- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                             Μπέρδεψε τον Όθωνα με τον Τέλη!!


Πριν λίγες μέρες η πρώην ακαδημαϊκός Λένα Διβάνη ήταν προσκεκλημένη σε τηλεοπτική εκπομπή του ΣΚΑΙ. Όταν ο παρουσιαστής την ρώτησε ποιο είναι το μεγαλύτερο «εθνικό μας αυτογκόλ», η καλεσμένη απάντησε «ο πόλεμος του 1897». Πρώην ακαδημαϊκός που δίδασκε το μάθημα της ιστορίας είναι, όπως αναμενόταν, προχώρησε σε ανάλυση του σκεπτικού της. Και κάπου εκεί άρχισε το καλαμπούρι.

Η ομιλούσα χρέωσε το 1897 στον βασιλιά Όθωνα!! Δήλωσε, μάλιστα, ότι ως λαϊκιστής που ήταν ο Όθωνας ήθελε να τον αγαπά ο λαός και για να το πετύχει αυτό καλλιέργησε φρούδες ελπίδες απελευθέρωσης ελληνικών εδαφών κι έριξε την Ελλάδα άκριτα σε έναν πόλεμο από τον οποίο βγήκε χαμένη. Ανάμεσα σε αυτό το «εμπεριστατωμένο» συμπέρασμα δεν παρέλειψε να σχολιάσει, με ύφος ορθολογικής και φιλελεύθερης ευρωπαϊστριας, ότι ο λαός πρέπει να φοβάται πολιτικούς που θέλουν να τους αγαπά.

Παρακολουθούμε ξανά και ξανά το σχετικό video και αμφιταλαντευόμαστε για το αν πρέπει να πέσουμε απ' την καρέκλα από το πολύ γέλιο ή αν ακούσαμε κάτι λάθος. Δίνουμε στην καθηγήτρια μερικές ακόμη ευκαιρίες. Ακούμε ξανά τις φράσεις με τις οποίες απάντησε. Κάποια στιγμή φαίνεται να λέει «ο Όθωνας, ο πρώτος». Σκεπτόμαστε μήπως έκανε ένα απλό λεκτικό σαρδάμ και εννοούσε τον Γεώργιο Α. Τον βασιλιά, δηλαδή, που ήταν όντως στον θρόνο όταν έγινε ο πόλεμος του 1897 και έχει νόημα να τον αποκαλέσει κανείς «πρώτο», καθώς στην δυναστεία των Γκλίξμπουργκ ακολούθησε κι άλλος συνονόματός του που στέφτηκε βασιλιάς των Ελλήνων. Σε αντίθεση με τον Όθωνα, που ήταν ο μοναδικός του οίκου των Βίττελσμπαχ ο οποίος βασίλεψε στην Ελλάδα και δεν έχει νόημα να τον αποκαλέσει κανείς «πρώτο».

Όμως, φαίνεται δύσκολο να ισχύει κάτι τέτοιο. Γιατί ο Γεώργιος Α είχε ήδη αποδεχτεί σιωπηρά την μείωση εύρους των πολιτικών παρεμβάσεων του παλατιού κατά την περίοδο που ξέσπασε ο πόλεμος του 1897. Καθώς, επίσης, και γιατί η περιγραφή της Διβάνη που ακολούθησε –περί λαϊκιστή, αφελούς και πολεμοκάπηλου ηγέτη- δεν σχετίζεται με τον Γεώργιο και αποδίδεται συνήθως είτε στον Όθωνα (σκοπίμως και μάλλον λανθασμένα) είτε στον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, τον πρωθυπουργό που οδήγησε την χώρα στον πόλεμο του 1897. Κοντολογίς, όσες φορές κι αν παρακολουθήσουμε το συγκεκριμένο video φαίνεται να αποδεικνύει ότι μια δημοφιλής καθηγήτρια ιστορίας και συγγραφέας δεκάδων ιστορικών μονογραφιών και βιβλίων, που έχουν κυκλοφορήσει από πανίσχυρους εκδοτικούς ομίλους, αδυνατεί να διακρίνει τον Κριμαϊκό Πόλεμο των ετών 1853–1856 από τον (ατυχή) πόλεμο του 1897, την φουστανέλα από το τέλος του αιώνα, τον Όθωνα από τον Δηλιγιάννη ή τον Τέλη.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Το όλο ύφος, η χρήση φράσεων του τύπου «ήταν γιούχου και ψιλοχαζός ως ηγέτης», η γλώσσα του σώματος, είπαν πολλά περισσότερα. Τα συμφωνημένα υπονοούμενα ως κώδικας συλλογικής μνήμης αποτελούν τον καλύτερο κριτή για τέτοιες περιπτώσεις. Αρκεί, ασφαλώς, να είναι ακόμη ενεργά ως φίλτρα αντίληψης της πραγματικότητας σε όσους ζωντανούς παραμένουν Έλληνες. Γιατί στους μεταμοντέρνους και στους φιλελεύθερους εκσυγχρονιστές μάλλον δεν λένε κάτι. Λένε, πάντως, σε εμάς. Για τα χάλια της σύγχρονης Ελλάδας. Για την τραγελαφική κατάντια των «ανθρώπων της διανόησης» στο παγκοσμιοποιημένο δυστοπικό μας παρόν.

Βέβαια, η όλη κωμωδία δεν σταμάτησε εκεί. Δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο συνοδοιπόρο της ευρωπαϊστικής life style παρωδίας κανείς άλλος πέρα από τον εξίσου κωμικοτραγικό πολιτικό μας χώρο. Οι περσόνες της άκρας Δεξιάς, που τσαλαπατούν με λασπωμένα μυαλά τον ελλαδικό εθνικιστικό χώρο, έσπευσαν να διεκδικήσουν τον ρόλο του γελωτοποιού της βασίλισσας. Εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη γνώσεων της ομιλήτριας (σε αυτό το θέμα τουλάχιστον), οι καρνάβαλοι του χώρου σχολίασαν ότι είναι κομμουνίστρια και πώς ο ακαδημαϊκός κόσμος έχει καταρρεύσει επειδή υιοθέτησε μαρξιστικές ιδέες. Μπορεί σε κάποιον βαθμό να συμβαίνει αυτό –σήμερα πολύ λιγότερο απ’ ότι μέχρι πριν την επιβολή των μνημονίων- όμως δεν αφορά την Διβάνη.

Τουναντίον, η Διβάνη παραιτήθηκε από την ακαδημαϊκή της θέση επειδή διάβασε «συνθήματα μίσους» γραμμένα από αναρχικούς και κομμουνιστές φοιτητές στους τοίχους της νομικής Αθηνών. Δεν μάθαμε ποτέ τι έλεγαν αυτά τα συνθήματα αλλά για να τα περιγράψει ως συνθήματα μίσους η Διβάνη, μπορούμε να υποθέσουμε το περιεχόμενό τους. Κοντολογίς, η Διβάνη παραιτήθηκε από καθηγήτρια πανεπιστημίου επειδή κομμουνιστές και αναρχικοί απείλησαν με γραπτά συνθήματα τους ομοϊδεάτες της φιλελεύθερους (ενδεχομένως κι εμάς τους εθνικιστές αλλά κανείς δεν ενδιαφέρεται για την δική μας σωματική ακεραιότητα). Αυτή, λοιπόν, την καθηγήτρια οι φωστήρες του πολιτικού μας χώρου την παρουσιάζουν ως κομμουνίστρια ή ως επιλογή ενός κομμουνιστικού ακαδημαϊκού κατεστημένου. Επιπλέον, μια ματιά στο βιογραφικό της είναι αρκετή για να διαπιστώσει κανείς ότι ως ερευνήτρια έχει συνεργαστεί με διεθνείς φορείς φιλελεύθερου προσανατολισμού. Ανάμεσα στα άλλα είχε υπάρξει μελετήτρια επισκέπτρια στο Βασιλικό Κολλέγιο (τύφλα να έχει ο Τέλης!!) του Λονδίνου και στην βιβλιοθήκη του ΟΗΕ. Είναι κάπως δύσκολο να ταιριάξουν όλα αυτά με την κομμουνιστική πολιτική τοποθέτηση.

Προφανώς, θα σκεφτεί κανείς. Όμως, στην ακροδεξιά πολυκατοικία που έχει χτιστεί αυθαίρετα πάνω στο οικόπεδο της ιδεολογίας του εθνικισμού, αυτονόητα δεν υπάρχουν. Όταν η Διβάνη έκανε το κωμικό αυτό λάθος στην εκπομπή που εμφανίστηκε, οι διάφοροι Τέληδες και λοιποί γκροτέσκοι τύποι του χώρου έσπευσαν να αποδώσουν την έλλειψη γνώσεων στην υποτιθέμενη κομμουνιστική της ιδεολογία και στο κομμουνιστικό κατεστημένο της ακαδημαϊκής κοινότητας. Είτε γιατί είναι μισθωμένοι από παρακρατικούς κύκλους, προκειμένου να εκφυλίζουν τον εθνικιστικό χώρο σε γελοία άκρα Δεξιά, είτε γιατί όντως έχουν ακόμη μεγαλύτερη άγνοια για την ιστορία των πολιτικών μας ιδεών απ’ όση έχει η Διβάνη για το ιστορικό υπόβαθρο του 1897, αυτοί οι τύποι συνεχίζουν να υιοθετούν τα επιχειρήματα και το γλωσσικό ύφος του Στέλιου Παττακού.

Οι καραγκιόζηδες της ακροδεξιάς παρουσιάζουν τον κάθε διεθνιστή, τον κάθε προοδευτικό, τον κάθε φιλελεύθερο μενουμευρωπαίο, ως «κομμουνιστή». Αποδίδουν στο, σχεδόν νεκρό κι ελάχιστα επικίνδυνο για την πατρίδα σήμερα, κομμουνιστικό κίνημα τις πολιτικές που αποφασίζουν και εφαρμόζουν τα κέντρα του φιλελεύθερου καπιταλισμού και του διεθνούς κεφαλαίου. Προφανώς, τρέμουν στην ιδέα να παραδεχτούν ότι σήμερα (όπως και πάντοτε) ο μεγάλος εχθρός της πατρίδας (αλλά και της ποιότητας του ανθρωπισμού) είναι ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Οι καραγκιόζηδες της ακροδεξιάς αποπροσανατολίζουν την αντιπολιτευτική μας κριτική, γελοιοποιούν τις ιδέες μας και μετατρέπουν τον πολιτικό μας χώρο σε ουρά της Δεξιάς, σε πέμπτη φάλαγγα της αστικής νομενκλατούρας, σε θεματοφύλακα των δυνάμεων που προσχεδιάζουν την εθνική μας παρακμή.

Ποιος σοβαρός άνθρωπος θα μας λάβει υπόψη όσο εμφανίζονται ως εκφραστές των ιδεών μας αυτοί οι καρνάβαλοι; Σε ποιου νέου την ψυχή θα μιλήσει η γλώσσα του Στέλιου Παττακού, πέρα από τους βλάκες και τους κάγκουρες; Κάποτε πρέπει να πετάξουμε με κλωτσιές τους καραγκιόζηδες από τον πολιτικό μας χώρο. Για να τον σώσουμε από την γελοιοποίηση. Για να τον κρατήσουμε αυθεντικό και ταυτόχρονα ενάντιο τόσο σε αριστερούς και κομμουνιστές από την μια όσο και σε φιλελεύθερους και δεξιούς από την άλλη.


                                                                            Όνειρο Αριστερής Νύχτας                                                

Ο θάνατος του ηθοποιού και σκηνοθέτη Νίκου Καλογερόπουλου πριν λίγο καιρό έφερε στο νου μια ξεχασμένη, σήμερα, ταινία, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους έχουμε βιώσει εμπειρίες ζωής στους πολιτικούς χώρους τους οποίους οι καθώς πρέπει φιλελεύθεροι αστοί αποκαλούν «άκρα». Πρόκειται για την ταινία Όνειρο Αριστερής Νύχτας, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1987. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία αποτέλεσε αιτία διαμάχης από την πρώτη κιόλας προβολή της για λόγους μάλλον απρόβλεπτους. Ας βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε μια σειρά.


Το Όνειρο Αριστερής Νύχτας απέδωσε με εύστοχη φιλμική καταγραφή τον τρόπο λειτουργίας και δράσης των ελλαδικών μαρξιστικών οργανώσεων σε ένα χρονικό φάσμα που κυμάνθηκε από την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’80. Επίσης, εστίασε ως ταινία σε μια γλυκιά μα και δραματική ενατένιση στον ψυχισμό προσώπων που συμμετείχαν ενεργά στις ζυμώσεις εκείνου του πολιτικού χώρου. Στην πραγματικότητα ο Καλογερόπουλος επιχείρησε μια αυτοβιογραφική κινηματογραφική μεταφορά εμπειριών της νιότης του.

Η ταινία κεντρίζει την προσοχή όχι μόνο των κομμουνιστών μα κάθε θεατή που ενδιαφέρεται να εστιάσει στην μεταπολιτευτική ελληνική ιστορία. Πολύ περισσότερο εμάς των εθνικιστών. Γιατί βοηθά να καταλάβουμε τις εντυπωσιακά μεγάλες ομοιότητες στην κουλτούρα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που συγκροτούν τους δυο περιθωριοποιημένους πολιτικούς χώρους. Μας βοηθά να καταλάβουμε, ταυτόχρονα, και τις μεγάλες διαφορές στον τρόπο που εκδηλώνονται οι παθογένειες μέσα στους δυο αυτούς χώρους λόγω των τεράστιων ιδεολογικών αποκλίσεων.

Οι εθνικιστές αισθανόμαστε ότι η ιστορία χρωστάει και στον δικό μας χώρο μια τέτοια ταινία. Για να φανούν και στην από εδώ μεριά τα χάλια και οι παθογένειες που έρχονται με κεκτημένη ταχύτητα από το παρελθόν. Για τους ίδιους τους νέους μαρξιστές, το Όνειρο Αριστερής Νύχτας αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα ανάδειξης των χρόνιων παθογενειών και των ανακυκλωμένων σφαλμάτων που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, ίδια και απαράλλαχτα, στις οργανώσεις τους. Είναι μια επιβεβαίωση αυτοκριτικής γενναιότητας από «παλιούς» του δικού τους πολιτικού περιβάλλοντος.

Ασφαλώς, πέρα από την πολιτικά διδακτική της πτυχή, η ταινία έχει μεγάλο ενδιαφέρον και για την ψυχογραφική ανάγνωση του αιώνιου νεαρού ρομαντικού επαναστάτη, που αναζητά ανυποχώρητα την εκπλήρωση των οραμάτων του στο ακέραιο και αναγκάζεται να χτυπηθεί από τις συμπληγάδες μιας κωμικοτραγικής ελλαδικής πραγματικότητας στην οποία το σύστημα εξουσίας και οι ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις μπορεί να αφήσουν χώρο για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον Ρομαντισμό. Επίσης, πρόκειται για μια ταινία που, ακροβατώντας ανάμεσα στο πολιτικό/υπαρξιακό δράμα και την μαύρη κωμωδία, καταφέρνει να παρουσιάσει με ανάγλυφη ζωντάνια τις αντιφάσεις της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία κατά την δεκαετία του ’70 ακροβάτησε ανάμεσα σε μια σχεδόν προνεωτερικά παραδοσιακή, επαρχιακή, αγροτική κοινωνική ζωή κι οργάνωση και στο μεγαλοαστικά δυτικότροπο κλεινόν άστυ των Αθηνών εντός του οποίου κυκλοφορούσαν ανεπεξέργαστες και μεταφερμένες άνευ σύνδεσης με το εθνικό παρόν υποκουλτούρες και ιδεολογίες της δυτικής Ευρώπης ή των Η.Π.Α.



Η ταινία, όπως προαναφέρθηκε, είχε μια επεισοδιακή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι Νίκος Καλογερόπουλος και Ντίνος Κατσουρίδης μοιράστηκαν την σκηνοθεσία και το σενάριο. Ωστόσο, στην πρώτη προβολή ο Καλογερόπουλος πήρε τον λόγο και κατήγγειλε ότι ο Κατσουρίδης είχε αλλάξει το φινάλε και είχε αλλοιώσει το ιδεολογικό μήνυμα του έργου. Ο Κατσουρίδης του απάντησε ότι, πρώτον, δεν υπήρχε ο απαιτούμενος προϋπολογισμός προκειμένου να γυριστεί το υπερρεαλιστικό φινάλε που πρότεινε ο Καλογερόπουλος και, δεύτερον, το σενάριο της υπόλοιπης ταινίας ήταν ρεαλιστικό και αταίριαστο με το φινάλε που οραματίστηκε ο ηθοποιός. Έτσι, ο Κατσουρίδης έδωσε για προβολή την δική του τελική κόπια. Μετά από αυτά, το τριακοστό έβδομο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πήρε φωτιά!! Οι θεατές άρχισαν να γιουχάρουν και να φωνασκούν προκαλώντας χάος.

Έπειτα από την καταστροφική πρεμιέρα ήταν αναμενόμενο, σε μια εποχή που ο μέσος Έλληνας αντιδρούσε με «πιο κανονικά αναμενόμενο τρόπο», η ταινία να υποτιμηθεί από το κοινό των θεατών, να μην της δοθεί σημασία και να περάσει στην λήθη. Στην ουσία η υπονόμευση της ταινίας στην πρεμιέρα της από τους δυο κύριους συντελεστές της αποτέλεσε μια αντανάκλαση των αυτοκαταστροφικών και κωμικών συνθηκών που αποτελούσαν την κανονικότητα στο πολιτικό περιθώριο της Αριστεράς. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με αυτά που βιώνουμε κι εμείς στον εθνικιστικό χώρο αλλά σε πιο ραφιναρισμένη εκδοχή, μιας και οι κομμουνιστές ήταν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης πιο καλλιεργημένοι από τους γραφικούς επικεφαλείς του δικού μας πολιτικού χώρου. 


Όπως και να έχει, η ταινία παραμένει σήμερα σημαντική. Το σενάριο έχει ως εξής. Ο Πολυχρόνης, ως νεαρός καταγόμενος από ένα μικρό χωριό της Μεσσηνίας, υποκύπτει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Αθήνα. Είναι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πλήθος νεαρών συρρέει ακόμη από την επαρχία στην πρωτεύουσα, παρασυρμένο από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα της αστυφιλίας. Η αλλαγή πολιτεύματος δίνει ελπίδες στην νέα γενιά και ο Πολυχρόνης, καταγόμενος καθώς είναι από αριστερή οικογένεια, επιδιώκει να τις πραγματοποιήσει στρατευόμενος σε μια μικρή οργάνωση του μαοϊκού κομμουνισμού.

Στις απαρχές της μεταπολίτευσης ξεφυτρώνουν μικρές μαρξιστικές οργανώσεις, απαρτιζόμενες από ενθουσιώδεις ενεργούς πυρήνες νεολαίων. Πάνω από αυτές -και σε ανταγωνιστική σχέση μαζί τους- στέκεται το μαζικό ΚΚΕ. Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν οι μαξιμαλιστικές στοχεύσεις οδηγούν τις κομμουνιστικές οργανώσεις σε συνεχή λάθη, ο ενθουσιασμός χάνεται, οι εξωκοινοβουλευτικοί κομμουνιστές περνούν στο ανυπόληπτο πολιτικό περιθώριο και ο κονφορμισμός φαντάζει ως αναπόφευκτη κατάληξη όλων εκείνω που πριν λίγα χρόνια ονειρεύονταν επαναστάσεις.

Το σενάριο της ταινίας αναδεικνύει με γλαφυρό μαύρο χιούμορ τους τύπους ανθρώπων που άνθισαν σε εκείνο το πολιτικό περιβάλλον. Τον ψευτοχαρισματικό ηγέτη-γενικό γραμματέα των κομμουνιστικών οργανώσεων που, πέρα από το να επιτυγχάνει εσωτερικές ισορροπίες στις οργανώσεις και να εκφωνεί λογίδρια, απολάμβανε διαδοχικές ερωτικές συνευρέσεις με όλες σχεδόν τις συντρόφισσες του κόμματος στο οποίο ηγούταν, ακόμη κι αν αυτές είχαν σοβαρούς ερωτικούς δεσμούς με άλλα μέλη ηθικά ακέραια και συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Τις ψευτοεπαναστάτριες φεμινίστριες του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, οι οποίες αντιμετώπιζαν την πολιτική στράτευση ως μια ευκαιρία να ζήσουν για λίγα χρόνια «απαλευθερωμένες», σαν τις φοιτήτριες των Η.Π.Α. και του Γαλλικού Μάη, την ίδια ώρα που καμία ουσιαστική ιδεολογική σχέση δεν τις συνέδεε με τον σοσιαλισμό. Τους παραιτημένους πρώην κομμουνιστές που βρήκαν καταφύγιο στον αναρχισμό ή στα ναρκωτικά λόγω της απογοήτευσης. Τον διεστραμμένο φανατισμό των αγνών μελών του ΚΚΕ, που τάιζαν τα βρέφη τους έχοντας την εικόνα του Στάλιν πάνω από την παιδική κλίνη κι εργάζονταν δωρεάν ως οικοδόμοι για να χτίσουν γραφεία του κόμματος. Τον οπορτουνισμό και την στρατηγική βολέματος των μεσαίων στελεχών του ΚΚΕ, που γίνονταν μικροέμποροι και ενδιαφέρονταν μόνο για την ασφάλειά τους. Κυρίως την υποκριτική αντίφαση των μεγαλοεκδοτών και μεγαλοβιβλιοπωλών του κέντρου των Αθηνών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τις εκδόσεις τους για να προσελκύσουν μέλη στο ΚΚΕ ενώ διέθεταν πολυτελείς βίλες ως εξοχικά, ντίβες -μισό αιώνα νεότερες και όμορφες- γυναίκες ως συζύγους, ακριβά αυτοκίνητα και αμέτρητα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία.


Επιπλέον, η ταινία αναδεικνύει εύστοχα την εμφυλιοπολεμική νοοτροπία που η ανόητη Δεξιά κατάφερε να κρατήσει ζωντανή στην Ελλάδα μέχρι και την δεκαετία του ’80, τον τραγελαφικό τρόπο με τον οποίο το εμφυλιακό μίσος διαιρούσε χωριουδάκια των εκατό κατοίκων, την αντίφαση του να δηλώνει κανείς κομμουνιστής και να συγκρούεται με τους συγχωριανούς του επειδή είχε γονείς στο αντάρτικο την ίδια ώρα που ζούσε ως αγρότης με δική του γη και κτηνοτροφική περιουσία η οποία μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των δεξιών συγχωριανών του. Ο ήρωας της ταινίας Πολυχρόνης απογοητεύεται από όλα αυτά και θέλει να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στην εμπειρία του ως ενεργό μέλος του συγκεκριμένου πολιτικού περιβάλλοντος, το οποίο ξεθώριαζε μέρα με την μέρα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Καθώς ανασύρει από την μνήμη του τις θύμησες και κάνει τις απαραίτητες επαφές για να βρει εκδότη, η πλοκή της ταινίας ξεδιπλώνεται και χαρίζει άλλοτε ξεκαρδιστικό χιούμορ, άλλοτε προβληματισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις νοσταλγία.

Η μαοϊκή μεσο-μικροαστή δασκάλα τσιρίζει έντρομη όταν βλέπει την γερόντισσα κομμουνίστρια της παραδοσιακής επαρχιακής Ελλάδας να σφάζει μια κότα για να την φιλέψει και ο Πολυχρόνης της θυμίζει σκωπτικά ότι κάποτε (η δασκάλα) είχε ψηφίσει υπέρ της ένοπλης δράσης σε σχετική συζήτηση εντός του κόμματος. Ο εκατομμυριούχος εκδότης, που προσπαθεί να αποσπάσει τον Πολυχρόνη απ’ τον μαοϊσμό και να τον εντάξει στο ΚΚΕ, τον καλεί να συζητήσουν στην βίλα του και ο Πολυχρόνης τον ρωτά έκπληκτος πώς θα αντιδρούσε αν μια δυνητική επανάσταση του εθνικοποιούσε την περιουσία. Οι νεαρές κομμουνίστριες, που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, αλλάζουν τα ελληνικά τους ονόματα, υιοθετώντας αγγλικά υποκοριστικά, για να μην αισθάνονται λιγότερο προοδευτικές από τις αστές. Αυτές και πολλές ακόμη σκηνές χαρίζουν στον θεατή το ραφιναρισμένο μαύρο χιούμορ που μεταφέρουν στην οθόνη ο Καλογερόπουλος και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας.

Τα πλάνα είναι λίγο σκοτεινά και δείχνουν ότι ο προϋπολογισμός της ταινίας πρέπει να ήταν μικρός. Ανεβασμένη όπως την βλέπω στο διαδίκτυο και ο ήχος της δείχνει να έχει πρόβλημα. Δεν ξέρω, όμως, αν τούτο έχει να κάνει με την διαδικτυακή μεταφορά ή με την αρχική κινηματογραφική εκδοχή του έργου. Σε κάθε περίπτωση αυτές είναι λεπτομέρειες για εμάς και για τους αναγνώστες του ιστολογίου μας. Δείτε το Όνειρο Αριστερής Νύχτας και απολαύστε μια ταινία που μας γυρίζει νοσταλγικά σε παλιές εποχές, τολμά να αποτελεί ένα πολιτικό χιουμοριστικό φιλμ το οποίο εστιάζει στο παρόν της εποχής του αποφεύγοντας την ιστοριστική παρλάτα και τους βαρετούς ρυθμούς του «έντεχνου» κινηματογράφου και δεν διστάζει να καυτηριάσει εκ των έσω παθογένειες ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου που η συστημική αφήγηση της μεταπολίτευσης είχε καθαγιάσει εν είδει πολιτικού μοντερνιστικού φοκλόρ.

               Ενημερωτική δράση και αποτίμηση του 54ου Φεστιβάλ Βιβλίου

                                                                                                    του Αριστείδη

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, η λέσχη μας, εκμεταλλευόμενη την φθινοπωρινή ραστώνη με τις καλοκαιρινές θερμοκρασίες, επισκέφτηκε αρκετές φορές το 54ο Φεστιβάλ Βιβλίου που πραγματοποιείται κατά τα τελευταία έτη στο Πεδίον του Άρεως. Προσωπικά δεν κατάφερα να παραβρεθώ στις πρώτες επισκέψεις. Ήμουν στην βόλτα της τελευταίας Κυριακής.


Η Κυριακή, μολονότι σχεδόν καλοκαιρινή και κατάλληλη για εξόρμηση στην παραλία,  έφερε αρκετούς επισκέπτες στο Φεστιβάλ. Ενδεχομένως να ήταν κάπως αναμενόμενο αν σκεφτεί κανείς ότι ήταν η τελευταία μέρα και οι εκδότες θα ήταν διαθέσιμοι να κάνουν καλύτερες τιμές προκειμένου να πουλήσουν τα εναπομείναντα βιβλία που είχαν μεταφέρει στους πάγκους της συγκεκριμένης διοργάνωσης. Έτσι, κόσμος όλων την ηλικιών και αναγνωστικών τάσεων κυκλοφορούσε ψάχνοντας τους πάγκους με τα βιβλία. Ορισμένοι επισκέπτες είχαν καθίσει στα παγκάκια εκατέρωθεν της έκθεσης και ξεφύλλιζαν τα βιβλία τους ή απολάμβαναν την επαφή με την φύση που έχει απομείνει στην δυστοπική μεταμοντέρνα Αθήνα.


Εμείς αποφασίσαμε να πάρουμε το χρόνο μας και με ησυχία ξεκινήσαμε να επισκεπτόμαστε όλες τις εκδόσεις για να δούμε τι θησαυρούς θα ανακαλύπταμε. Συναντήσαμε πολλούς τίτλους που έχουν περάσει από τα χέρια μας και είχαμε την ευκαιρία να θυμηθούμε και να αναλύσουμε. Επιλέξαμε τα βιβλία που αγοράσαμε. Συναντήσαμε, όμως, και βιβλία που σκοπεύουμε να διαβάσουμε στο μέλλον όπως τα Οι Αθέατοι του Alain Damasio από τις εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, ένα λογοτεχνικό βιβλίο δυστοπικής φαντασίας που περιγράφει ένα αυταρχικό καθεστώς στη Γαλλία του 2040, Η ανακάλυψη της Αμερικής από τους Βίκινγκς από τις εκδόσεις Στοχαστής και άλλους ενδιαφέροντες τίτλους.



Στο περίπτερο των εκδόσεων ANUBIS, σταθήκαμε λίγο παραπάνω, εξαιτίας μου, διότι έπεσαν στην αντίληψή μου μερικά από τα μεταφρασμένα λογοτεχνικά βιβλία και κόμικς του διάσημου διαδικτυακού παιχνιδιού World of Warcraft. Μόλις τα εντόπισα αμέσως ήρθαν στο μυαλό μου κάποια από τα βιβλία και τα κόμικς του παιχνιδιού τα οποία είχα διαβάσει μικρός. Ανέλυσα εν συντομία κάποιες από τις ιστορίες στους υπόλοιπους της Λέσχης και τους εξήγησα πώς αρκετά βιβλία που αφορούν βιντεοπαιχνίδια είναι εξαιρετικά και πραγματικά αξίζουν τον κόπο να τα διαβάσει κανείς, μολονότι συνήθως είναι παρεξηγημένα ως εύπεπτα. Ρώτησα στον πάγκο τους πωλητές αν είχαν και άλλα βιβλία σχετικά με το World of Warcraft, καθώς έψαχνα τις συνέχειες από τα παιδικά μου βιβλία, αλλά δυστυχώς είχαν στο κατάστημα και όχι εκεί. Ομολογώ ότι η απογοήτευση με κατέβαλε και παραγκώνισε τα συναισθήματα της χαράς που μέχρι τότε με διακατείχαν, με αποτέλεσμα να είμαι απογοητευμένος για την υπόλοιπη ώρα της παραμονής μας στην έκθεση.


Καθώς οι ώρες πέρασαν, κινηθήκαμε προς την έξοδο για την καθιερωμένη διανομή φυλλαδίων της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. Εκεί συναντήσαμε μια ομάδα από τον «Σύλλογο Όραμα Ελπίδας» όπου μας έδωσε ενημερωτικά φυλλάδια για την δωρεά μυελού των οστών και αιμοποιητικών κυττάρων. Ξεφυλλίζοντας το τρίπτυχο έντυπο μου έκανε εντύπωση πόσο περιεκτικό και αναλυτικό ήταν σε μόνο τρεις μικρές σελίδες και με απλή και κατανοητή γλώσσα για όλους.








Στη συνέχεια, μετά την ολοκλήρωση της δράσης μας, προχωρήσαμε στον καθιερωμένο καφέ όπου συζητήσαμε τόσο για την έκθεση όσο και για τις πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις της χώρας. Στις προηγούμενες επισκέψεις τα παιδιά προτίμησαν ένα κεντρικό γνωστό καφέ που βρίσκεται δίπλα στον χώρο του Φεστιβάλ. Την Κυριακή, όμως, το πρόγραμμα άλλαξε. Προτιμήσαμε τον σκεπασμένο από τα ψηλά δέντρα μικρό, στενό δρόμο που οδηγεί στον ηλεκτρικό συρμό της Βικτώριας. Η παχιά σκιά των αγέρωχων δέντρων που φυτρώνουν μέσα στο τσιμέντο και την άσφαλτο ήταν ευεργετική για τα σώματά μας. Βυθιστήκαμε στις καρέκλες και ξεκουραστήκαμε στην σκιά μετά την πολύωρη ορθοστασία.



Εμείς και δυο μπαρμπάδες στο διπλανό τραπέζι πρέπει να αποτελούσαμε την ελληνική μειοψηφία της περιοχής. Οι γύρω χώροι και τα τραπέζια είχαν καταληφθεί από κάθε λογής ξένο που ο δρόμος της ζωής έχει βγάλει στην χώρα μας. Ο Σταμάτης, παρατηρώντας τους περαστικούς και τους θαμώνες, άρχισε να εκτοξεύει τις γνωστές του μαυροχιουμορικές ατάκες «μάλλον χρειαζόμαστε διαβατήριο για να περάσουμε σε αυτές τις περιοχές», «αραπάκια το φυλάνε στον Καλέντζ Αγα το πάνε», καθώς και το άναρθρο σχόλιο «Τουουουρκ» όταν εντόπιζε κάποιον με εξωτερικά χαρακτηριστικά Αλβανού.


Όμως, η πολυεθνική -κυρίως αφρικανική και ασιατική- σύνθεση των κατοίκων δεν ήταν το μοναδικό θέμα προβληματισμού. Ακούγοντας τους δυο Έλληνες γέροντες στο διπλανό τραπέζι να συζητούν γεωπολιτικά θέματα με καφενειακό υπόβαθρο και να συμπεραίνουν ότι το Ισραήλ είναι σύμμαχος της Ελλάδας και θα μας βοηθήσει σε ενδεχόμενο πόλεμο κατά της Τουρκίας (το αν προκαλέσει το ίδιο το Ισραήλ τον πόλεμο Ελλάδας-Τουρκίας όσο τα συμφέροντά του ευνοούν μια τέτοια χρήση της ελλαδικής του μαριονέττας ή το κατά πόσο έχει συμβάλει ο διεθνής εβραϊσμός στην παγκοσμιοποίηση που άφησε εκείνους τους δύο και την δική μας παρέα ως μοναδικές ελληνικές παρουσίες στην γειτονιά τους προφανώς δεν πέρασε από το νου των κουρδισμένων από την συστημική προπαγάνδα γερόντων), μπήκε ένα ισχυρό δίλλημα για το ποια εκδοχή της παρακμής των καιρών μας είναι περισσότερο άθλια. Ο νεοέλληνας Δεξιός ή το μεταναστευτικό χάος; Αναπάντητο το ερώτημα. Ιδίως, μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς ότι την ίδια ημέρα δυο Έλληνες, εβδομήντα έξι και ογδόντα δύο ετών αντίστοιχα, συνεπλάκησαν μέχρι θανάτου για μια θέση στην ξαπλώστρα της πλαζ στην Βουλιαγμένη….

Βέβαια, υπήρχε και το Φεστιβάλ του Βιβλίου ανάμεσα σε όλα αυτά. Καταρχάς, θα το προτιμούσα στο Ζάππειο. Λόγω άνεσης χώρου και πρόσβασης. Ιδίως οι πρώτες αντικριστές δυάδες εκδοτικών πάγκων, που βρίσκονται πίσω ακριβώς από το άγαλμα του Κωνσταντίνου, είναι τοποθετημένες σε τόσο στενό χώρο που κάνει το περπάτημα βασανιστικό και την έρευνα στα βιβλία αδύνατη. Οι δράσεις και οι ομιλίες ήταν πολλές και ενδιαφέρουσες. Τις πρώτες μέρες πραγματοποιήθηκαν και παραστάσεις θεάτρου σκιών στην είσοδο του Φεστιβάλ Στο θέμα του υλικού. Υπήρχαν κάποια παλιά βιβλία που πλέον είναι ξεχασμένα στα βιβλιοπωλεία. Όπως τα βιβλία του Γιούκιο Μισίμα, για παράδειγμα. Μπορούσε κανείς να βρει τα τελευταία τεμάχια από το Camelot 3000 των εκδόσεων Μικρός Ήρως, που είναι εξαντλημένο στα βιβλιοπωλεία. Πάντοτε έχει το ενδιαφέρον της μια βόλτα στο Φεστιβάλ του βιβλίου. Θα ήταν, όμως, πολύ πιο απολαυστική και άνετη στο Ζάππειο.



Σημείωση του επιμελητή: Για μια ακόμη χρονιά δεν εντοπίσαμε σημεία ζωής μιας μυθολογικής μορφής του πολιτικού μας χώρου, που φημολογείται ότι αποτελεί κατά το ήμισυ ίππο και κατά το άλλο ήμισυ άνθρωπο και γνωρίζουμε ότι συχνάζει στα θαμνάκια του Πεδίου τα βράδια. Όσο επιίμονα και αν πρότεινε ο Flammentrupp να την αναζητήσουμε. Κανένα φρέσκο ίχνος από οπλές δεν εντοπίσαμε στο χώμα του πάρκου. 

Κρίμα για αυτήν. Το βιβλίο διαμορφώνει ένα αγοραστικό πεδίο που -για διάφορους λόγους στην Ελλάδα- συγκεντρώνει επί δεκαετίες πολλών τάσεων αναγνώστες. Ακόμη και ορισμένους με υφολογικές και αισθητικές επιλογές που σίγουρα θα παρουσιάζουν κάποιο ενδιαφέρον για άτομα τα οποία ακολουθούν μονοπάτια όπως αυτά της μυθολογικής μορφής του πολιτικού μας χώρου.

                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.