Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. τιμά αυτόνομα την μνήμη του Ίωνος Δραγούμη

Η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. τιμά σταθερά και αυτόνομα εδώ και χρόνια την μνήμη του Ίωνος Δραγούμη. Μακριά από αστείες περσόνες και πολιτικούς δορυφόρους της Δεξιάς, που καπηλεύονται την μνήμη του επί σειρά δεκαετιών, κλιμάκιο της Λέσχης μας παραβρέθηκε αυτόνομα στο μνημείο του Ίωνος, την Παρασκευή 31 Ιουλίου, προκειμένου να τιμήσει την μνήμη του. Στην σύντομη ομιλία του Σταμάτη εξετάστηκε η απόπειρα μείωσης της ιστορικής σημασίας του Δραγούμη ως πολιτικού και, κυρίως, ως διανοητή των εθνικιστικών ιδεών, που πραγματοποιείται από διάφορους κύκλους πολιτικών παρασίτων που δρουν επί χρόνια εντός του εθνικιστικού χώρου. Όπως είπε ο Σταμάτης είναι δυο τα περιβάλλοντα που αλλοιώνουν το περιεχόμενο της σκέψης του Ίωνος.



Το πρώτο από αυτά έχει πολύχρονη παρουσία στον χώρο. Συγκροτείται από ένα δίκτυο βιβλιοπωλών, μικρών οργανώσεων και κομματιδίων της Δεξιάς, που κινούνται λίγο πέρα από το δεξιό άκρο της Νέας Δημοκρατίας αλλά και σε συνεχή διάλογο μαζί του. Πρόκειται για ένα σύνολο κωμικοτραγικών περιπτώσεων, που δρουν συλλογικά ως μαξιλάρι απορρόφησης των κραδασμών της Δεξιάς. Ένα μαξιλάρι που συγκεντρώνει απογοητευμένους νεοδημοκράτες και ημισυντηρητικούς πολιτικά ημιμαθείς για τους οποίους το σύστημα εξουσίας φροντίζει να παραμείνουν εντός της Δεξιάς όταν η Νέα Δημοκρατία τους απογοητεύει, με απώτερο σκοπό να μην στηρίξουν ποτέ ένα κανονικό εθνικιστικό κίνημα.

Η αφήγηση αυτών των κύκλων θέλει τον Δραγούμη να ήταν κεντρικός διαμορφωτής ενός ιδεολογικο-πολιτικού πλαισίου, το οποίο υποτίθεται ότι εκφράζει έναν αποκλειστικά ελληνικό εθνικισμό. Με καταβολές σε περσόνες τύπου Μπαλτάκου και Δάκογλου, αυτή η ανοησία ταξιδεύει από την δεκαετία του ’70 μέχρι σήμερα στα κούφια κεφάλια ορισμένων Δεξιών. Προφανώς ως θέση είναι μια γελοιότητα. Δεν υπάρχει κανένας «αποκλειστικά ελληνικός εθνικισμός». Υπάρχει ο ρομαντικός εθνικισμός ως πανευρωπαϊκό (και όχι μόνο) φαινόμενο, με κοινές θεμελιώδεις αρχές, το οποίο εμφανίζεται σε κάθε χώρα έχοντας τα ιδιαίτερά της γνωρίσματα. Ο Δραγούμης ήταν ένας διανοητής που μυήθηκε στον εθνικισμό από τον Μπαρρές. Ο Μπαρρές είχε υιοθετήσει τις κεντρικές παραδοχές του αντιδιαφωτιστικού ρομαντικού εθνικισμού (με πιο επιρροές από τον γερμανικό και τον γαλλικό Ρομαντισμό). Ο Δραγούμης αποτέλεσε έναν από τους πλέον χαρακτηριστικούς Έλληνες εκφραστές του πανευρωπαϊκού νεορομαντικού εθνικιστικού ρεύματος της λεγόμενης γενιάς του 1890. Διάβασε τον Μπαρρές, διάβασε τον Ράσκιν, διάβασε τον Νίτσε (λανθασμένα, όπως όλη η γενιά του 1890) σαν να ήταν ο Καρλάιλ. Μια απλή ανάγνωση των ημερολογίων του Δραγούμη καταδεικνύει ότι όλες οι επιρροές του που τον έκαναν εθνικιστή ήταν προερχόμενες από διανοητές άλλων χωρών. Μάλιστα, τους προγενέστερους Έλληνες ρομαντικούς εθνικιστές, όπως τον Παπαρρηγόπουλο και τον Γρηγόριο Παπαδόπουλο, τους μνημόνευσε πολύ αργότερα στην δεκαετία του 1910.

Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση για το αν και κατά πόσο επηρεάστηκε ο Δραγούμης από μη Έλληνες διανοητές, προκειμένου να συγκροτήσει την σκέψη του ως διανοητής της εθνικιστικής ιδεολογίας. Απλώς, οι ανόητοι της Δεξιάς πρέπει να καταλάβουν ότι το να τίθεται ως πολιτικός στόχος του εθνικιστικού κινήματος από τον Δραγούμη η εθνική ανεξαρτησία και η απόκρουση της πολιτισμικής αποικιοποίησης της χώρας μας από τις δυτικές ισχυρές χώρες δεν σημαίνει ότι η συγκρότηση της σκέψης του πραγματοποιήθηκε μόνο από ελληνικές επιρροές ή ότι η εθνικιστική πολιτική του πρόταση ήταν «αποκλειστικά ελληνική». Σε κάθε χώρα ίδιες ήταν, είναι και θα είναι οι θεμελιώδεις αρχές των εθνικιστικών ιδεών και απλώς προσαρμόζονται στην εκάστοτε εθνική ιδιομορφία από τους διανοητές που τις επεξεργάζονται και από τα κινήματα που τις εκφράζουν.  

Οι υποστηρικτές του υποτιθέμενα «αποκλειστικά ελληνικού εθνικισμού» του Δραγούμη είναι πολιτικά καθυστερημένοι. Και με τους καθυστερημένους είναι δύσκολο να συμπεράνει κανείς αν όντως πιστεύουν αυτά που λένε, αν τα λένε επειδή φοβούνται μήπως τους πουν «φασίστες» ή αν λένε τις ανοησίες τους συνειδητά για να κάνουν την βρώμικη δουλειά της Δεξιάς κατά του εθνικιστικού χώρου. Όπως και να έχει το συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει κανένας «αποκλειστικά ελληνικός εθνικισμός». Υπάρχει το φαινόμενο του εθνικισμού που είναι υπαρκτό σε όλες τις χώρες της Ευρώπης (και όχι μόνο) και τα ιδεολογικό του υπόβαθρο βασίζεται σε ορισμένες κοινές θεμελιώδεις αρχές που πηγάζουν από την πολιτική θεωρία της αντιδιαφωτιστικής πτυχής του Ρομαντισμού. 


Συνεχίζοντας ο Σταμάτης τόνισε ότι ο δεύτερος πόλος, απαρτιζόμενος από υπανθρώπους που κινούνται εντός του εθνικιστικού χώρου και επιχειρούν να σκυλέψουν την μνήμη του Δραγούμη, αποτελεί ένα μίγμα ψευτοχιτλερικών και εβραιοαμερικανόφιλων ακροδεξιών. Το «αντιδραγουμικό» επιχείρημα των καρνάβαλων αυτών θέλει τον Ίωνα να ήταν εθνικιστής μέχρι το τέλος του Μακεδονικού Αγώνα αλλά κομμουνιστής από ένα σημείο της δεκαετίας του 1910 κι έπειτα, υποστηρικτής της ένωσης της Ελλάδας με την Οθωμανική Τουρκία και λάτρης του πολυφυλετισμού. Οι εν λόγω τύποι συμπληρώνουν τις παραπάνω προβοκατόρικες γελοιότητες υποστηρίζοντας, εμμέσως πλην σαφώς, ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος και οι Φιλελεύθεροι ήταν στην «σωστή πλευρά της ιστορίας». Το μόνο που τους απομένει είναι να χειροκροτήσουν δημοσίως το Μητσοτακέϊκο ώστε να αποδείξουν πόσο δίκιο έχουμε όσοι τους αποκαλούμε γκαρσόνια, εστιάτορες και σερβιτόρους των μενού της Νέας Δημοκρατίας στον εθνικιστικό χώρο. Δεν είναι εμφανές ποιοι ακριβώς κινούν τα νήματα αυτού του σκιώδους παραπολιτικού υπονόμου αλλά τα εμφανή σημεία αναφοράς όσων τον συγκροτούν αποτελούν ο πρώην υπαρχηγός της Χρυσής Αυγής Περίανδρος Ανδρουτσόπουλος, καθώς και κωμικοτραγικοί τύποι που έγιναν γνωστοί ως αρθρογράφοι της εβραιόφιλης και αμερικανόφιλης φυλλάδας Στόχος.

Το πρώτο επιχείρημα των εν λόγω τύπων είναι ότι ο Δραγούμης υπήρξε εθνικιστής μέχρι το 1913-14 ενώ μετά απομακρύνθηκε από τις εθνικιστικές ιδέες για να φλερτάρει με τον κομμουνισμό. Προφανώς, για να στηρίξουν αυτή την ανοησία, καταφεύγουν στην γνωστή μέθοδο που δίδαξε καρναβαλικής υπόστασης συντάκτης του Στόχου, η οποία μέθοδος έγκειται στην αποκοπή και αλλοίωση νοήματος σημειώσεων από τα ημερολόγια του Δραγούμη. Έχει ενδιαφέρον ότι η πιο γνωστή απόπειρα να στηριχτεί αυτή η θέση δεν έγινε από τα νεοδημοκρατικά ρετάλια του Στόχου αλλά από σοβαρό ακαδημαϊκό που αρθρογραφούσε στην Εφημερίδα των Συντακτών. Ας δούμε αναλυτικά το συγκεκριμένο επιχείρημα ανατρέχοντας στη διδακτορική διατριβή του Σταμάτη.

Σύμφωνα με τον Παρασκευά Ματάλα, το ξεθύμασμα του έθνους στην σκέψη του Δραγούμη συνδέθηκε με την παράλληλη αμφισβήτηση της αριστοκρατικής νοοτροπίας που εκφραζόταν από τον μπαρρεσικό εγωτισμό και τη νιτσεϊκή βούληση για ισχύ, η οποία έδωσε την θέση της σε μια αυξημένη ευαισθησία για τους ταπεινούς ανθρώπους.[1] Κοντά σε αυτά, στην αναθεώρηση απόψεων του Δραγούμη, συνέβαλαν, σύμφωνα με τον Ματάλα, η αντίθεση στον παρατεταμένο πόλεμο, ο αντιβενιζελισμός και η Ρωσική Επανάσταση που πυροδότησε το ενδιαφέρον του Δραγούμη να γνωρίσει τις σοσιαλιστικές ιδέες και τις λαϊκές τάξεις.[2] Οι παρατηρήσεις του Ματάλα είναι ορθές. Προκύπτει, ωστόσο, το ερώτημα αν όλα τα παραπάνω βρίσκονται πέρα από τον ρομαντικό εθνικισμό και αν σηματοδοτούν μια αναγκαστική ρήξη με τις ιδέες του. Η απάντηση είναι, προφανώς, όχι.

Ο Ματάλας στηρίζει το επιχείρημα της απομάκρυνσης του Δραγούμη από τον ρομαντικό εθνικισμό με μια σειρά από ημερολογιακές εγγραφές στις οποίες ο Δραγούμης, κατά τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του, έδειξε φιλικός προς τις σοσιαλιστικές ιδέες, τα εργατικά στρώματα της κοινωνίας, την Ρωσική Επανάσταση και αντίθετος στον ιμπεριαλισμό. Θεωρώντας αυτονόητο ότι όλα αυτά στέκονται απέναντι στον ρομαντικό εθνικισμό, ο Ματάλας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Δραγούμης είχε απομακρυνθεί από τις παλαιότερες εθνικιστικές του θέσεις.[3] Όμως, δεν φαίνεται να ισχύει κάτι τέτοιο. Δεν είναι υποχρεωτικό η έμφαση στον σοσιαλισμό, η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό και η συμπάθεια προς την εργατική τάξη να σηματοδοτούν αντίθεση με τον εθνικισμό. Αρκετοί ήταν οι ρομαντικοί διανοητές, πριν και μετά τον Δραγούμη, που υιοθετούσαν σοσιαλιστικές ιδέες και ταυτόχρονα ήταν εθνικιστές. Μετά τον θάνατο του Δραγούμη υπήρξαν, επίσης, ρομαντικοί εθνικιστές που πρότειναν την συνεργασία της χώρας τους με την Σοβιετική Ένωση, όπως για παράδειγμα οι Γερμανοί «συντηρητικοί επαναστάτες».

Η ημερολογιακή εγγραφή που παραθέτει ο Ματάλας για να στηρίξει το επιχείρημά της απομάκρυνσης του Δραγούμη από τον εθνικισμό είναι αυτή της 10ης Φεβρουαρίου 1919.

«Βαρέθηκα όλους τους ιμπεριαλισμούς και τα επιχειρήματά τους, βαρέθηκα όλους τους διπλωμάτες και τη διανοητικότητά τους. Είμαι πιο κοντά στους λαούς και στα αισθήματά τους, είτε εθνικιστικά είτε σοσιαλιστικά. Μ’ αρέσει να θέλουν να κρατήσουν τη διαφορά που ο καθένας αισθάνεται πως έχει από τους άλλους λαούς. Μ’ αρέσει να συλλογίζονται και το ψωμί τους. Είναι αληθινά αισθήματα. Μα μ’ αρέσει και να μη σκοτίζομαι για πάρα πέρα, για ιμπεριαλιστικά σχέδια, μ’ αρέσει η αδελφότητα που αισθάνονται αναμεταξύ τους οι λαοί σαν άνθρωποι, μ’ αρέσει ο γάλλος να βλέπει το γερμανό σαν αδελφό, σαν όμοιό του, σαν άνθρωπο, να βλέπει τη διαφορά του αλλά και να μην τον βρίζει, να μην τον περιφρονεί».[4]

Στο συγκεκριμένο κείμενο ο εθνικισμός δεν έρχεται σε αντιπαράθεση με τον σοσιαλισμό. Αντιθέτως, συνυπάρχουν. Η οικουμενικότητα εξακολουθεί να βασίζεται στην προϋπόθεση των εθνικών διαφορών. Ο ορθολογισμός παραμένει απορριπτέος ως «διπλωματική διανοητικότητα». Όλα είναι σύμφωνα με την πρώτη «θεμελιώδη αρχή» της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού. Είναι, ασφαλώς, σαφής η επιρροή της σοσιαλιστικής παράδοσης στις παραπάνω φράσεις του Δραγούμη που αφορούν την αδελφοσύνη των εθνών. Εκεί μπορεί πράγματι να αναγνωριστεί μια μετατόπιση ύφους σε σχέση με παλαιότερα κείμενά του.[5] Αλλά δεν μπορεί να αποφανθεί κανείς ότι ισχύει το ίδιο και για τον ρομαντικό εθνικισμό, ο οποίος παρέμεινε κεντρικός άξονας της πολιτικής του σκέψης μέχρι το τέλος. Είτε τον υπερασπιζόταν σε νεανικά του κείμενα μέσα από επιθετική και υποτιμητική για τους εθνικούς αντιπάλους φρασεολογία, είτε τον πρόκρινε -ήδη από το πρώτο μισό της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα- ως προϋπόθεση της καλύτερης δυνατής οικουμενικής συμβίωσης των λαών. 

Σε αυτή την άποψη συνηγορούν και οι μεταγενέστερες ημερολογιακές εγγραφές του Δραγούμη. Χαρακτηριστική είναι αυτή της 18ης Μαρτίου 1919. Στην οποία ο Δραγούμης, έχοντας αρχίσει να επεξεργάζεται και να ενσωματώνει σοσιαλιστικές ιδέες στην σκέψη του, αποφάνθηκε ότι «όποιος δεν αγαπά την πατρίδα του δεν μπορεί να αγαπά αληθινά την ανθρωπότητα. […] Εύκολο είναι να πεις· «εγώ αγαπώ την ανθρωπότητα, εγώ είμαι πρώτα άνθρωπος και έπειτα γάλλος ή Έλληνας». Αλλά βαθύτερο είναι να αισθανθείς ότι είσαι πρώτα Γάλλος ή Έλληνας και έπειτα άνθρωπος».[6] Το συμπέρασμα του Δραγούμη ήταν ξεκάθαρο.

«Από στενός πατριώτης, γίνομαι εθνικιστής, με τη συνείδηση του έθνους μου και όλων των άλλων εθνών, και χαίρομαι που υπάρχουν αυτές οι διαφορές, που με τις αντιθέσεις τους, με τις αντιλήψεις τους, υψόνουν την ανθρώπινη συνείδηση και ενέργεια.

Από άτομο γίνομαι άνθρωπος».[7]

Τα περισσότερα από τα άρθρα που έγραψε ο Δραγούμης όταν επέστρεψε από την εξορία αφορούσαν την επικαιρότητα υπό την οπτική του αντιβενιζελισμού. Ωστόσο, μολονότι δεν περιελάμβαναν θεωρητικές αναλύσεις, είναι και σε αυτά τα άρθρα η πίστη του Δραγούμη στην ιδεολογία του ρομαντικού εθνικισμού εμφανής. Στο άρθρο που έγραψε για την εφημερίδα Πολιτεία, την 10η Ιανουαρίου 1920, ο Δραγούμης ανέφερε ότι για τους λαούς που υπέφεραν από τον αγγλικό ιμπεριαλισμό ο μπολσεβικισμός γινόταν αντιληπτός ως αγώνας για την εθνική ανεξαρτησία.[8] Είναι ενδεικτικό ότι ακόμη και στο τελευταίο άρθρο που έγραψε στην Καθημερινή, λίγες μέρες πριν την δολοφονία του, αποκάλεσε τον Βενιζέλο «ψευδοεθνικιστή». Υπογράμμισε, δηλαδή, ότι εκείνος και οι συνεργάτες του ήταν οι γνήσιοι εκφραστές της εθνικιστικής ιδεολογίας στην Ελλάδα και ότι ο Βενιζέλος δεν θα μπορούσε να είναι τέτοιος. Σύμφωνα με τον Δραγούμη, όταν ο Βενιζέλος ήταν ακόμη στην Κρήτη ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων εργαζόταν σιωπηλά προετοιμάζοντας το έδαφος για την απελευθέρωση ελληνικών πληθυσμών, «από του 1903 εις την Μακεδονίαν, από του 1906 εις την Θράκην και την Ήπειρον, από του 1908 εις την Πόλιν και εις όλην την τότε Τουρκία».[9] Ενώ ο Βενιζέλος «τώρα δε όπου ηναγκάσθη να αναγνωρίσει την αξίαν των εθνικών διεκδικήσεων, ο νεοφώτιστος αυτός ψευδοεθνικιστής, νομίζει ότι ανακάλυψε κάτι νέον».[10] Ο Βενιζέλος, κατά τον Δραγούμη, ασφαλώς και δεν ήταν εθνικιστής. Ήταν ένας πολιτικός απατεώνας που καρπωνόταν καιροσκοπικά, για λόγους επικοινωνιακής σκοπιμότητας, την εργασία των αληθινών εθνικιστών.

Ένα ακόμη σημείο του δραγουμικού έργου στο οποίο συνεχίζει την σχετική συζήτηση ο Ματάλας αποτελεί το άρθρο «Πόλεμος». Το συγκεκριμένο άρθρο φέρει την ημερομηνία 28 Δεκεμβρίου 1912 και προοριζόταν να δημοσιευθεί στο περιοδικό Γράμματα Αλεξάνδρειας. Ωστόσο, για αδιευκρίνιστους λόγους, τελικά δεν δημοσιεύθηκε.[11] Έμεινε ξεχασμένο μέχρι τον Οκτώβριο του 2018, όταν ο Ματάλας έγραψε για την Εφημερίδα των Συντακτών ένα άρθρο προβληματισμού για την ενδεχόμενη μεταστροφή στις αντιλήψεις του Δραγούμη.[12] Σύμφωνα με τον Ματάλα το άρθρο «Πόλεμος» συνιστά τομή στην σκέψη του Δραγούμη, γιατί σηματοδοτεί το πέρασμά του από την φιλοπόλεμη ρομαντική ρητορική σε μια σταδιακή αντιπολεμική αντίληψη.

Αν και οι παρατηρήσεις του Ματάλα είναι ενδιαφέρουσες δύσκολα μπορούμε να ανιχνεύσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο μια αντιπολεμική στάση του Δραγούμη. Εκείνο που σίγουρα ανιχνεύεται είναι η σύνδεση του πολέμου με την ρομαντική ιδέα του «ξεχωριστού ανθρώπου». Ο Δραγούμης συνέχισε να παραδέχεται ότι ο πόλεμος ήταν μια ψυχική εκγύμναση για τον άνθρωπο. Με τυπικά νεορομαντική φρασεολογία, έγραψε τα εξής

«[…] για μένα πιο ωραίο πράμα δεν υπάρχει παρά να πηγαίνεις στον πόλεμο γερός, γεμάτος υγεία, να περνάς «άτρωτος» από μέσα από τη φωτιά και απ’ όλες τις κακοπάθειες, και να γυρίζεις πίσω στο χωριό σου, πάλι γερός και όμορφος και ατσαλένιος, χωρίς να έχεις αρρωστήσει μια ώρα στο δρόμο, χωρίς να έχεις πληγωθεί, χωρίς να έχεις λυγίσει, χωρίς ούτε μια στιγμή να έχεις χάσει την καθάρια σου την σκέψη. Έχεις γίνει πιο δυνατός και πολύξερος και έχεις ματώσει. Ωραίος είναι ο πόλεμος!»[13]

Όσον αφορά τους στρατιώτες που συμμετείχαν στις μάχες, ο Δραγούμης εκτίμησε ότι  «οι ίδιοι αυτοί που πήραν τούτα τα χώματα […] θα γεννήσουν την αλλοιώτικη γενιά, και το Ελληνικό Βασίλειο θα ξαναχυθεί σε αλλοιώτικο καλούπι».[14] Ο «νέος άνθρωπος» που γεννιέται από τον πόλεμο, ως πρότυπο και ως ιστορική στόχευση του νεορομαντικού διανοητικού κινήματος της γενιάς του 1890, είναι εμφανής κάτω από αυτές τις αράδες. Η επιθυμία για την δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου αποτέλεσε βασικό γνώρισμα και στόχο των νεορομαντικών της γενιάς του 1890.[15] Ο «νέος άνθρωπος», ως όραμα της νεορομαντικής γενιάς του 1890, απλώθηκε, σύμφωνα με την Κλεοπάτρα Λεονταρίτου σε όλο τον ευρωπαϊκό χώρο, «μεταμφιεσμένος στον ίδιο μυστικισμό, βιταλισμό, νεοεξελιχτισμό, φασισμό, ναζισμό, νεοχριστιανισμό, φιλοσοφικό αισθητισμό και ένα σωρό άλλες […] ματιές που έχουν για πολιτισμικό στόχο τον «νέο άνθρωπο».[16]

Ο Δραγούμης στο συγκεκριμένο άρθρο σημείωσε, με καυστικό τρόπο, ότι στρατιώτες -και ιδίως πολλοί αξιωματικοί- δεν στάθηκαν ως προσωπικότητες στο απαιτούμενο ηθικό ύψος. Άλλοι δείλιασαν και άλλοι επιδόθηκαν σε πλιάτσικο. Βίωσαν μεν την ανώτερη -σύμφωνα με την ρομαντική ερμηνεία- πραγματικότητα του πολέμου. Όμως το έκαναν όχι συνειδητά, μα επειδή εξαναγκάστηκαν όταν άρχισε να «βουίζει το κανόνι».[17] Τότε και οι δειλοί ακολούθησαν «τη γενική φόρα»[18] γιατί «ο στρατός σαν ένα κορμί τραντάζεται»[19] σε συνθήκες μάχης. Έτσι ο Δραγούμης διερωτήθηκε ποιοι είναι τελικά οι ήρωες. «Εκείνοι που πολεμούν αντρεία ή και σκοτώνονται στον πόλεμο; Εκείνοι που χωρίς να είναι πόλεμος […] εκθέτουν τη ζωή τους σε κίνδυνο; Ή εκείνοι που αψηφούν την κατακραυγή της κοινωνίας ή την μπουρζουαζική κρίση της και στις πράξες, μα προπάντων στις ιδέες;»[20]

Το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο Δραγούμης ήταν ότι οι λιγότερο ήρωες είναι οι στρατιώτες. Γιατί «όλο το βάρος της κοινωνίας τους σπρώχνει να πολεμήσουν αντρεία και να σκοτωθούν».[21] Αντιθέτως, υποστήριξε ότι «ίσως οι πιο αντρείοι νάναι όσοι αψηφούν την κοινωνία και τους αμείλικτους στενούς της νόμους […] οι άνθρωποι με πρωτοβουλία μεγάλη και με ενθουσιασμό ανεξάντλητο και με ανεξαρτησία- οι ελεύθεροι άνθρωποι- […]».[22] Για να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα που μοιάζει να είναι παρμένο από την θεωρία περί «ηρώων» του Καρλάιλ. «Ήρωες είναι ο Γαλιλαίος, ο Βρούτος, ο Σωκράτης, ο Χριστός, ο Ουάιλδ, ο Βύρωνας, ο Νίτσε».[23] Ο «ήρωας» δεν είναι απλά ένας στρατιώτης, που υπερβαίνει σε συνθήκες μάχης την μετριότητα της καθημερινής υλικής εμπειρίας. «Ήρωας» είναι εκείνος που συγκρούεται με τις κατεστημένες λογικές και διαμορφώνει καίρια την ιστορία με την σκέψη και τις δράσεις του.

«Ξεκίνησα για τον πόλεμο αυτό χωρίς όρεξη καμία»,[24] ομολόγησε στις πρώτες κιόλας σειρές του άρθρου ο Δραγούμης. Ωστόσο αυτό συνέβη όχι γιατί αποκήρυξε την ρομαντική ερμηνεία του πολέμου ως θετικού ιστορικού φαινομένου. Ο Δραγούμης ήταν ενάντια στον πόλεμο πρώτον γιατί θεωρούσε ότι η Βουλγαρία θα κατάφερνε να αποσπάσει εδάφη με ελληνικούς πληθυσμούς και δεύτερον επειδή εκτιμούσε ότι η εμπλοκή της Ελλάδας ήταν βιαστική και ήρθε λόγω προσωπικών επιλογών του Βενιζέλου. «Δεν ήταν λαϊκός πόλεμος αυτός, ήταν πολιτικός»,[25] έγραψε εξηγώντας την στάση του.

Μάλιστα, δεν παρέλειψε να αποκηρύξει με έναν χαρακτηριστικό ρομαντικό αφορισμό, ακόμη και την στάση των μοναρχικών αξιωματικών την οποία θεωρούσε συμβιβασμένα  ορθολογιστική. Όταν οι αξιωματικοί του Επιτελείου τον ρώτησαν αν πίστευε εξαρχής ότι ο ελληνικός στρατός θα κατάφερνε τέτοιες νίκες, ο Δραγούμης απάντησε «όχι, ομολογώ πως πίστευα περισσότερα».[26] Και όταν του αποκρίνονταν ότι ήταν πολύ απαιτητικός, εκείνος τους απαντούσε «και σας, σας λείπει η φαντασία».[27]

Τα παραπάνω είναι δύσκολο να αναγνωστούν ως απαρχή μιας υποτιθέμενης αντιπολεμικής ιδεολογικής μετατόπισης του Ίωνος Δραγούμη προς τον κομμουνισμό. Η όποια επιφύλαξη προς το πολεμικό γεγονός του Α Βαλκανικού Πολέμου είχε να κάνει με την έλλειψη εμπιστοσύνης του Δραγούμη στον Βενιζέλο και με το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου ήταν αντίθετη με εκείνη που πρόκρινε ο Δραγούμης. Η αμφίλογη ερμηνεία του πολέμου, από την μια με θετικό πρόσημο λόγω της ψυχικής κάθαρσης την οποία οι ρομαντικοί θεωρούν ότι προσφέρει, και από την άλλη με αρνητικό πρόσημο όταν ο πόλεμος δεν ξεσπά έπειτα από λαϊκό ξεσηκωμό μα γίνεται για να εξυπηρετηθούν υλικά συμφέροντα της αστικής τάξης, δεν ήταν πρωτοτυπία ή προσωπική αντίφαση του Ίωνος Δραγούμη. Σύμφωνα με τον Παναγιώτη Κονδύλη αυτή ήταν ιστορικά η στάση των συντηρητικών διανοητών για τον πόλεμο που κληρονόμησε ο Ρομαντισμός.[28]

Επιστρέφοντας στους σερβιτόρους της Νέας Δημοκρατίας με το εθνικοσοσιαλιστικό προσωπείο και στους ανόητους που τους ακολουθούν, θα διαπιστώσουμε ότι το δεύτερο επιχείρημά τους για τον Δραγούμη είναι άμεσα συνδεδεμένο με το πρώτο. Σύμφωνα με αυτό ο Δραγούμης υποτίθεται ότι ήταν υποστηρικτής μιας ένωσης της Ελλάδας με το Οθωμανικό κράτος και εκφραστής του Ελληνοθωμανισμού. Ας θυμίσουμε, λοιπόν, για μια ακόμη φορά σε αυτούς τους τύπους ότι ο Ελληνοθωμανισμός ήταν η τρίτη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας (που σύμφωνα με τα λεγόμενά των γκαρσονιών τάχα προσπάθησε να εκπληρώσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος).


Η Μεγάλη Ιδέα γνώρισε τρεις διαδοχικές φάσεις. Η κύρια εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας άρχισε να διαμορφώνεται ήδη από την δεκαετία του 1830 και αποκρυσταλλώθηκε κατά την δεκαετία του 1850. Η πρώτη και βασική εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας ήταν αυτή της «ελληνικής αυτοκρατορίας». Στόχος της εκδοχής αυτής ήταν η συγκρότηση μιας νέας ελληνικής αυτοκρατορίας, πρωτεύουσα της οποίας θα γινόταν και πάλι η Κωνσταντινούπολη. Η νέα ελληνική αυτοκρατορία θα συμπεριλάμβανε κι άλλους βαλκανικούς λαούς, αλλά την πολιτική κυριαρχία θα είχε το «μείζον έθνος» των Ελλήνων.[29]

Το αίτημα για την εγκαθίδρυση μιας «ελληνικής αυτοκρατορίας» άγγιξε το απόγειο της δημοτικότητάς του κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853-1856). Ο Όθωνας προσπάθησε να πολιτευτεί βασιζόμενος στο εν λόγω αίτημα και επιχείρησε να κρατήσει μια στάση ουδετερότητας που ευνοούσε την Ρωσία. Παράλληλα, στήριξε απελευθερωτικές προσπάθειες ελληνικών αντάρτικων σωμάτων, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν σε περιοχές της συνοριακής μεθορίου με την Τουρκία. Αυτές οι πολιτικές επιλογές του Όθωνα αποτέλεσαν την αφορμή ώστε να εισβάλει το αγγλογαλλικό ναυτικό στον Πειραιά, τον Μάιο του 1854, και να κρατήσει υπό κατοχή την Αθήνα για τρία χρόνια.

