- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                     Απαράδεκτη επιλογή

Το ελλαδικό πολιτικό στερέωμα της εποχής μας είναι ο καθρέφτης μιας παρηκμασμένης και δομικά ανισόρροπης κοινωνίας. Και σαν να μην έφτανε η παλαιοκομματική μαφία της μεταπολίτευσης που διατηρείται, έστω και τρεκλίζοντας, στα πολιτικά πράγματα, οι νέες πολιτικές δυνάμεις και προσωπικότητες που εμφανίζονται τείνουν να βυθίσουν την πολιτική μας καθημερινότητα σε ακόμη σκοτεινότερα βάθη. Περσόνες που διαμορφώνουν την διαδρομή τους στην πολιτική ζωή βασισμένες στην κουλτούρα της ανούσιας και φανφαρόνικης αντιδικίας των τηλεοπτικών παραθύρων (παλαιότερα το μεγάλο αστέρι αυτής της πολιτικής παρλάτας ήταν η Λιάνα Κανέλη, μετά το 2012 την σκυτάλη έχει πάρει η Ζωή Κωνσταντοπούλου, ενώ στις κατηγορίες των τσικό έπαιζε κάποτε αυτό τον ρόλο, μεταμφιεσμένος ως εθνικιστής, ο δεξιός στην ουσία του λόγου του Κώστας Πλεύρης), τύποι που αντιλαμβάνονται την πολιτική σαν star system, άνθρωποι τυφλωμένοι από τα φώτα μιας παροδικής δημοσιότητας που διαλέγονται με το πολιτικό τίποτα. Αυτή είναι η γενιά των πολιτικών της εποχής μας που ετοιμάζεται να υποδεχτεί το νέο της αστέρι. Την κυρία Καρυστιανού.



Ήμασταν από εκείνους που στηρίξαμε το κίνημα των Τεμπών από την πρώτη στιγμή, που συμμετείχαμε σε όλες τις συγκεντρώσεις και που γράψαμε αμέσως μετά το τραγικό συμβάν ότι οι Καραμανλής και Μητσοτάκης έπρεπε να οδηγηθούν στο ειδικό δικαστήριο. Για αυτό αισθανόμαστε μεγάλη πικρία όταν οι αγώνες χιλιάδων -ενδεχομένως και εκατομμυρίων- Ελλήνων τείνουν να γίνουν διαπιστευτήρια πολιτικής εξαργύρωσης συγκεκριμένων προσώπων.

Κυρία Καρυστιανού, το γεγονός ότι είμαστε όλοι, σαν μια γροθιά, μαζί σας ως μέλη ενός παλλαϊκού κινήματος που απαιτεί την διαλεύκανση της τραγωδίας των Τεμπών και την απόδοση ποινικών και πολιτικών ευθυνών σε μια πολιτική κλίκα καθαρμάτων δεν σημαίνει ότι σας αναγνωρίζουμε κάποιο ηγετικό ρόλο στο ευρύτερο πολιτικό στερέωμα. Δεν γνωρίζουμε τις προσωπικές θέσεις σας ή -ακόμη περισσότερο- την ικανότητά σας να τοποθετείστε σε ζητήματα όπως η λαθρομετανάστευση, η εξωτερική πολιτική, η οικονομική πολιτική, η δημόσια διοίκηση και άλλα πολλά.

Θα ρωτήσει κανείς, μα δεν μπορεί να έχει θέσεις για όλα αυτά η κυρία Καρυστιανού ή άλλοι συμπολίτες μας σαν αυτήν; Ασφαλώς και μπορεί να έχει. Αλλά ενώ έχει ήδη πραγματοποιήσει τις πρώτες της πολιτικές κινήσεις δεν έχει εκφράσει ποτέ μέχρι σήμερα τις πολιτικές της θέσεις. Μεταμοντέρνες καταστάσεις.

Πώς γίνεται να αντλεί μεγάλη δημοσκοπική υποστήριξη ένα πρόσωπο το οποίο δεν έχει εκφράσει τις πολιτικές του θέσεις; Μπορεί να αντλεί αναγνώριση και δημοσκοπική υποστήριξη από την μέχρι τώρα δημόσια εικόνα του, θα απαντούσε κάποιος καλοπροαίρετος. Πολύ σωστά. Όμως, αυτό σημαίνει κάτι πολύ ξεκάθαρο. Η κυρία Καρυστιανού και οι συνεργάτες της εκμεταλλεύονται την δημόσια αναγνώριση που αποκομίζει ως η πιο προβεβλημένη από τους επικεφαλής του κινήματος των Τεμπών. Το οποίο έχει άλλον προσανατολισμό και διαφορετικό περιεχόμενο. Κοντολογίς, και χωρίς πολλές περιστροφές, η κυρία Καρυστιανού έγινε διάσημη λόγω του αίματος τόσων νεκρών και πατάει σε αυτή την δημοτικότητα για να κάνει πολιτική καριέρα. Απλά, σταράτα και ξεκάθαρα. Όποιος αρνείται να το δεχτεί δεν είναι ηθικά ευαισθητοποιημένος. Παρασύρεται από τις σειρήνες του ηθικολογικού καθωσπρεπισμού. Πάμε παρακάτω.

Είχαμε γράψει πέρυσι ότι ενώ οι διαδηλώσεις του κινήματος των Τεμπών έδειχναν να εξασθενούν μετά την δεύτερη εκλογική νίκη της Νέας Δημοκρατίας, αναθερμάνθηκαν στο μέγιστο δυνατό βαθμό (χωρίς εμφανή πειστικό λόγο) από την στιγμή που άλλαξε η αμερικανική προεδρία και επέστρεψε ο Τραμπ στον Λευκό Οίκο. Ο πλανητάρχης με την παράξενη κόμη είναι γνωστό ότι θέλει νέους πολιτικούς στο προσκήνιο των ελεγχόμενων αποικιών του, που να εμπιστεύεται προσωπικά και να μην είναι εξαρτημένοι από το παλιό πολιτικό σύστημα των Δημοκρατικών και των μη τραμπικών Ρεπουμπλικάνων. Δεν ξέρουμε αν αυτό το γεγονός συνδέεται με την περυσινή αναθέρμανση του κινήματος των Τεμπών και με το πολιτικό μέλλον της κυρίας Καρυστιανού. Θα το μάθουμε προσεχώς.

Ξέρουμε προς το παρόν, πάντως, ότι, για μια ακόμη φορά, στο υπόβαθρο της όλης κίνησης Καρυστιανού εμφανίζονται οι συνεργάτες του Μίκη Θεοδωράκη. Πρόσωπα, δηλαδή, τα οποία γνωρίζουμε πολύ καλά από την εποχή των διαδηλώσεων κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπως είχαμε περιγράψει αναλυτικά στο πρώτο podcast της Λέσχης μας πριν λίγο καιρό. Πρόκειται για εκείνους που είχαν διοργανώσει τις μεγάλες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την Συμφωνία των Πρεσπών και που άφησαν να χαθεί μια μοναδική ευκαιρία διαμόρφωσης ενός ευρύτατου, λαϊκού, πατριωτικού, διανοητικο-πολιτικού μετώπου με προοπτική βάθους χρόνου, επειδή -και τότε- ήθελαν να εξαργυρώσουν την μαζικότητα των συγκεντρώσεων με ευκαιριακά βουλευτικά αξιώματα. Τα πρόσωπα για τα οποία είχαν μιλήσει οι Σταμάτης και Αχιλλέας στο πρόσφατο podcast της λέσχης, συγκροτούν τώρα τον πυρήνα που ωθεί την κυρία Καρυστιανού στην οργάνωση κομματικού φορέα.


Υπάρχει ένα ερώτημα που αιωρείται. Θέλει, άραγε, το σύστημα Τραμπ να έχει πολλούς παίκτες στο πεδίο της ελληνικής πολιτικής ζωής ή μήπως η κυρία Καρυστιανού με τους παλιούς συνεργάτες του Μίκη Θεοδωράκη βολεύουν, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, προσωρινά την Νέα Δημοκρατία γιατί ψαλιδίζουν την δημοσκοπική δυναμική του Τσίπρα ο οποίος επίσης επανήλθε στο πολιτικό προσκήνιο μετά την επάνοδο του συστήματος Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ; Το οπτικό πεδίο δεν είναι ακόμη καθαρό και δεν μας επιτρέπει να έχουμε ξεκάθαρες απαντήσεις. Σε λίγο καιρό, όμως, θα τις έχουμε. Γιατί, αναγκαστικά, όλοι οι πρωταγωνιστικοί παίκτες της ελληνικής πολιτικής ζωής θα ανοίξουν τα χαρτιά τους.

Υπάρχουν φίλοι που επιμένουν πως και μόνο το γεγονός ότι η πολιτική κίνηση της Καρυστιανού προκαλεί αναστάτωση στο ελλαδικό πολιτικό κατεστημένο είναι κάτι καλό. Την θεωρούν πιο καθαρή και πιο έντιμη από τις γνωστές κομματικές μαφίες που λυμαίνονται επί τόσα χρόνια τον πολιτικό βίο της χώρας μας. Προφανώς, αυτό ισχύει. Ασφαλώς, αν θεωρήσουμε δεδομένο ότι η πατρίδα βρίσκεται υπό κατοχή και αναγκαστικά οι πολιτικοί της θα είναι καρνάβαλοι του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου και μεγάλων δυνάμεων όπως οι ΗΠΑ και η Ε.Ε., τότε ναι. Μια ψήφος στην Καρυστιανού μπορεί να είναι λιγότερο κακή από τις υπόλοιπες επιλογές.

Ωστόσο, για τους εθνικιστές και για κάθε άλλον ρομαντικό δεν θα γίνει ποτέ αποδεκτή κανονικότητα η αντίληψη ότι η ελληνική πολιτική ζωή αποτελεί ένα de facto τσίρκο, έστω και αν αυτή η συνθήκη αποτελεί την ριζωμένη πολιτική μας πραγματικότητα. Θα έχανε κάθε νόημα η αρθρογραφία μας αν αποδεχόμασταν ότι η πατρίδα μας δεν μπορεί να είναι τίποτε διαφορετικό από μια αέναη δούλα και, συνεπώς, το πολιτικό της στερέωμα να αποτελεί νομοτελειακά ένα καρναβάλι στο οποίο πρέπει να ψάξουμε τον λιγότερο γελοίο. Η Καρυστιανού είναι λιγότερο κακή από τον Μητσοτάκη και τους υπόλοιπους αλλά είναι και λιγότερο πολιτική απ’ οποιονδήποτε άλλον. Είναι μια περσόνα των ΜΜΕ που δεν έχει καταθέσει οποιαδήποτε πολιτική πρόταση πέρα από τον αγώνα της για το ηθικό αίτημα της διαλεύκανσης του εγκλήματος των Τεμπών.


Γνωστή πρακτική, θα μας απαντήσει όποιος έχει ακούσει το πρώτο podcast της Λέσχης. Οι συνεργάτες του Μίκη Θεοδωράκη έκαναν ακριβώς το ίδιο την περίοδο των διαδηλώσεων κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ο Μιχάλης Πατσίκας και οι υπόλοιποι της Σπίθας προσπάθησαν να μετατρέψουν το μαζικό κίνημα κατά της Συμφωνίας των Πρεσπών σε ένα μονοθεματικό κόμμα διαμαρτυρίας που θα έκανε το εκλογικό τους όνειρο πραγματικότητα. Σήμερα επιστρέφουν με την ίδια συνταγή. Εκεί που κάποτε μιλούσαν αποκλειστικά για κατάργηση της Συμφωνίας των Πρεσπών χωρίς να έχουν καμία άλλη θέση για θέματα όπως το μεταναστευτικό, τα μνημόνια, η οικονομία και η κοινωνία, σήμερα μιλούν μόνο για κάθαρση. Έτσι, γενικά και αόριστα.

Το αστείο της ιστορίας είναι ότι το ίδιο σύνθημα είχε χρησιμοποιήσει ως προμετωπίδα και η καμπάνια του Κ. Μητσοτάκη κατά το «βρώμικο ‘89», προκειμένου να φέρει την νεοφιλελεύθερη συμμορία στην κυβέρνηση. Και, ακόμη χειρότερα, σήμερα, το σύνθημα της κάθαρσης διατυμπανίζεται χωρίς να έχει ολοκληρωθεί τυπικά η δικαστική διαδικασία για το έγκλημα των Τεμπών. Η παρούσα κυβέρνηση φαίνεται ότι δεν έχει την ίδια άνεση που είχε πριν δυο χρόνια να μετατρέπει τους θεσμούς του ελλαδικού κράτους σε πανί καθαρισμού των ακαθαρσιών της. Λόγω της δημοσκοπικής φθοράς της και λόγω της επανεμφάνισης στο διεθνές στερέωμα του εξουσιαστικού συστήματος Τραμπ (το οποίο δεν εμπιστεύεται απόλυτα τον Μητσοτάκη). Αν, ωστόσο, εξακολουθούσε η κυβέρνηση να διατηρεί την προ διετίας δυναμική της και αποφάσιζε να λάβει το ύστατο μέσο προστασίας της, θυσιάζοντας τον Αχιλλέα Καραμανλή και υιοθετώντας μια πολιτικο-δικαστική πρακτική απομποδιαίου τράγου, τότε και η πολιτική σήψη θα παρέμενε ακλόνητη (με την ελάχιστη δυνατή θυσία της καριέρας ενός υπουργού της) και το δίκτυο Πατσίκα-Σπίθας-Καρυστιανού θα έχανε το μοναδικό πολιτικό επιχείρημα στο οποίο στηρίζεται μέχρι στιγμής. Την κάθαρση. Γιατί η κυβέρνηση θα διατυμπάνιζε ότι έβαλε το μαχαίρι στο κόκκαλο, επιτρέποντας την (ελαφρά με νομικούς όρους, ούτως ή άλλως) τιμωρία ενός υπουργού της ενώ οι επαναλαμβανόμενα μονοθεματικοί πρώην συνεργάτες του Μίκη θα έμεναν με την κυρία Καρυστιανού εκτεθειμένοι στο πολιτικό κενό έχοντας ως ευαγγέλιο ένα σύνθημα ανίκανο να στηρίξει περαιτέρω τα πολιτικά τους όνειρα.

                                 Χριστούγεννα και πρωτοχρονιά στην Αθήνα

                                                                                             του Σταμάτη Μαμούτου

Η Αθήνα είναι παλιά μου φιλενάδα. Το κέντρο της μου μιλάει εδώ και χρόνια σε μια μυστική διάλεκτο, την οποία καταλαβαίνουν μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι. Πολύ περισσότερο, την περίοδο των Χριστουγέννων, το κέντρο των Αθηνών μεταμορφώνεται σε ένα μυστικό βασίλειο για όσους ζωντανούς μπορούν να το διακρίνουν πίσω από την γκρίζα όψη της (μεταμοντέρνας) νεωτερικής καθημερινότητας.


Όμως, δυστυχώς, οι θεσμικοί διαχειριστές του δημόσιου βίου κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να μουτζουρώσουν τον αστικό βίο με το φούμο της περιρρέουσας κοινωνικο-πολιτικής, οικονομικής και ηθικής παρακμής και να θολώσουν την οπτική προς τον εσώτερο μαγικό πυρήνα της πόλης.


Όσο περνούν τα χρόνια το μουτζούρωμα γίνεται πιο έντονο. Οι λόγοι είναι πολλοί και έχουν να κάνουν με τις επικρατούσες ιδέες, με την πολιτική ελίτ, με το ευρύτερο κοινωνικό και ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής μας, κεντρικό γνώρισμα του οποίου είναι η ανεπάρκεια πολιτικής έμπνευσης και οράματος. Πρόκειται για ένα γνώρισμα που διαπερνά όλο το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων που υιοθετούν τις ορθολογιστικά φιλελεύθερες επικρατούσες πολιτικές συνταγές των καιρών μας.


Η Αθήνα είναι μια πόλη που, λόγω του ιστορικού της φορτιού, γνωρίζουν το όνομά της ακόμη και άνθρωποι που ζουν στις πιο απομακρυσμένες περιοχές του πλανήτη. Εύλογο να αποτελεί προορισμό πολλών ανά τον κόσμο ταξιδιωτών. Μολονότι αυτό ενέχει τον κίνδυνο μετατροπής της σε μια πανσιόν για κάθε άσχετο με την ταυτότητά της και ασεβή για την κουλτούρα της νεοβάρβαρο τουρίστα, το ελλαδικό κράτος -ελέω κατευθύνσεων Ευρωπαϊκής Ένωσης- υιοθέτησε εδώ και χρόνια την στρατηγική της αναγωγής του τουρισμού σε βαριά κρατική βιομηχανία. Στο κράτος, λοιπόν, που συντηρείται από τον τουρισμό η εύλογη συνέπεια θα ήταν να είχε δοθεί έμφαση στην δημόσια αισθητική και τον πολιτισμό -έστω και ως ελκυστικά επιδερμικά φολκλόρ- προκειμένου να υποστηριχθεί η υποδομή της «βαριάς μας» βιομηχανίας. Αλλά σε αυτή την απερίγραπτη ελλαδική πολιτική πραγματικότητα φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει ούτε αυτό μπορετό.



Μια διεθνιστική και κοσμοπολιτική πολιτική ελίτ, όπως αυτή που διαφεντεύει την χώρα μας και ιδίως την πρωτεύουσά της, η οποία αδυνατεί να πράξει τα αυτονόητα προκειμένου να διαμορφώσει τις κατάλληλες αισθητικές συνθήκες για το εμπορευματοποιημένα παγκόσμιο περιβάλλον του σύγχρονου καπιταλιστικού τουρισμού στον οποίο στηρίζεται οικονομικά και ιδεολογικά, είναι προφανές ότι αγνοεί την βαθύτερα ουσιαστική αντίληψη περί του πώς πρέπει να διαμορφώνονται οι δημόσιοι χώροι και πώς πρέπει να διοργανώνονται τα δημοτικά/δημόσια τελετουργικά προκειμένου να βιωθούν οι εορταστικές ημέρες των Χριστουγέννων με έναν αληθινά όμορφο και ουσιαστικό τρόπο. Φέτος η δημοτική αρχή των Αθηνών αποφάσισε να διασπείρει τα αντικείμενα του δημόσιου στολισμού σε διάφορα σημεία του κέντρου. Θα ήταν μια σωστή επιλογή αν υπήρχε η οικονομική δυνατότητα και, κυρίως, η αισθητική κατάρτιση εκ μέρους των υπευθύνων ώστε να επιτρέψουν στην αύρα του μύθου των Χριστουγέννων να απλωθεί εκεί όπου τοποθετήθηκαν. Επειδή, ωστόσο, απουσιάζουν και τα δύο, το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό. Επίσης, για κάποιον ακατανόητο λόγο, η δημοτική αρχή κηρύσσει, επί δύο έτη, την έναρξη της εορταστικής περιόδου στα τέλη Νοεμβρίου ενώ ο δημοτικός στολισμός των δημόσιων χώρων ολοκληρώνεται στα μέσα του Δεκεμβρίου. Με αποτέλεσμα η εορταστική περίοδος να ξεκινά σε μια μισοστολισμένη πόλη. 


Συγκεκριμένα, η πλατεία Συντάγματος, το επίκεντρο των στολισμών και του ενδιαφέροντος, έμεινε σχεδόν άδεια από στολίδια, πέρα από το δέντρο, την αψίδα στο απέναντι πεζοδρόμιο της οδού Ερμού και τα όμορφα λαμπιόνια στα δέντρα (α, υπάρχει και ένας ‘Άγιος-Βασίλης..!!). Τα φωτεινά διακοσμητικά ζαχαρωτά, που είχαν τοποθετηθεί επί της πλατείας Συντάγματος πέρυσι, μεταφέρθηκαν φέτος στην πλατεία Κοραή. 


Επαναλαμβάνω, αν υπήρχε η δυνατότητα να αναζωογονηθεί με μια εορταστική αύρα κι αυτός ο χώρος, η ιδέα δεν θα ήταν κακή. Όμως, πρόκειται για ένα σημείο του κέντρου που μετά το μεσημέρι νεκρώνει. Τα περισσότερα από τα γύρω καταστήματα που λειτουργούσαν κάποτε έχουν κλείσει, τα άχαρα τραπεζικά κτίρια αδειάζουν από κόσμο μετά το πέρας του εργασιακού ωραρίου, η στοά με τα εστιατόρια και τις καφετέριες βρίσκεται εδώ και χρόνια σε μόνιμη κάμψη, κοντολογίς η πλατεία Κοραή, όταν πέφτει το φως του ήλιου, γίνεται ένας άδειος χώρος στον οποίο δυο μεγάλα χριστουγεννιάτικα δημοτικά στολίδια στέκουν μοναχικά με μόνη συντροφιά τον μελαγχολικό τους φωτισμό. Για να αποκτούσε χριστουγεννιάτικη ζωντάνια το συγκεκριμένο σημείο χρειάζονταν περισσότερες παρεμβάσεις και, κατά συνέπεια, πιο μεγάλη οικονομική δαπάνη. Εφόσον αυτή δεν ήταν εφικτή το αποτέλεσμα της παρέμβασης ήταν να αποδυναμωθεί ο στολισμός της καρδίας των Αθηνών (δηλαδή, της πλατείας Συντάγματος) και να αχρηστευτούν δυο στολίδια τοποθετημένα σε ένα ερημωμένο σημείο. 


Μια διαφορετική επιλογή σε σχέση με το παρελθόν ήταν εκείνη της μεταφοράς μεγάλου μέρους του στολισμού στην πλατεία Κοτζιά. Εκεί, πράγματι, η δημοτική αρχή επικέντρωσε την προσπάθειά της, διαμορφώνοντας ένα μικρό χριστουγεννιάτικο χωριό. Ασφαλώς, το καρουζέλ που διασκεδάζει τα παιδιά στο κέντρο της πλατείας είναι υπέροχο. Όμως, όλα τα υπόλοιπα στερούνται έμπνευσης. Γύρω από το καρουζέλ τοποθετήθηκαν (ευτυχώς) ορισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα και λίγες ξύλινες κατασκευές στις οποίες πωλούνται μικρογεύματα, γλυκίσματα, βιβλία και δώρα. Στην πραγματικότητα τα τραπέζια των ταχυφαγείων έχουν απλωθεί σε όλη, σχεδόν, την πλατεία και σε συνδυασμό με τα μαύρα βαρέλια του ντεκόρ (!!!), μετατρέπουν τον χώρο σε φτωχό ξάδερφο κάποιου Mall ή σε κάτι που θυμίζει καντίνα μεγάλου βενζινάδικου. Ο ματεριαλισμός και η εμμονή με το πλαστικό φαγητό κουκουλώνουν το χριστουγεννιάτικο περιεχόμενο.


Δήμος Αθηναίων είστε παιδιά. Σκεφτείτε κάτι πιο όμορφο. Σκεφτείτε κάτι που να δίνει, όντως, παραμυθένια αισθητική διάσταση στο χριστουγεννιάτικο χωριό που στήσατε. Ένα τρενάκι, μια κάλυψη υπό μορφή αψίδας, μια αισθητική σύνδεση των ξύλινων σπιτιών που δεν θα τα άφηνε να φαίνονται ασύνδετα τοποθετημένα στην πλατεία. Ασφαλώς, κάτι καλύτερο από τα βαμμένα μαύρα βαρέλια ορυκτών ελαίων (!!) Πολλά θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς και τα οποία δεν θα είχαν μεγάλο οικονομικό κόστος.  


Είμαι σίγουρος ότι η έκκλησή μου αποτελεί φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Σε μια πολιτική ελίτ και σε ένα κοινωνικό σύνολο που έχουν μουλιάσει στην αντιαισθητική κουλτούρα της παγκοσμιοποίησης, την ίδια στιγμή που στο πεδίο των ιδεών αποδέχονται τον τεχνοκρατικό ορθολογισμό της νεοφιλελεύθερης λιτότητας ως μονόδρομο, δεν είναι εύκολο να μιλήσει κανείς για αισθητική υποστήριξη ενός εορταστικού και θρησκευτικού βιώματος. Ευτυχώς, την κατάσταση έσωσε σε έναν βαθμό φέτος η βραδιά των ευχών με τα εκατοντάδες ιπτάμενα φανάρια που απογειώθηκαν από την πλατεία Κοτζιά στον αττικό ουρανό. 


Χιλιάδες Αθηναίοι απόλαυσαν το νυχτερινό θέαμα και συμμετείχαν στο νέο αυτό έθιμο που σκόρπισε κέφι και χαρά. Επίσης, το ότι διοργανώθηκαν πρωτοχρονιάτικοι εορτασμοί στην πλατεία Συντάγματος με πολλούς θεατές (απ’ ό,τι είδαμε στα τηλεοπτικά δίκτυα) χωρίς σοβαρά επεισόδια και αρνητικά φαινόμενα παλαιότερων εποχών, ήταν κάτι θετικό που πιστώνεται και στην δημοτική αρχή.  


Όμως, γενικότερα η ατμόσφαιρα εξακολούθησε να διαπνέεται από ένα αόρατο αρνητικό πρόσημο που πλανήθηκε ακολουθώντας το αεράκι στον βελουδένιο αττικό ουρανό. Μολονότι ο καιρός φέτος ήταν σχεδόν ανοιξιάτικος μέχρι δύο μέρες πριν την πρωτοχρονιά και ευνόησε τις εξόδους, η έλλειψη ενός συλλογικού συντονισμού των Αθηνών προς τα βάθη της ουσίας του Μύθου των Χριστουγέννων ήταν αισθητή στο βλέμμα των ρομαντικών. Υπέροχες παραστάσεις κλασικής και θρησκευτικής μουσικής, έργα ρομαντικών μουσικών και λογοτεχνών συγκέντρωσαν πολλούς θεατές.


Ωστόσο, μέχρι να φτάσω στους χώρους που παρουσιάζονταν έβλεπα στις δημόσιες συγκοινωνίες πρόσωπα που δεν είχε γλυκάνει το πνεύμα των ημερών, νεοέλληνες γονείς με παιδιά κακομαθημένα στον βουλιμικό ατομικισμό τα οποία κυλιούνταν χάμω ουρλιάζοντας επειδή κάποιος ανύποπτος συνεπιβάτης έκανε το λάθος να πατήσει πριν από εκείνα το κουμπί για το άνοιγμα των θυρών, φάτσες μουντές, κυνικές, χαμένες στην μεταμοντέρνα παθογένεια, νεανικά πρόσωπα με ματιές σμιλεμένες στην ιδέα της συμμορίτικης και άνανδρης ισχύος του όχλου. Η τελευταία αναλαμπή κοινωνικής συνοχής, εθνικής σύμπνοιας και αλληλεγγύης που είχε γεννήσει για λίγα χρόνια ο συλλογικός ενθουσιασμός του αντιμνημονιακού ξεσηκωμού έχει περάσει ανεπιστρεπτί. Ο μέσος νεοέλληνας των καιρών μας έχει επιστρέψει στον ματεριαλιστικό και μαζικοποιημένο ατομικισμό της εποχής του εκσυγχρονισμού (ο οποίος επιβλήθηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του '90 και επανεγκαθιδρύθηκε, ως επικρατούσα κοινωνική συνθήκη, από τις μνημονιακές κυβερνήσεις -και κυρίως την τελευταία). Διασκεδάζει με το όλο κλίμα των εορταστικών ημερών κουβαλώντας μια φαινομενικά διαφοροποιημένη ατομικότητα που δείχνει λες κι έχει κατασκευαστεί σε μυριάδες πανομοιότυπες εκδοχές από κάποια κοινωνική βιομηχανία. Αλλά φρονώ ότι δεν αισθάνεται την βαθύτερη αλήθεια των ημερών. Δεν βιώνει τον Μύθο. Δεν υπερβαίνει την στενή του ατομικότητα για να συνδεθεί με το Όλον. Δεν αποκαλύπτονται σε αυτόν οι μυστικές πύλες του βασιλείου των Χριστουγέννων. 


Ωστόσο, ακόμη και με αυτά τα δεδομένα να βαραίνουν ελαφρώς τα φτερά της ψυχής, συνέχισα να τιμώ την παράδοση του φλανέρ αναζητώντας ό,τι μπορεί να αχνοφέγγει από το πνεύμα των Χριστουγέννων στο κέντρο της πόλης. Εκεί, όπου κάτω απ' την πρόσοψη του βασιλείου των καλικάντζαρων της πολιτικοκοινωνικής μας πραγματικότητας, το μάτι του ρομαντικού μπορεί να συλλάβει, στιγμιαία έστω, αντανακλάσεις σταφταλιστού φωτός από την αύρα των Χριστουγέννων. Ο δρόμος προς την ουσία των Χριστουγέννων περνά από το κέντρο των Αθηνών και καταλήγει σε ένα σαλόνι στολισμένο με σεβασμό προς Αυτό, το βαθύτερο Κάτι, που ξυπνά τον Κόσμο στα τέλη του Δεκέμβρη.


Εξάρχεια, Κολωνάκι, Σύνταγμα, Μοναστηράκι, Ψυρρή, Θησείο και Γκάζι. Τα όρια της μυστικής μου επικράτειας. Ένα αφανές στα μάτια των αμύητων στον Ρομαντισμό βασίλειο, που φιλοξενεί όλα όσα αξίζουν ακόμη. Παλιούς κινηματογράφους, μεγάλα βιβλιοπωλεία, θέατρα, ιστορικά κτίρια και ξενοδοχεία, τα τελευταία rock και ενημερωμένα δισκοπωλεία, τα κάστρα του Θεού (όμορφες εκκλησίες όπως ο Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης, η Ζωοδόχος Πηγή και η Αγία Ειρήνη) τα κάστρα του πνεύματος (Νομική, Παλιό Χημείο, Πολυτεχνείο) και τα κάστρα της ψυχής (μπαρ και καφέ, με αισθητικό αποτύπωμα). 


Κι όλα αυτά στολισμένα με σύμβολα και εορταστικά φώτα των Χριστουγέννων που προκαλούν ρωγμές στην αντιαισθητική μονολιθικότητα της ορθολογιστικής κανονικότητας του καπιταλιστικά συγκροτημένου αστικού ιστού, ανοίγοντας θύρες προς την επέλαση του ατμοσφαιρικού, του μαγικού, του ιερού, όπως δίδαξε ο μεγάλος ρομαντικός Κάρολος Ντίκενς.



Απολαμβάνω μέσα στην χειμερινή νυχτιά να επισκέπτομαι το μυστικό μου βασίλειο από άκρη σε άκρη, εισπνέοντας όση περισσότερη μπορώ από την αύρα των Χριστουγέννων. Απολαμβάνω την επανάληψη του ίδιου ψυχαγωγικού περπατήματος και τα πρωινά που δεν εργάζομαι. 



Για να εισβάλω στα κατάμεστα βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία που θυμίζουν κάτι απ’ τα παλιά, να ανάψω ένα κερί στις ατμοσφαιρικές εκκλησίες, να παίξω ένα τυχερό παιχνίδι, να αγοράσω από την οδό Αιόλου τον παραδοσιακό Καζαμία, να περάσω από τα αγαπημένα μπαρ των Εξαρχείων και του Κολωνακίου, να σταθώ στην οδό Βουκουρεστίου και να απολαύσω τον στολισμό της στοάς Σπυρομήλιου, να μελετήσω τον εορταστικό διάκοσμο της χειμερινής σάλας του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετάνια και να βγω στα ατμοσφαιρικά χριστουγεννιάτικα φώτα της οδού Πανεπιστημίου και της πλατείας Συντάγματος.





Αν δεν με φόβιζαν κάποια καταραμένα θέματα ιατρικού περιεχομένου, θα έκανα όνειρα ότι κάποια στιγμή, σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, όταν η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. θα επικρατούσε στην πολιτική και κοινωνική ζωή της πατρίδας, πρώτος μας στόχος θα ήταν το άνοιγμα περισσότερων θυρών προς τον κόσμο του Μύθου των Χριστουγέννων για όλους τους διαβάτες και τους θαμώνες του κέντρου της πόλης. 



Τώρα, που έτσι ή αλλιώς αυτά τα θέματα αποτελούν εδώ και χρόνια συνοδοιπόρους του βίου μου, σκέφτομαι ότι αν με ρωτούσε ο Θεός πώς θα ήθελα να άφηνα κάποια στιγμή ετούτο τον κόσμο, θα απαντούσα ως εξής. Να γινόμουν ένα με τα φώτα των χριστουγεννιάτικων στολισμών, καθώς θα τα κοιτούσα. Να απορροφούσαν στοργικά την ύπαρξή μου στο γλυκό τους μεγαλείο, καθώς θα ταξίδευαν η ψυχή και το πνεύμα στον απότερό τους προορισμό.     


Μέχρι εκείνη την ώρα και προς το παρόν, να έχουμε όλοι μια καλή νέα χρονιά. Με υγεία και δύναμη.

                                            Ακούστε το δεύτερο podcast της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ.

                                                         Θύρα 7 και γηπεδική κουλτούρα. Κάποτε και σήμερα...

Καλεσμένος του Σταμάτη είναι ο Στέλιος. Ένας φίλος προερχόμενος από διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον αλλά με κοινές αισθητικές καταβολές και κοινωνικές αναζητήσεις. Οι Σταμάτης και Στέλιος ανατρέχουν σε αναμνήσεις από αγώνες και «σκηνικά» και πραγματοποιούν μια ευσύνοπτη ανάλυση της γηπεδικής κουλτούρας των δεκαετιών του '80  και του '90. Δεν παραλείπουν, επίσης, να κάνουν μια σύντομη σύγκριση του παλαιότερου με το σημερινό οπαδικό κίνημα. Πάντοτε μέσα από την οπτική δυο μελών της Θύρας 7.


                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.