Μια ωδή στην νεοελληνική παρακμή

                                                                                                      του Αχιλλέα

Πρόσφατα είδα την αισθηματική κωμωδία «Εφάπαξ» (2001) σε σκηνοθεσία Νίκου Ζαπατίνα. Η ταινία απαρτιζόταν από ένα καστ γνωστών ηθοποιών. Ανάμεσα σε αυτούς ο Πέτρος Φιλιππίδης στον ρόλο του κεντρικού μας πρωταγωνιστή, «Παντελή» και η Εβελίνα Παπούλια στον ρόλο της ερωτευμένης εταίρας με το όνομα «Βάσω». Είναι σημαντικό το ότι η ταινία γυρίστηκε στο μεταίχμιο της αλλαγής του μιλένιουμ, καθώς το σενάριό βρίθει γνωστών κλισέ που, όμως, απεικονίζουν μία γενιά ανθρώπων – αλλά και μία Ελλάδα εν γένει – η οποία μας έφερε σε αυτή την αθλία κατάσταση. Όπως αναφέρω πάντα, το ουσιαστικό πρόβλημά των Ευρωπαίων δεν είναι (κυρίως) οικονομικό, αλλά πνευματικό. Και το σενάριο της συγκεκριμένης ταινίας καθιστά το παραπάνω ηλίου φαεινότερο.


Τις τελευταίες δεκαετίες ο δυτικός κινηματογράφος ξεκίνησε να τοποθετεί ως κεντρικό πρωταγωνιστή των ταινιών του έναν άντρα σύμφωνο με τον «καθωσπρεπισμό» που επιβάλουν οι φιλελεύθεροι διακινητές του παγκόσμιου καπιταλιστικού κεφαλαίου. Μίζερο, αναξιοπρεπή, καταπιεσμένο, αντιηρωικό, ζηλόφθονο και μικροπρεπή. Ο κεντρικός πρωταγωνιστής της ταινίας μας έχει τα πρώτα τέσσερα, παραπάνω, χαρακτηριστικά. Ο Παντελής, παρουσιάζεται ως ένας «μικρός» άνθρωπος με μία αποπνικτική ζωή – πάντα βάσει του west way of life πρίσματος του σεναριογράφου μας. Σκουπιδιάρης στο επάγγελμα, με μοναδικούς του φίλους τον συνάδελφό του στο απορριμματοφόρο, Μανώλη (Βασίλη Χαλακατεβάκη), και την εταίρα Βάσω. Η ζωή του εντός της οικίας του είναι, επίσης, «μικρή». Ζει με την γυναίκα, την κόρη και την πεθερά του. Η πεθερά του, της οποίας τον ρόλο παίζει η εξαιρετική Μαρία Μαρτίκα, τον οικτίρει για το ότι είναι σκουπιδιάρης καθώς, λόγω των μικροαστικών της εμμονών, η ίδια ήθελε «έναν πιλότο» για την κόρη της. Η γυναίκα του (Ασπασία Τζιτζικάκη) έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για τον ίδιο και μένει μαζί του μέχρι να πάρει το πολυπόθητο «εφάπαξ» το οποίο η ίδια θέλει να χρησιμοποιήσει προς ίδιον όφελος, όπως και αυτό της μητέρας της. Σε ολόκληρη την ταινία το μοναδικό, ουσιαστικά, συμπαθές πρόσωπο είναι αυτό της κόρης του Παντελή (Κατερίνα Σκουρλή), η οποία εάν και δεν έχει ιδιαίτερα ενεργό ρόλο στην ταινία, φαίνεται να είναι και η μοναδική η οποία διαχειρίζεται την χυδαία ανωριμότητά εκάστου γονέα με μία βασική αξιοπρέπεια.

Καθώς το σενάριο ξετυλίγεται και όταν ο Παντελής παίρνει το πολυπόθητο εφάπαξ στα χέρια του, «δραπετεύει» πάνω σε ένα μηχανάκι με τον πακτωλό χρημάτων για να μπορέσει «επιτέλους» να ζήσει την ζωή του «ελεύθερος». Μακριά από το επικριτικό βλέμμα της πεθεράς του και το αδιάφορο βλέμμα της γυναίκας του. Το παραπάνω γεγονός είναι ιδιαίτερα τετριμμένο και επαναλαμβανόμενο στον κινηματογράφο που παρήγαγε τόσο η Ευρώπη όσο και η Αμερική μετά την δεκαετία του ’90, με τον κεντρικό μας πρωταγωνιστή να νιώθει ότι μπορεί να ζήσει «ελεύθερος», για πρώτη φορά, καθώς έχει την οικονομική δυνατότητα να το κάνει. Άραγε, σε ακριβώς αυτή την αντίλψη δεν έγκειται και η μαζικότητα των αυτοκτονιών, που ακολουθούν ως μαύρη σκιά, την μεταμνημονιακή Ελλάδα από το 2008 μέχρι και σήμερα; Στον αποπνευματικοποιημένο και βαθιά υλιστικό κόσμο που μας άφησέ η γενιά της μεταπολίτευσης, στην χυδαία καθημερινότητα του σκληρότερου προσώπου της ελεύθερης οικονομίας, στην απόλυτη αποστασιοποίησή του εργαζομένου από το παραγόμενο έργο του - εκεί δεν βρίσκεται και η πηγή όλων των πνευματικών και ψυχολογικών μας προβλημάτων; Η πλήρης μεταστροφή του ευρωπαϊκού weltanschauung από τον homo honoricus στον homo economicus, κάνει τον τελευταίο να  μετράει την ελευθερία του με αποκλειστικό γνώμονα το περιεχόμενο του τραπεζικού του λογαριασμού.

 Ο Παντελής της ταινίας  -με το όνομά του να αποτελεί, προφανώς, νύξη στον γνωστό «κυρ Παντελή»- είναι ο άνθρωπος των καιρών μας. Ο άνθρωπος όπου αίφνης αποκτά χρήματα, αποκτά και αξιοπρέπεια - αλλά ούτε δευτερόλεπτο πριν! Ο πρωταγωνιστής δεν είχε το θάρρος να τοποθετηθεί εναντίον της πεθεράς του. Ούτε να αποχωρήσει από την έγγαμη συμβίωση του, επειδή ένιωθε ότι δεν τον σέβεται η γυναίκα του. Φυσικά, ούτε να μην συμπεριφέρεται νευρωτικά και φοβικά με ό,τι καταπιάνεται. Ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο αποχωρεί από την καθημερινότητα της οικογένειας του είναι απολύτως δειλός. Δεν παίρνει τα χρήματα του εφάπαξ και πηγαίνοντας σπίτι του για να οργανώσει με την οικογένειά του ως συγκροτημένο συλλογικό κοινωνικό κύτταρο την διαχείριση της νέας του ζωής, αλλά φεύγει – σαν τον κλέφτη – πάνω σε ένα μηχανάκι, αναζητώντας μια «μεγάλη ζωή». Ακριβά εστιατόρια, σύναψη εφήμερων ερωτικών σχέσεων με άγνωστες όμορφες γυναίκες, οι οποίες μάλιστα δεν έλκονται από την πρόσβαση του σε χρήματα –μέχρι και μοντέλο ρούχων του Λάκη Γαβαλά γίνεται ο πρωταγωνιστής μας, με έναν από τους άνδρες μόδιστρους να τον αποκαλεί «παίδαρο».

Και όλα αυτά συμβαίνουν σε έναν άνθρωπο με την εξωτερική εμφάνιση του ηθοποιού, Πέτρου Φιλιππίδη! Αυτό είναι που με έβαλε σε ακόμη περισσότερες σκέψεις, καθώς βλέποντας την ταινία κατάλαβα το κοινό στο οποίο απευθύνεται, όπως και τον ηθικό άξονά της. Ο οποίος δεν είναι άλλος από αυτόν της ανευθυνότητας! Ανευθυνότητα, σε συνδυασμό με μπόλικα ποσοστά δειλίας και παλιμπαιδισμούς. Αυτά αποτελούν τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων που θα μπορούσαν να καθρεπτιστούν στον κεντρικό μας πρωταγωνιστή. Αυτά αποτελούσαν τελικά, και ακόμη αποτελούν, τα όνειρα του μέσου Έλληνα – και όχι μόνο. Τον Παντελή δεν τον ενδιέφερε ότι τον ταπείνωναν, σε καθημερινή βάση, οι κοντινότεροί του άνθρωποι - οι οποίοι στην πραγματικότητα θα έπρεπε να λειτουργούν ως γλυκά λιμάνια ξεκούρασης. Ούτε φυσικά τον ενδιέφερε να δει την δουλειά του με μία άλλη ματιά. Καθώς, το να αποτελεί κάποιος αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής «εργατιάς» στην πραγματικότητα δείχνει έναν άνθρωπο που δεν πτοείται από τον σωματικό μόχθο και δεν «φοβάται το μεροκάματο», όπως έλεγαν οι παλαιότεροι. Απεναντίας, το μοναδικό πράγμα το οποίο τον ενδιέφερε τελικά ήταν η πρόσβασή του στον «καταναλωτικό πολιτισμό» της χυδαίας α-κοινωνίας μας, και τίποτα παραπάνω.


Η ταινία, ίσως, να μπορούσε να περάσει ένα (κάποιο) μήνυμα και να έκανε την μεγάλη διαφορά στο τέλος. Ίσως, ο σκηνοθέτης να μπορούσε να «σώσει» την αξιοπρέπεια του πρωταγωνιστή μας με την επανατοποθέτησή του εντός του οικογενειακού του κέντρου. Με τον ίδιο να αναλαμβάνει τα ηνία της ζωής του, να γίνεται διεκδικητικός και να «πρωταγωνιστεί» εντός της καθημερινότητάς του.  Αλλά, κάτι τέτοιο θα τον καθιστούσε αξιοπρεπή - και όπως πολύ καλά γνωρίζουμε- η αξιοπρέπεια αποτελεί μία άγνωστη έννοια εντός του πλαισίου της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας. Απεναντίας, ο πρωταγωνιστής μας, αποφασίζει να «τακτοποιήσει» οικονομικά την κόρη του, με το πρόγραμμα «Ζωής» γνωστής τράπεζας – πώς να το κάνουμε κύριοι του Ριζοσπάστη, δεν γίνεται να φιγουράρουν διαφημίσεις τραπεζών μόνον εντός των εφημερίδων σας, υπάρχει και ο μεταμοντέρνος ελλαδικός κινηματογράφος που έχει τις ίδιες ανάγκες καπιταλιστικού κεφαλαίου – καθώς, όπως γνωρίζουμε, τα «παιδιά χρειάζονται χρήματα» και όχι αξιόλογες και αξιοπρεπείς παρουσίες εντός της καθημερινότητάς τους· με τον ίδιο, τελικά, να φεύγει σε ένα ελληνικό νησί για «μόνιμες» διακοπές με την Βάσω με την οποία είναι και ερωτευμένος.

Τελικά, η ταινία «Εφάπαξ» εμπεριέχει όλη την πνευματική παρακμή της Ελλάδας της δεκαετίας του ’90. Της «αρχής του τέλους» όπως την αφηγούνται οι παλιότεροι. Την έναρξη της απόλυτης ατομοκεντρικότητας και της καπιταλιστικής παλιανθρωπιάς. Της δεκαετίας όπου οι πομπώδεις εμφανίσεις και τα μεγάλα λόγια ξεκίνησαν να υποκαθιστούν την ουσία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι αυτή η ταινία γυρίστηκε το 2001. Το παραπάνω δείχνει ότι οι βάσεις της σημερινής μας, απόλυτης, παρακμής είχαν μπει τουλάχιστον μια δεκαετία νωρίτερα, με την μετά-μνημονίων εποχή να έρχεται για να καταστρέψει μία για πάντα το αμερικανικό «όνειρο», όπως και την πολύπαθη Ελλάδα, με τους Έλληνες - ανεξαρτήτου ηλικίας – να προτιμούν, κυριολεκτικά, να πεθάνουν (!!) παρά να μην μπορούν να «καταναλώσουν», κατά τα πρότυπα των δυτικών «συμμάχων» μας. Η ταινία, τελικά, αξίζει να ιδωθεί περισσότερο ως θρίλερ και λιγότερο ως κωμωδία. Με κεντρικό θύμα της ιστορίας μας, την πάλαι ποτέ αξιοπρέπεια του Έλληνα πατέρα και συζύγου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: