Χαιρετισμούς στα αστέρια φίλε Γιώργο
του Σταμάτη Μαμούτου
Ο Γιώργος Πισσαλίδης ήταν μια πολύ
χαρακτηριστική φυσιογνωμία του «χώρου». Με το ογκώδες εξωτερικό του παρουσιαστικό,
που θύμιζε τον Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον, και ένα αθώο χαμόγελο μόνιμα χαραγμένο
στο πρόσωπο με το παιδικό ύφος (baby
face, το
λένε στην υβριδική «καθομιλουμένη» της εποχής μας), με καλούσε αιφνιδιαστικά
στο τηλέφωνο, μου έλεγε γρήγορα αυτό που ήθελε, αρχίζαμε να συζητάμε για αρκετή
ώρα πάνω στο θέμα που τον προβλημάτιζε και ξαφνικά πέταγε έναν χαιρετισμό και διέκοπτε αστραπιαία την τηλεφωνική σύνδεση.
Ο Γιώργος είχε ένα ομολογουμένως παράξενο
βιογραφικό. Ξεκίνησε την δημοσιογραφική του σταδιοδρομία ως καλλιτεχνικός
συντάκτης στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία και σε ευπώλητα μουσικά περιοδικά,
όπως τα Ποπ&Ροκ, Δίφωνο, ΟΖ, Folk Roots και Global Rhythm. Όλα έδειχναν ότι
θα ακολουθούσε μια επιτυχημένη δημοσιογραφική διαδρομή σε μαζικής κυκλοφορίας
έντυπα. Κι, όμως, ενώ είχε κάνει το πρώτο σημαντικό βήμα, κάποια στιγμή ήρθε η
ολική ανατροπή στην καριέρα του. Ανοίχτηκε πολιτικά στον
εθνικιστικό χώρο και, μάλιστα, σε μια εποχή κατά την οποία ο χώρος βρισκόταν
υπό διάλυση με μόνη μαζική έκφραση το κωμικοτραγικό ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη.
Απρόσμενα ο Πισσαλίδης άρχισε να αρθρογραφεί σε διάφορα έντυπα (ο Θεός να τα κάνει) του
χώρου. Όπως ήταν αναμενόμενο, οι θύρες των μαζικής κυκλοφοράς εντύπων έκλεισαν
οριστικά για εκείνον.
«Ήταν η μαλακία της ζωής μου», μου έλεγε όταν
τον ρωτούσα τι είχε συμβεί εκείνα τα χρόνια.
«ΤΙ συνέβη;» του έλεγα, προσπαθώντας να τον
κάνω να μιλήσει για αυτό το θέμα περισσότερο.
«Τίποτα ιδιαίτερο», απαντούσε. «Κάποια στιγμή
σταμάτησαν να με καλούν να γράφω τα μεγάλα έντυπα, έμεινα ανενεργός για ένα
χρονικό διάστημα, θεώρησα την δεκαετία του 2000 ότι ο εθνικισμός και ο
συντηρητισμός θα ισχυροποιούνταν πανευρωπαϊκά, λόγω της παγκοσμιοποίησης, και
αποφάσισα να ανοιχτώ στα έντυπα του χώρου. Δεν υπήρχε κανείς να γράφει στο στυλ
μου και υπέθεσα ότι με λίγη υπομονή σε μερικά χρόνια θα αρθρογραφούσα σε μεγάλα
έντυπα ενός μαζικού κινήματος. Κοντολογίς, την πάτησα».
«Μάλιστα», του απαντούσα εγώ και επανερχόταν.
«Να σου κάνω κι εγώ τώρα μια ερώτηση; Πώς
γίνεται να σταματήσουν να φαίνονται στο google τα
άρθρα που έχω γράψει για τις φυλλάδες
του χώρου; Θέλω να κάνω μια οποιαδήποτε σοβαρή δουλειά και φοβάμαι να χτυπήσω
πόρτες για συνεντεύξεις, γιατί όταν με ψάχνει κανείς πέφτει πάνω σε αυτά».
Καμία από τις φορές που μου έθεσε αυτό το
ερώτημα δεν είχα απάντηση. Το μοιραίο λάθος είχε γίνει. Και αυτή ήταν η
συνέπεια.
Μολονότι, αν δεν με γελά η μνήμη μου, τον είχα γνωρίσει την εποχή των Αγανακτισμένων, σε γνωστό καφέ του κέντρου, όπου ήπιαμε τα ποτά μας εγώ, ο Γιώργος και ο Σταύρος του Μ. Κρίνου (πάντα με επιφύλαξη γιατί δεν είμαι εντελώς σίγουρος), ο Γιώργος δεν ήταν ούτε ακραίος εθνικιστής, ούτε ριζοσπάστης. Ήταν ένας αρκετά ήπιος παραδοσιοκράτης. Ένας τυπικός συντηρητικός, ηπειρωτικού, παλαιού τύπου (αν και του άρεσαν στοιχεία της αγγλοσαξονικής παράδοσης). Μολονότι έβλεπε με συμπάθεια ορισμένες αριστοκρατικές πολιτειακές προτάσεις, ποτέ δεν απέρριψε την δημοκρατία. Παρά το ότι ήταν λάτρης της λογοτεχνίας του φανταστικού και του Ρομαντισμού, ταυτόχρονα σκεπτόταν ρεαλιστικά και έδειχνε σαφώς προσγειωμένος στα δεδομένα της πολιτικής πραγματικότητας.
Η
μόνη ριζοσπαστική πολιτική κίνηση της ζωής του ήταν το άνοιγμα στον εθνικιστικό
χώρο, που προέκυψε πάνω στην απόγνωση της δημοσιογραφικής απραξίας. Και το πλήρωσε. Το υπογραμμίζω αυτό γιατί γνωρίζω πολύ καλά τι σκεφτόταν για τα πρόσωπα και τα ζητωπατριωτικά έντυπα του χώρου.
Ασφαλώς, το δημοσιογραφικό παιδί και το magnum opus του
Γιώργου ήταν το site
πολιτιστικών
ειδήσεων Avalon
Of The Hearts. Το Άβαλον ήταν ένας όμορφος
διαδικτυακός τόπος με ενδιαφέρουσες αναλύσεις λογοτεχνικών, μουσικών,
κινηματογραφικών ή θεατρικών έργων και με πολλές συνεντεύξεις καλλιτεχνών.
Δυστυχώς, τα οικονομικά προβλήματα και ο μικρός αριθμός συνεργατών έκαναν τον
Γιώργο να αναστείλει για λίγα χρόνια την τακτική αρθρογραφία στο Άβαλον. Απ’
ότι μου έλεγε, τους τελευταίους μήνες ετοίμαζε την μεγάλη επιστροφή. Με τακτική
αρθρογραφία και νέες συνεργασίες. Αλλά, δυστυχώς, η μοίρα είχε άλλα σχέδια.
Θα θυμάμαι πολλά από τον Γιώργο. Ένα από αυτά είναι σίγουρα μια συναυλία στο Ηρώδειο, πριν δυο ή τρία χρόνια. Πηγαίνω
τακτικά στο Ηρώδειο αλλά συνήθως -για τους ευνόητους λόγους- δεν καταφέρνω να εξασφαλίσω
κάποιο από τα εισιτήρια των πρώτων σειρών. Κι, όμως, ξεπέρασα με τον πλέον θριαμβευτικό τρόπο αυτή την αδυναμία, χάρη στον Γιώργο.
«Έλα ρε», μου είπε, όπως πάντοτε με τον
χαρακτηριστικό τόνο της φωνής του, όταν απάντησα στην τηλεφωνική του κλήση.
Αυτή την φορά δεν θα διαφωνούσαμε για τις ομάδες μας (Ολυμπιακός εγώ,
Παναθηναϊκός αλλά χαλαρός εκείνος). «Έχω δυο δωρεάν προσκλήσεις για την βραδινή
συναυλία στο Ηρώδειο. Βαριέμαι να τρέχω μόνος και ψάχνω παρέα. Αν δεν βρω
κάποιον, το πιθανότερο είναι να μην πάω ούτε εγώ. Έρχεσαι;», με ρώτησε.
«Έρχομαι», του απάντησα.
Οι προσκλήσεις δεν ήταν απλώς σε καλές θέσεις. Ήταν στην πρώτη σειρά. Εκεί που κάθονται οι πρωθυπουργοί και οι πρόεδροι των κρατών. Στις θέσεις με την μαρμάρινη πλάτη. Ήταν η μοναδική φορά μέχρι σήμερα που έχω παρακολουθήσει συναυλία κλασικής μουσικής από θέση επισήμου στο Ηρώδειο.
Είναι μια ανάμνηση
που θα συνοδεύει στην μνήμη μου την εικόνα του γίγαντα με την ψυχή μικρού
παιδιού. Γιατί ο Γιώργος έφυγε από την ζωή πριν λίγες μέρες, σε ηλικία εξήντα
τεσσάρων ετών, λόγω θέματος υγείας που είχε να κάνει με την καρδιά του.
Καλό ταξίδι στα αστέρια και τους ουρανούς,
Γιώργη. Αναπαύσου στην αγκαλιά του Θεού, μαζί με την μητέρα σου που έχασες
πριν λίγα χρόνια. Θα σε θυμάμαι όσο κουβαλάω την ζωή μου στον μάταιο τούτο
κόσμο.






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου