- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                 Στο 29ο Παζάρι Βιβλίου

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Κάθε χρόνο, με το πέρας των χριστουγεννιάτικων εορτασμών το μόνο συναίσθημα που μετριάζει την μελαγχολία μου για το τέλος της αγαπημένης περιόδου είναι η προσμονή για την έναρξη του Παζαριού του Βιβλίου. Χρόνια τώρα όταν η εορταστική περίοδος πλησιάζει στο τέλος της αρχίζω να αναζητώ πληροφορίες για την πραγματοποίηση του επερχόμενου Παζαριού. Είναι κάτι σαν μικρή παρηγοριά.


Μπορεί οι καιροί να έχουν αλλάξει και τα στοκ των παλιών βιβλίων που γέμιζαν κάποτε τους πάγκους του Παζαριού να έχουν πια εξαντληθεί. Μπορεί ο μαφιόζικος συστημικός νεοφιλελευθερισμός να έχει εκτοξεύσει τις τιμές στα ύψη και στο Παζάρι να πωλούνται πια ελάχιστα βιβλία κάτω των πέντε ευρώ. Μπορεί τα βιβλία φαντασίας και τα comics που διατίθενται να γίνονται κάθε χρόνο λιγότερα. Ωστόσο, ακόμη και με αυτή την αναμενόμενη φθορά, το Παζάρι του Βιβλίου εξακολουθεί να εκπέμπει μια γοητεία στους εναπομείναντες βιβλιόφιλους.



Ως εκδήλωση που πραγματοποιείται στο αγαπημένο κέντρο των Αθηνών, με δωρεάν είσοδο, σε κλειστό χώρο, για δυο και πλέον εβδομάδες, αποτελεί, καταρχάς, πρόκληση για χειμωνιάτικη βόλτα. Συνιστά ένα επαναλαμβανόμενο τελετουργικό κράμα περιπάτου και φιλομάθειας. Είναι κάτι σαν ζεστός προθάλαμος ψυχαγωγίας πριν το βραδινό ποτό ή τον απογευματινό καφέ. Ένα φρούριο δυνητικής γνώσης για όσους έχουμε απομείνει να απολαμβάνουμε το διάβασμα. Ιδίως, μάλιστα, εφόσον η διοργάνωσή του συμπίπτει, σχεδόν πάντοτε, με την περίοδο των Αποκριών, το Παζάρι ως διαχρονική εκδήλωση αποκτά και την υπόσταση του παρακλαδιού ενός εθίμου. Όλα, κοντολογίς, με καλούν να το επισκεφθώ. Ξανά και ξανά. Εκτός από την καημένη την τσέπη μου. 


Αν εξετάσουμε το Παζάρι Βιβλίου, πέρα από την εθιμοτυπική του γοητεία, σαφώς και μπορεί να προσγειωθούμε σε ένα κάπως απότομο παρόν. Αναμφίβολα παρακμάζει τα τελευταία χρόνια. Αυξημένες τιμές και εξάντληση των παλιών στοκ συμπιέζουν την δυναμική του. Οι επισκέπτες του παραμένουν αρκετοί αλλά σαφώς μειωμένοι σε σύγκριση με την προμνημονιακή περίοδο. Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, ο υπομονετικός βιβλιόφιλος εξακολουθεί να βρίσκει ενδιαφέρουσα την περιήγηση στο βασίλειο όσων παλιών βιβλίων έχουν απομείνει. Πάντοτε κάτι θα βρεθεί να τραβήξει την προσοχή.



Φέτος, μάλιστα, αν κρίνω από τα δυο βιβλία -εκ των δέκα που αγόρασα- τα οποία πρόλαβα ήδη να διαβάσω, υπήρχαν στους πάγκους καλοί προσφερόμενοι τίτλοι. Μπορεί στο πεδίο της φανταστικής λογοτεχνίας να απέμειναν στο Παζάρι λίγες ενδιαφέρουσες επιλογές. Όμως, σε εκείνο της πολιτικής ιστορίας -σύγχρονης, νεότερης και μεσαιωνικής- το απόθεμα που παρουσιάστηκε ήταν κάτι παραπάνω από ικανοποιητικό. Στο φιλοσοφικό δοκίμιο προσφέρθηκαν παλιοί αλλά όχι ξεπερασμένοι τίτλοι ενώ και τα βιβλία της αρχαίας γραμματείας ήταν αρκετά. Ανάμεσα στα πολλά καλά βιβλία οι εναπομείναντες τίτλοι των κωμικοτραγικών εκδοτών του πολιτικού μας «χώρου» αποτελούν ένα διασκεδαστικό ευτράπελο. Δεν είναι και λίγο να βλέπει κανείς αλησμόνητους λιβέλους του μακαρίτη Γρηγόρη Μιχαλόπουλου ανάμεσα σε κανονικές εκδόσεις. Αποτελούν το χιουμοριστικό διάλλειμα της αναζήτησης.




Πέρα από την πλάκα, πάντως, ενδεχομένως το Παζάρι να μην καλύπτει σύγχρονες επιστημολογικές απαιτήσεις λόγω της παλαιότητας των τίτλων που προσφέρονται. Ωστόσο, εξακολουθεί να καλύπτει και με το παραπάνω την ανάγκη του κάθε βιβλιόφιλου για μια γενικότερη εγκυκλοπαιδική γνώση. Τα εισαγωγικά κείμενα φοιτητικών σπουδών παλαιότερων εποχών στους κλάδους των κοινωνικών και των ανθρωπιστικών σπουδών, τα βιβλία ιστορίας και οι παλαιότερες εκδόσεις λογοτεχνικών κειμένων της ευρωπαϊκής -και όχι μόνο- λογοτεχνίας που μπορεί κανείς να βρει στους πάγκους του Παζαριού, συνθέτουν ένα πλαίσιο από το οποίο, αν γίνουν οι σωστές επιλογές αγοράς, ο αναγνώστης θα εξέλθει ενδυναμωμένος μορφωτικά και γεμάτος αναγνωστική τέρψη.



Όπως κάνουμε τα τελευταία χρόνια, έτσι και φέτος, μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. επισκεφθήκαμε αρκετές φορές το Παζάρι και, κατά την έξοδό μας από αυτό, διανείμαμε φυλλάδια της λέσχης στους επισκέπτες του. Προσωπικά, κατάφερα να το επισκεφθώ τρεις φορές. Η τελευταία, μάλιστα, λίγες ώρες πριν κλείσει.


Ένας παλιός φίλος παίζει τύμπανα σε συγκρότημα που εμφανιζόταν ζωντανά, σε γνωστό bar της οδού Ακαδημίας, την Κυριακή το βράδυ. Κατέβηκα στο κέντρο νωρίτερα για να πραγματοποιήσω την αποχαιρετιστήρια επίσκεψη στο φετινό Παζάρι πριν φτάσω στο bar. Το χειμερινό φως του αττικού ουρανού έπεφτε, αφήνοντας στην πλατεία Κλαυθμώνος μια μαβιά ατμοσφαιρική πινελιά. Ο ωκεανός των βιβλίων αγκάλιασε την παρουσία και μίλησε στις αισθήσεις μου τελευταία φορά για εφέτος. Αποχαιρέτισα την επικράτεια του βασιλείου των ιδεών συγκινημένος. Λόγω των τίτλων που δεν επέτρεψαν οι οικονομικές μου δυνατότητες να προσθέσω στο καλάθι και λόγω των αναμνήσεων που, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, μου ξύπνησαν οι τελευταίες ώρες του φετινού Παζαριού.


Έχουν περάσει είκοσι δύο χρόνια από τότε που το επισκέφθηκα για πρώτη φορά. Σχεδόν η μισή μου ζωή. Θυμάμαι τον ενθουσιασμό που με κατέλαβε όταν, ως προπτυχιακός φοιτητής στην δεύτερη σχολή τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που σπούδασα, είδα τους πάγκους του Παζαριού να απλώνονται μπροστά μου καθώς περίμενα το τρόλεϊ στην Πλατεία Κλαυθμώνος για να με μεταφέρει στην Καλλιθέα. Ήμουν εικοσιπέντε ετών τότε. Νέος και γεμάτος πίστη ότι το βιβλίο θα γινόταν ένα ακαταμάχητο όπλο στα χέρια των ρομαντικών που ονειρευόμασταν να σώσουμε την πατρίδα από τα καθάρματα της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, διαμορφώνοντας λογοτεχνικά πρότυπα τα οποία θα απελευθέρωναν τις εσώτερες πνευματικές δυνάμεις του έθνους.


Δυστυχώς, η ιστορία είχε διαφορετική γνώμη. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Όμως, εγώ εξακολουθώ να βρίσκομαι εδώ. Κουρασμένος, χαμένος κάπου ανάμεσα στις σκέψεις και την απογοήτευση, έχοντας φορτωθεί για τα καλά στους ώμους την βαριά καθημερινότητα του τσακισμένου Έλληνα μεσήλικα των μεταμοντέρνων καιρών μας. Μα με την φλόγα του Ρομαντισμού να καίει ακόμη στην καρδιά. Με την ψυχή να επιμένει, αγνοώντας το σώμα που συχνά δυσφορεί, πυροδοτώντας αδιάλειπτα την διάθεση για νέες μάχες.


Σαν να ποτίζεται η ψυχή από την μεγαλωμένη γνώση και την εμπειρία της ζωής. Και αντί να καταλαγιάζει σε ξεθωριασμένα μοτίβα λογικού συμβιβασμού, ζητά επιτακτικά το χρέος που η ιστορία της οφείλει. Σπρώχνοντάς με στην μάχη. Με την χάρη ενός ένθεου μίσους, που οφείλω να προστατεύω σαν το τρεμάμενο φως του ιερού κεριού της Ανάστασης καθοδόν προς το σπίτι. Εναντίον του κόσμου. Εναντίον της εποχής. Προγονικού κλέους και ονείρων κληρονόμος. Περιπλανώμενος φύλακας μιας πολιτείας μυστικής, που ίσως κάποτε φανερωθεί στους πολλούς. Αν οι τελευταίοι ρομαντικοί ξεπεράσουμε τους εαυτούς μας και η μοίρα το αποφασίσει.

                                                       Σημειώσεις για το 23ο Comic N’ Play

                                                                                                        του Αχιλλέα

Καθώς το 23ο Comic NPlay, η ιστορική πλέον διοργάνωση για τα comics και τα επιτραπέζια παιχνίδια της Θεσσαλονίκης, έφτασε στο τέλος της, σκέφτομαι αν πλησιάζει το τέλος και των δικών μου επισκέψεων σε φεστιβάλ που διαμορφώνονται βάσει τέτοιων αντιλήψεων και ιδεολογικών βάσεων. Κάποιος μπορεί να ρωτούσε αν είμαι από εκείνους που θεωρούν ότι οι ιδεολογικές αντανακλάσεις και η πολιτική άποψη θα πρέπει να μην υφίστανται σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Μολονότι στην Λέσχη δεν είμαστε υπέρ της στρατευμένης τέχνης, δεν συμφωνούμε ούτε με όσους υποστηρίζουν ότι η καλλιτεχνική έκφραση πρέπει να αποβάλει κάθε πολιτική ή κοινωνική κρίση. Σαφώς η τέχνη γεννιέται και αναπτύσσεται σε ιστορικά και κοινωνικά περιβάλλοντα και αν το αισθητικό κριτήριο είναι επαρκές μπορεί και να διαλέγεται με όλα τα ιστορικο-κοινωνικά πεδία. Εννοείται και με την πολιτική. Όμως, η στρατευμένη τέχνη είναι κάτι διαφορετικό. Εργαλειακό, καναλιζαρισμένο, υποταγμένο στην σκοπιμότητα. Πολύ περισσότερο όταν μιλάμε για στρατευμένη τέχνη που εκφράζεται ως ταυτότητα εκδήλωσης.

Αυτό συμπέρανα επισκεπτόμενος το Comic NPlay. Η διοργάνωση νομίζω ότι ισορροπεί ανάμεσα στο φεστιβάλ comics και στο ξεσάλωμα της περιρρέουσας ατμόσφαιρας του woke, που μας έρχεται ορμώμενο εξ Αμερικής. Παρακολουθώ αρκετά χρόνια την συγκεκριμένη εκδήλωση προσπαθώντας να βρω κάτι το οποίο θα μου τραβήξει την προσοχή – και κυρίως προκειμένου να στηρίξω οτιδήποτε έχει να κάνει με τα comics ή το φανταστικό εν γένει. Φοβάμαι, όμως, ότι όταν τα ασθενή κύτταρα – όπου στην δική μας περίπτωση προσομοιάζουν μορφολογικά της αστερόεσσας – έχουν πολλαπλασιαστεί σε τέτοιο βαθμό μάλλον είναι καλύτερα να αποχωρήσει ο ιατρός και λάβει την θέση του ο ιερέας.


Δεν αναφέρομαι τόσο στα περιεχόμενα του φεστιβάλ όσο στην ανθρωπογεωγραφία εκείνων που το επισκέπτονται. Φέτος η ανθρωπογεωγραφία του φεστιβάλ ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Πέραν των συνηθισμένων, μεταμοντέρνων, αντιεξουσιαστών της αστερόεσσας, με τα μπλουζάκια των  Social Waste και άλλων χιπ χοπ συγκροτημάτων, που αποτελούν αναμενόμενο θέαμα σε νεανικές εκδηλώσεις, ο χώρος κατακλύστηκε από άντρες ντυμένους ως γυναικείους χαρακτήρες anime ενώ είχα την «τιμή» να δω για πρώτη φορά και «Furry». Θα λυπηθώ το νευρικό σύστημα των αναγνωστών του άρθρου και δεν θα αναφέρω τι ακριβώς είναι αυτό το νέο «φρούτο». Συνοπτικά περιγράφω ότι πρόκειται για άτομα όπου το φετίχ τους εδράζεται στην χρήση στολών. Ας συμπληρώσει τα υπόλοιπα η φαντασία σας.

Όλα αυτά, όμως, είναι λίγο πολύ αναμενόμενα σε όσους παρακολουθούμε την πορεία αυτών των φεστιβάλ εδώ και χρόνια. Τα χειρότερα έπονται. Είχαμε ομιλητή του φεστιβάλ και δημιουργό επιτραπέζιου παιχνιδιού από τα Σκόπια. Προφανώς, στο πρόγραμμα του φεστιβάλ είχε προβλεφθεί η τυπικότητα και ήταν γραμμένο ότι η καταγωγή του είναι από την «Βόρεια Μακεδονία». Όμως η παρέα του στο λόμπι του Comic NPlay έλεγε δεξιά και αριστερά ότι ήρθε στο ελληνικό φεστιβάλ από την «Μακεδονία». Τι περίμενες Αχιλλέα; Δεν ξέρεις ότι αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες -και μάλιστα με θεσμική κάλυψη-  εφόσον δύο από τα πολιτικά πιόνια που ακούνε στα ονόματα Τσίπρας και Κοτζιάς τους αναγνώρισαν ως υπαρκτή βορειομακεδονική εθνότητα (μεγάλη διαφορά της Συμφωνίας των Πρεσπών με όλες τις προηγούμενες βάσεις σχεδίων), θα μπορούσε να διερωτηθεί εύλογα κάποιος αναγνώστης. Θα έλεγα ότι πραγματικά εάν κάποιος ήθελε να αισθανθεί ξένος στον ίδιο του τον τόπο, αυτό θα ήταν το κατάλληλο μέρος για να παρευρεθεί. Μην εννοώντας αποκλειστικά τους Σκοπιανούς, οι οποίοι «τίμησαν» με την παρουσία τους το φεστιβάλ, αλλά την γενικότερη ανθρωπογεωγραφία.

Επειδή δεν θέλω να ισοπεδώσω en masse όλους τους δημιουργούς ή τους μικρούς επιχειρηματίες του βιβλίου, καθιστώ ξεκάθαρο ότι σε καμία περίπτωση δεν αξιολογώ αρνητικά  όλες τις παρουσίες ή την κεντρική ιδέα της διοργάνωσης. Δεν μπορώ, εξάλλου, να γνωρίζω εάν όλοι συμφωνούν με την τροπή που έχει πάρει το πράγμα. Υπήρχαν δημιουργοί και ιδιοκτήτες μικρών εκδοτικών οίκων ή καταστημάτων, που παρουσίασαν ενδιαφέρουσες δημιουργίες. Υπήρχαν αρκετά comics και επιτραπέζια που έβλεπα με ενδιαφέρον. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, θα εξομολογηθώ ότι διστάζω να γράψω κάτι θετικό για τους συγκεκριμένους ανθρώπους φοβούμενος μήπως μπουν στο στόχαστρο των «κομισάριων» της πολιτικής ορθότητας  και θεωρηθούν «εγκληματίες σκέψης και τέχνης». Έτσι κι αλλιώς η πόλη της Θεσσαλονίκης είναι ιδιαιτέρως μικρή και τα πράγματα μαθαίνονται με την ταχύτητα του φωτός, τουλάχιστον σε συγκεκριμένους κύκλους.

Πάντως, η γενικότερη εικόνα δεν ήταν ενθαρρυντική ούτε στο δημιουργικό κομμάτι. Η τέχνη στην Ελλάδα νοσεί. Και αυτό γίνεται ηλίου φαεινότερων στον κόσμο των comics και της λογοτεχνίας. Λίγες δυνατές παρουσίες και διαχρονική απώλεια ενός συστήματος προώθησης των νέων ταλέντων. Μολονότι αναγνώστες υπάρχουν και καλλιτέχνες εμφανίζονται, ισχυροί εκδότες, διαφήμιση και, κυρίως, τάση για να αποκτήσουν ευρεία κοινωνική δυναμική οι δημιουργοί δεν υπάρχουν. Μια στασιμότητα παρουσιάζει όλη η «φάση». Στα φεστιβάλ συγκεντρώνονται θεατές αλλά δεν είμαι σίγουρος αν συνεχίζουν να διαβάζουν εικονογραφημένες νουβέλες σταθερά στην καθημερινότητά τους. Για αν είμαι ειλικρινής δεν βλέπω το comic να γίνεται σταθερή επιλογή ψυχαγωγίας για ένα ευρύ κοινό. Παραμένει σε ένα ιδιότυπο εορταστικό (μέσω εκδηλώσεων) underground.

Στις εγχώρια αδυναμία έρχεται να προστεθεί η ολοκληρωτική παρακμή του ευρύτερου fantasy της κυρίαρχης πολιτιστικά Δύσης. Ευτυχώς που μπορούν ακόμη να βρεθούν εύκολα τα βιβλία των μεγάλων ρομαντικών και των κλασικών της λογοτεχνίας του φανταστικού. Έντγκαρ Άλαν Πόε, Μπραμ Στόκερ, Λάβκραφτ, Ρόμπερτ Ε. Χάουαρντ. Βέβαια, βλέπω κάποιον να λείπει τον τελευταίο καιρό ακόμη και από αυτούς τους πάγκους. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν.

Μήπως τελικά, ενώ κινητοποιήθηκε ολόκληρο το σύστημα του διεθνούς κεφαλαίου, με άθλιες σειρές – τις οποίες τελικά δεν είδε και κανείς – τύπου Rings of Power, με διάφορους απίθανους Tolkien Scholars και συλλόγους της πλάκας να βομβαρδίζουν το διαδίκτυο στηλιτεύοντας τους παραδοσιακούς αναγνώστες του Τόλκιν (ακόμη και τον ίδιο τον Τόλκιν κάποιες φορές) ως συντηρητικούς και φασίστες, δεν κατάφεραν τελικά τίποτα; Ο Καθηγητής μας θυμίζει με τα ποιήματα των βιβλίων του ότι «τις βαθιές ρίζες, δεν τις ρημάζει ο παγετός»[i]. Ίσως, πρέπει να τον αποσιωπήσουν και αυτόν κάποια στιγμή αν αποτελεί ιδεολογικό εμπόδιο και αναχρονισμό για τις προοδευτικές αντιλήψεις των καραγκιόζηδων που ελέγχουν το πεδίο των τεχνών του φανταστικού στην Ελλάδα και στην υπόλοιπη Ευρώπη. .

Δυστυχώς παίδες, η Βόρεια Ελλάδα αλλάζει. Η ανθρωπογεωγραφία στους δρόμους της, πλέον, δεν είναι η ίδια. Τα φεστιβάλ των πόλεών της συγκεντρώνουν πολύ συγκεκριμένο κόσμο. Τον κόσμο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας. Της εποχής των woke σαρδανάπαλων που γελοιοποιούν την καλλιτεχνική νεανική έκφραση. Όμως, και τα πιο λαϊκά στέκια εκφυλίζονται στην άλλη όψη του νεανικού μεταμοντερνισμού και μας οδηγούν στην Ελλάδα των καλικάτζαρων της πολυεθνικής καγκουριάς, που αντικαθιστά τους πάλαι ποτέ ρομαντικούς και τους ωραίους τύπους των δρόμων.

Εμείς, τελικά, χωράμε κάπου σε αυτό τον αμερικανικά πλασμένο κόσμο της παγκοσμιοποίησης; Θα συνεχίσουμε να βλέπουμε την ιστορία να μας σπρώχνει προς τον κάλαθο των αχρήστων και να παρατηρούμε την Ελλάδα να πεθαίνει αλλάζοντας κοινωνική υπόσταση ή θα κάνουμε έστω την τελευταία προσπάθεια να ανατρέψουμε την κατάσταση; Απευθύνομαι στους Όσους Ζωντανούς θέλουν να δράσουν. Η τέχνη είναι ένα από τα τελευταία πεδία μάχης που οι ρομαντικοί μπορούμε να υπερασπιστούμε τις ιδέες και την αισθητική μας με αξιώσεις. Ας τολμήσουμε να το κάνουμε. Οι υπόλοιποι ας σαπίσουν σαν θεατές της ιστορίας.


[i] https://tolkiengateway.net/wiki/Riddle_of_Strider

                                                                                            Καποδίστριας

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Πριν λίγες μέρες παρακολούθησα την, πασίγνωστη πλέον, ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, που έχει ως θέμα της την ζωή και την πολιτική σταδιοδρομία του Ιωάννη Καποδίστρια. Είναι πραγματικά δύσκολο να ξεκινήσει κανείς να γράφει κάτι για το συγκεκριμένο θέμα μετά τα όσα έχουν διαδραματιστεί από την πρώτη μέρα της προβολής. Δεν ξέρει που να εστιάσει. Στην ταινία ή στις δημόσιες διενέξεις του σκηνοθέτη με τους κριτικούς; Στην πολιτική διάσταση της εν λόγω ταινίας ή στην σημασία της ιστοριογραφικής κινηματογραφίας; Το συμπέρασμα είναι ότι αποτελεί κάτι αδύνατο για τα δεδομένα ενός διαδικτυακού άρθρου μια ανάλυση όλων των παραπάνω. Θα αρκεστώ, λοιπόν, σε μια συνοπτική αλλά και επικεντρωμένη περιγραφή της δικής μου γνώμης, η οποία μπορεί να διατρέξει ορισμένες από τις παραπάνω θεματικές δίχως όμως να σταθεί αναλυτικά σε αυτές.



Καταρχάς, ο Καποδίστριας είναι μια σημαντική εμπορική επιτυχία. Μετά από δυο μήνες προβολών έφτασα σε έναν κινηματογράφο (συγκεκριμένα στον ΣΙΝΕΑΚ, τον ωραίο δημοτικό κινηματογράφο του Πειραιά), το προαύλιο του οποίου ήταν γεμάτο θεατές, που περίμεναν σε μια βροχερή βραδιά να τους επιτραπεί η είσοδος στην μεγάλη σκοτεινή αίθουσα. Αν μη τι άλλο οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον Σμαραγδή ότι, είτε με την ταινία του είτε με τις δημόσιες διενέξεις του, κατάφερε να στείλει ξανά στις αίθουσες ένα μέρος της ελληνικής κοινωνίας που έχει απομακρυνθεί εδώ και δεκαετίες από την μεγάλη οθόνη.


Στα της ταινίας τώρα. Δεν ξέρω τι λένε διάφοροι κριτικοί, ηθοποιοί της τηλεόρασης και παρατρεχάμενοι της διαλυμένης ελληνικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Εγώ θεωρούσα ανέκαθεν τον Σμαραγδή ως σκηνοθέτη ωραίων κινηματογραφικών κάδρων. Οι κινηματογραφικές του εικόνες μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής του 19ου αιώνα. Κάδρα αρμονικά, χρώματα ομοιόμορφα και προσεγμένα, ατμόσφαιρα μεγαλοπρέπειας και, ταυτόχρονα, γλυκά μελαγχολικής νοσταλγίας. Αυτή είναι η προμετωπίδα της κινηματογραφικής πρότασης του Σμαραγδή. Ασφαλώς, μπορεί σε κάποιους, πολλούς ή λίγους, να μην αρέσει. Εγώ, πάντως, την βρίσκω γοητευτική. Ο Καποδίστριας είναι μια ακόμη ταινία του Σμαραγδή με αυτό το γνώρισμα να κυριαρχεί. Μια ακόμη πρόταση ενός κινηματογραφικού κλασικιστικού ρομαντισμού.  

Θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί ο Ρομαντισμός να μένει στο επίπεδο του ακαδημαϊκού κλασικισμού ή των λυρικών μελοδραμάτων και να μην εισέρχεται στα θυελλώδη βάθη των πιο έντονων χρωματικών συνδυασμών σκοταδιού και εκλάμψεων, των γοτθικών ψυχικών και αισθητικών δυναμικών και των συναισθηματικών εξάρσεων. Η απάντηση είναι σαφής. Γιατί σκηνοθετεί ο Σμαραγδής. Όχι ο Κλάιστ. Αυτή είναι η επιλογή του, αυτός είναι ο προσανατολισμός του, ενδεχομένως αυτές είναι και οι δυνατότητές του. Ασφαλώς, σε κάποιους μπορεί να μην αρέσουν. Κι εγώ θα προτιμούσα έναν βαθύ και επιθετικό Ρομαντισμό. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μηδενίζεται η αξία της σκηνοθετικής του πρότασης. Τουλάχιστον, από όσους είμαστε ρομαντικοί. Αυτό θέλει, αυτό μπορεί, αυτό κάνει ο Σμαραγδής. Προσωπικά δεν το θεωρώ αισθητικά λίγο. Τουναντίον, είναι αξιόλογο και ενδιαφέρον.

Δεν γνωρίζω αν ο Καποδίστριας γυρίστηκε με μικρό προϋπολογισμό και αν αυτό επηρέασε τις τεχνικές δυνατότητες που θα απαιτούνταν προκειμένου να διαμορφωθεί άρτια η ατμόσφαιρα μιας ταινίας εποχής. Ακόμη και αν συνέβη κάτι τέτοιο το δικό μου μάτι δεν συνέλαβε ιδιαίτερες αδυναμίες σε αυτό το σημείο (μικρή εξαίρεση ενδεχομένως τα μαλλιά και τα ρούχα του Κολοκοτρώνη ή η έλλειψη σκηνών μάχης). Οι εικόνες της ταινίας με ταξίδεψαν νοερά στον 19ο αιώνα, τα κοστούμια ήταν καλά, η φωτογραφία έκανε την δουλειά της -σαφώς όχι τόσο καλά όσο στην ταινία Ελ Γκρέκο αλλά και σε αυτό το έργο δεν ήταν άσχημο το αποτέλεσμα. Μολονότι άκουσα διάφορους πεπειραμένους κριτικούς κινηματογράφου να κάνουν λόγο για «νηστικό μάτι», το δικό μου, τουλάχιστον, έφυγε από την αίθουσα χορτασμένο. Σε γενικές γραμμές το αισθητικό μέρος της ταινίας που έχει να κάνει με την εικόνα είναι άρτιο. Θεωρώ ότι εκπλήρωσε τις προσδοκίες του σκηνοθέτη και ικανοποιεί τους θεατές.



Δυστυχώς, δεν υπάρχει το ίδιο καλό αποτέλεσμα στο σενάριο και τους διαλόγους. Φρονώ ότι η μεγάλη φασαρία και οι δημόσιες διενέξεις γύρω από το έργο έχουν να κάνουν με αυτό το πεδίο. Οι κουρδισμένα κακοπροαίρετοι ήταν αναμενόμενο να παραβλέψουν τα παραπάνω και να σταθούν στο συγκεκριμένο σημείο. Για δυο, κυρίως, λόγους. Τόσο γιατί το αποτέλεσμα ήταν όντως προβληματικό όσο και γιατί μέσα από το πεδίο αυτό προσπάθησε να περάσει το πατριωτικό του μήνυμα ο σκηνοθέτης.

Ασφαλώς, δεν χρειάζεται η σαπουνόπερα και η απλοϊκή αγιογραφία για να αναδειχθούν πατριωτικές ανησυχίες. Το σπουδαίο είναι (οι πατριωτικές ανησυχίες) να βγαίνουν μέσα από ωραίους διαλόγους και σενάρια με ουσιαστικό ενδιαφέρον. Ο Σμαραγδής είχε την ευκαιρία να αφήσει το πατριωτικό μήνυμα να γεννηθεί, να αναδευθεί και να αναδυθεί αβίαστα μέσα από ένα σφιχτοδεμένο πολιτικό θρίλερ, με σκηνές σκοτεινές και βαθιές νοηματικά. Ωστόσο, δεν έκανε κάτι τέτοιο.

Χωρίς υπερβολή, από την πρώτη μέχρι και την τελευταία σκηνή η προσέγγιση του κεντρικού ήρωα ήταν απλοϊκά αγιογραφική. Ο περίγυρός του τον έβλεπε σαν τον εκλεκτό άντρα της ιστορίας του Τόμας Καρλάιλ και το ανακοίνωνε επαναλαμβανόμενα. Οι διπλωματικές επιτυχίες που τον έφεραν στο επίκεντρο της διπλωματικής ζωής των αρχών του 19ου αιώνα παρουσιάζονταν σαν σχολικά τεχνάσματα και οι υπόλοιποι χαρακτήρες επιτηδευμένα έτοιμοι να πεισθούν ότι τα σχολικά αυτά τεχνάσματα ήταν μεγαλοφυείς συλλήψεις. Η τελευταία απόπειρα να μεταπεισθεί ο Μέττερνιχ υπέρ της Ελλάδας σε ένα διπλωματικό ραντεβού παρουσιάστηκε ως έκκληση στα συναισθήματα ενός φοιτητή αριστερής νεολαίας και όχι βασισμένη στην σκληρή διπλωματική γλώσσα της διαπραγμάτευσης. Ο Καποδίστριας όρκιζε και οργάνωνε μέλη της Φιλικής Εταιρίας με ορθάνοιχτες πόρτες ενώ έξω από το κτίριο παραμόνευαν Βρετανοί και Αυστριακοί αστυνομικοί της ασφάλειας.

Στο ζήτημα της ιστορικής συνέπειας, σε γενικές γραμμές, το σενάριο στάθηκε καλά μολονότι ο Σμαραγδής φαίνεται να έχει υιοθετήσει θεωρίες που κυκλοφορούν στον πολιτικό μας χώρο από συνωμοσιολόγους δημοσιογράφους, σύμφωνα με τις οποίες οι επιστολές του Καποδίστρια στον πατέρα του ήταν συνθηματικές και περιλάμβαναν κωδικοποιημένες πληροφορίες για την οργάνωση των Φιλικών. Η σοβαρή ιστορική έρευνα δεν λαμβάνει υπόψη τέτοιες ερμηνείες που βασίζονται σε μεγάλη δόση αυθαιρεσίας. Ο Καποδίστριας δεν είχε καμία οργανωτική σχέση με τους Φιλικούς. Κάποια αφελή στερεότυπα που θέλουν τους Γερμανούς να μας μισούν χωρίς να ξέρουν γιατί ή τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη μονοδιάστατα κακό φαίνονται στην ροή της υπόθεσης αλλά όχι σε ενοχλητικό βαθμό και αποτελούν ενσωματωμένα στοιχεία του δράματος. Κατά τα άλλα, σε γενικές γραμμές, η ταινία είναι συνεπής με την ιστορία του Καποδίστρια.


Οι ηθοποιοί των κύριων ρόλων στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων. Οι ερμηνείες ήταν ισορροπημένες σε μια ταινία που οι χαρακτήρες θα μπορούσαν εύκολα να υποπέσουν σε ερμηνευτικό ρομάντζο της φουστανέλας. Σε καμία περίπτωση δεν συνέβη κάτι τέτοιο.

Συμπερασματικά, η ταινία έχει δυο καλά σημεία, τις εικόνες και τις περισσότερες ερμηνείες. Έχει και ένα σοβαρό μειονέκτημα. Το σενάριο και τους διαλόγους. Πάντως, δεν χάνει τον χρόνο του ο θεατής. Είναι μια ταινία ανάμεσα στις άλλες που προβάλλονται αυτή την περίοδο και προσφέρει στους θεατές ένα σχετικά ευχάριστο δίωρο. Αρκεί, ασφαλώς, οι θεατές που θα την δουν να αρέσκονται στις ταινίες εποχής, στα πολιτικά θρίλερ και στις κινηματογραφικές βιογραφίες. Αν αυτοί που θα την δουν προτιμούν τον ανεξάρτητο κινηματογράφο ή σκηνοθέτες όπως πρώιμος ο Λάνθιμος είναι εύλογο ότι θα θεωρήσουν χαμένο τον χρόνο και τα χρήματά τους. Το ερώτημα είναι γιατί να την δουν και να την κατακρίνουν αυτοί οι θεατές. Θα έβλεπαν μια αντίστοιχη ταινία ενός μη Έλληνα σκηνοθέτη; 

Πέρα από τα πατήματα για σχολιασμό που σαφώς δίνει το σενάριο με τους διαλόγους, έχω την εντύπωση ότι η όλη φασαρία έχει προκληθεί επειδή οι προοδευτικοί της χώρας μας -φιλελεύθεροι, μεταμοντέρνοι και όχι μόνο οι αριστεροί, όπως υποστηρίζει ο Σμαραγδής- ζουν με το σύμπτωμα της μεταπολίτευσης και αρνούνται να δεχτούν ότι μπορούν να υπάρξουν και μη προοδευτικές παρουσίες στο καλλιτεχνικό στερέωμα. Αυτή είναι η σπίθα που πυροδοτεί την αντιπαράθεση. Ειδάλλως, θα προσπερνούσαν την ταινία αδιάφορα. Σαν να υπάρχει ένα ελατήριο στις συνειδήσεις τέτοιων ανθρώπων όταν έρχονται σε επαφή με συντηρητικές ιδέες ή προτάσεις. Αυτός είναι ο πρωταρχικός λόγος της όλης φασαρίας και δένει στο, πανελλαδικά εμφανώς, εκρηκτικό μίγμα με την διάθεση του σκηνοθέτη να απαντά θορυβωδώς στα τηλεπαράθυρα.  

                                                         Ακούστε το 3ο podcast της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

                                            Νέο διεθνές περιβάλλον, εθνικιστικός χώρος και alt right στρεβλώσεις

Στο τρίτο μας podcast τρία μέλη της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. εξετάζουν τις μεταβολές και τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον με αφορμή την απαγωγή του Νικολάς Μαδούρο από τον στρατό των ΗΠΑ και την απόπειρα αποσταθεροποίησης του Ιράν από τις μυστικές υπηρεσίες των Αμερικανών και του Ισραήλ.

Τα μέλη της Λέσχης ερμηνεύουν την εθνικιστική προσέγγιση και αναλύουν την στοχευμένη αλλοίωσή της από alt right και ευρύτερα συστημικά σχήματα της αστικής νεοδεξιάς που συνδέονται με τους Αμερικανούς και το Ισραήλ. Στην συζήτηση συμμετέχουν οι Γιάννης, Αχιλλέας και Σταμάτης.


                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.