Η κατοχή της Αθήνας και η αδυναμία της Ρωσίας να επιβληθεί στα πεδία των μαχών ενταφίασε το όραμα της «ελληνικής αυτοκρατορίας». Επίσης, η Συνθήκη των Παρισίων του 1856 στέρησε από την Ρωσία την ιδιότητα του προστάτη των χριστιανικών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έκτοτε η Ρωσία έχασε σημαντικό μέρος της γεωπολιτικής της επιρροής στην Ελλάδα. Προκειμένου να διατηρήσει την γεωπολιτική της επαφή με την περιοχή των Βαλκανίων, η Ρωσία υιοθέτησε στην εξωτερική της πολιτική το δόγμα του πανσλαβισμού. Το ελληνικό κράτος πέρασε, σχεδόν εξολοκλήρου, στην γεωπολιτική σφαίρα επιρροής της Αγγλίας.

Σε αυτό το ιστορικό περιβάλλον διαμορφώθηκε η δεύτερη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας κατά την δεκαετία του 1860. Ήταν η εκδοχή της «προσάρτησης εδαφών». Στην δεκαετία του 1860 στην Ελλάδα είχε γίνει αντιληπτό ότι το μικρό ελληνικό βασίλειο δεν μπορούσε να αντιπαρατεθεί στρατιωτικά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να πετύχει την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Η λογική της «προσάρτησης εδαφών» συνοψιζόταν στην συμφωνία της Ελλάδος με τις δυτικές χώρες ότι δεν θα απειλούσε την συνολική ακεραιότητα του οθωμανικού κράτους. Οι διεκδικήσεις της Ελλάδος θα περιορίζονταν σε μικρές περιοχές αλύτρωτων πληθυσμών που βρίσκονταν κοντά στα σύνορα και στην προσμονή ότι αν η χώρα μας έδειχνε ένα καλό πρόσωπο στους Αγλλογάλλους, εκείνοι θα της παραχωρούσαν σταδιακά ορισμένα ελληνικά εδάφη που δεν είχαν απελευθερωθεί.[30] Αρχικά φάνηκε ότι αυτή η εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας μπορεί να συνοδευόταν από επιτυχίες, καθώς οι Βρετανοί παραχώρησαν στην Ελλάδα τα Ιόνια το 1862. Ωστόσο οι προσδοκίες κατέρρευσαν μετά την αποτυχημένη έκβαση της κρητικής επανάστασης (1866-1869).[31]

Ο «ελληνοθωμανισμός» αναπτύχθηκε ως τρίτη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας κατά την δεκαετία του 1870 και βασίστηκε στην ιδέα ότι εφόσον η κατάλυση του οθωμανικού κράτους δεν μπορούσε να γίνει εφικτή με τις δυνάμεις του ελληνικού στρατού, έπρεπε να πραγματοποιηθεί μια ιδιότυπη «άλωση» του οθωμανικού κράτους εκ των έσω. Ο «ελληνοθωμανισμός» πρέσβευε την προώθηση των Ελλήνων ομογενών σε θέσεις κλειδιά της διοίκησης του οθωμανικού κράτους και την συνεχή οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της ελληνικής ομογένειας. Απώτερος στόχος ήταν να απλωθεί μια νευραλγικά σημαντική παρουσία Ελλήνων στους μηχανισμούς του οθωμανικού κράτους ώστε να υπονομευτεί ή και να καταληφθεί εκ των έσω, όπως καταλήφθηκε το βυζαντινό κράτος από τους Ρωμαίους, όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν.

Ο «ελληνοθωμανισμός» δεν είχε ευοίωνες προοπτικές. Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους οι συσχετισμοί στην βαλκανική δεν ήταν ίδιοι με εκείνους των προεπαναστατικών χρόνων. Παρά την οικονομική ισχύ κάποιων ελληνικών κοινοτήτων, οι Έλληνες δεν ήταν πια οι πολιτιστικοί κυρίαρχοι των Βαλκανίων.  Ωστόσο εκείνη που οδήγησε σε οριστική αποτυχία τον «ελληνοθωμανισμό» ήταν η ανάδυση του βουλγαρικού εθνικού κινήματος. Οι Βούλγαροι αναζητούσαν την θεσμική αναγνώριση της δικής τους παρουσίας σε εδάφη που είχαν ελληνικούς πληθυσμούς. Ταυτόχρονα κατευθύνονταν προς την χειραφέτηση από την ελληνική κηδεμονία των χριστιανικών μιλλέτ, την οποία είχε παραχωρήσει η οθωμανική διοίκηση στον ελληνικό παράγοντα και στο Πατριαρχείο. Η Σκοπετέα σημείωσε ότι ενώ πριν την ίδρυση του ελληνικού κράτους υπήρχε η πιθανότητα να επιχειρηθεί μια σταδιακή απόπειρα «που θα προωθούσε και θα ολοκλήρωνε τον εξελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (κράτους και εθνών)»,[32] υπό τις συνθήκες των αρχών της δεκαετίας του 1870 «το νέο ελληνοθωμανικό σχήμα δεν μπορούσε να σημαίνει πολλά περισσότερα από την προοπτική συγκυριαρχίας Ελλήνων και Τούρκων»[33] στο οθωμανικό κράτος.[34]

Τελικά και η τρίτη εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας απέτυχε μετά το ξέσπασμα της βαλκανικής κρίσης ανάμεσα στα σλαβικά έθνη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα της δεκαετίας του 1870, που οδήγησε στην Συνθήκη του Βερολίνου (1878). Η Βουλγαρία ήταν πλέον αυτόνομο πριγκιπάτο ενώ η Σερβία, το Μαυροβούνιο και η Ρουμανία, αναγνωρισμένα διεθνώς, ανεξάρτητα κράτη. Η προοπτική της ελληνικής επικράτησης στα Βαλκάνια όχι μόνο είχε περιοριστεί αλλά και αντιμετώπιζε πλέον νέους κινδύνους συρρίκνωσης.

Τι συμπεραίνουμε από τα παραπάνω; Αυτό που τόνισε ο Σταμάτης στην ομιλία του. Ότι δηλαδή εφόσον τα γκαρσόνια δέχονται ότι ο Δραγούμης ήταν εθνικιστής στην περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα άρα ταυτόχρονα πρέπει να δεχτούν ότι ο Ελληνοθωμανισμός ήταν εκδοχή εθνικισμού. Γιατί πολύ απλά ο Μακεδονικός Αγώνας ήταν η πραγματοποίηση μιας πτυχής του Ελληνοθωμανισμού. Τα αντάρτικα σώματα των Μακεδονομάχων και ο Δραγούμης ως οργανωτής τους δεν αγωνίστηκαν για να προσαρτήσουν την Μακεδονία στο ελληνικό κράτος. Αγωνίζονταν προκειμένου να μην προσαρτήσει την Μακεδονία στο κράτος της η Βουλγαρία και για να μην ιδρύσουν οι Σλάβοι της περιοχής κάποιο ανεξάρτητο σλαβικό («προ-σκοπιανό») κρατίδιο. Ο στόχος του Μακεδονικού Αγώνα ήταν να παραμείνει η περιοχή υπό οθωμανικό έλεγχο μέχρι να βρεθεί ο τρόπος ώστε να προσαρτηθεί στο ελληνικό κράτος. Εφόσον, λοιπόν, οι σερβιτόροι της Δεξιάς με το χιτλερικό προσωπείο δέχονται ως εθνικιστική την δράση του Δραγούμη στον Μακεδονικό Αγώνα σημαίνει ότι δέχονται ως εθνικιστική και την πρακτική εφαρμογή του Ελληνοθωμανισμού σε μία τουλάχιστον περίοδο. Ειδάλλως, υποπίπτουν σε μια από τις διαδοχικές κωμικοτραγικές αντιφάσεις που προϋποθέτει η κοπτοραπτική μέθοδος συρραφής συμπερασμάτων (εμπνεύσεως Χατζηgogo).

Στην ουσία του θέματος, ήδη από το 1904 ο Δραγούμης είχε συνδέσει στην πολιτική του σκέψη αυτό που αντιλαμβανόταν ως «ανατολική ταυτότητα» με την μεσαιωνική παράδοση των Ελλήνων. Η «ανατολική ταυτότητα» προσδιόριζε την ελληνική βυζαντινή παράδοση ως αντίπαλο δέος των ιδεών του δυτικού φιλελευθερισμού. Αυτή η ελληνική «ανατολική» παράδοση, με τις μεσαιωνικές καταβολές, έγινε από τον Δραγούμη νοητή ως ένα πλαίσιο που διαμόρφωνε ηθικά συνεκτικές, συντηρητικές συμπεριφορές. Ως μια βάση που υποστήριζε έναν συμπαγή και οργανικά κοινοτιστικό βίο. Η παράδοση, σύμφωνα με τον Δραγούμη, χτυπήθηκε από τις νεωτερικές ιδέες της δυτικής Ευρώπης που διείσδυσαν στην Ελλάδα, μετά την Επανάσταση του ’21.. Με αποτέλεσμα να τεθεί, τελικά, σε κίνδυνο η ελληνική εθνική ταυτότητα.

Προφανώς και πρόκειται για μια στάση που το διανοητικό της υπόβαθρο είναι αμιγώς ρομαντικό και ευρωπαϊκό. Ασχέτως αν η κεντρική ιδέα, βάσει της οποίας άρχισε να οργανώνει το πολιτικό του κίνημα ο Δραγούμης, στολιζόταν εξωτερικά με ορισμένα ανατολικά στοιχεία τα οποία είχε αφομοιώσει η ελληνική παράδοση από τον μεσαίωνα κι έπειτα. Το ενδιαφέρον για τους πολιτισμούς της Ανατολής, ιδωμένους ως πεδία αμόλυντα από την προοπτική της παγκόσμιας επιβολής του φιλελεύθερου νεωτερικού κανόνα, ήταν γνώρισμα της σκέψης αρκετών επιφανών διανοητών του Ρομαντισμού.[35] Στο πλαίσιο των ζυμώσεων του γερμανικού Ρομαντισμού υπήρξαν εκτενείς μελέτες για τους ανατολικούς πολιτισμούς και τις ανατολικές γλώσσες. Η γλωσσολογία καθιερώθηκε ως επιστήμη με το έργο του Φρειδερίκου φον Σλέγκελ (1772-1829), που έφερε τον τίτλο Über die Sprache und Weisheit der Indier, γράφτηκε το 1808 και αφορούσε τον ινδικό πολιτισμό. Ο Χέρντερ, ο Φραντς Μποπ (1791-1867), ο Φρειδερίκος Ρούκερτ (1788- 1866)[36] και άλλοι Γερμανοί ρομαντικοί μελέτησαν την ινδική, την αραβική και την περσική φιλολογία και μετέφρασαν κείμενα στα γερμανικά. Έμφαση στους ανατολικούς πολιτισμούς δόθηκε από διανοητές του βρετανικού Ρομαντισμού[37] καθώς και από ρομαντικούς διανοητές άλλων χωρών.

Επιπλέον, οι σερβιτόροι της Δεξιάς με το εθνικοσοσιαλιστικό προσωπείο χρεώνουν απόψεις του Σουλιώτη στον Δραγούμη. Ας δούμε, όμως, πώς έχουν τα πράγματα. Ο Σουλιώτης-Νικολαΐδης και ο Δραγούμης δεν υιοθέτησαν την ίδια εκδοχή του «ελληνοθωμανισμού». Ο Δραγούμης μετέφερε στο Όσοι Ζωντανοί κάποιες από τις συζητήσεις και τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους στο θέμα του «ελληνοθωμανισμού». Ξεκινώντας από την επισήμανση ότι οι παλαιότερες εκδοχές της Μεγάλης Ιδέας είχαν διαψευστεί πολλές φορές και είχαν πάψει να συγκινούν την ελληνική κοινή γνώμη, ο Δραγούμης συμπέρανε ότι μόνο ένα νέο ιδανικό θα μπορούσε να απορροφήσει τα απομεινάρια της Μεγάλης Ιδέας. Ο Δραγούμης πρότεινε ως νέο ιδανικό την ένωση της ελληνικής φυλής σε ένα κράτος. Στην ουσία αυτό που είχε κατά νου ο Δραγούμης ήταν μια ανανεωμένη επιβίωση της Μεγάλης Ιδέας.[38]

Ο Σουλιώτης-Νικολαΐδης, από την άλλη, είχε υιοθετήσει μια διαφορετική εκδοχή της συγκεκριμένης ιδέας Όπως έγραψε ο Δραγούμης, ο Σουλιώτης δεν ενδιαφερόταν τόσο για τους Έλληνες ως «ιδιαίτερη φυλή που πρέπει να ζει ξέχωρα από τις άλλες»[39] αλλά οραματιζόταν την «ιδέα ενός ανατολίτικου κράτους».[40] Ο Σουλιώτης-Νικολαΐδης επιθυμούσε ένα μεγάλο κράτος «που να είχε μόνο πυρήνα τους Έλληνες»[41] ενώ ο Δραγούμης διευκρίνισε ότι υπερασπιζόταν «ένα ιδανικό καθαρά εθνικιστικό».[42] Σύμφωνα με τον Δραγούμη, ο Σουλιώτης έβλεπε τους υπηκόους της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σαν άτομα μιας ανάκατης φυλής, που οι μορφές τους έμοιαζαν, που τα συνήθια τους έμοιαζαν, που οι όροι της ζωής τους ήταν απαράλλαχτοι».[43] Ο Σουλιώτης-Νικολαΐδης πίστευε ότι, υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να σχηματιστεί η ένωση των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μια «ανατολική ράτσα».[44]  Όμως, ο Δραγούμης δεν συμμεριζόταν την ιδέα Σουλιώτη κι «έβλεπε κάτι τι μπερδεμένο και αόριστο στις οπτασίες του συντρόφου του».[45] Έγραψε σχετικά με αυτό, «μπορώ να πιστέψω και να εργαστώ για ένα μεγάλο ανατολίτικο κράτος με τους Έλληνες και την Ελλάδα μέσα, μα δεν μπορώ και να μη βλέπω και την αιωνιότητα των διαφορών που χωρίζουν τις φυλές αναμεταξύ τους».[46]  

Λίγο μετά το τέλος του Α Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ το μέλλον του οθωμανικού κράτους ήταν θέμα συζήτησης των νικητών ο Δραγούμης επανέφερε το όραμα του Ελληνοθωμανισμού σε μια εκδοχή συμβατή με τις τότε ιστορικές εξελίξεις. Μακροπρόθεσμο στόχο της εξωτερικής πολιτικής για τον κύκλο των υποστηρικτών του Δραγούμη συνέχισε να αποτελεί το όραμα μιας ομοσπονδίας εθνικών κρατών, που θα σχηματιζόταν στα Βαλκάνια και στην Εγγύς Ανατολή. Μέσα από αυτή την ομοσπονδία θα απλωνόταν η γεωπολιτική και πολιτιστική πρωτιά του ελληνικού στοιχείου σε ολόκληρη την περιοχή. Ο απώτερος στόχος της αναβίωσης μιας ελληνικής αυτοκρατορίας, υπό την μορφή ομοσπονδίας βαλκανικών και ανατολικών κρατών, στρεφόταν κατά του γεωπολιτικού ελέγχου της περιοχής από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας.

Ωστόσο, αυτό που αγνοούν οι σερβιτόροι του πολιτικού μας χώρου είναι ότι το θέμα της συνομοσπονδίας των κρατών της Βαλκανικής είχε ανοίξει ως πρωθυπουργός ο Βενιζέλος. Αυτός που υποτίθεται ότι εκπλήρωνε την Μεγάλη ιδέα. Ο Δραγούμης εξήγησε ότι η ομοσπονδία που πρότεινε ήταν διαφορετική από μια εκδοχή ομοσπονδίας στην οποία συζητούσε την πιθανότητα ένταξης της Ελλάδος ο Βενιζέλος.[47] Η θέση του Δραγούμη για τις ασιατικές επικράτειες του τουρκικού κράτους ήταν ότι όπου υπήρχαν μεγαλύτερες ελληνικές κοινότητες έπρεπε να αυτοδιοικούνται ενώ όπου οι ελληνικές κοινότητες ήταν μικρότερες από τις τουρκικές έπρεπε να υπάρχει ισοπολιτεία στην διοίκηση.[48]

Στο ερώτημα της εμπλοκής ή όχι της Ελλάδος στην μικρασιατική εκστρατεία ο Ίων Δραγούμης κράτησε θετική στάση. Στο άρθρο «Η Κρίσιμος Ώρα» έγραψε ότι αν ήταν «αναγκαίο να παραταθή η στρατιωτική προσπάθεια ολίγον ακόμη, προς εκπλήρωσιν των ανωτέρω σκοπών, και τούτο πρέπει να γίνη, αλλά με ηνωμένας τας δυνάμεις του έθνους».[49] Η προοπτική της επανένταξης σε έναν στρατό ελεγχόμενο από τους βενιζελικούς ήταν ένα αγκάθι για τους στρατιωτικούς αντιβενιζελικών φρονημάτων. Για αυτό ο Δραγούμης έριχνε το βάρος στην κυβέρνηση προκειμένου να αποφάσιζε εκείνη την επαναφορά τους και την παύση των μέτρων έκτακτης ανάγκης που δεν τους επέτρεπαν στους υποστηρικτές της αντιπολίτευσης να λαμβάνουν κρατικά αξιώματα.[50]

Δεν χρειάζεται να γραφτούν πολλά περισσότερα για να διαλυθούν οι προβοκάτσιες των σκουπιδιών της Δεξιάς με το εθνικοσοσιαλιστικό προσωπείο που αφορούν τον Ίωνα. Ο Σταμάτης περιέγραψε συνοπτικά όλα τα παραπάνω στην δράση απότισης τιμής της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. στον Ίωνα. Εκείνο που εξακολουθεί να έχει ενδιαφέρον είναι η συμπληρωματική δράση των δυο υποτιθέμενα αντίπαλων πόλων. Οι υποστηρικτές του «αποκλειστικά ελληνικού εθνικισμού» με τα ψευτοεθνικοσοσιαλιστικά γκαρσόνια αποτελούν δυο πόλους της ίδιας αφήγησης. Υποτίθεται ότι αντιτίθεται ο ένας πόλος στον άλλο. Ωστόσο, αμφότεροι καταλήγουν να στηρίζουν εκδοχές και παραλλαγές της νεοδημοκρατικής Δεξιάς. Οι «αποκλειστικά ελληνικοί» με το να συνδέονται με κάθε θνησιγενές και λαθρόβιο κομματίδιο που υφίσταται (για μικρά χρονικά διαστήματα) δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας, εντός του αστικοφιλελεύθερου (ψευτοπατριωτικού) πεδίου. Οι σερβιτόροι και οι εστιάτορες με το να σκιαγραφούν ερμηνευτικά τον φιλελεύθερο βενιζελισμό αποδίδοντάς του θετικό ιστορικό πρόσημο και πατριωτικό περιεχόμενο. Παρατηρείται, επίσης, η στήριξη της αφήγησης που θέλει το Ισραήλ σύμμαχο της Ελλάδας και το Ισλάμ (γενικά και αόριστα) μοναδικό της εχθρό και από τους δυο υποτιθέμενα αντίθετους πόλους. Δεν μας κάνει εντύπωση αυτό αν αναλογιστούμε ότι «διδάσκαλος» της προβοκάτσιας στα ψευτοεθνικοσοσιαλιστικά γκαρσόνια είναι ο καρναβαλικός δημοσιογράφος του Στόχου, τον οποίο ο κύριος εκφραστής των «αποκλειστικά ελληνικών», ευτραφής και μυστακοφόρος εκδότης, είχε εισαγάγει στον εθνικιστικό χώρο προτείνοντάς τον ως αρθρογράφο της Α1 (κομματικής εφημερίδας του ΛΑΟΣ).

Είδατε πόσο ωραία συνδέονται μεταξύ τους τα δίκτυα της άκρας Δεξιάς; Στο διαδίκτυο μπορεί να βυσσοδομούν κατά αλλήλων. Ως φυσικές παρουσίες, όμως, τα βρίσκουν μια χαρά όταν χρειαστεί. Διαλέγονται σαν κύριοι τα «παιδιά». Για το καλό της παράταξης πάντοτε, βεβαίως βεβαίως. Επειδή, όμως, οι εθνικιστές δεν ανήκουμε στην παράταξη των χαφιέδων της Δεξιάς δεν θα τους επιτρέψουμε να καπηλεύονται (με διάφορους τρόπους) την ιστορική παρακαταθήκη του Ίωνα Δραγούμη και των αληθινών εθνικιστών. Τα ψέματα τελείωσαν. Το ιδεολογικό υγειονομικό έχει βγει στους δρόμους και σημειώνει τους παραβάτες.



[1] Παρασκευάς Ματάλας, Κοσμοπολίτες Εθνικιστές. Ο Μωρίς Μπαρρές και οι ανά τον κόσμο ‘’μαθητές’’ του, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 202., σελ. 293. [2] Ο.π., σελ. 299. [3] Ο.π., σελ. 299-302. [4] Εγγραφή Φεβρουαρίου 10 1919, Αρχείο Ίωνα Δραγούμη Ίων Δραγούμης, Φύλλα ημερολογίου Στ’ (1918-1920),  Ερμής, Αθήνα 1987, σελ. 41. [5] Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στο Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα ο Δραγούμης υιοθέτησε ρατσιστικούς χαρακτηρισμούς για τους Βούλγαρους. Ίων Δραγούμης, Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Νέα Θέσις, Αθήνα 1992, σελ 58. [6] Εγγραφή Μαρτίου 18 1919, Αρχείο Ίωνα Δραγούμη Ίων Δραγούμης, Φύλλα Ημερολογίου Στ’ (1918-1920),  Ερμής, Αθήνα 1987, σελ. 58. [7] Ο.π., σελ. 59. [8] Ίων Δραγούμης, «Μπολσεβικισμός, Ανατολή και Ελληνισμός», εφημερίδα Πολιτεία, Έτος Α’, αριθμός 165, Αθήναι, Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 1920. Ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://digitallib.parliament.gr/display_doc.asp?item=40268&seg=7387 [9] ‘Ιων Δραγούμης, «Ο Εξαγνισμός Αδύνατος», Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, Αρθρογραφία 1903-1920, Εκδόσεις Έκτωρ, Αθήνα 2021, σελ. 333. [10] Ο.π. [11] Ο Παρασκευάς Ματάλας θεωρεί ότι απορρίφθηκε λόγω της διαφοράς προσανατολισμού από τα άρθρα του υπόλοιπου τεύχους. Αντιθέτως ο Νώντας Τσίγκας υποθέτει ότι μάλλον η διεύθυνση του περιοδικού Γράμματα ήθελε να αποφύγει την σύγκρουση με την βενιζελική κοινή γνώμη και να προστατευτεί ο Δραγούμης από την λογοκρισία που υπήρχε στην Ελλάδα λόγω του στρατιωτικού νόμου εν καιρώ πολέμου. [12] Παρασκευάς Ματάλας, «Μα ποιος είναι ο ήρωας;», Εφημερίδα των Συντακτών, Αθήνα 7-10-2018, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://www.efsyn.gr/arheio/fantasma-tis-istorias/167145_ma-poios-einai-o-iroas [13]Ίων Δραγούμης, «Πόλεμος», Ίων Δραγούμης, Τα «κρυμμένα» ημερολόγια. Οκτώβριος 1912-Αύγουστος 1913, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2021, σελ. 321. [14] Ο.π., σελ. 323. [15] Κλεοπάτρα Λεονταρίτου, Η νεορομαντική βιοθεωρία του Καζαντζάκη. Η ποίηση της ζωής, Θεμέλιο, Αθήνα 1981, σελ. 22. [16] Ο.π., σελ. 58. [17] Ίων Δραγούμης, Τα «κρυμμένα» ημερολόγια. Οκτώβριος 1912-Αύγουστος 1913, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2021, σελ. 320. [18] Ο.π. [19] Ο.π. [20] Ο.π., σελ. 322. [21] Ο.π. [22] Ο.π., σελ. 322-333. [23] Ο.π., σελ. 333. [24] Ο.π., σελ 311. [25] Ο.π., σελ. 324. [26] Ο.π., σελ. 319. [27] Ο.π. [28] «Σε αμέτρητες διατυπώσεις και παραλλαγές υποστήριξαν ότι ο πόλεμος είναι ουσιώδες συστατικό της ζωής, της φύσης και των εθνών και δεν μπορεί να καταργηθεί· ο πόλεμος εξασκεί τις δυνάμεις και επιδρά καθαρτικά, καλλιεργεί τις ιπποτικές αρετές και το αίσθημα της δικαιοσύνης κ.λ.π. Από την άλλη πλευρά όμως τάσσονται υπέρ μιας περιχαράκωσης του πολέμου, ακριβώς επειδή είναι αναπόφευκτος, και επιρρίπτουν στις δημοκρατίες και τα αβασίλευτα πολιτεύματα πολεμοχαρείς τάσεις». Παναγιώτης Κονδύλης, Συντηρητισμός. Ιστορικό περιεχόμενο και παρακμή, μτφ. Λευτέρης Αναγνώστου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2015, σελ. 407. [29] Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σελ. 273-286. [30] Για την εκδοχή της «προσάρτησης εδαφών» δείτε το Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σελ. 287-307. [31] Για το πώς επηρέασε η κρητική επανάσταση του Έλληνες ρομαντικούς ποιητές δείτε το Αφρoδίτη Αθανασοπούλου, «Ο απόηχος του κρητικού αγώνα στην ποίηση των Ελλήνων ρομαντικών», Μαρία Στεφανοπούλου (επμλ), Επιστημονικό Συμπόσιο. Ο Ρομαντισμός στην Ελλάδα (12 και 13 Νοεμβρίου 1999), Εταιρεία σπουδών νεοελληνικού πολιτισμού και γενικής παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραϊτη), Αθήνα 2001, σελ. 31-53. [32]Έλλη Σκοπετέα, Το «πρότυπο βασίλειο» και η Μεγάλη ιδέα. Όψεις του εθνικού προβλήματος στην Ελλάδα (1830-1880), Πολύτυπο, Αθήνα 1988, σελ. 315. [33] Ο.π. [34] Με παρόμοιο τρόπο περιέγραψε τον «ελληνοθωμανισμό» ο Ευάγγελος Κωφός στο Η Ελλάδα και το ανατολικό ζήτημα 1875-1881, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 2001, σελ. 23-24. [35] Δείτε το Αλεξάνδρα Σφοίνη, «Ιστορία της ελληνικής γλώσσας τον 19ο αιώνα: Eθνική ιδεολογία, γλωσσικό ζήτημα και γλωσσική επιστήμη», Άννα Ταμπάκη–Ουρανία Πολυκανδριώτη (επμλ), Ελληνικότητα και ετερότητα Πολιτισμικές διαμεσολαβησεις και εθνικός χαρακτηρας στον 19ο αιώνα, B´ ΤΟΜΟΣ, Πρακτικά Συμποσίου Επιμέλεια:, Εθνικόν και Καπόδιστριακόν Πανεπιστήμιόν Αθήνών, τμήμα Θεατρικών Σπουδών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Αθήνα 2016, σελ. 283. [36] I. R. Eiges, «Rueckert» , μετάφραση για της ανάγκες αυτής της διατριβής Αντώνης Παντίδης, στην Σοβιετική λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια, τ. 10, Μόσχα 1937, σελ. 463-465, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://feb-web.ru/feb/litenc/encyclop/lea/lea-4632.htm?cmd=p&istext=1 [37] Δείτε το Αλέκος Κουτσούκαλης, Λόρδος Μπάϊρον. Η Ζωή, το Έργο και η Επαναστατική δράση του, δεύτερη έκδοση, Ιωλκός, Αθήνα 1998, σελ. 84-162. [38] «Η πολιτική ένωση της φυλής, να ένα ιδανικό πιο πραχτικό, πιο εύκολο, πιο σύμφωνο με τις σημερινές περιστάσες».  Ίων  Δραγούμης, Όσοι Ζωντανοί, Πελεκάνος, Αθήνα 2006, σελ. 85. [39] Ο.π., σελ. 86. [40] Ο.π. [41] Ο.π. [42] Ο.π. [43] Ο.π., σελ. 119. [44] Ο.π., σελ. 131. [45] Ο.π., σελ. 132. [46] Ο.π., σελ.123. [47] «Γάλλοι και Άγγλοι πολιτικοί και διπλωμάται έχουν την έμμονον ιδέαν ότι ειμπορούν να εξασφαλισθούν από τον κίνδυνον αυτόν δια παρεμβολής μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσεως ενός τείχους από μικρά κράτη, το οποίον θα χρησιμεύση εις τας δυτικάς Δυνάμεις και ως χώρισμα μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας. Η παραδουνάβειος ομοσπονδία δεν θα ήρκει προς τούτο. Απεκαλύφθη εις το Σαν Ρέμο ότι οι Γάλλοι επεδίωκον την σύμπηξην ομοσπονδίας περιλαμβάνουσης τα εξής κράτη, Πολωνίαν, Τσεχοσλοβακίαν, Ουγγαρίαν, Ρουμανίαν και Βουλγαρίαν. Μάθων τούτο ο κ. Βενιζέλος έσπευσεν να προτείνη εις τον κ Λόϋδ Τζώρτζ την σύμπηξιν ομοσπονδίας τοιαύτης με αντικατάστασιν όμως της Βουλγαρίας δια της Ελλάδος.Επί των σχεδίων τούτων καθιστώμεν προσεκτικούς τους Έλληνας, διότι πας συνδυασμός κρατών μη φυσιολογικός, αφ’ ενός μεν δεν είναι βιώσιμος, αφ’ ετέρου δε εκθέτει εις κίνδυνον τα αποτελούντα τον συνασπισμόν κράτη να γίνουν όργανα υποχείρια εις τας ορέξεις και τα συμφέροντα των μεγάλων, οι οποίοι επιδιώκουν τον τοιούτον αντιφυσιολογικόν συνασποσμόν. Ο μόνος δια τον Ελληνισμόν φυσικός συνασπισμός θα ήτο […] μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας, τους λόγους δε τους πείθοντας περί της αληθείας του ισχυρισμού μας, είχομεν πολλάκις την ευκαιρίαν να εκθέσωμεν και δεν θα παύσωμεν να το πράττωμεν, έως ότου γίνουν κοινή συνείδησις. Πας άλλος συνασπισμός θα είναι δια τον Ελληνισμόν επικίνδυνος και πρέπει να αποκρουσθή πάση δυνάμει». Ίων Δραγούμης, «31 Ιουλίου 1920», ο.π., σελ. 342 [48] Ίων Δραγούμης, «Η κρίσιμος ώρα», ο.π., σελ. 330. [49] Ίων Δραγούμης, «Η κρίσιμος ώρα», Άπαντα Ίωνος Δραγούμη, Αρθρογραφία 1903-1920, Εκδόσεις Έκτωρ, Αθήνα 2021, σελ. 331. [50] «Αν τα πράγματα ούτως έχουν, βαρύνει την Κυβέρνησιν η υποχρέωσις η επιτακτική […] να παύση αμέσως την πολιτικήν του χωρισμού των Ελλήνων εις «εθνικούς» και «αντεθνικούς» […]. Θα πρέπη να σταματήση τας δίκας δήθεν προδοτών, να κλείση δια παντός την περίοδον των ύβρεων, απειλών, καταπιέσεων και καταδιώξεων, να χρησιμοποιήση τους Έλληνας όσον κατά το παρεθόν εφάνησαν χρήσιμοι, παρασχόντες υπηρεσίας εις το έθνος, να ανοίξη τας θύρας των φυλακών, να κόψη με το μαχαίρι την τυραννίαν της». Ο.π.

Δεν υπάρχουν σχόλια: