ελληνικού δημοσίου όταν κρινόταν απαραίτητο. Όμως, την προεδρία και την καθημερινή διοίκηση της ΠΑΕ την είχε αφήσει στα χέρια του αδερφού του Γιώργου.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πολύ διαφορετικός. Οξύθυμος, προκλητικός, με έντονη κοσμική ζωή και τα δημοσιογραφικά φλας επάνω του, σημάδεψε την ταυτότητα του Παναθηναϊκού ως συλλόγου της πλουτοκρατίας και της γκλαμουράτης ελλαδικής ελίτ των 80’s και των 90’s.Η ταυτότητα αυτή ήταν εξαρχής αγκάθι στα μάτια των φανατικών της θύρας 13 και αρκετών οπαδών του τριφυλλιού που είχαν λαϊκά εργατική και μικροαστική κοινωνική προέλευση.  Όμως, ο «καπετάνιος» ήταν ξερό κεφάλι. Όταν διαπίστωσε ότι η θύρα 13 δεν ήταν συνεργάσιμη, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να την διαλύσει. Η μετάβαση της έδρας από το στάδιο της Λεωφόρου Αλεξάνδρας στο ΟΑΚΑ έγινε βάσει του παραπάνω σκεπτικού. Ο ΠΑΟ έπρεπε να είναι ευρωπαϊστικά γκλαμουράτος και μακριά από την θύρα 13.


Μόνο που στο αχανές ΟΑΚΑ, οι φανατικοί της θύρας 13 βρήκαν τρόπους να δραστηριοποιηθούν με ασφάλεια. Τότε η προσέγγιση του «καπετάνιου» άλλαξε. Κατάλαβε ότι καλύτερη λύση ήταν ο έλεγχος των φανατικών μέσω των χρημάτων. Με τον καιρό κατάφερε να πάρει με το μέρος του τους επικεφαλείς του πιο σκληρού συνδέσμου οπαδών του Παναθηναϊκού. Οι ηγέτες των Cockneys έγιναν οι πρώτοι φανατικοί και χούλιγκανς υπάλληλοι της Ελλάδας. Μερικά χρόνια αργότερα, θα ακολουθούσαν τον δρόμο τους όλοι σχεδόν οι σύνδεσμοι οργανωμένων κάθε μεγάλης ελληνικής ομάδας. Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος στον τρόπο έμμισθης ενσωμάτωσης ενός συνδέσμου φανατικών στην στρατηγική της διοίκησης μιας ΠΑΕ.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν πρωτοπόρος και σε κάτι άλλο. Ακόμη σημαντικότερο. Βλέποντας, κατά τα πρώτα χρόνια της προεδρίας του, ότι οι παλιοί πρόεδροι των αντίπαλων ομάδων δοκίμαζαν να κερδίσουν με παραδοσιακές τακτικές, όπως η εξαγορά ενός διαιτητή ή κάποιων αντιπάλων ποδοσφαιριστών, κατάλαβε ότι θα κέρδιζε το στρατηγικό πλεονέκτημα μεταφέροντας την διαπλοκή σε ένα ανώτερο πεδίο. Σε ένα πεδίο εντός του οποίου θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί μονοπωλιακά την οικονομική του ανωτερότητα. Όλοι οι πρόεδροι ομάδων της Α Εθνικής Κατηγορίας είχαν την δυνατότητα να επηρεάσουν με δωροδοκία αντίπαλους ποδοσφαιριστές ή διαιτητές. Κανείς όμως, εκτός από τον «καπετάνιο», δεν είχε την ισχύ ώστε να ελέγξει έναν κρατικό θεσμό.


Ο Βαρδινογιάννης κατάλαβε ότι για να έχει συνεχώς την διαιτησία δική του, χωρίς να εμπλέκεται σε επικίνδυνους και συνεχείς ανταγωνισμούς δωροδοκιών ανά Κυριακή, χρειαζόταν απλά να εντάξει στον κύκλο της επιρροής του την ΕΠΟ και τον κρατικό μηχανισμό επιλογής διαιτητών. Έτσι, έστησε την ποδοσφαιρική του αυτοκρατορία βασιζόμενος σε ημιγραφικούς τύπους της εποχής, όπως οι Τριβέλας, Δέδες κλπ. Ο «καπετάνιος», για μια ακόμη φορά, είχε μετατρέψει τις τακτικές του σε μοντέλο οργάνωσης ενός κοινωνικού φαινομένου. Δεν ήταν μόνο η χειραγώγηση του οπαδικού κινήματος και η μετατροπή του σε στρατό επιχειρηματικών συμφερόντων. Ήταν η δόμηση του τρόπου λειτουργίας, που αναπαράγεται μέχρι σήμερα, στο ελληνικό ποδόσφαιρο.

Ωστόσο, ο «καπετάνιος» ως πρόεδρος είχε μια κατάληξη που θυμίζει επικεφαλής παραβατικού δικτύου. Το 1997, μια μόλις χρονιά μετά την απόλυτη αποθέωση του Γιώργου Βαρδινογιάννη ως προέδρου, έγινε η αρχή του τέλους του από ανθρώπους μιας άλλης κλίκας που χρησιμοποίησαν εναντίον του τις πρακτικές που εκείνος είχε εγκαθιδρύσει. Ο Σωκράτης Κόκκαλης, μετά από τέσσερα χρόνια ποδοσφαιρικών του διασυρμών, βρήκε τον τρόπο να εκπαραθυρώσει τους ανθρώπους του Βαρδινογιάννη από την ΕΠΟ και την διαιτησία, χτίζοντας την δική του αυτοκρατορία και αναγκάζοντας την οικογένεια Βαρδινογιάννη να αποσυρθεί τελικά, μετά από μερικά χρόνια, από το ποδόσφαιρο.

Πολλοί παναθηναϊκοί κατήγγειλαν τον «καπετάνιο» γιατί στις μέρες της προεδρίας του το τριφύλλι δεν κατέκτησε όλους τους τίτλους, μολονότι ο πρόεδρός του είχε τον έλεγχο του ποδοσφαιρικού συστήματος. Ξεχνούν ότι, πρώτον, αντίπαλοι του Βαρδινογιάννη ήταν ισχυροί παίκτες εκείνης της εποχής σαν τον Νταϊφά, τον Κοσκωτά, τους πρώιμους Γιδόπουλο και Μελισσανίδη, οι οποίοι ακόμη κι αν δεν είχαν την σταθερή δυναμική του «καπετάνιου» μπορούσαν να προτάξουν ισχυρή παρασκηνιακή αντίσταση κατά καιρούς. Και, δεύτερον, ότι ο Βαρδινογιάννης είχε τα ηνία του ελληνικού ποδοσφαίρου την εποχή που πρωθυπουργός, στο μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ήταν ο Ανδρέας Παπανδρέου. Ένας εξίσου ισχυρός παρεμβατικός παράγοντας που ήθελε να έχει τα κλειδιά του κράτους σε πολλά επίπεδα. Ο Παπανδρέου, μολονότι οι Βαρδινογιάννηδες ήταν υποστηρικτές του, δεν δίστασε να επιχειρήσει το μεγάλο σχέδιο απαλλαγής του κράτους από εκδότες που προκαλούσαν προβλήματα και του ελληνικού ποδοσφαίρου από την ηγεμονία Βαρδινογιάννη, μέσω του «σχεδίου Κοσκωτά». Σε αντίθεση με την περίοδο της ηγεμονίας του Κόκκαλη η οποία εγκαθιδρύθηκε σε πολύ πιο ευνοϊκό περιβάλλον, όταν η έλευση του Κώστα Σημίτη και του εκσυγχρονισμού μετέτρεψε το ελλαδικό κράτος απροκάλυπτα σε οίκο ανοχής των οικείων επιχειρηματιών.


Όσοι είμαστε Ολυμπιακοί ή άλλων ομάδων υποστηρικτές, θυμόμαστε τον «καπετάνιο» σε πολλά σκηνικά τα οποία σημάδεψαν την εφηβεία μας. Διαλύσαμε τις φωνητικές μας χορδές στις μαρμάρινες εξέδρες των παλιών γηπέδων, φωνάζοντας συνθήματα εναντίον του. Μάθαμε να μισούμε την οικογένεια Βαρδινογιάννη και χαιρόμασταν που οι ομάδες μας παρέμεναν λαϊκές και είχαν σωθεί από το «γκλαμουράτο λουστράρισμα» που αναγκάστηκε να υποστεί το τριφύλλι. Μπορεί να μισούσαμε θανάσιμα τους οπαδούς του Παναθηναϊκού αλλά, ταυτόχρονα, κατανοούσαμε τον πόνο τους. Σεβόμασταν όσους «βαζέλες» στέκονταν απέναντι στο σύστημα Βαρδινογιάννη, διεκδικώντας μια λαϊκή ταυτότητα για την ομάδα τους, μακριά από τις life style φλωριές. Πού να ξέραμε τι θα ερχόταν μετά από λίγα χρόνια; Πού να φανταζόμασταν ότι το «σύστημα Βαρδινογιάννη» θα εξαπλωνόταν σαν καρκίνωμα, μολύνοντας συνολικά το ελληνικό ποδόσφαιρο και μεταστατικά τον οπαδικό κόσμο, σε νέες και πιο επικίνδυνες εκδοχές;

Ο «καπετάνιος» και ο Βαρδής είχαν ένα κακό που δεν είχαν οι κληρονόμοι της παρασκηνιακής τους τακτικής στο ποδόσφαιρο. Ήταν από τότε «νεοφιλελεύθεροι». Υπέρ της λιτότητας. Ενώ από το 1979 μέχρι το 1985 έφτιαξαν έναν υπερηχητικό Παναθηναϊκό, με καλές και ακριβές μεταγραφές, από την στιγμή που απέκτησαν τον έλεγχο της ΕΠΟ περιορίστηκαν σε αγορές «από τα καλάθια», που έλεγαν και οι παλαιότεροι. Ακόμη και κάποιοι παιχταράδες που αγοράστηκαν από τον Παναθηναϊκό μετά το 1985, όπως οι Βαζέχα, Βάντσικ και Μπορέλι, έτυχε και βγήκαν στον ΠΑΟ. Ως μεταγραφικές επιλογές ήταν τριτοτέταρτοι, φτηνοί και χωρίς αναγνωρισμένη ποδοσφαιρική αξία μέχρι τότε. Αυτό, προφανώς, έστρεφε συχνά μεγάλη μερίδα οπαδών του Παναθηναϊκού εναντίον του «καπετάνιου». Μια από τις πλέον χαρακτηριστικές τέτοιες περιπτώσεις ήταν τον Οκτώβριο του 1993, όταν ο ΠΑΟ έχασε 1-4 από την Λεβερκούζεν και 50.000 οπαδοί του φώναζαν στο ΟΑΚΑ το γνωστό, εκείνα τα χρόνια, σύνθημα για τα χρήματα της οικογένειας Βαρδινογιάννη και τον «καπετάνιο».

Πολλές ήταν οι στιγμές που ο εκλιπόντας είχε δείξει την ισχύ του μπροστά στις κάμερες και στις εξέδρες. Αλησμόνητες εκείνες του τελικού κυπέλλου του 1995, στην φισούνα του ΟΑΚΑ, με τον αστυνομικό και η απειλή με περίστροφο του διαιτητή Βοτρό στο ματς εναντίον της Τορίνο το 1985. Όπως και η «αποβολή» κλωτσηδόν του Μελισσανίδη, εν μέσω γενικευμένης συμπλοκής  μπράβων και παραγόντων, από την εξέδρα των επισήμων του ΟΑΚΑ, σε ντέρμπι με την ΑΕΚ το 1999. Ή η εισβολή στα δημοσιογραφικά θεωρεία εν ώρα ζωντανής μετάδοσης αγώνα κατά του Ηρακλή, κάπου στην δεκαετία του 2000. Ή, πάλι, το ντου μαζί με την top star των τότε ελληνικών γηπέδων Ανδριάνα Μαραγκού και λοιπούς παράγοντες του ΠΑΟ στον διαιτητή Κουκούλα, μετά το τέλος ιστορικού προημιτελικού ενάντια σε έναν ιπτάμενο Θρύλο του Όλεγκ Μπλαχίν, στο ΟΑΚΑ, την άνοιξη του 1992, όταν και ο «καπετάνιος» δήλωσε «αυτός ο διαιτητής έχει τελειώσει από σήμερα για το ελληνικό ποδόσφαιρο» (κάτι που ασφαλώς έγινε πράξη την επόμενη κιόλας ημέρα).


Μπορεί εκείνα τα χρόνια όσοι υποστηρίζαμε τον Θρύλο ή άλλες ομάδες να ζούσαμε και να αναπνέαμε για να βρίζουμε τον «καπετάνιο». Σήμερα, όμως, εγώ τουλάχιστον θυμάμαι μάλλον με νοσταλγία εκείνες τις εποχές. Όχι γιατί ξεχνώ την επί δεκαετίες επίδειξη μεγαλοαστικής αλητείας, εκ μέρους του εκλιπόντα, στους αγωνιστικούς χώρους. Ούτε γιατί παραβλέπω την παρακαταθήκη της μαφιόζικης παρέμβασης των επιχειρηματιών στις ανίσχυρες κρατικές δομές διοίκησης του ελλαδικού ποδοσφαίρου. Ούτε, βέβαια, γιατί δεν συνυπολογίζω την παθογένεια του φτηνού προτύπου ζωής που αναδείχθηκε μέσα από τον καταγεγραμμένο στους δημοσιογραφικούς φακούς δημόσιο βίο του «καπετάνιου», με τις διαδοχικές ερωτικές σχέσεις με νεότερες και τραγελαφικές «στράρλετς». Θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις εποχές γιατί, μολονότι είχαν πρωταγωνιστές ανθρώπους σαν τον «καπετάνιο», ήταν κατά πολύ καλύτερες από αυτές που ακολούθησαν.

Ο Γιώργος Βαρδινογιάννης ήταν ο κακός της εφηβείας τριών γενιών Ελλήνων. Αλλά στο τέλος έχασε κι εμείς το χαρήκαμε. Αναμφίβολα, μέχρι να το πάθει, μας πρόσφερε στιγμές διασκέδασης. Διασκέδασης που απέρρεε από την συμπεριφορά του. Μια συμπεριφορά η οποία, μέσα στα πολλά αρνητικά της, απέπνεε κάτι από την παλιά ελληνική κουλτούρα της λαϊκότητας και της καφενειακής μαγκιάς. Ο Γιώργης μπορεί να είχε τα λεφτά για να αγοράσει ένα ολόκληρο κράτος αλλά συμπεριφερόταν σαν τους τυπικούς μεσήλικες Έλληνες των παλιών καφενείων. 

Ο «καπετάνιος» ήταν αληταράς, χωρίς αμφιβολία. Όπως κι εμείς, οι τότε χούλιγκανς, που τον μισούσαμε. Με την διαφορά ότι εμείς ήμασταν ρομαντικοί, αγνοί οργανωτές της αδιαλλαξίας (όπως έγραφε ένα οπαδικός ιστότοπος), που αγαπούσαμε αφιλοκερδώς τις ομάδες μας. Ενώ εκείνος κινητήριος μοχλός μιας κοινωνικής διαφθοράς και θεσμικής παθογένειας. Ήταν η αλητεία του που τον έκανε να αντιλαμβάνεται τους κώδικες επικοινωνίας του γηπέδου και τον ενέταξε στον κόσμο μας. Έστω και στον μόνιμο ρόλο του κακού.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: