Επεισόδια στην Γαλλία και ερμηνευτικές προσεγγίσεις
Η
εθνικιστική προσέγγιση κόντρα στην Δεξιά παγίδα
Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται το
τελευταίο διάστημα στην Γαλλία ήταν αναμενόμενο να αποτελέσουν πεδίο πολιτικής
και ερμηνευτικής αντιπαράθεσης, ανάμεσα σε αριστερούς, (φιλελεύθερους),
κεντρώους (φιλελεύθερους) και δεξιούς ή ακροδεξιούς (επίσης, φιλελεύθερους)
αναλυτές. Με τους εκπροσώπους των δυο πρώτων κατηγοριών δεν είναι δύσκολο να
αντιπαρατεθούμε ως εθνικιστές. Ούτε με τους εκπροσώπους της τελευταίας. Απλώς
σε αυτούς, στους εκπροσώπους της δεξιάς/ακροδεξιάς δηλαδή, θα δώσουμε μια
προτεραιότητα. Γιατί είναι εκείνοι που προσπαθούν, με τον συνηθισμένο ύπουλο
τρόπο τους, να απευθυνθούν στο συντηρητικό ακροατήριο και να χειραγωγήσουν την
εθνικιστική σκέψη. Όσο είμαστε εμείς εδώ όμως, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θα
έχουν μπροστά τους ένα μόνιμο εμπόδιο. Ας δούμε τι υποστηρίζουν στην προκειμένη
περίπτωση.
Το κεντρικό επιχείρημα της δεξιάς και
ακροδεξιάς ερμηνευτικής ξεδιπλώνεται σε τρία στάδια. Ξεκινά με την έμφαση στους
βανδαλισμούς που προκαλούν οι διαδηλωτές. Προχωρά στην σύνδεση των βανδαλισμών
με την παρουσία των μαζικών μεταναστευτικών κοινοτήτων μουσουλμανικού
θρησκεύματος στην Γαλλία. Και καταλήγει στην διαπίστωση ότι το μόνο κράτος
δυτικού τύπου που έχει περισσότερους μουσουλμάνους από την Ευρώπη είναι το
Ισραήλ, αλλά εκεί οι Εβραίοι αντιμετωπίζουν με τον κατάλληλο τρόπο τον
μουσουλμανικό κίνδυνο.
Στην ουσία, οι δεξιοί και οι ακροδεξιοί,
ασκούν κριτική στον Μακρόν μόνο για έναν λόγο: Γιατί δεν χρησιμοποιεί
μεγαλύτερη αστυνομική καταστολή κατά των διαδηλωτών και των κουκουλοφόρων βανδάλων. Τα
δεξιά και ακροδεξιά παπαγαλάκια στοχεύουν στο θυμικό των συντηρητικών πολιτών,
προσπαθώντας να τους εγκλωβίσουν στην εικόνα των φλεγόμενων κτιρίων και του
πλιάτσικου. Σκοπός τους είναι να διαφύγει της προσοχής των συντηρητικών πολιτών
ο (διακηρυγμένος τουλάχιστον) λόγος για τον οποίο ξεκίνησαν οι επεισοδιακές
διαδηλώσεις. Δηλαδή, η καθιέρωση της μιζέριας ως μακροχρόνιας κανονικότητας και
η καταστροφή των ζωών την οποία έχει σχεδιάσει η νεοφιλελεύθερη ελίτ της
παγκοσμιοποιημένης λιτότητας για ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι κυβερνώντες της νεοφιλελεύθερης ελίτ, με
τον Μακρόν να αποτελεί χαρακτηριστικό εκφραστή της, ζητούν συνεχώς από τους
Γάλλους, τους Έλληνες, τους Άγγλους, τους Ισπανούς, τους Γερμανούς κλπ να
κάνουν υπομονή, να εντατικοποιούν αενάως τα ωράρια εργασίας και εκπαίδευσης, να
συμβιβαστούν με μια ζωή γεμάτη στερήσεις επειδή τα ελλείμματα πνίγουν τις
νεοφιλελεύθερα παγκοσμιοποιημένες οικονομίες των ευρωπαϊκών κρατών και να
δέχονται κάθε εργοδοτική αλητεία γιατί δεν υπάρχουν πολλές θέσεις εργασίας. Ταυτόχρονα,
ενώ ζητούν από τους πολίτες να εργάζονται με μικρούς μισθούς σε συνθήκες αιώνιου
στασιμοπληθωρισμού, τους ωθούν να χρεώνουν τραπεζικές κάρτες προκειμένου να
ανταπεξέλθουν σε ένα χυδαία απαιτητικό status ζωής, που έχει καθιερώσει το mediaκό life style και οι κρατικές του παραφυάδες (με την
παραπαιδεία το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα στην Ελλάδα).
Το πιο αποκαρδιωτικό είναι ότι σε αυτό το πολιτικό
και οικονομικό σπιράλ δεν υπάρχει διέξοδος. Το συνδικαλιστικό κίνημα είναι διαλυμένο
ή ελεγχόμενο σχεδόν πανευρωπαϊκά. Οι περισσότερες πολιτικές παρατάξεις, δεξιές,
αριστερές ή κεντρώεες, έχουν συμβιβαστεί με το νεοφιλελεύθερο δόγμα. Όμως, παρά
την μακροχρόνια εφαρμογή των πολιτικών λιτότητας του νεοφιλελευθερισμού δεν υποχωρεί
η ακρίβεια ενώ η λογιστική αύξηση του ΑΕΠ δεν πληρώνει ρεύμα, νερό και
τηλέφωνο.
Είναι απορίας άξιο πώς οι μάζες των
συντηρητικών πολιτών, που έχουν μικροαστική ή εργατική προέλευση, λαμβάνουν
υπόψη την δεξιά και ακροδεξιά προπαγάνδα που εξοστρακίζει την προσοχή από την
ρίζα του κακού. Όπως είναι πραγματικά απορίας άξιο πώς υπάρχουν εθνικιστές που
αντί να απολαμβάνουν την, έστω και παροδική, πίεση προς τον υπάλληλο της νεοφιλελεύθερης
παγκοσμιοποίησης Μακρόν, αιχμαλωτίζονται στην επιδερμίδα των βανδαλισμών και
παραβλέπουν το υπόβαθρο που την πυροδοτεί.
Υπάρχουν κάποιες εξηγήσεις για αυτό. Μια είναι η χρόνια νόθευση του μεταπολεμικού εθνικιστικού κινήματος με έναν κοκκινοπροβίτικο αταβιστικό αντικομουνισμό/αντιαριστερισμό. Η δεξιά και ακροδεξιά αφήγηση μας λέει ότι επειδή οι αριστεροί καπελώνουν το λαϊκό κίνημα, οι εθνικιστές πρέπει να ξεχάσουμε τις ιδεολογικές μας καταβολές, να χαρίσουμε το λαϊκό κίνημα στην Αριστερά και να γίνουμε ουρά της καπιταλιστικής Δεξιάς. Είναι, όμως, καιρός να διαλυθεί η ισχύς αυτού του αφηγήματος. Όσοι θέλουμε να είμαστε εθνικιστές οφείλουμε να φτύσουμε κατά πρόσωπο την Δεξιά, την ακροδεξιά και το διεθνές εβραϊκό κεφάλαιο της νεοφιλελεύθερης αλητείας. Όσοι είμαστε εθνικιστές δεν γίνεται να διαβάζουμε τους μισθωμένους κονδυλοφόρους των συνωμοσιολογικών εφημερίδων που βλέπουν δάκτυλους αραβικών κρατών πίσω από τα επεισόδια της Γαλλίας, δεν πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη τους δεξιούς που ταυτίζουν την ευρωπαϊκή ιστορία με τα συμφέροντα του Ισραήλ, δεν πρέπει να ακούμε τους ανόητους που θεωρούν ότι πολιτισμός είναι η αποδοχή του καπιταλιστικού status. Εκείνοι που υποστηρίζουν τα παραπάνω και θέλουν να τα επιβάλουν στον εθνικιστικό χώρο φαίνεται ότι έχουν εξασφαλίσει ένα εύκολο μηνιάτικο από αφανείς πηγές για να παραβλέπουν τις συνέπειες της παγκοσμιοποιημένης νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Και, μάλλον, δεν έχουν καλή επαφή με την αγορά εργασίας των σημερινών ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Η
ερμηνευτική παραπλάνηση από την Δεξιά και την ακροδεξιά
Ας εξετάσουμε, όμως, αν έχουν βάση όσα
υποστηρίζουν οι δεξιοί/ακροδεξιοί για τους βανδαλισμούς στην Γαλλία και την
σχέση τους με την μαζικότητα της εκεί μεταναστευτικής κοινότητας των
μουσουλμάνων. Τόσο στο ιδεολογικό πεδίο όσο και σε εκείνο των ιστορικών
καταβολών του εν λόγω φαινομένου.
Καταρχάς, καταπατώντας ερμηνευτικά κάθε γνωσιολογικό δεδομένο της ιστορίας των πολιτικών ιδεών, οι δεξιοί/ακροδεξιοί παραβλέπουν ότι η μαζική μετανάστευση είναι θεμελιώδης ιδεολογική αρχή του φιλελεύθερου καπιταλισμού, που έχει σχεδιαστεί, χρηματοδοτηθεί και εφαρμοστεί, ως πολιτικό πρόγραμμα, από τους μηχανισμούς των κέντρων εξουσίας του. Ζητούν, δηλαδή, οι δεξιοί/ακροδεξιοί από τον Μακρόν να εξαφανίσει, με ένα μαγικό ραβδί, τους πληθυσμούς που το σύστημα εξουσίας, το οποίο τον τοποθέτησε στον προεδρικό θώκο, φρόντισε να καταφθάσουν μαζικά στην χώρα του. Κάπως οξύμωρο δεν ακούγεται όλο αυτό;
Ας δούμε, όμως, τι συμβαίνει και στο πεδίο
της ιστορικής τοπικότητας. Οι μουσουλμάνοι και οι αραπάδες δείχνουν πράγματι
στις φωτογραφίες και τα videos των
ρεπορτάζ να αποτελούν τους περισσότερους από τους καταστροφείς δημόσιων και
ιδιωτικών χώρων στις μαζικές συγκεντρώσεις. Το ίδιο είχε συμβεί και στις
γαλλικές εξεγέρσεις των τελευταίων είκοσι ετών. Μόνο που οι καταστροφές και το
πλιάτσικο δεν είναι γαλλικά φαινόμενα των τελευταίων είκοσι ετών, αλλά μια
παλιά ιστορία η οποία είναι συνυφασμένη με την πολιτική παράδοση που έκανε τον
φιλελευθερισμό κυρίαρχο. Αυτοί που δίδαξαν την καταστροφή και τους βανδαλισμούς
ως εξαγνισμένη πολιτική πρακτική ήταν οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι της Γαλλίας, από
το 1789 και μετά.
Οι υποκριτές δεξιοί και ακροδεξιοί παραβλέπουν
ότι ιδρυτικός μύθος του νεότερου γαλλικού κράτους είναι η καταστροφή της Βαστίλης.
Παραβλέπουν ότι για να εγκαθιδρυθεί ο φιλελεύθερος καπιταλισμός, που τώρα
θέλουν να υπερασπιστούν ως αδιατάρακτο status, δολοφονήθηκε μια βασιλική οικογένεια
και καταστράφηκαν αμέτρητα κτίρια. Και, μάλιστα, οι καταστροφές ήταν τέτοιας
συχνότητας ώστε οι ίδιοι οι εκπρόσωποι του νεωτερικού αστισμού, αποφάσισαν να
γκρεμίσουν το Παρίσι την περίοδο 1853-1870 και να αναθέσουν στον κατασκευαστή
Οσμάν (Georges-Eugène Haussmann), υπό τις διαταγές του Ναπολέοντα Γ, να
οικοδομήσει από την αρχή την πόλη, με τρόπο που θα ευνοούσε την εύκολη
καταστολή των εξεγέρσεων.
Μέχρι τότε το Παρίσι είχε ακόμα την
μεσαιωνική του δομή με τα στενά, δαιδαλώδη και σκοτεινά σοκάκια. Αυτό έκανε την
πόλη ιδανική για τους επαναστάτες, όπως είχε φανεί στις εξεγέρσεις του 1789,
του 1830 και του 1848. Στα μεσαιωνικά δρομάκια οι εξεγερμένοι μπορούσαν να
στήσουν οδοφράγματα μέσα σε λίγα λεπτά, ανατρέποντας απλώς κάρα ή έπιπλα, και
να αποκλείσουν τον στρατό. Στις τεράστιες, ανοιχτές λεωφόρους του νέου Παρισιού, που έχτισε ο Οσμάν, η δημιουργία αποτελεσματικών οδοφραγμάτων ήταν πρακτικά
αδύνατη. Οι μεγάλες λεωφόροι επέτρεπαν στο ιππικό, το πυροβολικό και στις
μεγάλες φάλαγγες του στρατού να μετακινούνται ταχύτατα από τα περίχωρα και τους
στρατώνες προς το κέντρο της πόλης. Οι λεωφόροι σχεδιάστηκαν σκόπιμα ευθείες
ώστε ο στρατός να μπορεί να πυροβολεί με κανόνια σε ευθεία γραμμή εναντίον των διαδηλωτών,
χωρίς να εμποδίζεται από γωνίες.
Οι αντιδράσεις των Παριζιάνων στα έργα του
Οσμάν ήταν έντονες, διχασμένες και σε πολλές περιπτώσεις γεμάτες οργή. Αν και η
αστική τάξη απολάμβανε τις νέες, λαμπερές λεωφόρους, η πλειοψηφία του πληθυσμού
βίωσε μια βίαιη ανατροπή της καθημερινότητάς. Οι κάτοικοι είδαν τα σπίτια
τους, τις αναμνήσεις τους και την μεσαιωνική ιστορία της πόλης να ισοπεδώνονται
από τις μπουλντόζες της εποχής. Το Παρίσι μετατράπηκε σε ένα απέραντο,
θορυβώδες και σκονισμένο εργοτάξιο για σχεδόν δύο δεκαετίες, προκαλώντας τεράστια
κόπωση και εκνευρισμό στους κατοίκους. Οι φτωχοί εργάτες και οι μικροτεχνίτες
που ζούσαν στο κέντρο του Παρισιού εκδιώχθηκαν βίαια. Καθώς τα νέα κτίρια στις
λεωφόρους (τα περίφημα Haussmann κτίρια) ήταν πανάκριβα, οι εργατικές τάξεις
αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στα ανατολικά και βόρεια περίχωρα (όπως η Μπελβίλ
και η Μενιλμοντάν).
Αυτό δημιούργησε έναν βαθύ γεωγραφικό και
ταξικό διαχωρισμό. Το πλούσιο δυτικό και κεντρικό Παρίσι έναντι του φτωχού
εργατικού ανατολικού. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές θρήνησαν την απώλεια του
«παλιού Παρισιού». Ο σπουδαίος ρομαντικός συντηρητικός ποιητής Κάρολος Μπωντλαίρ
έγραψε χαρακτηριστικά στο ποίημά του «Ο Κύκνος». «Το παλιό Παρίσι δεν υπάρχει πια (η μορφή μιας πόλης αλλάζει πιο
γρήγορα, αλίμονο, από την καρδιά ενός θνητού)». Το Παρίσι του «φωτός» που
θαυμάζουν οι ανόητοι δεξιοί και ακροδεξιοί ως λίκνο ευρωπαϊκού πολιτισμού είναι
μια πόλη με ιστορία μόλις εκατόν πενήντα ετών.
Σε ένα κράτος που επί αιώνες εξαγνίζει θεσμικά
τον βανδαλισμό ως ιδρυτικό του μύθο και τον διαφημίζει ως εργαλείο της δημοκρατίας είναι αναμενόμενο
ο μη θεσμικός βανδαλισμός να καθιερωθεί ως πολιτική συμπεριφορά. Μόνο που η καθιέρωση
αυτή ήταν επί εκατόν είκοσι χρόνια έργο γηγενών Γάλλων. Κάποιες φορές
δικαιολογημένα. Πολλές άλλες όχι. Δεν γεννήθηκε, πάντως, ως πρακτική από μουσουλμάνους μετανάστες.
Οι φιλελεύθεροι και οι προοδευτικοί γηγενείς δίδαξαν στους μετανάστες τα
πολιτικά κόλπα τους και, τώρα, εκείνοι απλώς τα αναπαράγουν λόγω της
πληθυσμιακής τους δυναμικής. Οι καρνάβαλοι της Δεξιάς και της ακροδεξιάς
παραβλέπουν όλα τα παραπάνω κι έρχονται να υπερασπιστούν την ρίζα της ασθένειας
από τα συμπτώματά της.
Προφανώς δεν γίνεται οι εθνικιστές να τους ακολουθήσουμε σε αυτό τον ερμηνευτικό εξευτελισμό της λογικής μας, σε αυτό το πανηγύρι της πολιτικής αμορφωσιάς και σε αυτή την κατάφορη προδοσία των πολιτικών ιδεών μας. Αναμφίβολα μας προκαλούν αποτροπιασμό και αηδία οι μετανάστες που δεν είναι πρόσφυγες, με το χυδαίο θράσος τους να απαιτούν δικαιώματα ως λαθραίοι μπουκαδόροι. Η θέση τους είναι στις χώρες καταγωγής τους ή, αν δοκιμάσουν να μπουκάρουν στην Ευρώπη, στον βυθό της θάλασσας. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα τους φορτώσουμε το κακό που έχει σπείρει στην Ευρώπη ο φιλελευθερισμός. Ούτε ότι θα γαυγίζουμε, σαν εκπαιδευμένοι σκύλοι των συμφερόντων του Νετανιάχου, ότι η Ευρώπη έχει καταντήσει να κινδυνεύει από το Ισλάμ και από το κάθε τσούρμο των ρακένδυτων λαθρομεταναστών. Η Ευρώπη κινδυνεύει από τον εξουσιαστικό φιλελευθερισμό της παγκοσμιοποίησης και από τον διεθνή εβραϊσμό.
Η δεδομένη
ερμηνευτική αποτυχία της Αριστεράς
Ας δούμε τι συμβαίνει, όμως, και στο απέναντι
πολιτικό στρατόπεδο. Εκεί βλέπουμε τους πιο παραδοσιακούς μαρξιστές να ερμηνεύουν
το φαινόμενο των επεισοδίων ως ταξική εξέγερση. Αξιολογούν εσφαλμένα το
φαινόμενο, όπως είναι αναπόφευκτο λόγω των μαρξικής προέλευσης ερμηνευτικών
τους εργαλείων, παραβλέποντας ότι οι διαδηλωτές δεν είναι ένα -ενιαίο και
ομοιογενές- εργατικής προέλευσης κοινωνικό σώμα, αλλά αποτελούν σύνθεση
επιμέρους ομαδώσεων διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων (εργατικών, μικροαστικών,
μεταναστευτικά αργόσχολων που ζουν παραβατικά και με επιδόματα της Ε.Ε.).
Επιπλέον, οι μαρξιστές επικαλούνται τα ξεθωριασμένα
πλέον σλόγκαν περί της «πανουργίας του Λόγου» κι άλλες ατάκες του Έγελου για να
κρύψουν κάτω από το χαλί το γεγονός ότι η δράση των κοινωνικών τάξεων, σε
πολιτικά και οικονομικά φαινόμενα όπως αυτό της Γαλλίας, πηγαίνει συνήθως χέρι
χέρι με σχεδιασμούς ισχυρών ελίτ. Σχεδιασμούς με προορισμό ένα μέλλον που
αγνοεί επιδεικτικά της ιστοριστικές ονειρώξεις του Έγελου και του Μαρξ περί,
προοδευτικής χρονικά, κατάκτησης ανώτερων πεδίων χειραφέτησης και
αυτοπραγμάτωσης για τον άνθρωπο.
Ο νεοφιλελευθερισμός βιάζει, από την δεκαετία
του ’90, την σκέψη και τραυματίζει τις ζωές των Ευρωπαίων (πιο πριν
είχε ξεκινήσει από τους Βρετανούς, σε πιο φιλικό περιβάλλον). Ωστόσο, δεν γίνονται κάθε μέρα εξεγέρσεις.
Μολονότι, ιδίως από την δεκαετία του 2010 κι έπειτα, οι συνθήκες είναι κάτι
παραπάνω από ιδανικές. Αν εστιάσουμε στην Γαλλία, τουλάχιστον, θα δούμε ότι το
ξέσπασμα των τελευταίων κινητοποιήσεων συνδέεται χρονικά με μια σειρά γεγονότων
που αφορούν την διεθνή πολιτική σκακιέρα.
Πριν λίγες μέρες οι μηχανισμοί της Ευρωπαϊκής
Ένωσης απέρριψαν ένα αίτημα ισχνής βοήθειας προς τα νοικοκυριά των κρατών της
για να αντιμετωπίσουν την κρίση ενέργειας. Την ίδια στιγμή ενέκριναν ένα ακόμη μεγάλο
(για τα δεδομένα της εποχής) πακέτο οικονομικής βοήθειας, προκειμένου να
ενισχυθεί ο στρατός του Ζελένσκι και να συνεχιστεί ο ρωσικός εμφύλιος.
Παράλληλα, ο Τραμπ και οι ΗΠΑ βρίσκονται πλέον σε ανοιχτή σύγκλιση με την Ρωσία
του Πούτιν και σε δηλωμένη δυσαρέσκεια προς τους μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής
Ένωσης. Ενώ σε λίγους μήνες θα γίνουν και οι προεδρικές εκλογές στην Γαλλία, με
την Λεπέν να έχει, έστω άτυπα, την έγκριση του Λευκού Οίκου ως αποδεκτή λύση.
Μολονότι δεν είμαστε στα κλειστά γραφεία
διασκέψεων κορυφής και δεν μπορούμε να εξετάσουμε με σιγουριά τι ετοιμάζουν οι ελίτ
εξουσίας, μπορούμε να υποθέσουμε με σχετική ασφάλεια ότι πρέπει να επηρεάζουν κι αυτά
τα δεδομένα τον ξεσηκωμό στην Γαλλία. Και είναι σίγουρο ότι η όποια σχέση
μπορεί να έχουν οι ζυμώσεις των εξουσιαστικών ελίτ με τις διαδηλώσεις και τους
βανδαλισμούς δεν θα λαμβάνει υπόψη την «πανουργία του Λόγου» στην οποία
πίστεψαν ο Έγελος, ο Μαρξ και οι ντετερμινιστές επίγονοί τους.
Όσον αφορά τους (μη παραδοσιακούς μαρξιστές) μεταμοντέρνους αριστερούς, περιμένουμε ακόμη να ξεμπλέξουν τους μηρούς τους ανάμεσα στην ταξική παραδοσιακή σοσιαλιστική ανάλυση και τον ατομικιστικό ελευθεριακό νιτσεϊσμό, να αφουγκραστούν τα νοήματα του Ντεριντά προκειμένου να σκεφτούν αν υπάρχει κοινωνική εμπειρία έξω από τις λέξεις του προφορικού λόγου και τις αράδες των βιβλίων, να συμβουλευτούν τον Λακάν για να συμπεράνουν αν οι βανδαλισμοί αποτελούν μέρος της πραγματικότητας ή του πραγματικού και, άρα, βρίσκονται εκτός δομής αντιστεκόμενες στην εξήγηση της πολιτικής ανάλυσης, για να αποφασίσουν αν θα αφήσουν πίσω τις γαλλικές διαδηλώσεις αναγνωρισμένες ως εκφάνσεις ασυνείδητης ανατροπής της πατριαρχίας ή ερμηνευμένες ως εκδηλώσεις λούμπεν συγκεκαλυμμένου καπιταλισμού, προκειμένου να ταξιδέψουν τελικά στην Ελλάδα για να διεκδικήσουν μια θέση ΕΔΙΠ σε κάποιο ίδρυμα κοινωνικών επιστημών και να ψηφίσουν Τσίπρα. Η Γαλλία είναι η πατρίδα της μεταδομιστικής θεωρίας. Μην το ξεχνάμε αυτό.
Φιλελεύθερο κέντρο και ερμηνευτική αδυναμία
Οι κεντρώοι φιλελεύθεροι, ανά την Ευρώπη,
βρίσκονται στον ερμηνευτικό αντίποδα. Εστιάζουν μόνο στις ζυμώσεις
συγκεκριμένων ελίτ, παραβλέποντας τους υπόλοιπους παράγοντες που συνθέτουν το υπό
εξέταση γεγονός. Οι κεντρώοι είναι, παράλληλα, στην πιο δύσκολη θέση. Θυμίζουν
τους ομοϊδεάτες τους μνημονιακούς της Ελλάδας, κατά την προηγούμενη δεκατία. Πρέπει
να υπερασπιστούν ένα πουλέν του πολιτικού τους χώρου, όπως ο πρόεδρος Μακρόν. Και
επειδή δεν έχουν περιθώρια ερμηνευτικής παρηγοριάς, αναπληρώνουν αυτή την
έλλειψη με το επικοινωνιακό θράσος.
Η ερεμηνευτική των κεντρώων φιλελεύθερων έχει
μια ομοιότητα με εκείνη των ακροδεξιών. Καταλήγει στην συνωμοσιολογία. Σαφώς πιο
ραφιναρισμένα και με πολιτικό λόγο που αποφεύγει την χοντροκοπιά της
Δεξιάς/ακροδεξιάς. Αλλά, στην ουσία της, η ερμηνευτική των κεντρώων είναι
εξίσου συνωμοσιολογική με εκείνη των δεξιών. Τι υποστηρίζουν οι κεντρώοι; Ότι οι
βανδαλισμοί είναι ένα σχέδιο της γαλλικής ακροδεξιάς και Αριστεράς, προκειμένου
να ευνοηθούν στις ερχόμενες προεδρικές εκλογές και να προκρίνουν τους
υποψήφιούς τους στον δεύτερο γύρο. Η όλη ερμηνευτική περιγραφή των κεντρώων
εστιάζει σωστά στις ζυμώσεις των διαφόρων ελίτ, παραβλέπει χονδροειδώς
λανθασμένα την εμπλοκή του κοινωνικού, οικονομικού και ταξικού παράγοντα ως
κύριου λόγου αφετηρίας των διαδηλώσεων και εκφυλίζει ερμηνευτικά το τελικό της συμπέρασμα,
δίνοντάς του επικοινωνιακά σκοτεινές αποχρώσεις. Παρουσιάζει τα γεγονότα ως απόρροιες
μιας σκοτεινής συμφωνίας ανάμεσα στον Μελανσόν και την Λεπέν.
Παραβλέπει, έτσι, ότι μια τέτοια συμφωνία, αν
έχει γίνει, αποτελεί μια μόνο πτυχή του όλου φαινομένου. Όσες συμφωνίες κι αν
έκαναν η Λεπέν με τον Μακρόν, αν δεν υπήρχε η νεοφιλελεύθερη λιτότητα με τις αντιανθρώπινες
συνέπειές της και μια σειρά άλλων ζυμώσεων σε ισχυρούς κύκλους εξουσιαστικών ελίτ του διεθνούς παράγοντα είναι πολύ αμφίβολο αν θα ξεσπούσαν οι ταραχές. Οι κεντρώοι νομίζουν
ότι απαντούν στα ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με τις διαδηλώσεις, με το να
περιγράφουν την πολιτική πραγματικότητα.
Επίσης, αλλοιώνουν ερμηνευτικά το νόημα των
πολιτικών συνεργασιών. Η κάθε Λεπέν και ο κάθε Μελανσόν μπορούν να κάνουν
οποιαδήποτε συμφωνία εξασφαλίσει θετικά αποτελέσματα για τις πολιτικές τους
παρατάξεις, χωρίς να υπάρχει κάποιο ταμπού που θα τους αποτρέψει. Αντίστοιχη επαφή,
δηλωμένη δημόσια μάλιστα, υπάρχει στην πολιτική ζωή της Γερμανίας. Η AFD συνομιλεί
με αριστερή παράταξη για να εξασφαλιστούν ποθητοί συσχετισμοί δυνάμεων στις Βουλές
τοπικών γερμανικών κρατιδιών. Μόνο που εκεί δεν καίγονται πόλεις. Γιατί η
γερμανική οικονομία είναι τόσο ισχυρή που μπορεί να προσφέρει μια βασική, εντός
καπιταλιστικών συνθηκών, εργασιακή ασφάλεια, απέναντι στις απαιτήσεις της
νεοφιλελεύθερης λιτότητας. Γιατί εκεί υπάρχει μια διαφορετική ιστορική (μεταπολεμική τουλάχιστον) πολιτική παράδοση στην οποία δεν βρίσκουν (ακόμη) θέση οι εξεγέρσεις και οι βανδαλισμοί. Γιατί εκεί αργούν ακόμη οι εθνικές εκλογές που μπορεί να τραβήξουν την προσοχή του Τραμπ και άλλων μελών της εξουσιαστικής διεθνούς ελίτ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου