Όνειρο Αριστερής Νύχτας                                                

Ο θάνατος του ηθοποιού και σκηνοθέτη Νίκου Καλογερόπουλου πριν λίγο καιρό έφερε στο νου μια ξεχασμένη, σήμερα, ταινία, που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους έχουμε βιώσει εμπειρίες ζωής στους πολιτικούς χώρους τους οποίους οι καθώς πρέπει φιλελεύθεροι αστοί αποκαλούν «άκρα». Πρόκειται για την ταινία Όνειρο Αριστερής Νύχτας, η οποία προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1987. Η αλήθεια είναι ότι η ταινία αποτέλεσε αιτία διαμάχης από την πρώτη κιόλας προβολή της για λόγους μάλλον απρόβλεπτους. Ας βάλουμε, όμως, τα πράγματα σε μια σειρά.


Το Όνειρο Αριστερής Νύχτας απέδωσε με εύστοχη φιλμική καταγραφή τον τρόπο λειτουργίας και δράσης των ελλαδικών μαρξιστικών οργανώσεων σε ένα χρονικό φάσμα που κυμάνθηκε από την πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο μέχρι τα μισά της δεκαετίας του ’80. Επίσης, εστίασε ως ταινία σε μια γλυκιά μα και δραματική ενατένιση στον ψυχισμό προσώπων που συμμετείχαν ενεργά στις ζυμώσεις εκείνου του πολιτικού χώρου. Στην πραγματικότητα ο Καλογερόπουλος επιχείρησε μια αυτοβιογραφική κινηματογραφική μεταφορά εμπειριών της νιότης του.

Η ταινία κεντρίζει την προσοχή όχι μόνο των κομμουνιστών μα κάθε θεατή που ενδιαφέρεται να εστιάσει στην μεταπολιτευτική ελληνική ιστορία. Πολύ περισσότερο εμάς των εθνικιστών. Γιατί βοηθά να καταλάβουμε τις εντυπωσιακά μεγάλες ομοιότητες στην κουλτούρα και τις συμπεριφορές των ανθρώπων που συγκροτούν τους δυο περιθωριοποιημένους πολιτικούς χώρους. Μας βοηθά να καταλάβουμε, ταυτόχρονα, και τις μεγάλες διαφορές στον τρόπο που εκδηλώνονται οι παθογένειες μέσα στους δυο αυτούς χώρους λόγω των τεράστιων ιδεολογικών αποκλίσεων.

Οι εθνικιστές αισθανόμαστε ότι η ιστορία χρωστάει και στον δικό μας χώρο μια τέτοια ταινία. Για να φανούν και στην από εδώ μεριά τα χάλια και οι παθογένειες που έρχονται με κεκτημένη ταχύτητα από το παρελθόν. Για τους ίδιους τους νέους μαρξιστές, το Όνειρο Αριστερής Νύχτας αποτελεί ένα διαχρονικό μάθημα ανάδειξης των χρόνιων παθογενειών και των ανακυκλωμένων σφαλμάτων που ταξιδεύουν από γενιά σε γενιά, ίδια και απαράλλαχτα, στις οργανώσεις τους. Είναι μια επιβεβαίωση αυτοκριτικής γενναιότητας από «παλιούς» του δικού τους πολιτικού περιβάλλοντος.

Ασφαλώς, πέρα από την πολιτικά διδακτική της πτυχή, η ταινία έχει μεγάλο ενδιαφέρον και για την ψυχογραφική ανάγνωση του αιώνιου νεαρού ρομαντικού επαναστάτη, που αναζητά ανυποχώρητα την εκπλήρωση των οραμάτων του στο ακέραιο και αναγκάζεται να χτυπηθεί από τις συμπληγάδες μιας κωμικοτραγικής ελλαδικής πραγματικότητας στην οποία το σύστημα εξουσίας και οι ριζωμένες κοινωνικές αντιλήψεις μπορεί να αφήσουν χώρο για οτιδήποτε άλλο εκτός από τον Ρομαντισμό. Επίσης, πρόκειται για μια ταινία που, ακροβατώντας ανάμεσα στο πολιτικό/υπαρξιακό δράμα και την μαύρη κωμωδία, καταφέρνει να παρουσιάσει με ανάγλυφη ζωντάνια τις αντιφάσεις της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία κατά την δεκαετία του ’70 ακροβάτησε ανάμεσα σε μια σχεδόν προνεωτερικά παραδοσιακή, επαρχιακή, αγροτική κοινωνική ζωή κι οργάνωση και στο μεγαλοαστικά δυτικότροπο κλεινόν άστυ των Αθηνών εντός του οποίου κυκλοφορούσαν ανεπεξέργαστες και μεταφερμένες άνευ σύνδεσης με το εθνικό παρόν υποκουλτούρες και ιδεολογίες της δυτικής Ευρώπης ή των Η.Π.Α.



Η ταινία, όπως προαναφέρθηκε, είχε μια επεισοδιακή πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Οι Νίκος Καλογερόπουλος και Ντίνος Κατσουρίδης μοιράστηκαν την σκηνοθεσία και το σενάριο. Ωστόσο, στην πρώτη προβολή ο Καλογερόπουλος πήρε τον λόγο και κατήγγειλε ότι ο Κατσουρίδης είχε αλλάξει το φινάλε και είχε αλλοιώσει το ιδεολογικό μήνυμα του έργου. Ο Κατσουρίδης του απάντησε ότι, πρώτον, δεν υπήρχε ο απαιτούμενος προϋπολογισμός προκειμένου να γυριστεί το υπερρεαλιστικό φινάλε που πρότεινε ο Καλογερόπουλος και, δεύτερον, το σενάριο της υπόλοιπης ταινίας ήταν ρεαλιστικό και αταίριαστο με το φινάλε που οραματίστηκε ο ηθοποιός. Έτσι, ο Κατσουρίδης έδωσε για προβολή την δική του τελική κόπια. Μετά από αυτά, το τριακοστό έβδομο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης πήρε φωτιά!! Οι θεατές άρχισαν να γιουχάρουν και να φωνασκούν προκαλώντας χάος.

Έπειτα από την καταστροφική πρεμιέρα ήταν αναμενόμενο, σε μια εποχή που ο μέσος Έλληνας αντιδρούσε με «πιο κανονικά αναμενόμενο τρόπο», η ταινία να υποτιμηθεί από το κοινό των θεατών, να μην της δοθεί σημασία και να περάσει στην λήθη. Στην ουσία η υπονόμευση της ταινίας στην πρεμιέρα της από τους δυο κύριους συντελεστές της αποτέλεσε μια αντανάκλαση των αυτοκαταστροφικών και κωμικών συνθηκών που αποτελούσαν την κανονικότητα στο πολιτικό περιθώριο της Αριστεράς. Κάτι ανάλογο, δηλαδή, με αυτά που βιώνουμε κι εμείς στον εθνικιστικό χώρο αλλά σε πιο ραφιναρισμένη εκδοχή, μιας και οι κομμουνιστές ήταν στην διάρκεια της μεταπολίτευσης πιο καλλιεργημένοι από τους γραφικούς επικεφαλείς του δικού μας πολιτικού χώρου. 


Όπως και να έχει, η ταινία παραμένει σήμερα σημαντική. Το σενάριο έχει ως εξής. Ο Πολυχρόνης, ως νεαρός καταγόμενος από ένα μικρό χωριό της Μεσσηνίας, υποκύπτει στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής στην Αθήνα. Είναι τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πλήθος νεαρών συρρέει ακόμη από την επαρχία στην πρωτεύουσα, παρασυρμένο από τα επικοινωνιακά τεχνάσματα της αστυφιλίας. Η αλλαγή πολιτεύματος δίνει ελπίδες στην νέα γενιά και ο Πολυχρόνης, καταγόμενος καθώς είναι από αριστερή οικογένεια, επιδιώκει να τις πραγματοποιήσει στρατευόμενος σε μια μικρή οργάνωση του μαοϊκού κομμουνισμού.

Στις απαρχές της μεταπολίτευσης ξεφυτρώνουν μικρές μαρξιστικές οργανώσεις, απαρτιζόμενες από ενθουσιώδεις ενεργούς πυρήνες νεολαίων. Πάνω από αυτές -και σε ανταγωνιστική σχέση μαζί τους- στέκεται το μαζικό ΚΚΕ. Καθώς, όμως, τα χρόνια περνούν οι μαξιμαλιστικές στοχεύσεις οδηγούν τις κομμουνιστικές οργανώσεις σε συνεχή λάθη, ο ενθουσιασμός χάνεται, οι εξωκοινοβουλευτικοί κομμουνιστές περνούν στο ανυπόληπτο πολιτικό περιθώριο και ο κονφορμισμός φαντάζει ως αναπόφευκτη κατάληξη όλων εκείνω που πριν λίγα χρόνια ονειρεύονταν επαναστάσεις.

Το σενάριο της ταινίας αναδεικνύει με γλαφυρό μαύρο χιούμορ τους τύπους ανθρώπων που άνθισαν σε εκείνο το πολιτικό περιβάλλον. Τον ψευτοχαρισματικό ηγέτη-γενικό γραμματέα των κομμουνιστικών οργανώσεων που, πέρα από το να επιτυγχάνει εσωτερικές ισορροπίες στις οργανώσεις και να εκφωνεί λογίδρια, απολάμβανε διαδοχικές ερωτικές συνευρέσεις με όλες σχεδόν τις συντρόφισσες του κόμματος στο οποίο ηγούταν, ακόμη κι αν αυτές είχαν σοβαρούς ερωτικούς δεσμούς με άλλα μέλη ηθικά ακέραια και συνεπή στις υποχρεώσεις τους. Τις ψευτοεπαναστάτριες φεμινίστριες του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος της δεκαετίας του ’70, οι οποίες αντιμετώπιζαν την πολιτική στράτευση ως μια ευκαιρία να ζήσουν για λίγα χρόνια «απαλευθερωμένες», σαν τις φοιτήτριες των Η.Π.Α. και του Γαλλικού Μάη, την ίδια ώρα που καμία ουσιαστική ιδεολογική σχέση δεν τις συνέδεε με τον σοσιαλισμό. Τους παραιτημένους πρώην κομμουνιστές που βρήκαν καταφύγιο στον αναρχισμό ή στα ναρκωτικά λόγω της απογοήτευσης. Τον διεστραμμένο φανατισμό των αγνών μελών του ΚΚΕ, που τάιζαν τα βρέφη τους έχοντας την εικόνα του Στάλιν πάνω από την παιδική κλίνη κι εργάζονταν δωρεάν ως οικοδόμοι για να χτίσουν γραφεία του κόμματος. Τον οπορτουνισμό και την στρατηγική βολέματος των μεσαίων στελεχών του ΚΚΕ, που γίνονταν μικροέμποροι και ενδιαφέρονταν μόνο για την ασφάλειά τους. Κυρίως την υποκριτική αντίφαση των μεγαλοεκδοτών και μεγαλοβιβλιοπωλών του κέντρου των Αθηνών, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τις εκδόσεις τους για να προσελκύσουν μέλη στο ΚΚΕ ενώ διέθεταν πολυτελείς βίλες ως εξοχικά, ντίβες -μισό αιώνα νεότερες και όμορφες- γυναίκες ως συζύγους, ακριβά αυτοκίνητα και αμέτρητα προσωπικά περιουσιακά στοιχεία.


Επιπλέον, η ταινία αναδεικνύει εύστοχα την εμφυλιοπολεμική νοοτροπία που η ανόητη Δεξιά κατάφερε να κρατήσει ζωντανή στην Ελλάδα μέχρι και την δεκαετία του ’80, τον τραγελαφικό τρόπο με τον οποίο το εμφυλιακό μίσος διαιρούσε χωριουδάκια των εκατό κατοίκων, την αντίφαση του να δηλώνει κανείς κομμουνιστής και να συγκρούεται με τους συγχωριανούς του επειδή είχε γονείς στο αντάρτικο την ίδια ώρα που ζούσε ως αγρότης με δική του γη και κτηνοτροφική περιουσία η οποία μπορεί να ήταν μεγαλύτερη από εκείνη των δεξιών συγχωριανών του. Ο ήρωας της ταινίας Πολυχρόνης απογοητεύεται από όλα αυτά και θέλει να γράψει ένα βιβλίο βασισμένο στην εμπειρία του ως ενεργό μέλος του συγκεκριμένου πολιτικού περιβάλλοντος, το οποίο ξεθώριαζε μέρα με την μέρα μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Καθώς ανασύρει από την μνήμη του τις θύμησες και κάνει τις απαραίτητες επαφές για να βρει εκδότη, η πλοκή της ταινίας ξεδιπλώνεται και χαρίζει άλλοτε ξεκαρδιστικό χιούμορ, άλλοτε προβληματισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις νοσταλγία.

Η μαοϊκή μεσο-μικροαστή δασκάλα τσιρίζει έντρομη όταν βλέπει την γερόντισσα κομμουνίστρια της παραδοσιακής επαρχιακής Ελλάδας να σφάζει μια κότα για να την φιλέψει και ο Πολυχρόνης της θυμίζει σκωπτικά ότι κάποτε (η δασκάλα) είχε ψηφίσει υπέρ της ένοπλης δράσης σε σχετική συζήτηση εντός του κόμματος. Ο εκατομμυριούχος εκδότης, που προσπαθεί να αποσπάσει τον Πολυχρόνη απ’ τον μαοϊσμό και να τον εντάξει στο ΚΚΕ, τον καλεί να συζητήσουν στην βίλα του και ο Πολυχρόνης τον ρωτά έκπληκτος πώς θα αντιδρούσε αν μια δυνητική επανάσταση του εθνικοποιούσε την περιουσία. Οι νεαρές κομμουνίστριες, που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή του κομμουνιστικού κινήματος των εξωκοινοβουλευτικών οργανώσεων, αλλάζουν τα ελληνικά τους ονόματα, υιοθετώντας αγγλικά υποκοριστικά, για να μην αισθάνονται λιγότερο προοδευτικές από τις αστές. Αυτές και πολλές ακόμη σκηνές χαρίζουν στον θεατή το ραφιναρισμένο μαύρο χιούμορ που μεταφέρουν στην οθόνη ο Καλογερόπουλος και οι υπόλοιποι ηθοποιοί της ταινίας.

Τα πλάνα είναι λίγο σκοτεινά και δείχνουν ότι ο προϋπολογισμός της ταινίας πρέπει να ήταν μικρός. Ανεβασμένη όπως την βλέπω στο διαδίκτυο και ο ήχος της δείχνει να έχει πρόβλημα. Δεν ξέρω, όμως, αν τούτο έχει να κάνει με την διαδικτυακή μεταφορά ή με την αρχική κινηματογραφική εκδοχή του έργου. Σε κάθε περίπτωση αυτές είναι λεπτομέρειες για εμάς και για τους αναγνώστες του ιστολογίου μας. Δείτε το Όνειρο Αριστερής Νύχτας και απολαύστε μια ταινία που μας γυρίζει νοσταλγικά σε παλιές εποχές, τολμά να αποτελεί ένα πολιτικό χιουμοριστικό φιλμ το οποίο εστιάζει στο παρόν της εποχής του αποφεύγοντας την ιστοριστική παρλάτα και τους βαρετούς ρυθμούς του «έντεχνου» κινηματογράφου και δεν διστάζει να καυτηριάσει εκ των έσω παθογένειες ενός ολόκληρου πολιτικού χώρου που η συστημική αφήγηση της μεταπολίτευσης είχε καθαγιάσει εν είδει πολιτικού μοντερνιστικού φοκλόρ.

13 σχόλια:

Νίκανδρος Αντισθένους είπε...

Χαιρετώ εγκαρδίως τα αξιότιμα μέλη της Λέσχης,

Θα επιθυμούσα να διατυπώσω ευθαρσώς και ανυπερθέτως ορισμένα καυτά πλην εξόχως κρίσιμα ερωτήματα που φρονώ πως χρίζουν απαντήσεως:

— Ο επικεφαλής της ΦΛΕΦΑΛΟ, έχει γευτεί ουδέποτε τη μέγιστη τιμή να βρεθεί έγκλειστος για τις ιδέες του;
— Έχει αισθανθεί στο πετσί του την οδυνηρή αίσθηση του πυρωμένου σίδερου της εκδικητικής κακοδικίας;
— Έχει υπάρξει ουδέποτε πολιτικός κρατούμενος στα υγρά ανήλιαγα κελιά της ελλαδικής δημ(ι)οκρατίας;

Ως πρώην πυγμάχος και τιμημένος αθλητής πολεμικών τεχνών, ευελπιστώ να διαθέτει το απαραίτητο σθένος προκειμένου να αποκριθεί γενναία.

Την καλημέρα μου.

Ανώνυμος είπε...

Ο ακροδεξιός χώρος ετοιμάζει το σενάριο για την κινηματογραφική ταινία ΟΝΕΙΡΟ αριστοΤΕΛΙΚΗΣ ΝΥΧΤΑΣ. Σε αντίθεση με τους άπλυτους αριστερούς, η εν λόγω ταινία θα έχει υψηλό budget καθώς τα απαιτητικά γυρίσματα θα γίνουν τις μεταμεσονύχτιες ώρες στα πάρκα του κέντρου των Αθηνών. Για να προλάβω τους κακεντρεχείς, θα πω πως το έργο δεν θα έχει ούτε μία σεξουαλική σκηνή.

Ανώνυμος είπε...

Σε ερώτηση δημοσιογράφου περί της προσέγγισης με το Ισραήλ που προωθεί ο Κασιδιάρης, ο ΝΓΜ απάντησε το εξής:

"Το έλεγε από παλιά αυτό ο Κασιδιάρης και δεν το επέτρεπα εγώ".
Μνημειώδης συνέντευξη.

Ανώνυμος είπε...

Ο αντιφασίστας τραγουδιστής των Omen, Νίκος Μύγας, αναρωτιέται σήμερα στο facebook πως κάποιοι αναφέρουν τον Γιώργο Δριμηλή (πάλαι ποτέ τραγουδιστής των Raging Storm που απεβίωσε χθες) ως καλό παιδί, ξεχνόντας πως ο συγκεκριμένος ήταν "φασίστας"...Παντού η ίδια κτηνώδης συμπεριφορά από τα αριστερά αποβράσματα. Όπως τότε που ο χριστιανοκομμουνιστής Παντελής Mountains, στόλισε μετά θάνατον τον Μάκη Μακρή, τραγουδιστή των Rust.

Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...

Το ακόμη χειρότερο είναι τα σχόλια των αντιφασιστών καλικάντζαρων που ακολουθούν. Τα γνωστά περί φραστικής βεβήλωσης μνημάτων κλπ.

Από την άλλη, ο εκλιπόντας ήταν απλά εθνοκεντρικός με κάποιες συντηρητικές ιδέες. Δεν ξέρουμε αν ήταν εθνικιστής. Μάλλον όχι, απ΄ ότι μαθαίνουμε. Αλλά για το σκατένιο κεφάλι του νεαρού αντιφασίστα, όλα όσα δεν του αρέσουν είναι φασισμός και εθνικισμός.

Μην στερείτε την απόλαυση της μοναξιάς μας, μαλάκες αντιφάδες. Ελάχιστοι είμαστε όντως εθνικιστές στην Ελλάδα.

Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...

Είπε αρκετές αλήθειες, κουκούλωσε άλλα θέματα (πχ. σωστά είπε ότι το 2015 όσοι του άσκησαν κριτική για την ανάληψη της πολιτικής ευθύνης της υπόθεσης Φύσσα δεν αποχώρησαν για να μην χάσουν τις βουλευτικές έδρες και θυμήθηκαν το θέμα το 2019, δεν απάντησε όμως γιατί ανέλαβε αυτή την πολιτική ευθύνη κατά την περίοδο που ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την κωλοτούμπα στο δημοψήφισμα και η ΧΑ -ως τρίτο κόμα και ισχυρότερο αντιμνημονιακό- θα μπορούσε να συσπειρώσει απογοητευμένους αντιμνημονιακούς, που είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ), είπε και κάτι που αποκαλύπτει την ακατανίκητη διαχρονική κοκκινοπροβίτικη διείσδυση της Δεξιάς σε πολιτικά περιβάλλοντα ανθρώπων που νομίζουν ότι είναι φασίστες (πχ. αναγνώρισε την "προσφορά" του Τσώρτσιλ στην Ελλάδα με το πρόσχημα ότι την έσωσε από τον κομμουνισμό, δίχως μάλιστα ο "δημοσιογράφος" να του θέσει τέτοιο ερώτημα).

Ανώνυμος είπε...

Μια μαλακία ήταν η συνέντευξη. Σε μερικά σημεία ήταν σαν να άκουγες τον ίδιο τον Τέλη ή ακόμα και τον εστιάτορα.

Ανώνυμος είπε...

Ποιές οι διαφορές του εθνικιστή από τον εθνοκεντρικό με συντηρητικές ιδέες;

Ρομπέν είπε...

Αναφέρθηκε επίσης σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης ότι ο εκλιπών ήτο ρομαντικός.

Σταμάτης είπε...

Όντως Αριστοτέλη, δεν έχω υπάρξει πολιτικός κρατούμενος.

-Όμως, ταυτόχρονα, δεν έχω υπάρξει γνώστης της συνδεσμολογίας εκκρηκτικών μηχανισμών (μολονότι με ειδίκευση οπλουργού στον στρατό) και, κυρίως, δεν έχω κομπάσει σε "εστιάτορες" και σε κάθε λογής παρακρατικούς για τέτοιες ικανότητές μου.

-Δεν έχω συναναστραφεί καταζητούμενους για ενέργειες σε γειτονικές χώρες κατά την περίοδο της Gladio, δεν ήμουν μάρτυρας υπεράσπισης τους σε δικαστήριο και, κυρίως, δεν άνοιξαν κατάστημα (οι καταζητούμενοι για τέτοιες ενέργειες σε γειτονική χώρα) στο όνομά μου εντός της πιο "μοδάτης" (τότε) περιοχής του κέντρου των Αθηνών. Και, μάλιστα, όταν ήμουν δεκαοχτώ ετών και έπαιρνα ακόμη χαρτζιλίκι από την μητέρα μου για να παίξω μπιλιάρδο!!

-Ούτε ποτέ μπήκα στα γραφεία ακροδεξιών κομματιδίων να τους πάρω κρυφά γραφομηχανές και πολύγραφους, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν για αμφίβολης σκοπιμότητας λόγους.

-Τέλος, δεν συναναστράφηκα τύπους της Δεξιάς που θεωρούσαν τον Γιώργη τον Παπαδόπουλο και τον Μίμη τον Ιωαννίδη ιδεολογικούς συγγενείς του πολιτικού μου χώρου, ούτε θεώρησα εμένα μέλος πυρήνων που πίστευαν ότι θα μπορούσε να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα με ένοπλη και παρακρατική-παραστρατιωτική δράση στο μεταπολιτευτικό περιβάλλον της Ελλάδας (μολονότι καταγόμενος από σόι αστυνομικών και στρατιωτικών).

Πράγματι, το σύστημα εξουσίας δεν συμπαθεί ανθρώπους με τις δικές μου πολιτικές και κοινωνικές ιδέες (ενδεχομένως ούτε μουρλούς που νομίζουν ότι τις υιοθετούν, όπως εσύ). Ωστόσο, κάνω κι εγώ αυτό που περνά από το χέρι μου επιλέγοντας τακτικές πολιτικής άμυνας οι οποίες προσφέρουν μια κάποια κάλυψη. Δεν πάω να περπατήσω ξυπόλυτος στα αγκάθια. Για να έχω μετά βάσιμους λόγους να διαμαρτυρηθώ όταν μου την στήσουν και να μην κλαίγομαι ζητώντας έλεος κινηματικής αναγνώρισης, όπως εσύ.

Ανώνυμος είπε...

Μην ειρωνεύεσαι τον "Γιώργη Παπαδόπουλο". Διάβασε το πρόσφατο βιβλίο του Χατζηδάκη "Η Ελληνική Τετάρτη Θέση", όπου σχετικές παραπομπές σε Χέρντερ, Φίχτε και Μύλερ και θα εκπλαγείς!

Σταμάτης είπε...

Εγώ μπορεί να εκπλαγώ. Οι ίδιοι μάλλον θα φρίξουν, εκεί ψηλά στον ουρανό.

Αλήθεια, τώρα, γράφει τέτοια; Να ετοιμαστώ για ασταμάτητο γέλιο αν το διαβάσω;

Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας είπε...

Πολλές οι διαφορές. Μια πρώτη που έχει να κάνει με την επικαιρότητα:

Ο εθνοκεντρικός, χωρίς αποκρυσταλλωμένη εθνικιστική ιδεολογία, μπορεί να υποστηρίζει την συμμαχία των κρατών Ελλάδος και Ισραήλ, υπό τον φόβο της τουρκικής επιθετικότητας.

Ο εθνικιστής δεν ξεχνά ότι ο διεθνής εβραϊσμός υπήρξε υποκτηρικτής και υποκινητής κάθε αντεθνικής (φιλελεύθερης, κομμουνιστικής κάποτε, αναρχικής ενίοτε, αντιφασιστικής πάντοτε) πολιτικής και κοινωνικής κίνησης στην περίοδο της νεωτερικότητας, με αποτέλεσμα να αποκτήσει μεγάλο μέρος του ελέγχου -ή εξολοκλήρου τον έλεγχο- πολλών κρατών.

Είναι διαμορφωτής της ιστορικής πραγματικότητας που βιώνουμε σήμερα στις συνθήκες της χαοτικής και αντιανθρώπινης παγκοσμιοποίησης. Ελέγχει το ελλαδικό κράτος από τις καταβολές του, επιβάλλει μνημόνια, φτώχεια, εξοργιστική αδικία και λαθρομετανάστευση.

Ο εθνικιστής δεν τα ξεχνά όλα αυτά επειδή μια παροδική γεωπολιτική συνθήκη μπορεί να κάνει την Ελλάδα συμφέρουσα για τα συμφέροντα του Ισραήλ.